Legislator Case Law & Legislation
623/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds of contradictory and inadmissible arguments regarding property ownership.

Case Number 623/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by heirs against a lower court ruling on property ownership. The appellants argued the lower court lacked sufficient reasoning and made contradictory findings regarding the defendant's acquisition of title. The court found these arguments inadmissible because they contradicted each other and improperly challenged the court's assessment of evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 290, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on contradictory allegations regarding the same legal issue is inadmissible, and appeals attacking the court's evaluation of evidence are inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal contradictory allegations evidence evaluation property ownership heirs succession

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 290, 291, 292 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 623 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 623/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 22 Ιανουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Σ. Κ. 2.Μ… Κ…, 3.Σ… Κ…, 4.Α… Κ., 5. Ν… Τ…, 6.Ό… Ζ…, 7. Θ… Κ…, 8.Σ… Μ…, 9. Γ… Κ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Φίλλιπο Πανταζή, 10. Α… Ε… η δεν παραστάθηκε. Στο σημείο αυτό ο ως άνω δικηγόρος δήλωσε ότι η 10η αναιρεσείουσα απεβίωσε στις …, όπως προκύπτει από την υπ αριθμ. … ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου … και συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη οι 2η αναιρεσείουσα έως και ο 9ος ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής, καθώς και ο Δ… Ε…, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιωσάσης συζύγου του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο. Των αναιρεσίβλητων: 1.Α… Κ… 2.Φ… Κ…,3. Κ… Κ…, 4.Β… Κ…, 5. Λ… Κ…, οι οποίοι παραστάθηκαν οι 1η έως και 4ος δια και ο 5ος μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνο Τζούμα που ανακάλεσε την από 31-12-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2018 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 6/2019 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-4-2019 αίτησή τους . Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α', 287, 290, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται και όταν μετά την άσκηση της αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη δε της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να είναι είτε εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε και αναγκαστική με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομόδικου που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου.

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση από τη σειρά της στο πινάκιο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων Φ… Π… γνωστοποίησε στο ακροατήριο του δικαστηρίου το θάνατο της δέκατης αναιρεσείουσας Α… Ε…, η οποία απεβίωσε μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στις …, χωρίς να αφήσει διαθήκη και δήλωσε την επανάληψη της δίκης από τους κληρονόμους της ήτοι τον σύζυγό της Δ… Ε…, καθώς και τους 2η, 3ο,4η (ανήψια), 5η έως και 9η των αναιρεσειόντων (αδέλφια) ,οι οποίοι εκπροσωπούνται απ' αυτόν (σχετ η ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Γ…, το … πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Κ… και τα αριθμ.

…, … πιστοποιητικά του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Θ…, περί μη αποποιήσεως και περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης της αποβιώσασας, αντίστοιχα).

Συνεπώς η δίκη συνεχίζεται νομίμως μεταξύ των πιο πάνω κληρονόμων της δέκατης αναιρεσείουσας και των λοιπών διαδίκων που αναφέρονται στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

2. Από τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 2 του Αγροτικού Κώδικα (βδ/μα 29.10/6-12-1949) σε συνδυασμό με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του ίδιου άρθρου και εκείνες των άρθρων 26, 74, 180 και 203 του ίδιου Κώδικα, ενόψει και του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν 431/1968, προκύπτει ότι ο κατά τον αγροτικό νόμο αποκαθιστάμενος κληρούχος από της παραχωρήσεως σ' αυτόν συγκεκριμένου κλήρου και μέχρι την έναρξη ισχύος του α.ν. 431/1968, και αν ακόμη δεν τον κατέχει πραγματικά, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ως μόνος καλής πίστεως νομέας αυτού και, συνεπώς, ο κλήρος που του παραχωρήθηκε είναι ανεπίδεκτος χρησικτησίας από άλλον, το ίδιο δε πλάσμα ισχύει και υπέρ των καθολικών διαδόχων του αρχικού κληρούχου για την ταυτότητα του νομικού λόγου.

Ακόμη από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν 431/1968 προκύπτει ότι, μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (23-5-1968), ο κατά την εποικιστική εν γένει νομοθεσία αποκατασταθείς κληρούχος και οι κληρονόμοι του δεν λογίζονται κατά πλάσμα του νόμου νομείς του κλήρου αν δεν κατέχουν πράγματι αυτόν και, συνεπώς, είναι δυνατή η χωρίς τη θέλησή τους κτήση από τρίτο της νομής ολόκληρου του κληροτεμαχίου, η οποία μπορεί να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας τούτου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον συμπληρωθεί ο απαιτούμενος για καθεμιά από αυτές χρόνος, υπό τον περιορισμό σε κάθε περίπτωση να μη κατατέμνονται τα τεμάχια της οριστικής διανομής (ΑΠ9/2019, 20/2019).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1045 του ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, όποιος απέκτησε την φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή), είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία, αρκεί η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή, η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση αυτού, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, με την οποία ο χρησιδεσπόζων απέκτησε τη νομή, εάν, δηλαδή, αυτή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 976-978 και 983 του ΑΚ ή σε πρωτότυπο τρόπο με την κατάληψη του ακίνητου, αφού δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος ή οποιοσδήποτε άλλος όρος για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με τον πιο πάνω πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία).

Ειδικότερα (η φυσική εξουσίαση του πράγματος συνίσταται στην άσκηση εξωτερικών, εμφανών υλικών πράξεων επ'αυτού που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Τέτοιες δε πράξεις νομής επί ακινήτου, θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, η φύλαξη, ο καθαρισμός, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτο, η εκμίσθωση και η εποπτεία του ακινήτου, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, ενώ περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση (ΑΠ 195/2019, 401/2018).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).

Τέλος, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 § 4, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο τους λόγους αναιρέσεως, ώστε όχι μόνο να εξάγεται σε ποιόν από τους περιοριστικά στο άρθρο 559 του ίδιου Κώδικα αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους υπάγεται, αλλά και να προκύπτουν απ` αυτούς οι νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση (ΑΠ 1418/2013.

Συνεπώς, οι λόγοι αναιρέσεως που αντιφάσκουν μεταξύ τους, εφόσον δεν προβάλλονται επικουρικά, απορρίπτονται ως απαράδεκτοι (ΑΠ 41/2009, 79/2006). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ ) μετά από συνεκτίμηση των νομίμως προσκομισθέντων σ' αυτό από τους διαδίκους, με επίκληση αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: << Στις … απεβίωσε στο Β…, όπου ζούσε, ο Κ… Κ… και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα οκτώ τέκνα του, ήτοι τον Δ…, τον Ε…, την 5η , την 6η, τον 7°, την 8η, τον 9° και την 10η των εναγόντων κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας.

Στις … απεβίωσε ο Δ… Κ… και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την 1n ενάγουσα σύζυγό του και τα τέκνα του 2η, 3o και 4o των εναγόντων κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Στις … απεβίωσε ο Ε… Κ… και κατέλειπε πλησιέστερους συγγενείς τους εναγομένους, ήτοι την 1η εναγόμενη σύζυγό του και τα τέκνα του 2°, 3°, 4° και 5° των εναγομένων κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 4/16 η σύζυγός του και 3/16 καθένα των τέκνων του.

Τις ανωτέρω κληρονομιές αποδέχθηκαν οι κληρονόμοι ως εξής: Α) Οι τέσσερες πρώτοι ενάγοντες με τις υπ' αρ. … πράξεις της Συμβ/φου Πρέβεζας Σοφ. Παπαδημητρίου, νόμιμα μεταγραμμένες στα βιβλία μεταγραφών του Υποθ/κείου Π… (τ…), αποδέχθηκαν αφενός μεν την κληρονομιά του δικαιοπαρόχου τους Δ… Κ…, αφετέρου δε, ενεργώντας από κοινού, την εξ αδιαθέτου επαχθείσα στον τελευταίο κληρονομιά του πατέρα του Κ… Κ….

Β) α) Η 5η ενάγουσα αποδέχθηκε την κληρονομιά του αποβιώσαντος πατρός της με την … έκθεση του Γραμματέα του Πρωτ/κείου Πρέβεζας σε συνδυασμό με την … πράξη της ως άνω Συμβ/φου, νόμιμα μεταγραμμένης, όπως προαναφέρθηκε. β) Η 6η, ο 7ος και η 8η ενάγουσα αποδέχθηκαν την κληρονομιά του αποβιώσαντος πατρός τους με την … πράξη της Συμβ/φου Πειραιώς Mαρ.

Ματθαίου, νόμιμα μεταγραμμένης στα προαναφερόμενα βιβλία (τ. …). γ) Η 9η ενάγουσα αποδέχθηκε την κληρονομιά του αποβιώσαντος πατρός της με την … πράξη της Συμβ/φου Θεσσαλονίκης Φωτ. Εξιόγλου, νόμιμα μεταγραμμένης στα ίδια βιβλία (τ…). δ) Ο 10ος ενάγων αποδέχθηκε την κληρονομιά του αποβιώσαντος πατρός του με την … έκθεση του Γραμματέα του Πρωτ/κείου Πρέβεζας σε συνδυασμό με την … πράξη της Συμβ/φου Πειραιώς Mαρ.

Ματθαίου, νόμιμα μεταγραμμένης στα ίδια βιβλία (τ…). Γ) Ο Ε… Κ… δεν αποποιήθηκε την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομιά του πατέρα του (1/8 εξ αδιαιρέτου) και με την από … ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κύρια με την 109/2011 απόφαση του Μον/λούς Πρωτ/κείου Πρέβεζας, εγκατέστησε κληρονόμους του τα εναγόμενα τέκνα του στα σ' αυτή περιγραφόμενα ακίνητα, την οποία κληρονομιά οι τελευταίοι αποδέχθηκαν με την … πράξη του Συμβ/φου Πρέβεζας Ηλ.

Μαγκλάρα, νόμιμα μεταγραμμένης στα ως άνω βιβλία (τ…). Ο απώτερος δικαιοπάροχος όλων των διαδίκων Κ… Κ… εν ζωή είχε στην κυριότητά του τα εξής ακίνητα - κληροτεμάχια, τα οποία αποτυπώνονται στο από μηνός Ιανουάριου 2014 τοπογραφικό διάγραμμα του Λ.. Τ…, πολιτικού μηχανικού που έχει ενσωματωθεί στην αγωγή: 1) Τμήμα του υπ' αρ… κληροτεμαχίου επιφάνειας 8.123,44 τμ στη θέση Μ…(η αρχική επιφάνεια ήταν 10.875 τμ, από την οποία απαλλοτριώθηκε επιφάνεια 2.751τμ για τη διάνοιξη της ε.ο.

Πρέβεζας - Ηγουμενίτσας), 2) το υπ' αρ… κληροτεμάχιο επιφάνειας 625 τμ στη θέση Μ…, 3) το υπ' αρ… κληροτεμάχιο επιφάνειας 11.125 τμ στη θέση Γ…, 4) το υπ' αρ… κληροτεμάχιο επιφάνειας 2.460 τμ στη θέση Σ…, 5) το υπ' αρ… κληροτεμάχιο επιφάνειας 16.250 τμ στη θέση Λ… και 6) το υπ' αρ… κληροτεμάχιο επιφάνειας 26.660 τμ στη θέση Λ…, το οποίο δεν περιλαμβάνεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα.

Τα ανωτέρω ακίνητα αποτελούν κληροτεμάχια της οριστικής διανομής έτους …. του αγροκτήματος Σ…, η οποία κυρώθηκε με το νδ …(ΦΕΚ …) και εμφαίνεται στο από … επίσημο σχεδιάγραμμα της Δ/νσης Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας, εκδόθηκε δε για τα με αρ. 81, 173 και 193 κληροτεμάχια στο όνομα του Κ… Κ… το υπ' αρ… παραχωρητήριο, νόμιμα μεταγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθ/κείου Πρέβεζας στις … (τ…) και για τα άλλα κληροτεμάχια στο όνομα του Χ… Κ… το υπ' αρ.

… παραχωρητήριο, νόμιμα μεταγραμμένου στα ως άνω βιβλία στις … (τ…). Ο Κ… Κ… απέκτησε από άτυπη δωρεά του έτους 1940 από τον αδελφό του Χ… Κ… τα κληροτεμάχια με αρ. …, … και …, γενόμενος κύριος αυτών με έκτακτη χρησικτησία, κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων, ως νεμόμενος αυτά για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας από … (αν …) μέχρι το θάνατό του στις … (βλ.

μείζονα σκέψη III). Τα ανωτέρω πραγματικά γεγονότα ομολογούν οι εναγόμενοι δια της μη αμφισβητήσεως αυτών (άρθρο 261 ΚΠολΔ). Ο Κ…Κ… συνοικούσε στην πατρική του οικία στο Β… με την οικογένεια του γιου του Ε… Κ…, ο οποίος παντρεύτηκε το έτος …, ενώ από τα άλλα τέκνα του στο Β… κατοικούσε μόνο η κόρη του Ν… Τ… (5η ενάγουσα) και τα υπόλοιπα τέκνα του ζούσαν εκτός του Ν.

Π…. Το έτος … ο Κ… Κ… παραχώρησε άτυπα λόγω προίκας στην προαναφερόμενη κόρη του Ν… το με αρ. … κληροτεμάχιο, στο οποίο έκτοτε εγκαταστάθηκε και μέχρι σήμερα ασκεί πράξεις νομής μόνο αυτή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 20 ετών από τις … όμως ούτε η ίδια, για δικούς της λόγους, προβάλλει ίδιο δικαίωμα κυριότητας, ούτε και οι εναγόμενοι αξιώνουν τέτοιο δικαίωμα επ' αυτού αναγνωρίζοντας ότι η μεταβίβαση αυτή έχει γίνει κατά κυριότητα, αλλά όλοι οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ανήκει στην κληρονομιά του Κ…K… και είναι συγκύριοι αυτού κατά την εξ αδιαθέτου κληρονομική τους μερίδα.

Το έτος 1993 ο Κ… Κ… με το υπ' αρ. … συμβόλαιο του Συμβ/φου Πρέβεζας Ηλ. Μαγκλάρα, νόμιμα μεταγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθ/κείου Π… (τ…), πώλησε ισομερώς και εξ αδιαιρέτου στην 1η εναγόμενη νύφη του (γυναίκα του γιου του Ε…) και στον 3ο εναγόμενο εγγονό του (γιο του Ε… Κ…) το προαναφερόμενο με αρ… κληροτεμάχιο.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο Κ… Κ… είχε μεταβιβάσει άτυπα κατά κυριότητα λόγω δωρεάς στον γιο του Ε… Κ… από το γάμο του το έτος … το υπ' αρ… κληροτεμάχιο στη θέση Γ…, στο οποίο έκτοτε ασκούσε πράξεις νομής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας από …μέχρι το θάνατό του στις …, γενόμενος έτσι αποκλειστικός κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία (άρθρο 1045 ΑΚ).

Ειδικότερα, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, οι γονείς, που ζουν στην ίδια οικία με κάποιο από τα τέκνα τους και μάλιστα όταν αυτό έχει δημιουργήσει οικογένεια, είθισται να του παραχωρούν το καλύτερο ακίνητο, από ότι παραχωρούν στα άλλα τέκνα τους και ιδίως στα θήλυ τέκνα. Στο ανωτέρω ακίνητο ο Ε… Κ… φύτεψε 50 ελαιόδενδρα και μπόλιασε άλλα 10, φύτεψε οπορωφόρα δένδρα (πορτοκαλιές, λεμονιές κλπ), συνέλεγε τους καρπούς, το καλλιεργούσε, κατασκεύασε περίφραξη από μπετόν αρμέ και σιδηροπασσάλους, κατασκεύασε γεώτρηση, το άρδευε, το ηλεκτροδότησε και κατόπιν συμφωνίας με τους όμορους ιδιοκτήτες (λόγω διαφωνιών) προέβηκε στη σημερινή οριοθέτησή του.

Τις πράξεις αυτές νομής ο Ε… Κ… ασκούσε για δικό του λογαριασμό και με την πεποίθηση ότι είναι κύριος του εν λόγω ακινήτου και όχι για λογαριασμό του πατέρα του από τις … μέχρι τις … που απεβίωσε. Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι ο Κ… Κ… είχε παραχωρήσει στον γιο του Ε… το υπ' αρ… κληροτεμάχιο στη θέση Λ… και δεν συνέτρεχε κάποιος λόγος να του μεταβιβάσει και άλλο ακίνητο εν ζωή, που τείνει να ενισχύσει τον ισχυρισμό τους ότι το ακίνητο στη θέση Γ…, όπως και τα άλλα προαναφερόμενα ακίνητα, περιλαμβάνεται στην κληρονομιαία περιουσία, είναι ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το ακίνητο στη θέση Λ… πωλήθηκε από τον Κ… Κ… στη νύφη του και τον εγγονό του (οικογένεια του γιου του Ε…), ενώ οι ενάγοντες δεν ισχυρίζονται ούτε αποδεικνύουν ότι η αγοραπωλησία αυτή είναι εικονική, ότι δεν καταβλήθηκε το τίμημα κλπ.

Επίσης είναι ουσία αβάσιμος και ο έτερος ισχυρισμός των εναγόντων, που τείνει στον ίδιο σκοπό, ότι το έτος …, που ο Κ… Κ… μίσθωσε το ακίνητο στη θέση Γ… στον εγγονό του, γιο του Ε… (3° εναγόμενο) με συμβ/κό έγγραφο, εξακολουθούσε να είναι αποκλειστικός κύριος του εν λόγω ακινήτου και δεν το είχε μεταβιβάσει στον γιο του Ε….

Η μίσθωση αυτή έγινε γιατί ο 3ος εναγόμενος, προκειμένου να ενταχθεί στο πρόγραμμα επιδότησης νέων αγροτών, έπρεπε να είναι κύριος ή μισθωτής αγροτικού ακινήτου κι επειδή τόσο ο ίδιος όσο και ο πατέρας του Ε…Κ… δεν είχαν τίτλους κυριότητας η μίσθωσε έγινε από τον παππού του (Κ… Κ…). Από τα πραγματικά αυτά γεγονότα αποδεικνύεται ότι το ανωτέρω ακίνητο στην τοποθεσία Γ… δεν περιλαμβάνεται στην κληρονομιαία περιουσία του Κ… Κ… Στα υπόλοιπα προαναφερόμενα ακίνητα (με α/α 1, 2, 4, 5) ο Κ… Κ… μέχρι το θάνατό του προέβαινε σε πράξεις νομής, ήτοι τα καλλιεργούσε, συνέλεγε καρπούς, τα επέβλεπε κλπ., τόσο ο ίδιος μέχρι το θάνατό του στις …, όσο και για λογαριασμό αυτού ο γιος του Ε…, μετά δε τις … ο Ε… Κ… μέχρι το θάνατό του στις … ασκούσε τις ίδιες πράξεις νομής όχι αποκλειστικά στο όνομά του, αλλά στο όνομα και για λογαριασμό όλων των συγκληρονόμων του Κ… Κ…, γεγονός το οποίο οι τελευταίοι γνώριζαν, το δε γεγονός που κατέθεσαν οι μάρτυρες ότι, μόνο αυτόν έβλεπαν στα ακίνητα να τα καλλιεργεί, να τα επιβλέπει και γενικά να τα φροντίζει οφείλεται αφενός μεν στο ότι αυτός ήταν αγροφύλακας και γυρνούσε όλη την περιοχή, αφετέρου δε στο ότι συγκατοικούσε με τον πατέρα του, χωρίς βέβαια οι μάρτυρες να γνωρίζουν και τη βούληση αυτού, ότι δηλαδή ασκούσε τις ανωτέρω πράξεις νομής και για λογαριασμό του πατέρα του αλλά και των λοιπών συγκληρονόμων.

Όλα τα τέκνα του Κ… Κ… ήσαν αγαπημένα μεταξύ των, επισκέπτονταν το ένα το άλλο και τον πατέρα τους στην πατρική οικία, με τον οποίο συγκατοικούσε ο αδελφός τους Ε…, δεν είχαν οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των και ουδείς λόγος συνέτρεχε να τα αποκλείσει ο πατέρας τους από την λοιπή περιουσία, καθ' ο χρόνο μάλιστα αυτά ήσαν μικρής ηλικίας (36, 33, 31, 25, 22, 20 και 14 ετών) και δεν είχαν αποκατασταθεί επαγγελματικά και προσωπικά.

Οι ενάγοντες έλαβαν γνώση το πρώτον ότι οι εναγόμενοι αμφισβητούν το κληρονομικό τους δικαίωμα στα κληρονομιαία ακίνητα, αντιποιούμενοι ίδιο δικαίωμα κυριότητας επ' αυτών, μόλις τον Ιούνιο του έτους 2012, αφότου άρχισαν χωματουργικές εργασίες στο ακίνητο στην περιοχή Γ… για ανέγερση οικοδομής και αντέδρασαν με την κοινοποίηση της από … εξώδικης διαμαρτυρίας.

Κατά συνέπεια, ο Ε… Κ…, έχοντας στη νομή και κατοχή του τα προαναφερόμενα ακίνητα, τα νεμόταν και τα κατείχε επ' ονόματι και των λοιπών συγκληρονόμων και δεν μπορεί να αντιτάξει εναντίον τους αποσβεστική ή κτητική παραγραφή, εφόσον δεν τους κατέστησε γνωστό βούληση ότι τα νέμεται και τα κατέχει για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό, οι δε ενάγοντες έλαβαν γνώση της βούλησης αυτής τον Ιούνιο 2012 και επειδή έκτοτε δεν έχει παραγραφεί η κληρονομική αξίωσή τους (η περί κλήρου αγωγή - άρθρο 249 ΑΚ) οι ενάγοντες συγκληρονόμοι έχουν έννομο συμφέρον να εγείρουν την ένδικη αναγνωριστική αγωγή (βλ.

μείζονα σκέψη II και III). Η άσκηση της ένδικης αξίωσης από τους ενάγοντες δεν αντιβαίνει στα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ, διότι αυτοί μόλις πληροφορήθηκαν το πρώτον τον Ιούνιο 2012 την εκ μέρους των εναγομένων αντιποίηση της νομής επί των κληρονομιαίων ακινήτων, αμέσως αντέδρασαν με την κοινοποίηση εξώδικης διαμαρτυρίας και την έναρξη δικαστικών αγώνων για την προστασία του δικαιώματος τους επί της κληρονομιάς.

Περαιτέρω, οι διάδικοι δεν αμφισβητούν το ποσοστό της συγκυριότητάς τους επί των κληρονομιαίων ακινήτων. Συνακόλουθα, ο 1ος λόγος της έφεσης πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός και ως ουσιαστικά βάσιμος μόνο όσο αφορά το ακίνητο στην τοποθεσία Γ… και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι >>.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκληθείσα 11/2018 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, καθό μέρος είχε δεχθεί ως κατ'ουσία βάσιμη την αγωγή ως προς το με αριθμό … επίδικο κληροτεμάχιο , εμβαδού 11.125 τ.μ., στη θέση Γ…, απέρριψε δε κατά τούτο την ένδικη αγωγή ως ουσία αβάσιμη, κατά παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού (ενστάσεως) ιδίας κυριότητας που οι εναγόμενοι είχαν προτείνει πρωτοδίκως και επανέφεραν στο Εφετείο με σχετικό λόγο της έφεσής τους.

Έτσι, που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων1710, 1813 και 1045 ΑΚ, που εφάρμοσε ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες για το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής των αναγκαίων, κατά το άρθρο 1045 Α.Κ, προϋποθέσεων για την απόκτηση της κυριότητας επί του επίδικου πιο πάνω ακινήτου (κληροτεμαχίου) από τον δικαιοπάροχο σύζυγο της 1ης και πατέρα των λοιπών αναιρεσιβλήτων- εναγομένων, Ε… Κ… με έκτακτη χρησικτησία, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της διάταξης αυτής του ΑΚ.

Ειδικότερα, αναφορικά με το χρόνο χρησικτησίας του ανωτέρω δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων- εναγομένων Ε… Κ…, σαφείς και πλήρεις είναι οι παραδοχές του Εφετείου, ότι αυτός (Ε… Κ…) κατόπιν της προς αυτόν γενόμενης άτυπης δωρεάς από τον πατέρα του Κ… Κ… του επίδικου ακινήτου, νεμήθηκε τούτο με διάνοια κυρίου, με τη θέληση δηλαδή να το έχει δικό του, από το έτος …, οπότε άρχισε η ισχύς του Α.Ν. 431/23-05-1968 μέχρι και τον επισυμβάντα στις … θάνατό του, ήτοι για χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο των 20 ετών, συνεχώς και αδιαλείπτως, ασκώντας τις αναφερόμενες εμφανείς διακατοχικές πράξεις νομής και ότι, συνακόλουθα, ο κοινός δικαιοπάροχος των διαδίκων Κ… Κ…, κατά το χρόνο που απεβίωσε, (…) δεν ήταν κύριος τούτου( επιδίκου), έτσι ώστε να αποτελεί αντικείμενο της κληρονομιαίας περιουσίας του τελευταίου.

Επομένως, οι διαλαμβανόμενες, στον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, και στο πρώτο σκέλος αυτού, αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο, αναφορικά με το ζήτημα της απόκτησης κυριότητας στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Ε… Κ…, με έκτακτη χρησικτησία, στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, περιλαμβάνοντας σ' αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμες.

Περαιτέρω, οι διαλαμβανόμενες στον ίδιο ως άνω λόγο, και στο δεύτερο σκέλος του, αιτιάσεις με τις οποίες οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη ότι διαλαμβάνει και αντιφατικές αιτιολογίες <<για το ίδιο, όπως ισχυρίζονται, κρίσιμο ζήτημα>> της απόκτησης δηλαδή κυριότητας στο επίδικο κληροτεμάχιο από το δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Ε… Κ…, με έκτακτη χρησικτησία είναι, προεχόντως, απαράδεκτες, καθόσον αυτές αντιφάσκουν με τις αναφερόμενες παραπάνω στον ίδιο αναιρετικό λόγο και στο πρώτο σκέλος του αιτιάσεις για ελλιπείς- ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το ίδιο κρίσιμο ζήτημα.

Eξάλλου, οι διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι, με το πρόσχημα της άνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.

Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος στο σύνολό του. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 04.04.2019 αίτηση για αναίρεση της 6/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες, κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Επίσης, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 04/04/2019 αίτηση για αναίρεση της 6/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ