Supreme Court dismisses appeal against tax cancellation due to lack of specific debt determination by authorities.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court decision that cancelled a tax assessment. The lower courts held that the State lacked the technical capacity to verify specific debt details arising from loan guarantees, requiring a diagnostic trial to establish the exact amount owed. The State argued that documents clearly identified the debt type and total sum, but the court rejected this, ruling that without a specific judicial determination of the debt's components, the cancellation was legally sound.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2(2) of Law 356/1997 and 61 of Decree 16/1989; When the State cannot technically verify specific debt details arising from loan guarantees, a diagnostic trial is required to establish the exact amount owed, and cancellation of the tax assessment without such determination is valid.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 623 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 623/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον κ. Υπουργό Οικονομικών και κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Εμμανουήλ Μουστάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Μ. του Φ., 2) Φ. Μ. του Ε. και 3) Α. Μ. του Ε., κατοίκων .... Ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ οι δεύτερος και τρίτος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Τριανταφυλλιά Τσιουλπά. Στο σημείο αυτό η ως άνω πληρεξούσια δικηγόρος, αφού έλαβε τον λόγο, δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος απεβίωσε, όπως προκύπτει από την ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ληξιάρχου Π. Κ. του Δήμου Σαμοθράκης του Νομού Έβρου, που αναγνώστηκε στο ακροατήριο και κληρονομήθηκε από τους Φ. Μ. του Ε. και Α. Μ. του Ε., ήδη δεύτερο και τρίτο αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη κι εκπροσωπούνται από την ίδια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-10-2010 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 20/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 14/2015 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-8-2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των δεύτερου και τρίτου αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 35 του ΑΚ, 62, 73, 313 παρ. 1 εδ. δ, 286 επόμ. και 558 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε περίπτωση θανάτου του διαδίκου μετά την άσκηση της αγωγής, τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής απόφασης, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με την τελευταία ως άνω διάταξη, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατά του θανόντος είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ` αυτών την αναίρεση.
Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης Επομένως η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος χωρίς να γνωρίζει το θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, αν αυτοί εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αποβιώσαντος αναιρεσίβλητου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1987, Ολ.Α.Π. 31/2009, ΑΠ 306/2020, ΑΠ 432/2020, ΑΠ 598/2020, ΑΠ 433/2017, ΑΠ 86/2016, ΑΠ 467/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι αποβίωσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ο θάνατός του δε έλαβε χώρα στις 22-09-2014 (βλ. την με αριθμό … … …-09-2014 Ληξιαρχική Πράξη Θανάτου του Δήμου Σαμοθράκης), ήτοι πριν τη συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στις 7/11/2014, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση 14/2015, χωρίς να γίνει στη δίκη αυτή γνωστοποίηση του θανάτου του.
Από κανένα, όμως αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει ότι το αναιρεσείον, κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, γνώριζε το θάνατο του πρώτου αναιρεσίβλητου, πλησιέστεροι συγγενείς του οποίου και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του είναι οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσίβλητων, παιδιά του, (βλ. το με αριθμό πρωτοκόλλου …/…-05-2018 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, σε συνδυασμό με τις με αριθμό πρωτοκόλλου …/…-12-2014 και …/…-1-2015 δηλώσεις αποποίησης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης των λοιπών κληρονόμων του αποβιώσαντος και το με αριθμό πρωτοκόλλου …/2020 Πιστοποιητικό της Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, περί μη δημοσίευσης διαθήκης του θανόντος και περί μη υποβολής δήλωσης αποποίησης κληρονομιάς, από τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσίβλητων, της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα τους), ιδιότητα που δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο.
Συνεπώς η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου, παρά το γεγονός ότι αυτός είχε αποβιώσει πριν την άσκησή της, νομίμως δε με δήλωσή του πληρεξούσιου δικηγόρου των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσίβλητων παρίστανται αυτοί, ως κληρονόμοι του πρώτου και συνεχίζουν τη δίκη.
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 14/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) εκτίμηση των σχετικών εγγράφων: Οι ανακόπτοντες Ε. Μ. του Φ., Φ. Μ. του Ε. και Α. Μ. του Ε., άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης κατά του Ελληνικού Δημοσίου και της ΔΟΥ Αλεξανδρούπολης την από 13/10/2010 ανακοπή τους, με την οποία ζήτησαν να ακυρωθεί η …/…-4-2010 ατομική ταμειακή βεβαίωση της ΔΟΥ Αλεξανδρούπολης ποσού 224.219,21 ευρώ και ο αντίστοιχος χρηματικός κατάλογος.
Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η 20/2012 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία την απέρριψε ως προς την δεύτερη των καθ' ων και την δέχτηκε ως προς το Ελληνικό Δημόσιο, ακυρώνοντας την ανωτέρω ταμειακή βεβαίωση και τον συνοδεύοντα αυτήν χρηματικό κατάλογο. Κατά της άνω απόφασης άσκησε έφεση το Ελληνικό Δημόσιο ήδη αναιρεσείον και επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 14/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, η οποία απέρριψε στην ουσία την έφεση.
Κατά της απόφασης αυτής βάλλει το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης για τον λόγο που αναφέρεται σ' αυτή και αναλύεται ειδικότερα κατωτέρω. Κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και πριν αντικατασταθεί με την παρ. 2 του άρθρου 7 ν. 4224/2013 με έναρξη ισχύος την 1-1-2014, νόμιμο τίτλο για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων αποτελούν:
α) Η βεβαίωση κατά το νόμο και ο προσδιορισμός από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία αυτό οφείλεται, δηλαδή η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος διοικουμένου με δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, β) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή, γ) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 347 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 73 παρ. 1, 2 του ν.δ. 356/1974: "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ` ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.
Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ` ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ` όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου. 2. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται ενώπιον πάντοτε του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτελέσεως και διά τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους:
α) Εάν η εκτέλεσις εχώρησε βάσει ακύρου τίτλου προς είσπραξιν. β) Εάν το χρέος απεσβέσθη διά καταβολής ή διά συμψηφισμού κατά τας διατάξεις του άρθρου 83 του παρόντος Ν. Διατάγματος ή συνεπεία διαγραφής, αποδεικνυομένων εγγράφως. γ) Εάν επιγενομένως απεσβέσθη άλλως το χρέος του οφειλέτου, της αποσβέσεως αποδεικνυομένης εγγράφως.
δ) Εάν το χρέος παρεγράφη. ε) Εάν ο διωκόμενος ως διάδοχος του υποχρέου δεν είναι ό νόμω υπόχρεως. στ) Εάν ο διωκόμενος δεν υπόκειται εις προσωπικήν κράτησιν και ζ) Εάν κατά την εκτέλεσιν εχώρησαν παραλείψεις ή ακυρότητες, τηρουμένων των εν άρθρω 75 του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζομένων. Αμφισβήτησις άλλη περί της υπάρξεως της οφειλής προς το Δημόσιον είναι απαράδεκτος εν τη διαδικασία ταύτη".
Εξάλλου, το άρθρο 4 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε., όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και πριν αντικατασταθεί με την παρ. 5 του άρθρου 7 ν. 4224/2013 με έναρξη ισχύος την 1-1-2014, ορίζει: "Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται να αποστείλει προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις".
Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 55 του π.δ. 16/1989 "Κανονισμός λειτουργίας Δ.Ο.Υ." "Για κάθε οικονομικό έτος και έσοδο, συντάσσονται από τις αρμόδιες Αρχές και στέλνονται στις Δ.Ο.Υ. τίτλοι είσπραξης, στους οποίους πρέπει να περιέχονται: α) ..., ε). Το είδος του εσόδου, το οφειλόμενο ποσό αναλυμένο σε κωδικούς αριθμούς εσόδου ή εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς, σε ακέραιες μονάδες, κατά δε το άρθρο 61 του ιδίου π.δ/τος η βεβαίωση πραγματοποιείται με την καταχώριση των στοιχείων του τίτλου είσπραξης στις αντίστοιχες ενδείξεις των στηλών του διπλότυπου βιβλίου παραλαβής και βεβαίωσης εισπρακτέων εσόδων, από το οποίο παίρνει τον αύξοντα αριθμό και τη χρονολογία, η οποία είναι και της βεβαίωσης".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτουν τα εξής: Στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 ΝΔ 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται τόσο κατά του "νομίμου τίτλου" όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης, εφόσον αποτελεί και αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ` αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθού (Δημόσιο) θέση ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, της οποίας το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του Κ.Ε.Δ.Ε. νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση.
Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος (ΑΠ 488/2017). Τούτο δε, διότι με βάση το "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους.
Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξόφλησης του δανείου από τον οφειλέτη (ΑΠ 434/2015, ΑΠ 1898/2014, ΑΠ 2284/2009), αναλόγως δε και στην περίπτωση που το Δημόσιο ενεργεί ως εκδοχέας απαιτήσεων.
Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο είσπραξης (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαίτησης του Δημοσίου, δηλαδή συνιστά αυτή τίτλο εκτέλεσης. Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα.
Και ναι μεν στον ΚΕΔΕ δεν προβλέπεται κοινοποίηση της ταμειακής βεβαίωσης στον οφειλέτη, ούτε επιβάλλεται να συνοδεύεται αυτή από τα έγγραφα που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο, πλην όμως λόγω της στενής αιτιακής της σχέσης με το νόμιμο τίτλο, αν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ούτε η ατομική ειδοποίηση, -που εκδίδει κατά το άρθρο 4 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε.
η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη-, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην ως άνω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, τότε η έλλειψη αυτή μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν άσκησης ανακοπής κατά το άρθρο 73 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε., στην ακύρωση αυτών, αλλά μόνο με τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 75 Κ.Ε.Δ.Ε.
σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή, αν και εφόσον η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξης, ιδίως ενόψει της ύπαρξης περισσοτέρων χρεών με διαφορετικές το καθένα συνέπειες για τον οφειλέτη.
Ωστόσο, βλάβη με την ανωτέρω έννοια δεν υφίσταται ο οφειλέτης τόσο στην περίπτωση που η επίδοση της ταμειακής βεβαίωσης και της ατομικής ειδοποίησης συνοδεύεται από τα αναγκαία έγγραφα (δημόσια ή ιδιωτικά), που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, όσο και στην περίπτωση που γνωστοποιούνται αυτά στον οφειλέτη με οποιονδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αίτησή του, αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτέλεσης, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει αυτός με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους ισχυρισμούς του κατά της οφειλής, και για το λόγο αυτό δεν αρκεί να προσκομίσει το Δημόσιο τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου προς απόδειξη της απαίτησής του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο (ΟλΑΠ 5/2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005, ΑΠ 156/2019, ΑΠ 326/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 14/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ' αριθ. …/…-02-1987 σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό ποσού 31.500.000, που συνήψαν οι ανακόπτοντες με την "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", για την κατασκευή και εκμετάλλευση του αλιευτικού σκάφους "ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΑΜΑΡΙΩΤΙΣΣΑ ΝΑ 108", έλαβαν από την τελευταία τρία (3) αλιευτικά δάνεια με επιδοτούμενο επιτόκιο, επιχορήγηση από την ΕΟΚ και το Ελληνικό Δημόσιο και με την εγγύηση αυτού, ήτοι:
α) δάνειο ποσού 12,353.231 δρχ. 3ετούς διάρκειας, με επιτόκιο 18%, α' δόση 6/87 και λήξη 6/89, β) δάνειο ποσού 5.146.769 δρχ. 10ετούς διάρκειας, με επιτόκιο 12,75%, α' δόση 6/88 και λήξη 6/97 και γ) δάνειο 14.000.000 δρχ. 10ετούς διάρκειας, με επιτόκιο 16,25%, α' δόση 6/87 και λήξη 6/96. Στις 12-11-1987, λόγω καθυστέρησης αποπεράτωσης των εργασιών έγινε επιμήκυνση των δανείων με τη μετάθεση της λήξης των δόσεων, ενώ ακολούθως, στις 20-1-1988, οι ανακόπτοντες έλαβαν συμπληρωματικά δάνεια α) ποσού 8.710.000 δρχ., 10ετούς διάρκειας, με επιτόκιο 13,75%, α' δόση 6/88 και λήξη 6/97 και β) ποσού 7.290.000 δρχ., 10ετούς διάρκειας, με επιτόκιο 17,25%, α' δόση 6/88 και λήξη 6/97.
Εν συνεχεία στις 19-7-1991 έγινε αναπροσαρμογή των ως άνω δανείων και στις 2-10-1991 πραγματοποιήθηκε κεφαλαιοποίηση των τόκων τους. Επειδή δε τα εν λόγω δάνεια δεν εξυπηρετήθηκαν περαιτέρω κανονικά, στις 29-9-1995, έλαβε χώρα ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων και άληκτων οφειλών τους των ετών 1991, 1992, 1993, 1994, 1995, κατ' εφαρμογή των υπ 'αριθ. 1648/ΓΓ54/822/13-01-1994, 14237/8.664/16-04-1994, 235/β. 21/04-01-1995, 44678/8.1 145/03-07-1995 ΚΥΑ των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και συνήφθη μεταξύ των ανακοπτόντων και της ΑΤΕ η υπ' αριθ. 10/29-9-1995 πρόσθετη δανειακή σύμβαση ρύθμισης οφειλών, με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, στα πλαίσια της οποίας οι οφειλές διαμορφώθηκαν σε α) δάνειο ποσού 105.240.868 δρχ., 11ετούς διάρκειας με επιτόκιο 22,50%, α' δόση 6/96 και λήξη 12/06 και β) δάνειο ποσού 5.660.602 δρχ., 11ετούς διάρκειας με επιτόκιο 24,50%, α' δόση 6/96 και λήξη 12/06.
Παρά ταύτα, οι ανακόπτοντες από τις 30-06-1998 σταμάτησαν να καταβάλουν τις δόσεις της ανωτέρω ρύθμισης και για το λόγο αυτό η ΑΤΕ προχώρησε στις 18-09-2001 σε βεβαίωση των οφειλών τους για τα δάνεια της ρύθμισης με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, συνολικού ποσού ήδη 572.457,62 ευρώ. Το ως άνω ποσό δεν καταβλήθηκε και στις 04-07-2006 έγινε αποβεβαίωση μέρους αυτού, προκείμενου να υπαχθεί η οφειλή στη ρύθμιση του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, κατ' εφαρμογή της οποίας το ποσό της οφειλής αναπροσαρμόστηκε σε 224.219,21 ευρώ.
Κατόπιν τούτου, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 2/478/0025/4-1-2006 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την υπ' αριθ. 2/8174/0025/12-2-2008 απόφαση του ίδιου Υπουργού, η 25η Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, βάσει του υπ' αριθ. πρωτ. …/…-4-2008 εγγράφου της ΑΤΕ και των συνημμένων σ' αυτό καταστάσεων ανάλυσης των οφειλών, απέστειλε προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ.
Αλεξανδρούπολης τα υπ' αριθ. πρωτ. …./…/…/…-4-2010 και …/…/…/…-12-2010 έγγραφα, με τη συνημμένη περιληπτική κατάσταση οφειλών και τα λοιπά προβλεπόμενα στις ανωτέρω αποφάσεις δικαιολογητικά του σχετικού φακέλου, ζητώντας να βεβαιωθεί σε βάρος των ανακοπτόντων ως δημόσιο έσοδο, λόγω της κατάπτωσης ισόποσης εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, η ανωτέρω οφειλή συνολικού ποσού 224.219,21 ευρώ.
Με βάση τα προδιαληφθέντα έγγραφα ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης προέβη στην έκδοση της υπ' αριθ. …/…-4-2010 ταμειακής βεβαίωσης της απαίτησης του καθ' ου η ανακοπή Ελληνικού Δημοσίου, με την καταχώρηση της σχετικής πράξης και του αντίστοιχου χρηματικού καταλόγου στο βιβλίο βεβαίωσης εισπρακτέων εσόδων της ανωτέρω Δ.Ο.Υ., που γνωστοποιήθηκαν στους ανακόπτοντες με την υπ' αριθ.
…/…-5-2010 ατομική ειδοποίηση χρεών. Ως εκ των προαναφερομένων και σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα πρόταση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. .../…8-4-2010 ταμειακή βεβαίωση με τον συνοδεύοντα αυτήν χρηματικό κατάλογο, δια των οποίων συντελείται λογιστικώς η υποκατάσταση του Ελληνικού Δημοσίου στα δικαιώματα της ΑΤΕ κατά των ανακοπτόντων οφειλετών, συνιστά, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 356/1974 "Περί Κωδικός Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" (ΚΕΔΕ), νόμιμο τίτλο προς εκτέλεση για την είσπραξη του ως άνω οφειλόμενου χρηματικού ποσού.
Πλην όμως στην ανακοπτόμενη ταμειακή βεβαίωση και τον συνοδεύοντα αυτήν χρηματικό κατάλογο, υπό τον τίτλο "ΧΡΗΜΑΤΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΟΦΕΙΛΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΓΥΗΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ" αναγράφεται μόνο το συνολικό ποσό της οφειλής, ήτοι το ποσό των 224.219,21 ευρώ, χωρίς αναφορά στην αιτία με εξατομίκευση των δανειακών συμβάσεων από τις οποίες προκύπτει η ανωτέρω οφειλή και χωρίς ανάλυση του ποσού αυτού κατά κεφάλαιο, συμβατικούς τόκους, τόκους υπερημερίας, τυχόν ανατοκισμό τόκων και προσαυξήσεων, όπως και τυχόν άλλων εξόδων, ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος της ύπαρξης και του ύψους της οφειλής.
Καίτοι δε το καθ' ου η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο διατείνεται ότι η αιτία της οφειλής περιγράφεται ως προς την αιτία της και αναλύεται κατά κεφάλαιο, τόκους και προσαυξήσεις στο υπ' αριθ. πρωτ. …/….-4-2008 έγγραφο της ΑΤΕ και τις συνημμένες σ' αυτό καταστάσεις ανάλυσης των απαιτήσεων της Τράπεζας, που απεστάλησαν προς τη Δ.Ο.Υ.
Αλεξανδρούπολης με τα
υπ' αριθ. πρωτ. …./…/…/…-4-2010 και …/…/…/…-12-2010 έγγραφα της 25ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με τη συνημμένη περιληπτική κατάσταση οφειλών του προϊσταμένου της ανωτέρω Διεύθυνσης, που μαζί με την ως άνω ταμειακή βεβαίωση και τον αντίστοιχο χρηματικό κατάλογο "συγκροτούν", κατά τους ισχυρισμούς του καθ' ου, τον ένδικο νόμιμο τίτλο, εντούτοις εξ ουδενός στοιχείου προκύπτει ότι τα επικαλούμενα έγγραφα γνωστοποιήθηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο στους ανακόπτοντες ή ότι αυτοί έλαβαν γνώση άλλων προσδιοριστικών της οφειλής διοικητικών πράξεων πλην της ανωτέρω ταμειακής βεβαίωσης και του χρηματικού καταλόγου.
Άλλωστε ούτε το καθ' ου η ανακοπή-εκκαλούν επικαλείται κάτι τέτοιο. Ως εκ τούτου, από την ατελή και αόριστη περιγραφή της ένδικης οφειλής στην ταμειακή βεβαίωση και τον αντίστοιχο χρηματικό κατάλογο οι ανακόπτοντες, οι οποίοι αμφισβητούν και αρνούνται το ύψος των απαιτήσεων, υφίστανται βλάβη, η οποία δεν μπορεί να καλυφθεί με άλλον τρόπο, παρά μόνο με την ακύρωση των προσβαλλόμενων πράξεων, καθόσον με αυτές είναι δυνατόν να επισπευθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς τις επιμέρους αιτίες του φερόμενου ως οφειλόμενου συνολικού χρέους, πολλώ δε μάλλον όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους αυτού δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο μάλιστα, με το υπ' αριθ.
πρωτ. …/…/…/…-5-2011 έγγραφο της 25ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, δηλώνει ευθέως ότι δεν έχει την τεχνική δυνατότητα και αδυνατεί να ελέγξει, να επιβεβαιώσει ή να προβεί σε υπολογισμό και ακριβή καθορισμό των συγκεκριμένων οφειλών από την κατάπτωση δανειακών εγγυήσεων, η παρακολούθηση των οποίων είχε εναποτεθεί εξολοκλήρου στο εμπλεκόμενο πιστωτικό ίδρυμα.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση, κατ' αποδοχή του συγκεκριμένου λόγου, δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την ανακοπή και ακύρωσε την υπ' αριθ. …/…-4-2010 ταμειακή βεβαίωση και τον αντίστοιχο χρηματικό κατάλογο της Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης, ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα με το σχετικό λόγο της έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και κατ` αποδοχή της ανακοπής των αναιρεσίβλητων είχε ακυρώσει για το λόγο αυτό την ταμειακή βεβαίωση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, και ειδικότερα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 του ν.δ.356/`974 (Κ.Ε.Δ.Ε.) και 61 του π.δ.16/1989, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, ότι δηλαδή από τα έγγραφα, που προσκομίσθηκαν το πρώτον κατά τη συζήτηση της ανακοπής στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προκύπτει με σαφήνεια το είδος του εσόδου (εκχωρήσεις από απαιτήσεις δανείων της Αγροτικής Τράπεζας), η αιτία της οφειλής (ρυθμίσεις δανείων), ενώ αναφέρεται και το συνολικό ύψος της οφειλής, τα δε επιμέρους κονδύλια του χρέους (κεφάλαιο, χρεολύσιο, τόκοι υπερημερίας και λοιπές επιβαρύνσεις) προκύπτουν από το χρηματικό κατάλογο και τα συνοδευτικά αυτού έγγραφα, και συνεπώς οι μεν αναιρεσίβλητοι - οφειλέτες είχαν τη δυνατότητα αμφισβήτησης της οφειλής του στη σχετική δίκη, το δε δικαστήριο τη δυνατότητα ελέγχου της βασιμότητάς της, είναι αβάσιμα.
Κατά συνέπεια απορριπτέος τυγχάνει ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατ` ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί το αναιρεσείον ως ηττώμενο, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), θα καθορισθεί όμως αυτή μειωμένη κατ` άρθρο 22 ν. 3693/1957, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-8-2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της με αριθμό 14/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ