Legislator Case Law & Legislation
623/2019 AI generated

Appeal dismissed as inadmissible for missing parties; insurance company appeal rejected on facts.

Case Number 623/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible because the defendant parties failed to appear at the hearing, leaving the court unable to determine who should expedite the proceedings. The court noted that the substantive issues regarding the traffic accident and liability were already established by the lower court. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible for the absent parties and dismissed against the insurance company on factual grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 568(4) and 576(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; If during the appeal hearing a party fails to appear, the court examines who will expedite the discussion, and if neither party appears, the appeal is declared inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal missing parties expediting proceedings traffic accident liability code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 568(4) of the Code of Civil Procedure
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Article 1 of the third article of Law 4335/2015

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 623 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 623/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Β. Χ. του Ο., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα και επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της 2. Α. Χ. του Φ. και 3. Φ. Χ. του Φ. και 4) Ν. Φ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γεωργαντά, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 2) Μ. Π. του Α., κατοίκου ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαγιαννάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 5-12-2018 δήλωση, καθώς και στις κατατεθείσες από 16-11-2018 προτάσεις του, δήλωσε ότι η ως άνω εταιρία τελεί υπό ασφαλιστική εκκαθάριση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 431/2011 μη οριστική και 240/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1530/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 17-7-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείουσες και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος από τους διαδίκους, είτε αυτός είναι ο αναιρεσείων είτε ο αναιρεσίβλητος, εξετάζεται ποίος από αυτούς επισπεύδει την συζήτηση της υποθέσεως. Και αν μεν η συζήτηση επισπεύδεται από τον διάδικο που εμφανίσθηκε και δεν εμφανισθεί ο αντίδικός του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση αποδεικτικό επιδόσεως της σχετικής κλήσεως προς συζήτηση, αν δε η συζήτηση επισπεύδεται από τον απολειπόμενο αντίδικο του διαδίκου που εμφανίσθηκε, αυτή γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Αν δεν προκύπτει ποίος από τους διαδίκους επισπεύδει την συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη.

Στην προκειμένη περίπτωση υπόκειται προς κρίση η από 17.7.2017 με αριθμ. καταθ. 166/2017 αίτηση για αναίρεση της 1530/2015 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου προκύπτει, ότι κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης παραστάθηκαν οι αναιρεσείουσες και η τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, ενώ οι πρώτη και δεύτερη αναιρεσίβλητες δεν εμφανίσθηκαν, αλλά ούτε και κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 572 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., από το αντίγραφο δε της αιτήσεως αναιρέσεως που υπάρχει στη δικογραφία, προκύπτει ότι με επίσπευση των αναιρεσειουσών ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος για την συζήτηση της αιτήσεως, πλην όμως δεν αποδεικνύεται, ούτε άλλωστε οι αναιρεσείουσες επικαλούνται, κλήτευση των πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων για τη σημερινή δικάσιμο και επίδοση προς αυτές, όπως έπρεπε (ΑΠ 1103/2017), αντιγράφου της αιτήσεως αναίρεσης.

Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει ως προς αυτές να κηρυχθεί απαράδεκτη η προκείμενη συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως. Η κρινόμενη από 17.7.2017 και με αριθμό καταθ. 166/2017 αίτηση για αναίρεση της 1530/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε, ήτοι πριν την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο άρθρ. 1 του Ν. 4335/2015, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα την 20.7.2017, ήτοι εντός της διετίας από τη δημοσίευσή της (20.7.2015), ανεξαρτήτως του ότι για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής, της οποίας ουδείς των διαδίκων επικαλείται ή αποδεικνύει επίδοση, ισχύει η καταχρηστική προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ ,όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του από το άρθρο 1 του Ν. 4335/ 2015 (Ολ.ΑΠ 10/2018).

Επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, η ύπαρξη της αιτιώδους συνάφειας από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του παθόντος, εφόσον δεν διακόπτεται η αιτιώδης συνάφεια. Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές, και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 652/ 2014, ΑΠ 76/2014).

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 3 εδ. β' του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), το προσπέρασμα απαγορεύεται μεταξύ άλλων και όταν "α) ..., β) ο οδηγός που προπορεύεται στην αυτή λωρίδα κυκλοφορίας δώσει σήμα ότι προτίθεται να προσπεράσει άλλον", ενώ από τη διάταξη του άρθρου 20 του ίδιου νόμου συνάγεται ότι "οι οδηγοί οφείλουν να μην υπερβαίνουν τα προβλεπόμενα κατά περίπτωση και κατηγορία οχήματος από τις παρ. 1, 2, 3 και 4 ανώτατα επιτρεπόμενα όρια ταχύτητας".

Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1852/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που δίκασε την υπόθεση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασής του, δέχθηκε, αναφορικά με την αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος οδηγού του εμπλακέντος στο ατύχημα αυτοκινήτου, συζύγου της πρώτης, πατέρα των δεύτερης και τρίτης, εκπροσωπούμενων από την πρώτη αναιρεσείουσα, ανηλίκων και αδελφού της τέταρτης των αναιρεσειουσών, ανελέγκτως, μετά από αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 10.10.2008 και περί ώρα 17.40', υπό συνθήκες φυσικού φωτισμού, η δεύτερη εναγομένη, οδηγώντας το ...97 ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της πρώτης και ασφαλισμένο στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο στο 53° χιλιόμετρο της παλαιάς επαρχιακής οδού ...

με κατεύθυνση προς ... Η εν λόγω οδός στο παραπάνω σημείο είναι διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, το πλάτος του οδοστρώματός της είναι επτά μέτρων με χωμάτινο έρεισμα δύο μέτρων από κάθε πλευρά, τα δύο ρεύματα πορείας της χωρίζονται με διακεκομμένη γραμμή και είναι ευθεία σε πολύ μεγάλη απόσταση χωρίς η ορατότητα να εμποδίζεται από κάποιο εμπόδιο, κατά τον παραπάνω δε χρόνο επικρατούσε καλοκαιρία και το ανώτατο όριο ταχύτητας των οχημάτων ήταν 90 χιλιόμετρα την ώρα.

Μπροστά από το αυτοκίνητο της δεύτερης εναγομένης εκινείτο ένας γεωργικός ελκυστήρας αγνώστων λοιπών στοιχείων, τον οποίο, όταν έφθασε σε απόσταση οκτώ μέτρων από αυτόν, επιχείρησε να προσπεράσει από αριστερά. Για το σκοπό αυτόν έθεσε σε λειτουργία τον αριστερό δείκτη αλλαγής πορείας του οχήματος και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας τη στιγμή που άλλο αυτοκίνητο, που την ακολουθούσε, βρισκόταν σε απόσταση 200 μέτρων περίπου από αυτήν.

Το "άλλο" αυτό αυτοκίνητο ήταν το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...53, το οποίο οδηγούσε ο Φ. Χ., σύζυγος της πρώτης, πατέρας των δεύτερης και τρίτης και αδερφός της τέταρτης ενάγουσας και το οποίο εκινείτο με υπερβολική για τις συγκεκριμένες περιστάσεις ταχύτητα και πάντως κατά πολύ μεγαλύτερη του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας των 90 χιλιομέτρων την ώρα.

Ο εν λόγω οδηγός (Φ. Χ.), μολονότι εγκαίρως αντιλήφθηκε την είσοδο του αυτοκινήτου της δεύτερης εναγόμενης στο αντίθετο ρεύμα πορείας, που, όπως προαναφέρθηκε, έγινε προς το σκοπό προσπέρασης του προπορευόμενου αυτής γεωργικού ελκυστήρα, εν τούτοις δε μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του παραμένοντας στο δικό του ρεύμα πορείας εωσότου ολοκληρωνόταν η προσπέραση της δεύτερης εναγόμενης, αλλά, αντίθετα, συνέχισε την πορεία του με την ίδια μεγάλη ταχύτητα, που έως τότε είχε, με συνέπεια κάποια στιγμή να βρεθεί παράλληλα με το αυτοκίνητο αυτής και με το γεωργικό ελκυστήρα, πραγματοποιώντας με τον τρόπο αυτό "διπλή προσπέραση".

Η κατάσταση αυτής της παράλληλης κίνησης τριών οχημάτων σε οδόστρωμα οδού πλάτους μόλις επτά μέτρων είχε ως αποτέλεσμα να έρθουν οι αριστεροί τροχοί του ...53 αυτοκινήτου σε επαφή με το χωμάτινο έρεισμα και στη συνέχεια να ολισθήσει το αυτοκίνητο αυτό προς τα αριστερά και να προσκρούσει με σφοδρότητα μετωπικά σε παρακείμενο δέντρο, εξ αυτού δε τραυματίστηκε θανάσιμα ο οδηγός του συγκρουσθέντος αυτοκινήτου Φ.

Χ.. Ο ισχυρισμός των εναγουσών, ότι η δεύτερη εναγομένη επιχείρησε να προσπεράσει το γεωργικό ελκυστήρα όταν ήδη το αυτοκίνητο του θανόντος βρισκόταν στη διαδικασία προσπέρασης του δικού της οχήματος, δεν είναι βάσιμος, καθόσον, σε μια τέτοια περίπτωση, τα δύο αυτοκίνητα θα έπρεπε, λογικώς, να συγκρουστούν τη στιγμή της εισόδου της δεύτερης εναγομένης στο αντίθετο ρεύμα πορείας και σε κάθε περίπτωση δε θα βρίσκονταν ποτέ παράλληλα, γεγονός που κατέθεσε κατά την προανάκριση επ' ευκαιρία της ποινικής δίκης ο συνοδηγός του θανόντος T.

D..... Υπό τα περιστατικά αυτά πρόκλησης του ένδικου θανατηφόρου ατυχήματος, τα οποία προκύπτουν και από την έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος, που συνέταξε ο Β. Μ., Αστυνόμος του Α.Τ. ..., αποδεικνύεται ότι αποκλειστικά υπαίτιος υπήρξε ο ίδιος ο θανών οδηγός, ο οποίος από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της απαιτούμενης προσοχής, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες, επιχείρησε κινούμενος με ανεπίτρεπτη ταχύτητα, να προσπεράσει τη δεύτερη εναγόμενη, όταν αυτή είχε ήδη εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας και βρισκόταν στη διαδικασία προσπέρασης του προπορευόμενου γεωργικού ελκυστήρα, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 20 και 17 παρ. 3 στοιχ.

β' του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ). Αντίθετα, για το ατύχημα αυτό καμία ευθύνη δε βαρύνει τη δεύτερη εναγόμενη, η οποία, προτιθέμενη να προσπεράσει τον κινούμενο με μικρή ταχύτητα γεωργικό ελκυστήρα, έθεσε σε λειτουργία τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης και στη συνέχεια εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας, γεγονός το οποίο μπορούσε ακινδύνως να πράξει, όπως και έπραξε, εφόσον το αυτοκίνητο του θανόντος, που την ακολουθούσε, βρισκόταν σε μεγάλη απόσταση από αυτήν (200 μ.

περίπου). Ας σημειωθεί ότι με την 315/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς..., η δεύτερη απ' αυτές αθωώθηκε για το ένδικο τροχαίο ατύχημα και το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια σε βάρος του Φ. Χ.". Ακολούθως το Εφετείο με την ως άνω προσβαλλομένη απόφασή του, δεχόμενο τυπικά τις συνεκδικασθείσες αντίθετες εφέσεις κατά της με αριθμ. 240/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς με την οποία, δέχθηκε κατ' ουσίαν μόνο την έφεση που άσκησαν οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες, ιδιοκτήτρια, οδηγός αλλά και ασφαλιστική εταιρία, του ασφαλισμένου στην τελευταία, φερομένου ως ζημιογόνου αυτοκινήτου με αριθ.

κυκλ. ...97 ΙΧΕ και, εξαφανίζοντας την εκκαλουμένη με την οποία η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων οδηγός είχε κριθεί κατά ποσοσο 30% συνυπαίτια στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, κράτησε και δίκασε την από 22-11-2010 και με αριθμό καταθ. 227/2010 εναντίον τους στρεφομένη, ένδικη αγωγή, την οποία απέρριψε στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ' ουσία.

Με τους πρώτο και τρίτο αναιρετικούς λόγους οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια με την αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση, διότι παραβίασε εκ πλαγίου, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 300, 330 περ. β' και 914 ΑΚ, τις οποίες, σημειωτέον, αν και δεν παραθέτουν στην αίτηση αριθμητικά, ωστόσο όμως με την επικαλούμενη εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν προκύπτουν από το όλο περιεχόμενο της αίτησης αναίρεσης, αλλά και εκείνες των άρθρων 17 παρ. 3β και 20 παρ. 1, 2 και 3 ΚΟΚ, διότι το Εφετείο, χωρίς αιτιολογία, άλλως με ανεπαρκή αιτιολογία κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, αφενός της αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος οδηγού, στενού συγγενούς των αναιρεσειουσών και αφετέρου της απόρριψης των ισχυρισμών της τελευταίων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως της συνυπαιτιότητας της δεύτερης αναιρεσίβλητης οδηγού του με αρ.

κυκλοφορίας ...97 ΙΧΕ αυτοκινήτου. Οι αιτιάσεις των αναιρεσειουσών για ανεπαρκείς αιτιολογίες, όπως εξειδικεύονται στο αναιρετήριο με τον πρώτο λόγο αναίρεσης σχετικά με τον προσδιορισμό: α) της ταχύτητας του οδηγούμενου από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη αυτοκινήτου, β) το μήκος, τις διαστάσεις και την ταχύτητα του προπορευόμενου γεωργικού ελκυστήρος, γ) του χρόνου εισόδου του αυτοκινήτου του θανόντος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας αλλά και αν αυτός, αρχίζοντας την υπέρβαση ευρισκόμενος σε απόσταση 200 μέτρων από το προπορευόμενο αυτοκίνητο που οδηγούσε η δεύτερη αναιρεσίβλητη, εκινείτο στο αντίθετο ρεύμα, όπως και οι αιτιάσεις που παρατίθενται στον τρίτο λόγο και ειδικότερα, ότι δεν αξιολογήθηκαν από το Εφετείο τα αναφερόμενα "αυτολεξεί" στο αναιρετήριο χωρία των καταθέσεων των μαρτύρων περιστατικά και δη η παρεμβολή του οδηγούμενου από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη αυτοκινήτου στην πορεία του αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο θανών καθ' ον χρόνο εκείνος ενεργούσε προσπέραση, ότι δεν υπήρχε επαρκής χώρος ώστε να κινηθούν παράλληλα και τα δυο αυτοκίνητα και για την ενέργεια από μέρους του θανόντος οδηγού αποφευκτικού ελιγμού, ενώ και η ταχύτητά του δεν υπερέβαινε την ανώτατη επιτρεπόμενη στην περιοχή των 90 χλμ την ώρα, είναι προεχόντως απαράδεκτες, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Σε κάθε περίπτωση όμως οι παραπάνω λόγοι για ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία είναι και αβάσιμοι, καθώς από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το αποδεικτικό πόρισμα της οποίας προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς κενά και αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες του τροχαίου δυστυχήματος, (συνθήκες κυκλοφορίας, κατάσταση οδού, καιρικές συνθήκες, συμπεριφορά οδηγού), οι οποίοι ήσαν επαρκείς για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, και, χωρίς να απαιτούνται επιπλέον αιτιολογίες, κατέληξε σε σαφές πόρισμα αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος οδηγού.

Ειδικότερα τα κατά το αποδεικτικό του πόρισμα διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά, α) ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη οδηγός επιχείρησε κανονικά προσπέραση του προπορευομένου αυτής γεωργικού ελκυστήρα, αφού προειδοποίησε με την αφή του αριστερού δείκτη αλλαγής πορείας εγκαίρως τον θανόντα οδηγό Φ. Χ.

του όπισθέν της ευρισκομένου σε απόσταση 200 μέτρων, ομορρόπως κινουμένου αυτοκινήτου, β) ότι ο ήδη θανών Φ. Χ., οδηγός του με αριθ. κυκλοφορίας ...53 αυτοκινήτου κινούμενος με ταχύτητα που υπερέβαινε "κατά πολύ" το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 90 χλμ. την ώρα, στην περιοχή, επεχείρησε να προσπεράσει δύο προπορευόμενα αυτού κινούμενα οχήματα αν και αντιλήφθηκε την είσοδο του αυτοκινήτου της δεύτερης εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης στο αντίθετο ρεύμα πορείας, που έγινε προς το σκοπό προσπέρασης του προπορευόμενου αυτής γεωργικού ελκυστήρα, και γ) ότι αυτός δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια αποφυγής του ατυχήματος παραμένοντας, όπως όφειλε, στο δικό του ρεύμα πορείας εωσότου να ολοκληρωθεί η προσπέραση της δεύτερης εναγόμενης, γενικώς και αντικειμενικώς λαμβανόμενα, αποτελούν τη μόνη πρόσφορη αιτία του ενδίκου ατυχήματος και του εξ αυτού επελθόντος θανατηφόρου αποτελέσματος.

Επομένως οι πράξεις και παραλείψεις αυτές του ως άνω θανόντος στενού συγγενούς των αναιρεσειουσών συνιστούν την κατά την παραπάνω αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ συνδεόμενη με τον θάνατό του υπαίτια συμπεριφορά, η οποία οδήγησε και το Εφετείο στην υπαγωγή των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, χωρίς να παραβιάσει πλαγίως τις νομικές διατάξεις που παρατίθενται στην αρχή της παρούσας σκέψης, όσον αφορά την υπαιτιότητα του θανόντος και να στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 300, 330 εδ.

β' του ΑΚ, άρθρο 10 ν. ΓΠΝ/1911, 17 παρ. 3β και 20 του ΚΟΚ. Επομένως οι ως άνω λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, με την επιπλέον επισήμανση ότι οι ως άνω αναφερόμενες στον τρίτο λόγο αιτιάσεις, κατά την εκτίμηση του δικογράφου της αναίρεσης, δεν στοιχειοθετούν την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης του νόμου, την οποία οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλομένη με τον ίδιο αναιρετικό λόγο.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως, μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι στη διαπίστωση των γεγονότων αυτών.

Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος δικαίου, ιδίως, όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό (ΑΠ 152/2015, ΑΠ 969/2011, ΑΠ 901/2013).

Με τον δεύτερο από τον αριθμό 1β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των περιστατικών στις παραπάνω διατάξεις που εφαρμόστηκαν. Ειδικότερα προς θεμελίωση του λόγου αυτού προβάλλεται από τις αναιρεσείουσες η αιτίαση, ότι το αριθμητικό αποτέλεσμα που εξάγεται από τον μαθηματικό υπολογισμό των αριθμητικών συσχετισμών της ταχύτητας των 120 χλμ.

την ώρα με την οποία (υποθετικά) εκινείτο το αυτοκίνητο του Φ. Χ., της απόστασης αυτού κατά 200 μέτρα από το προπορευόμενο όχημα που οδηγούσε η δεύτερη αναιρεσίβλητη, της ταχύτητας των 70 χλμ. την ώρα με την οποία εκινείτο το τελευταίο, αλλά και την απόσταση των 8 μέτρων που μεσολαβούσε μεταξύ των δύο προπορευόμενων, ομορρόπως κινουμένων οχημάτων, ήτοι εκείνου που οδηγούσε η δεύτερη αναιρεσίβλητη και του γεωργικού ελκυστήρα, του οποίου η ταχύτητα δεν υπερέβαινε τα 40 χλμ.

την ώρα, οδηγεί εμφανώς στο συμπέρασμα ότι, αντίθετα με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης, τα τρία οχήματα δεν ήταν ποτέ δυνατόν να συμπέσουν χρονικά να κινούνται το ένα παράλληλα με το άλλο σε όλο το πλάτος του οδοστρώματος. Η αιτίαση όμως αυτή, όπως και η αιτίαση ότι από το είδος και το μέγεθος του τραυματισμού που υπέστη ο T.

D., που βρισκόταν στη θέση του συνοδηγού στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Φ. Χ., δεν επηρεάζουν το ουσιώδες ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας που, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, αφορά την αμελή οδηγική συμπεριφορά του τελευταίου, στην οποία οφείλεται το ένδικο τροχαίο ατύχημα, (προσπέραση, ενώ το προπορευόμενο αυτού όχημα είχε αρχίσει, ειδοποιώντας εγκαίρως, να επιχειρεί ήδη προσπέραση, παράλειψη μείωσης της, υπερβαίνουσας κατά πολύ το όριο των 90 χλμ.

την ώρα, ταχύτητας του αυτοκινήτου του προκειμένου να παραμείνει στο ρεύμα πορείας του μέχρι να ολοκληρωθεί η προσπέραση του προπορευομένου αυτοκινήτου) και την υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, αλλά και στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 3β' και 20 του ΚΟΚ τις οποίες δεν παραβίασε.

Ως εκ τούτου οι ως άνω αιτιάσεις δεν αφορούν την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της ευθείας παραβίασης του διδάγματος κοινής πείρας για το οποίο αιτιάται την προσβαλλομένη, επιχειρείται να πληγεί η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ουσίας περί την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που το Δικαστήριο δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος και την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας της δεύτερης αναιρεσίβλητης στην πρόκληση του ατυχήματος.

Συνεπώς και ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.

Συνακολούθως των παραπάνω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει, ως προς τις πρώτη και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης από 17.7.2017 αναίρεσης κατά της με αριθμό 1530/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και ν' απορριφθεί αυτή κατά το μέρος που αφορά την τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία ως αβάσιμη, να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της τρίτης αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 17.7.2017 αναίρεσης κατά της με αριθμό 1530/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τις πρώτη και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων

Απορρίπτει την ως άνω αναίρεση ως προς την τρίτη τούτων ασφαλιστική εταιρεία. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της τρίτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ