Legislator Case Law & Legislation
623/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court failure to rule on personality infringement claim.

Case Number 623/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, which had omitted to rule on a specific claim. The appellant argued that the lower court failed to address a request for monetary compensation based on infringement of the company's legal personality under Articles 57 and 59 of the Civil Code. Consequently, the Court annulled the appellate decision regarding this omitted claim and remitted the case for further trial before a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 57 and 59 of the Civil Code; The appellate court's failure to rule on a claim for damages due to infringement of a legal person's personality constitutes a ground for cassation, requiring the case to be remitted for further examination.

Keywords

AI generated
infringement of legal personality omission of ruling cassation appeal remittal for retrial Civil Code liability corporate damages procedural error

Cited Legislation

AI generated
Articles 57 and 59 of the Civil Code
Articles 349, 351, 358 and 681 of the Civil Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3 and 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 8 paragraph 2 letter b of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 section b of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189 paragraph 1 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 828/73

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 623 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 623/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "C. A. G. L." (πρώην "Σ. Σ. Ο. Α. Ε. Π. Σ. Υ. Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ζωγραφιά Ευαγγελίδου - Τσικρικά και Νικόλαο Κανελλόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "M. B. LTD", που εδρεύει στo … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσιβλήτου Εταιρείας με την επωνυμία "M. C. A. C. LTD" η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ιατρίδη - Ραμαντάνη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/12/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1313/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1289/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/6/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 12.06.2019 και με ειδ. αριθ. κατάθ. 553/18.06.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 1289/07.03.2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 349, 351, 358 και 681 του ΑΚ προκύπτει ότι υπερήμερος δανειστής είναι και ο εργοδότης, ο οποίος, παρόλο που προσκλήθηκε από τον εργολάβο, δεν προβαίνει στην απαιτούμενη πράξη ή σύμπραξη, χωρίς την οποία ο τελευταίος δεν μπορεί να εκτελέσει το έργο (ΟλΑΠ 828/73). Αν όμως συμφωνήθηκε από τα μέρη (ΑΚ 361) ή συνάγεται από το σκοπό της σύμβασης (ΑΚ 288) ότι ο εργοδότης έχει συγκεκριμένη υποχρέωση για σύμπραξη, τούτο αποτελεί συμβατική του κύρια υποχρέωση, ως οφειλέτη και η παράλειψή του να συμπράξει αποτελεί πλημμελή εκπλήρωση της παροχής οφειλέτη και τον υποχρεώνει κατά τις διατάξεις των άρθρων 330, 343 και 383 ΑΚ, που εφαρμόζονται για την πλήρωση κενού δικαίου που υπάρχει αναφορικά με τις ειδικότερες συνέπειες της πλημμελούς εκπλήρωσης της παροχής, σε αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη ο εργολάβος από την μη προσήκουσα σύμπραξη.

Επίσης, κατά τα άρθρα 383 και 385 περ. 1 του ΑΚ, δεν απαιτείται να ταχθεί στον υπερήμερο οφειλέτη προθεσμία εκπλήρωσης, αν από την όλη στάση του προκύπτει ότι το μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο (ΑΠ 1503, 1504/2005). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει τον δόλο και την αμέλεια και δ) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.

Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ, ήτοι την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την παρούσα κοινωνική αντίληψη, δηλαδή για την κατάφαση της παρανομίας αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης ΑΚ (ΑΠ 1849/2017, ΑΠ 2027/2014, ΑΠ 118/2006, ΑΠ 831/2005, ΑΠ 174/2005).

Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1284/2017, ΑΠ 535/2012, ΑΠ 1145/2003, ΑΠ 5/2001).

Αμέλεια δε υπάρχει κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφώς νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον, που επιβάλλεται από τις περιστάσεις (ΑΠ 708/2004, ΑΠ 1084/2008).

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 535/2012, ΑΠ 363/2012). Τέλος, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι, μόνον, η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής δεν συνιστά αδικοπραξία, όμως μπορεί μια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία.

Αυτό συμβαίνει όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς τη συμβατική σχέση, που προϋπάρχει θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη προς το γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ να μη προκαλεί κανένας σε άλλον υπαιτίως ζημία. Η ευθύνη από την αδικοπραξία θα κριθεί κατά τους γενικούς περί αδικοπραξιών όρους. Κατά συνέπεια, όταν το πταίσμα που επέφερε τη ζημία ταυτίζεται κατά το πραγματικό αυτού περιεχόμενο προς την παραβίαση της σύμβασης και τη δημιουργία της παρανομίας δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί αδικοπραξίας (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 587/2020, AΠ 212/2000).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Δηλαδή, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 363/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της από 3.12.2015 ένδικης αγωγής, από το παρόν Δικαστήριο, ιστορούνται τα ακόλουθα από την ήδη αναιρεσείουσα - ενάγουσα προς θεμελίωση του αγωγικού αιτήματος περί αποζημιώσεώς της ως υπεργολάβου, λόγω υπερημερίας της αναιρεσίβλητης - εναγομένης αλλοδαπής εταιρείας (εργολάβου) που, αθετώντας συμβατική της υποχρέωση να της καταβάλλει ειδικό αντάλλαγμα-συμβατική αμοιβή για τις επιτυχίες της από τα έσοδα αξιοποίησης - ιδιωτικοποίησης του κάθε ακινήτου, στα πλαίσια του έργου αξιοποίησης της δημόσιας τουριστικής περιουσίας, που η τελευταία είχε αναλάβει, κατόπιν δημόσιου διεθνούς διαγωνισμού από την ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε., αρνήθηκε να διεκδικήσει την οφειλόμενη συμβατική και νόμιμη αμοιβή της έναντι της εργοδότριάς της, προς την οποία παρείχε προσηκόντως τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες της, και επί της οποίας αμοιβής όφειλε η ίδια (αναιρεσίβλητη) την αντίστοιχη αναλογούσα σ' αυτή (αναιρεσείουσα) αμοιβή επιτυχίας, με αποτέλεσμα εξαιτίας της αδράνειάς της αυτής και της αδιαφορίας της, να προξενήσει βλάβη των εύλογων συναλλακτικών προσδοκιών και των δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας, συμπεριφορά δηλαδή αντίθετη στην αντικειμενική καλή πίστη, τα συναλλακτικά και χρηστά ήθη, καθώς και στις παρεπόμενες συμβατικές υποχρεώσεις της, για την οποία αξιώνει αποζημίωση, για την προξενηθείσα ζημία της και εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω προσβολής του νομικού προσώπου της εταιρείας, και ειδικότερα τα εξής:

Ότι μεταξύ της αλλοδαπής (ιαπωνικής) τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "F. B. L." και της ημεδαπής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Τ. Α. Α.Ε." (και ήδη Ε. Α.Ε.), καταρτίστηκε, κατόπιν δημοσίου διεθνούς διαγωνισμού, η από 1.2.2001 σύμβαση παροχής υπηρεσιών χρηματοοικονομικού συμβούλου, αναφορικά με την αξιοποίηση 287 τουριστικών ακινήτων που τελούσαν υπό τη διοίκηση και διαχείριση της τελευταίας, αντί συμφωνημένης αμοιβής, επιπλέον της οποίας συμφωνήθηκε και ειδική αμοιβή επιτυχίας, συνδεόμενη με το οικονομικό αποτέλεσμα της αξιοποίησης της άνω περιουσίας και υπολογιζόμενη, όπως λεπτομερώς αναφέρεται στα οικεία παραρτήματα της σύμβασης, που ειδικότερα παραθέτει, η δε διάρκεια της σύμβασης αυτής συμφωνήθηκε ορισμένου χρόνου, με αρχή της ισχύος της, την ημερομηνία της υπογραφής της και λήξη αυτής μετά την πάροδο πέντε (5) ετών.

Ότι, ακολούθως, με την από 2.2.2001 συμπληρωματική σύμβαση για την υποκατάσταση του χρηματοοικονομικού συμβούλου, μεταξύ των ανωτέρω συμβαλλομένων και της θυγατρικής εταιρείας "F. C. A. C.., Ltd.", που μετονομάστηκε σε "M. C. A. C.., Ltd.", δηλαδή η εναγομένη, η οποία εδρεύει μεν στο … αλλά διατηρεί εγκατάσταση και στην …, υποκαταστάθηκε η συμβαλλόμενη στην κύρια σύμβαση χρηματοοικονομική σύμβουλος από την εναγομένη, αναλαμβάνοντας η τελευταία, ευθυνόμενη αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την πρώτη απέναντι στην εργοδότρια, να παρέχει τις αντίστοιχες υπηρεσίες, όπως αυτές ορίστηκαν στην κύρια σύμβαση.

Ότι δυνάμει του από 5.12.2005 τροποποιητικού ιδιωτικού συμφωνητικού παροχής υπηρεσιών, που καταρτίστηκε μεταξύ της "Ε. Α.Ε." και της εναγομένης εταιρείας, περιορίστηκε το συμβατικό αντικείμενο εργασιών της παραπάνω σύμβασης σε είκοσι επτά (27) από τα παραπάνω ακίνητα και εξειδικεύθηκαν οι όροι καταβολής της αμοιβής επιτυχίας της εναγομένης από την Ε.

Α.Ε. σε περίπτωση μεταγενέστερου εσόδου της εργοδότριας μετά τη λήξη της σύμβασης (1.2.2008), ενώ κατά τα λοιπά παρέμειναν σε ισχύ οι όροι της ως άνω από 1.2.2001 σύμβασης. Περαιτέρω, εκθέτει ότι δυνάμει του από 01.02.2001 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ της ενάγουσας εταιρείας, με την τότε επωνυμία της CSF Α.Ε., και της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "F.

B. L.", (στη θέση, δικαιώματα και υποχρεώσεις της οποίας υποκαταστάθηκε, την 2.2.2001, δυνάμει του οικείου ρητού άρθρου 11 του συμφωνητικού, η εναγομένη εταιρεία, υπό την παλαιότερη τότε επωνυμία της "F. C. A. C.., Ltd."), η ενάγουσα εταιρεία ανέλαβε να παρέχει προς την εναγομένη συγκεκριμένες (συμβουλευτικές, διαχειριστικές και άλλες) υπηρεσίες προς την τελευταία, οι οποίες καταγράφονται αναλυτικά στο οικείο άρθρο 1 της ανωτέρω σύμβασης, προς υποστήριξή της ως προς την εκπλήρωση των υπηρεσιών που αυτή (εναγομένη) ανέλαβε να παρέχει στην "Ε.

Α.Ε.", βάσει της μεταξύ εκείνων ανωτέρω σύμβασης. Ότι ως αμοιβή συμφωνήθηκε η ενάγουσα να λάβει το ήμισυ (50%) από κάθε αμοιβή επιτυχίας της εναγομένης, όπως αυτή θα προέκυπτε μετά την αφαίρεση των τυχόν αμοιβών των Εξειδικευμένων Συμβούλων, και όπως ειδικότερα περιγράφεται στο Παράρτημα 3 των συμβάσεων της F.

με τους Εξειδικευμένους Συμβούλους. Ότι, επιπλέον, συμφωνήθηκε η αμοιβή της ενάγουσας να είναι καταβλητέα με τη λήψη της αμοιβής από την εναγομένη, δηλαδή μόλις λάμβανε η τελευταία την αμοιβή επιτυχίας της από την "Ε. Α.Ε.". Ότι η ίδια (ενάγουσα), κατά την περίοδο 2003 - 2008, ανέλαβε σταδιακά το βάρος σχεδόν όλου του έργου, λόγω προβλημάτων της εναγομένης ως προς την κινητοποίηση του δικού της εξειδικευμένου προσωπικού και καταρτίστηκαν για το λόγο αυτό συμφωνητικά για διακριτές (πρόσθετες) εργασίες και συμφωνήθηκε να λάβει ιδιαίτερη (κατ' αποκοπή) αμοιβή, όπως λεπτομερώς εκθέτει.

Ότι παρότι η ενάγουσα εκπλήρωσε πλήρως τις υποχρεώσεις της έναντι της εναγομένης, αναλαμβάνοντας τελικώς σχεδόν το σύνολο του έργου που εκείνη όφειλε να παρέχει στην "Ε. Α.Ε.", η εναγομένη από τα τέλη του 2008 έπαυσε να οχλεί την "Ε. Α.Ε." για τη λήψη της συμβατικής της αμοιβής, παρά τις επανειλημμένες εκ μέρους της (ενάγουσας) προσκλήσεις προς τούτο.

Ότι την ίδια αδράνεια συνέχισε να επιδεικνύει και μετά την αξιοποίηση ενός εκ των είκοσι επτά (27) ακινήτων στα οποία αφορούσαν οι παραπάνω συμβάσεις και συγκεκριμένα του τουριστικού ακινήτου "Κ. Σ. Σ.". Ότι, ειδικότερα, ως προς το ανωτέρω τουριστικό ακίνητο, εκπονήθηκαν από την ίδια και παραδόθηκαν στην εναγομένη όλες οι απαιτούμενες συμβατικές εργασίες, που περιγράφει στην αγωγή, για την αξιοποίηση του ακινήτου αυτού.

Ότι η "Ε. Α.Ε.", επί σειρά 40 μηνών μετά τα μέσα 2006, αδράνησε για την ιδιωτικοποίηση του μείζονος σπουδαιότητας τουριστικού ακινήτου, με αποτέλεσμα η εναγομένη να προβάλει εξωδίκως τις απαιτήσεις της, με την από 29.1.2008 επιστολή - πρόσκληση, ζητώντας την καταβολή του ποσού των 987.844,46 ευρώ. Ότι, τελικά, μετά την κήρυξη διαγωνισμού τον Δεκέμβριο 2010, υπογράφηκε στις 30.5.2013 σύμβαση ιδιωτικοποίησης του ανωτέρω ακινήτου μεταξύ της "Ε.

Α.Ε." και των φυσικών προσώπων (επιχειρηματιών Χ. Χ. και Γ. Δ.) και της εταιρείας τους "Σ. R. Α. Τ. και Ξ. Ε.", με τους περιγραφόμενους στην αγωγή όρους, μισθώματα και πρόσθετα ανταλλάγματα. Ότι για την αξιοποίηση αυτή του εν λόγω ακινήτου, η μεν εναγομένη δικαιούταν να λάβει από την "Ε. Α.Ε." ως αμοιβή επιτυχίας το προαναφερόμενο ποσό των 987.844,46 ευρώ (πλέον Φ.Π.Α.), η δε ενάγουσα το ήμισυ αυτής (μετά την αφαίρεση των αμοιβών που καταβλήθηκαν σε εξειδικευμένους συμβούλους), δηλαδή το συνολικό ποσό των 493.922,23 ευρώ, πλέον ΦΠΑ.

Ότι την ίδια στάση της ενσυνείδητης αδράνειας έναντι της "Ε. Α.Ε." ως προς την αξίωση και είσπραξη των συμβατικών της απαιτήσεων, συνέχισε να επιδεικνύει η εναγομένη και μετά την έκδοση της 3/12.1.2015 απόφασης του Αρείου Πάγου, που επέλυσε αμετάκλητα την ανακύψασα αντιδικία μεταξύ εναγομένης και "Ε. Α.Ε." σχετικά με το νόμιμο υπολογισμό των αμοιβών επιτυχίας της πρώτης από τη δεύτερη, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να της κοινοποιήσει την από 8.9.2015 εξώδική της δήλωση - διαμαρτυρία - πρόσκληση - όχληση, με την οποία της γνωστοποίησε εκ νέου τη νομική και φορολογική υποχρέωση τιμολόγησης των συμβατικών αμοιβών της προς την "Ε.

Α.Ε.", την κάλεσε δε, εντός είκοσι (20) ημερών, να προβάλει εξωδίκως προς την "Ε. Α.Ε." και να διεκδικήσει τα συμβατικά της δικαιώματα, ζητώντας να λάβει τη νόμιμη αμοιβή της και το σύνολο των εγγράφων που σχετίζονται με την ιδιωτικοποίηση καθενός εκ των ως άνω είκοσι επτά (27) ακινήτων, άλλως την κάλεσε να της καταβάλει εντός της ίδιας προθεσμίας το σύνολο αποζημίωσης που δικαιούται, ποσού 31.771.002 ευρώ, σε αποκατάσταση της ισόποσης αξίας ζημίας που υφίστατο από την ανωτέρω παράνομη, αντισυμβατική, κακόπιστη και αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά της.

Ότι σε κάθε περίπτωση, μετά την αξιοποίηση του ακινήτου της ... και τη σύμβαση για την 60ετή εκμίσθωσή του το Μάιο του 2013, γεννήθηκε η αξίωση της εναγομένης για την επικουρική λήψη της δίκαιης αμοιβής επιτυχίας της από την Ε. Α.Ε., ανερχόμενη στο ποσό των 458.578 ευρώ, σύμφωνα με τους αναλυτικούς υπολογισμούς της ενάγουσας που παραθέτει στην αγωγή της, και εκ της οποίας (αμοιβής) αυτή (ενάγουσα) δικαιούται το ήμισυ, σύμφωνα με την, κατά τα προεκτεθέντα, συμφωνία των διαδίκων.

Ότι με βάση τα ως άνω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά της αγωγής της η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εναγομένη υπέχει σε βάρος της α) συμβατική ευθύνη, απορρέουσα από το προαναφερθέν από 1.2.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου η τελευταία ανέλαβε την (κύρια) υποχρέωση απέναντί της προς καταβολή της αμοιβής της για τις υπηρεσίες, τις οποίες συμφωνήθηκε η πρώτη να της παράσχει.

Ότι, ταυτόχρονα, κατά τους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ιδρύθηκε η παρεπόμενη συμβατική υποχρέωση της εναγόμενης να προβεί σε κάθε ενέργεια απαραίτητη για τη διασφάλιση της αμοιβής της ενάγουσας, ειδικότερα δε να επιδιώξει την καταβολή της αμοιβής της από την εταιρεία "Ε. Α.Ε." ασκώντας κάθε αναγκαίο προς τούτο ένδικο βοήθημα, δεδομένου ότι κατά τους όρους του προαναφερθέντος συμφωνητικού (άρθρο 3) η αμοιβή της ενάγουσας ανερχόταν στο 50% της αμοιβής της εναγομένης και ήταν καταβλητέα με την είσπραξη της αμοιβής της τελευταίας και β) αδικοπρακτική ευθύνη, καθώς η εναγομένη με την προπεριγραφείσα συμπεριφορά της, επιδεικνύοντας αδράνεια και παραλείποντας να επιδιώξει την καταβολή της οφειλόμενης συμβατικής της αμοιβής από την "Ε.

Α.Ε.", άλλως την είσπραξη της αμοιβής επιτυχίας της, είτε, τέλος, εγείροντας αξιώσεις αποζημίωσης κατά της τελευταίας (εργοδότριας), λόγω της συνεχιζόμενης υπαίτιας και ζημιογόνας αδράνειάς της έως το έτος 2011, σχετικά με τη δρομολόγηση των διαδικασιών ιδιωτικοποίησης του επίδικου ακινήτου Κάμπινγκ …, προβαίνοντας σε όλες τις απαραίτητες εξώδικες και δικαστικές ενέργειες προς τούτο, έτσι ώστε να διασφαλισθεί η καταβολή στη συνέχεια και της αμοιβής της ενάγουσας, παραβίασε υπαίτια (δολίως, άλλως σε κάθε περίπτωση από αμέλεια) τις παρεπόμενες υποχρεώσεις της, που απέρρεαν, κατά τα προεκτεθέντα, από την από 1.2.2001 σύμβαση, αντίθετα προς τους κανόνες που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, με συνέπεια, κατά τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 330, 914 και 919 ΑΚ, να οφείλει να της αποκαταστήσει τη ζημία, που της προκάλεσε η εν λόγω συμπεριφορά της και όπως ειδικότερα κατ' είδος και αξία αναλύει στην αγωγή.

Ζητούσε δε, με βάση το ιστορικό αυτό να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει ως αποζημίωση κυρίως το συνολικό ποσό των 585.384,34 ευρώ και όπως ειδικότερα το κάθε επιμέρους κονδύλι προσδιορίζει σ' αυτή (αγωγή), με το νόμιμο τόκο από την 9.9.2015, δηλαδή από την επομένη της κοινοποίησης της από 8.9.2015 εξώδικης δήλωσής της, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Επικουρικά, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η αξίωση της εναγομένης έναντι της "Ε. Α.Ε." για το ακίνητο της ... … δεν ανερχόταν στο ποσό των 987.844,46 ευρώ, διότι μέρος των οφειλομένων από την ίδια (εναγομένη) προς την "Ε. Α.Ε." υπηρεσιών δεν παρασχέθηκαν εμπροθέσμως αλλά στο ποσό των 395.137,784 ευρώ (πλέον ΦΠΑ), ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ήμισυ αυτής (μετά την αφαίρεση των αμοιβών που καταβλήθηκαν σε εξειδικευμένους συμβούλους), δηλαδή το συνολικό ποσό των 220.869,73 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ), με το νόμιμο τόκο από την 9.9.2015, δηλαδή από την επομένη της κοινοποίησης της από 8.9.2015 εξώδικης δήλωσής της, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Επικουρικότερα, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η αμοιβή που δικαιούται η εναγομένη από την "Ε. Α.Ε.", υπολογιζόμενη με βάση το περιεχόμενο της προαναφερόμενης σύμβασης μίσθωσης του ακινήτου, ανέρχεται στο ποσό των 458.578 ευρώ (πλέον ΦΠΑ), ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ήμισυ αυτής (μετά την αφαίρεση των αμοιβών που καταβλήθηκαν σε εξειδικευμένους συμβούλους), δηλαδή το συνολικό ποσό των 259.885,47 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ), με το νόμιμο τόκο από την 9.9.2015, δηλαδή από την επομένη της κοινοποίησης της από 8.9.2015 εξώδικης δήλωσής της, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Ακόμα επικουρικότερα, ζητούσε η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 143.750 ευρώ, ως διαφυγόν κέρδος, το οποίο ειδικότερα προσδιορίζει και εξειδικεύει στην αγωγή, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Επιπλέον η ενάγουσα επικαλούμενη ότι από την παραπάνω συμπεριφορά της εναγομένης προσβλήθηκε η προσωπικότητα, η επιχειρηματική της υπόληψη και φήμη ως νομικού προσώπου, καθώς ειδικότερα, επίσης, εξειδικεύει στην αγωγή ζητούσε η τελευταία να υποχρεωθεί να της καταβάλει, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη η εταιρεία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59 και 932 του ΑΚ, το ποσό των 20.000 ευρώ.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1313/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, η οποία με τους πρώτο και τρίτο λόγους της έφεσής της προσέβαλε την πρωτόδικη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, δεχόμενο ότι η εκκαλουμένη απόφαση δεν έσφαλε και ότι οι περί του αντιθέτου λόγοι της έφεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, όσον αφορά τις διατάξεις της εκκαλουμένης, σχετικά με την απόρριψη των βάσεων της αγωγής, που στηρίζονταν τόσο στη συμβατική, όσο και στην αδικοπρακτική, ευθύνη, ως μη νόμιμων, έπρεπε να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, διαλαμβάνοντας ειδικότερα, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, επί λέξει, τα εξής: "...Από το περιεχόμενο αυτό της αγωγής, προκύπτει ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση έργου, στην οποία η μεν ενάγουσα έχει την ιδιότητα της εργολάβου, η δε εναγομένη της εργοδότριας.

Η επικαλούμενη με την αγωγή αθέτηση εκ μέρους της εναγομένης, ως εργοδότριας, της παρεπόμενης και συναγόμενης από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη υποχρέωσής της να διεκδικήσει την οφειλόμενη αμοιβή από την "Ε. Α.Ε.", δεν περιήγαγε αυτήν σε υπερημερία οφειλέτη, αλλά σε υπερημερία δανειστή, χωρίς, περαιτέρω, να δύναται να συναχθεί ότι η υπαίτια παράλειψη των επικαλούμενων ενεργειών της εργοδότριας - δανείστριας αποτελεί παράβαση υποχρέωσης από μόνο το λόγο ότι αυτές είναι απαραίτητες για την εκπλήρωση της παροχής από την οφειλέτη-ενάγουσα και χωρίς τη συνδρομή άλλων περιστατικών από τα οποία να συνάγεται ότι η εναγομένη περιέρχεται σε υπερημερία οφειλέτη, ώστε να ευθύνεται σε πλήρη αποζημίωση.

Ως εκ τούτου... η εναγομένη υποχρεούται μόνο στην καταβολή της περιορισμένης αποζημίωσης της ΑΚ 358 και όχι σε πλήρη αποζημίωση, που αιτείται η ενάγουσα. Περαιτέρω, όσον αφορά τη βάση της αγωγής που στηρίζεται στην αδικοπρακτική ευθύνη, από τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά συνάγεται ότι υφίσταται προσβολή του σχετικού δικαιώματος εκ μέρους της εναγομένης, η οποία είναι μεν παράνομη, οι συνέπειες όμως της παρανομίας αυτής ρυθμίζονται από τις διατάξεις για την μη εκπλήρωση υφιστάμενης ενοχής (ΑΚ 335 επ.) και όχι από τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, χωρίς περαιτέρω να προκύπτει περίπτωση συρροής αδικοπρακτικής και δικαιοπρακτικής ευθύνης.

Ειδικότερα, δεν μπορεί να θεμελιωθεί αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης καθόσον η αποδιδόμενη σ' αυτήν παράλειψη να διεκδικήσει τις αξιώσεις της έναντι της "Ε. Α.Ε.", με την οποία (παράλειψη) φέρεται ότι παραβιάστηκε η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, δεν αποτελεί, χωρίς τη σύμβαση, παράνομη πράξη και περαιτέρω δεν επικαλείται η ενάγουσα άλλα περιστατικά από τα οποία θα μπορούσε, ανεξάρτητα από τη συμβατική σχέση, να θεμελιωθεί αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης.

Ως εκ τούτου... εφόσον η επικαλούμενη συμπεριφορά της εναγομένης δεν είναι νοητή χωρίς τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, αυτή δεν υπέχει αδικοπρακτική ευθύνη και δεν οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα για την αιτία αυτή αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης...". Σύμφωνα, όμως, με τις προεκτεθείσες στην αρχή νομικές σκέψεις η ως άνω (ένδικη) αγωγή είναι νόμιμη ως προς την κύρια βάση της εκ της ενδοσυμβατικής ευθύνης της εναγομένης, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 681 επ, 361, 288, 297, 298 και 330 ΑΚ και τούτο διότι περιέχει όλα τα κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις αναγκαία δικαιογόνα περιστατικά προς επιστήριξη των αντίστοιχων αιτημάτων της (κύριου και επικουρικών) αποζημίωσης, αφού η υπαγωγή της επίδικης σύμβασης μεταξύ των διαδίκων στη ρυθμιστική εμβέλεια των διατάξεων για τη σύμβαση έργου, δεν αποκλείει την εφαρμογή της αναγκαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 288 ΑΚ, με συνέπεια η προσβολή της να ιδρύει υποχρέωση προς καταβολή αποζημίωσης κατά το άρθρο 330 ΑΚ.

Συγκεκριμένα στην επίδικη σύμβαση η αναιρεσείουσα είχε τη θέση του οφειλέτη ως προς την παροχή συγκεκριμένων εργασιών - υπηρεσιών προς την αναιρεσίβλητη, όπως ειδικότερα εκτίθενται αναλυτικά στο δικόγραφο της αγωγής της, και τη θέση του δανειστή ως προς τη λήψη της συμβατικής της αμοιβής - επιτυχίας.

Από την άλλη πλευρά η αναιρεσίβλητη είχε τη θέση του οφειλέτη ως προς την καταβολή της συμβατικής αμοιβής - επιτυχίας προς την αναιρεσείουσα και τη θέση του δανειστή ως προς την παροχή προς αυτήν συγκεκριμένων υπηρεσιών εκ μέρους της αναιρεσείουσας. Κατ' ακολουθίαν, η καταλογιζόμενη στην αναιρεσίβλητη πλημμελής συμπεριφορά εντάσσεται και αφορά τη θέση της ως οφειλέτη, αφού απέτρεψε την είσπραξη της οφειλόμενης εκ μέρους της παροχής της αμοιβής - επιτυχίας της αναιρεσείουσας, και ως εκ τούτου ουδόλως συνιστά η κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς καταλογιζόμενη στην αναιρεσίβλητη πλημμελής συμπεριφορά υπερημερία δανειστή, όπως εσφαλμένα δέχεται το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του.

Αντίθετα, όσον αφορά τη βάση της αγωγής που στηρίζεται στην αδικοπρακτική ευθύνη, τα επικαλούμενα σ' αυτήν ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν θεμελιώνουν στο νόμο ρητή υποχρέωση της συμβαλλόμενης αναιρεσίβλητης να διεκδικήσει τις δικές της αξιώσεις έναντι της "Ε. Α.Ε.", με την οποία παράλειψη φέρεται ότι παραβιάστηκε η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, η δε επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα παράλειψη της αναιρεσίβλητης να επιδιώξει την είσπραξη της αμοιβής επιτυχίας της, άλλως αποζημίωσής της, λόγω της έναντι αυτής αντισυμβατικής συμπεριφοράς της "Ε.

Α.Ε." σε σχέση με την καθυστέρηση δρομολόγησης των διαγωνιστικών διαδικασιών ιδιωτικοποίησης του ακινήτου "… " έως το 2011, και στη συνέχεια η παράλειψή της να επιδιώξει την είσπραξη της αμοιβής επιτυχίας της λόγω της ιδιωτικοποίησης του ως άνω ακινήτου, δεν αποτελεί, χωρίς τη σύμβαση, παράνομη και υπαίτια πράξη, ικανή να στηρίξει και αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης, κατά τα άρθρα 914 και 919 ΑΚ και να θεμελιώσει νόμιμα αξίωση προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης της αναιρεσείουσας εκ της αιτίας αυτής.

Επομένως το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του, αφενός έθεσε ζήτημα εφαρμογής των διατάξεων 351 και 358 ΑΚ περί υπερημερίας δανειστή, που δεν ήταν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμοστέες, και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή κατά τη βάση της περί ενδοσυμβατικής ευθύνης προς αποζημίωση της αναιρεσείουσας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, μη εφαρμόζοντας τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 288 και 330 ΑΚ, και εκείνων περί υπερημερίας οφειλέτη, ενώ με βάση τους αγωγικούς ισχυρισμούς συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 1 και συνεπώς είναι βάσιμος ο πρώτος προβαλλόμενος σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, και πρέπει να γίνει δεκτός.

Αντίθετα, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914,919 και 932 ΑΚ, δεχόμενο ότι τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, δεν θεμελίωναν τη νομική της βασιμότητα, ως προς αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης, και συγκεκριμένα επειδή δεν αναφέρονταν, πλέον των ανωτέρω, άλλα περιστατικά και δη τέτοια, από τα οποία θα μπορούσε, ανεξάρτητα από τη συμβατική σχέση, να θεμελιωθεί αδικοπρακτική συμπεριφορά της τελευταίας, που να δικαιολογεί την καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της αναιρεσείουσας εκ της αιτίας αυτής.

Συνεπώς οι από τον ίδιο αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος και πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία παράβαση των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικών δικαίου με τη μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους κανόνες αυτούς, που ήταν, παράλληλα, εφαρμοστέοι και δεν εφαρμόστηκαν, είναι αβάσιμοι.

Από τις διατάξεις των άρθρ. 57 και 59 ΑΚ συνάγεται ότι προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας που αποτελεί ένα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα. Τέτοια αγαθά είναι, εκτός των άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν. Έτσι, σε περίπτωση παράνομης από πρόθεση προσβολής της προσωπικότητας, οφείλεται χρηματική ικανοποίηση του παθόντος, την οποία αυτός μπορεί να ζητήσει με αγωγή από τον αντίδικό του. Περαιτέρω και το νομικό πρόσωπο, εφόσον κηρύσσεται ικανό δικαίου και ικανό προς δικαιοπραξία (άρθρα 61 και 70 ΑΚ), έχει δικαίωμα επί της προσωπικότητας αυτού στην έκφανση της πίστης, της υπόληψης, της φήμης, του κύρους, του επαγγέλματος, του μέλλοντος και των λοιπών αναγνωριζόμενων σ' αυτό άυλων αγαθών.

Συνεπώς, σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας αυτού σε οποιαδήποτε των εκφάνσεων τούτων, δικαιούται να ζητήσει, κατά τα άρθρα 57 και 59 του ΑΚ προστασία, καθώς και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης (που υπέστη από την προσβολή) που μπορεί να συνίσταται και στην καταβολή χρηματικού ποσού. Επίσης, από τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ συνάγεται ,ότι, προς θεμελίωση αξίωσης προς προστασία της προσωπικότητας νομικού προσώπου απαιτείται πράξη που επάγεται μειωτική διαταραχή αυτής σε κάποια των ανωτέρω εκφάνσεών της και που είναι παράνομη.

Παράνομη είναι η ζημία, όταν με την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη προσβάλλεται δικαίωμα εκείνου που υπέστη τη βλάβη το οποίο προστατεύεται από το νόμο ή και συμφέρον αυτού (ΑΠ 356/2010, ΑΠ 1381/2013). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β` ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα κατά την έννοια των ταυτόσημων ως άνω διατάξεων νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Επομένως, πράγματα κατά την έννοια αυτήν, αποτελούν και οι διάφορες κύριες ή επικουρικές βάσεις της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτών και των επί μέρους αιτημάτων περιστατικά (ΑΠ 1230/2019, ΑΠ 895/2018, ΑΠ 148/2009, ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 1765/2005), τα προς θεμελίωση ουσιαστικών ή δικονομικών ενστάσεων ή αντενστάσεων (άρθρ. 262, 338 ΚΠολΔ) περιστατικά, οι λόγοι εφέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης και αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς ή η άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (ΟλΑΠ 11/1996) και, άρα, αν δεν ληφθούν υπόψη ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τον πέμπτο λόγο της έφεσης της εκκαλούσας - αναιρεσείουσας, με τον οποίο παρεπονείτο κατά της απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή της, ως προς τα αιτήματά της (κύρια και επικουρικά) που στηρίζονταν σε αξιώσεις της εκ της ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, παραλείποντας να εξετάσει τη βάση της αγωγής, επί της οποίας στήριζε αξίωσή της για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω προσβολής της νομικής της προσωπικότητας, που υπέστη, ένεκα της ειδικότερα περιγραφόμενης στην αγωγή αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, με την οποία προσέβαλε την επιχειρηματική φήμη της (αναιρεσείουσας) εταιρείας αδιαφορώντας για τα συναλλακτικά ήθη και τις αυτονόητες βασικές αρχές της μεταξύ τους επαγγελματικής συνεργασίας.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ' ουσία την έφεση, αποφαινόμενο μόνο για τις διατάξεις της εκκαλουμένης, που αφορούσαν την απόρριψη των αιτημάτων της αγωγής (κύριων και επικουρικών) για καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της αναιρεσείουσας, που στηρίζονταν τόσο στη συμβατική, όσο και στην λόγω παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων, από την ένδικη σύμβαση, αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης, κρίνοντας αυτές, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως μη νόμιμες, παραλείποντας, ωστόσο να αποφανθεί για την αιτίαση που προβλήθηκε με τον προαναφερθέντα (πέμπτο) λόγο της έφεσής της κατά της πρωτόδικης απόφασης, σχετικά με τη μη λήψη υπόψη και του αγωγικού αιτήματος για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ, λόγω προσβολής της προσωπικότητας του νομικού προσώπου της αναιρεσείουσας εταιρείας.

Επομένως το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα το προαναφερόμενο αγωγικό αίτημα της ενάγουσας-αναιρεσείουσας, το οποίο δεν λήφθηκε υπόψη από το πρωτόδικο δικαστήριο και επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τον πέμπτο λόγο της έφεσής της η αναιρεσείουσα, επί του οποίου το Εφετείο παρέλειψε να αποφανθεί, και, συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 559 αρ. 8 περ.

β' ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, που αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος. Συνακόλουθα πρέπει, κατά παραδοχή των πρώτου λόγου και δεύτερου σκέλους του τρίτου λόγου της αίτησης αναιρέσεως, να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1289/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, και δη κατά το μέρος αυτής, που αφορά, αφενός την αξίωση αποζημίωσης της αναιρεσείουσας που στηρίζεται στην κύρια βάση της αγωγής της και απορρέει εκ της ενδοσυμβατικής ευθύνης της αναιρεσίβλητης, αφετέρου την αξίωσή της για επιδίκαση υπέρ αυτής χρηματικής ικανοποίησης, λόγω προσβολής του νομικού προσώπου της εταιρείας της, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το ανωτέρω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο, όμως, από δικαστές άλλους, από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 εδ.

β' ΚΠολΔ) και, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρ.495 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1289/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, μόνο κατά το μέρος της, που αφορά τα κεφάλαια της αγωγής εκ της αποζημίωσης ένεκα της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, καθώς και της αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης της αναιρεσείουσας εταιρείας λόγω προσβολής του νομικού προσώπου της, όπως αναφέρεται ειδικότερα στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, πλην αυτών, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.

Καταδικάζει την ως άνω αναιρεσίβλητη να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ