Supreme Court dismisses appeal on grounds of no error in interpretation of power of attorney and good faith principles.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed against the Third Instance Court's decision regarding a dispute over a power of attorney. The appellants argued that the lower court erred in interpreting the document as granting management authority rather than a gift, citing violations of good faith and specific civil code articles. The court rejected this claim, ruling that the lower court correctly interpreted the document based on the principle of good faith and the specific intent of the grantor, finding no legal error to warrant the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173, 200, 288 of the Civil Code; The court established that a power of attorney granted for the management of funds must be interpreted according to the principle of good faith and the specific intent of the grantor, rejecting interpretations that contradict the clear purpose of the document.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 623 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 623/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας ΠαπαΔ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 2) … 13) Γ. Χ. του Ι., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Ζευκιλή, ο οποίος ανακάλεσε την από 5-12-2017 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Δ. Σ., κατοίκου Καστοριάς, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Λαουμτζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-9-2010 αγωγή των ήδη 1ης, 2ου, 3ης, 4ης, 7ης, 11η, 12ης και 13ου αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 48/2016 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-11-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, 48/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας , η οποία δέχθηκε την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος κατά της 31/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, με την οποία , μεταξύ άλλων, είχε γίνει δεκτή κατ' ουσία κατά ένα μέρος η μ' αριθ κατάθ. 101/22-11-2010 αγωγή των αναιρεσειόντων κατ' αυτού, εξαφάνισε την απόφαση αυτή, δίκασε την άνω αγωγή και απέρριψε αυτή.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης. Πράγμα επομένως είναι, υπό την έννοια αυτή, και οι λόγοι της έφεσης, κύριοι - και πρόσθετοι, που συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003).Δεν είναι <πράγματα> όμως, και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013).
Με βάση αυτά, δεν αποτελούν "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, και η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 87/2013,ΑΠ1455/2009,ΑΠ 625/2008, ΑΠ 94/ 2008).
Ο εκ του άνω αριθμού λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όμως, εάν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ. 25/2003, ΟλΑΠ12/1991), έστω και εάν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 1434/2010),γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ358/2017).Εξάλλου , η παράβαση του άρθρου 559 αρ 14ΚΠοΛΔ <μη κήρυξη απαραδέκτου από το δικαστήριο συμπορεύεται με τη διάταξη του αρ 8 του ίδιου άρθρου στην περίπτωση που λήφθηκαν υπόψη πράγματα που προβλήθηκαν απαραδέκτως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει λόγος να αποκλειστεί η παράλληλη εφαρμογή και των δύο λόγων αναίρεσης στην περίπτωση αυτή (ΑΠ128/2008).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αρ 8 και 14 ΚΠοΛΔ και ειδικότερα ότι η προσβαλλομένη απόφαση έλαβε υπόψη της ουσιώδεις ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν παραδεκτά και δη εμπροθέσμως αλλά με την προσθήκη -αντίκρουση που κατατέθηκε εκπρόθεσμα την12η-5-2015 και ώρα 14:30 και ειδικότερα:
α) την δικονομική ένσταση περί απαραδέκτου της άνευ ημερομηνίας υπεύθυνης δήλωσης της τέως Σ/φου Θεσ/κης Ι. Σ.,β) την δικονομική αντένσταση περί παραδεκτού της υπ' αριθ 218/25-11-2014 ένορκης βεβαίωσης των μαρτύρων ανταποδείξεως Χ. Δ. και Π.Δ. η ενώπιον της Ειρηνοδίκου Καστοριάς Ε. Χ., γ) στοιχεία καθοριστικά για την ερμηνεία κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ του υπ'αριθ 9307/19-5-2009 πληρεξουσίου της Σ/φου Θεσ/κης I.
Σ. αναφερόμενα ειδικότερα 1) στις σκοπιμότητες που εξυπηρετούσε η σύνταξη του εν λόγω πληρεξουσίου,2) στην ασκηθείσα δια του από 21-3- 2015 κλητηρίου θεσπίσματος του κ ΕισΠλημ Καστοριάς ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος κατ' άρθρο 224 ΠΚ κατά της ενόρκως εξετασθείσας μάρτυρος απόδειξης Ζ Μ.,3) στην υπ' αριθ 9306/19-5-2009 ανάκληση πληρεξουσίου της Σ/φου Θεσ/κης I.
Σ., και στο σχετικό απόσπασμα βιβλίου αναφορών συμβάντων του AT Άνω Πόλης Θεσ/κης αναφορικά με τις σχέσεις που διατηρούσε η Α. Δ. με την 12η αναιρεσείουσα Ε Π. και 4) στην αρχική κατάθεση εκ μέρους του αντιδίκου, του συνολικώς εισπραχθέντος ποσού εκ του αναιρεσιβλήτου του ομολόγου της πληρεξουσιοδοτούσας Α Δ.
στην ... ΑΕ και επιπλέον δεν κηρύχθηκε απαράδεκτο για τα ανωτέρω αφού η από 12-5-2015 προσθήκη -αντίκρουση κατατέθηκε εκπρόθεσμα ,καθόσον ημέρα συζήτησης της ένδικης έφεσης ήταν η 6- 5-2005.
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα ακόλουθα: <Εξάλλου, από τις διατάξεις των όρθρων 238, 524 παρ, 1 εδάφιο β', 591 παρ. 1 εδάφια γ' και δ' του ΚΠολΔ, όπως το πρώτο όρθρο προστέθηκε και το δεύτερο αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 24 και 44 του Ν 3994/2011, προκύπτει ότι στην κατ' έφεση δίκη, είτε αυτή διεξάγεται κατά την τακτική ή κατά κάποια ειδική διαδικασία, αν δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 528 ΚΠολΔ και δη εάν η δίκη διεξήχθη στον πρώτο βαθμό αντιμωλία των διαδίκων, σι προτάσεις κατατίθενται και συνεπώς και τα επικαλούμενα μ' αυτές έγγραφα προσκομίζονται έως την έναρξη της συζήτησης, μετά την οποία και έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας κατατίθεται η τυχόν προσθήκη στις προτάσεις, με την οποία σχολιάζονται από τους διαδίκους οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις μόνο για την αντίκρουση αυτοτελών ισχυρισμών που παραδεκτά προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά ή περιέχονται στις προτάσεις.
Έτσι είναι απαράδεκτα τα έγγραφα, τα οποία προσκομίζονται από τους διαδίκους στο Εφετείο με επίκληση στην προσθήκη των προτάσεών τους, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, άμεση ή έμμεση, ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον δεν πρόκειται για ισχυρισμούς που παραδεκτά προτάθηκαν για πρώτη φορά στο Εφετείο, το δε Εφετείο, που λαμβάνει υπόψη τέτοια αποδεικτικά μέσα, χωρίς να βεβαιώνει στην απόφασή του ότι συντρέχει η εξαιρετική αυτή περίπτωση, υποπίπτει και στις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 11α και 14 ΚΠολΔ (βλ.
ΑΠ 1103/2011, ΑΠ 562/2000, ΑΠ 659/2007, ΤρΝομΠλ Νόμος).
Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρα απόδειξης που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με επιμέλεια των εναγόντων (ο εναγόμενος δεν επιμελήθηκε την εξέταση μάρτυρα), η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού και εκτιμάται κατά το βαθμό γνώσης και το μέτρο αξιοπιστίας της και απ' όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν με τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις τους [βλ.
ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 9/2000, ΑΠ 1461/2013, ΑΠ 197/2013, ΑΠ 481/2013, ΤρΝομΠλ Νόμος, κατά τις οποίες σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση (με τις προτάσεις) ενός εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του], κάποια από τα οποία ειδικώς κατωτέρω αναφέρονται, χωρίς όμως να παραλείπεται οποιοδήποτε για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς και χωρίς η ρητή αναφορά ορισμένων να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά έγγραφα για τα οποία δεν γίνεται ειδική μνεία, αφού όλα είναι ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την εκφορά της δικαστικής κρίσης (βλ.
ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004.723, ΑΠ 1068/2002 ΑρχΝ 2004.70), ενώ δεν λαμβάνονται υπόψη, α)τα έγγραφα που προσκομίζονται για πρώτη φορά με την προσθήκη που κατέθεσαν οι διάδικοι, ήτοι το υπ' αριθμ. 4010/2005 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Α. Γ., η από 24.04.2014 βεβαίωση του 15ου Συντάγματος Πεζικού και οι πέντε μηχανογραφημένες βεβαιώσεις της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δ.Ε.Η.
Α.Ε.", που προσκομίζει (με την προσθήκη και όχι με τις προτάσεις του) ο εκκαλών - εναγόμενος, καθώς και η δήλωση της συμβολαιογράφου I. Σ., που προσκομίζουν με την προσθήκη (και όχι με τις προτάσεις τους) οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες, δοθέντος ότι, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην ως άνω νομική σκέψη της παρούσας που παρατίθεται στη θέση "5 II", αυτά είναι απαράδεκτα, διότι δεν προσκομίζονται προς απόκρουση ισχυρισμών που παραδεκτά προτάθηκαν για πρώτη φορά στο Εφετείο (άλλωστε σι άνω βεβαιώσεις δόθηκαν χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις των διατάξεων του ΚΠολΔ, για την εξέταση των μαρτύρων και αποτελούν ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα μη επιτρεπόμενα από το νόμο και δεν λαμβάνονται υπόψη ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον δόθηκαν, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν, κατά την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου, ως αποδεικτικά μέσα στην παρούσα πολιτική δίκη, βλ.
ΟλΑΠ 8/1987, ΑΠ 394/2012, ΑΠ 554/2012 ΤρΝομΠλ Νόμος), και β) η με αριθμό 218/25.11.2014 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Καστοριάς των Χ. Δ. και Π. Δ., καθόσον δεν προκύπτει νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση όλων των αντιδίκων του εκκαλούντος - εναγομένου, με επιμέλεια του οποίου λήφθηκε η εν λόγω ένορκη βεβαίωση, ενόψει και του ότι αυτοί δεν παραστάθηκαν κατά τη λήψη της και συγκεκριμένα, δεν αποδεικνύεται νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εκ των εφεσιβλήτων Ε.
Γ., Θ. Λ., Μ. Π., Κ. Μ., Ν. Μ., Γ. Π., Α. Τ., Χ. Τ., Κ. Τ., Ι. Δ. και Ε.ς Π. αφού η σχετική κλήση προς παράσταση κατά τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης δεν επιδόθηκε στους ίδιους τους εν λόγω εφεσίβλητους, αλλά στη δικηγόρο Γ. Λ., η οποία είχε παρασταθεί μεν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εκπροσωπώντας τους, όμως επιδόθηκε μετά την έκδοση της πρωτοβάθμιας απόφασης και επομένως η άνω δικηγόρος δεν ήταν αρμόδια για παραλαβή εγγράφων που αφορούν τις μετέπειτα επιδόσεις που ανάγονται στην κατ' έφεση δίκη και μάλιστα που έγιναν στις 18.11.2014 (βλ.
την υπ' αριθμ. 5579A718.11.2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Σ. Τ.), ήτοι μετά τη δημοσίευση, στις 10.07.2013 της εκκαλουμένης και πριν από τη συζήτηση της έφεσης στο ακροατήριο 06.05.2015, κατά την οποία παραστάθηκε μεν η ίδια δικηγόρος εκπροσωπώντας τους άνω εφειβλήτους αλλά και μετά του Κ.
Μ. του Μ., χωρίς, όμως η εν λόγω μεταγενέστερη παράσταση" να καλύπτει ή να νομιμοποιεί την προηγούμενη προς αυτήν ανυπόστατη γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων ούτε και αποτελεί έγκριση της συγκεκριμένης ενέργειας, σύμφωνα και με όσα αναπτύσσονται στη νομική σκέψη της παρούσας με αριθμ. 5 ενώ τα ανωτέρω δεν παραλλάσσουν, ακόμη και εάν γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του εκκαλούντος, ότι η εν λόγω δικηγόρος εκπροσώπησε τους αντιδίκους του (ότι δηλαδή οι τελευταίοι παραστάθηκαν δι' αυτής) κατά τη δικάσιμο ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου της 04.06.2014 οπότε και αναβλήθηκε η υπόθεση για τη δικάσιμο της 03.12.2014 (πολύ δε περισσότερο ότι παραστάθηκε και κατά την τελευταία μεταγενέστερη της επίμαχης επίδοσης δικάσιμο της 03.12.2014 κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε εκ νέου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης της 06.05.2015), δοθέντος ότι δεν αποδεικνύεται, ότι κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο της επίδοσης της άνω κλήσης (18.11.2014, ήτοι προ της- συζητήσεως της εφέσεως) είχε παρασχεθεί πληρεξουσιότητα των άνω εφεσιβλήτων προς την πιο πάνω δικηγόρο για την έκκλητη δίκη και μάλιστα πέραν της παράστασης για αναβολή της δίκης και επομένως, εφόσον, δεν κλητεύθηκαν όλοι οι (απλοί) ομόδικοι εφεσίβλητοι, δεν αρκεί μόνον η κλήτευση των λοιπών εφεσιβλήτων Α.
Λ. και Γ. Χ., δοθέντος ότι τα αναφερόμενα στην ένορκη βεβαίωση δεν αρμόζουν αποκλειστικά και μόνον στο πρόσωπο αυτών (αλλά όλων των εφεσιβλήτων), με αποτέλεσμα η εν λόγω ένορκη βεβαίωση, να είναι, κατά τα εκτιθέμενα στην ίδια πιο πάνω (υπό 5 I) νομική σκέψη της παρούσας, ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η Α. χήρα Α. Δ., το γένος Σ. Α., απεβίωσε στην κατοικία της επί της ..., στις 22 Μαΐου 2009, από καρδιακή ανακοπή (έμφραγμα μυοκάρδιου), πάσχουσα κατά το χρόνο θανάτου της από καρκίνο (Ca) του τραχήλου. Αυτή, όπως προαναφέρθηκε, ήταν χήρα, ενώ από το γάμο της με τον άνω σύζυγο της Αθανάσιο Δ. δεν είχε αποκτήσει τέκνα.
Η θανούσα κατέλιπε την από 08.09.2008 ιδιόγραφη διαθήκη της, που είχε συντάξει κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία, με την οποία κατέλιπε: α) μία οικία στην ... στην ... [σύζυγο του αδελφού του συζύγου της (Α. Δ.) Σ. Δ. και μητέρα του εναγομένου], β) την οικία της στην ... στον ... (υιό του δέκατου των εναγόντων - εφεσιβλήτων Γ.
Χ.), γ) ένα οικόπεδο 700 τ.μ. στην ... ... στους ανιψιούς της Δ. και Χ. Δ., δ) ένα οικόπεδο 1.500 τ.μ. στους ... ... στους ανιψιούς της Π. (εκκαλούντα - εναγόμενο) και Χ. Δ., ε) ένα διαμέρισμα του πέμπτου ορόφου οικοδομής επί ... στη ... (θυγατέρα του δέκατου των εναγόντων - εφεσιβλήτων Γ. Χ.), στ) από τα χρήματά της που διατηρούσε σε ομόλογο κατέλιπε στις εξαδέλφες της Δ.
και Μ. χήρα Χ. (μη διαδίκους) από 10.000 ευρώ, στους εξαδέλφους της Ν. Γ. (πρώτη ενάγουσα - εφεσίβλητη), Θ. Λ. (δεύτερο ενάγοντα - εφεσίβλητο) και Θ. Λ. (τρίτη ενάγουσα - εφεσίβλητη) από 10.000 ευρώ, στις φίλες της Μ. Π. (τέταρτη ενάγουσα - εφεσίβλητη), Γ. Μ. (αρχική πέμπτη ενάγουσα), Γ. Π. (έκτη ενάγουσα - εφεσίβλητη) και Ε. Τ. (αρχική έβδομη ενάγουσα) από 10.000 ευρώ, στην ανιψιά της Δ.
Δ. (όγδοη ενάγουσα - εφεσίβλητη) και στη βαφτισιμιό της Ε. Π. (ένατη ενάγουσα - εφεσίβλητη) από 10.000 ευρώ, ενώ τα υπόλοιπα χρήματα του εν λόγω ομολόγου (κατά κεφάλαιο 90.000 ευρώ) κατέλιπε στον δέκατο των εναγόντων - εφεσιβλήτων Γ. Χ.. Επίσης, κατέλιπε ένα παραθαλάσσιο οικόπεδο στη ... στη βαφτισιμιό της Ε. Π. (ένατη των εναγόντων - εφεσιβλήτων).
Σημειώνεται πως στη διαθήκη της αυτή αναφέρει, ότι είναι επιθυμία της ο Γ. (προδήλως αναφέρεται στον δέκατο των εναγόντων - εφεσιβλήτων Γ. Χ.), να φροντίσει για όλα όσα χρειάζονται για την ίδια όταν δεν θα είναι εν ζωή, όπως τα έκανε και η ίδια στο σύζυγο της και τα έχει αναφέρει (στον Γ. ...), για να προστατεύσει την αξιοπρέπειά της και μετά θάνατο (προδήλως αναφέρεται στα έξοδα μίας αξιοπρεπούς κηδείας, μνημοσύνων κ.λπ.), Αναφορικά με το άνω ομόλογο πρέπει να σημειωθεί, ότι επρόκειτο για προθεσμιακή κατάθεση που διατηρούσε η διαθέτης κατά το χρόνο που συνέταξε την άνω ιδιόγραφη διαθήκη στην Τ.
Π. (Κατάστημα ...), εξάμηνης διάρκειας, το κεφάλαιο της οποίας ανερχόταν σε 200.000 ευρώ. Μετά τη λήξη της τελευταίας η Α. Δ. άνοιξε νέα προθεσμιακή κατάθεση με αριθμό ...9702, στις 18.02.2009, με κεφάλαιο 200.000 ευρώ, ημερομηνία έναρξης την 18.02.2009 και λήξης την 18.08.2009, συνολικό ποσό τόκων προ φόρων 4.173,06 (του φόρου ανερχομένου σε 417,31 ευρώ), με συνολικό ποσό καταβολής 203.755,75 ευρώ, σε πίστωση του υπ' αριθμ. ...040638-683 τραπεζικού λογαριασμού που τηρούσε η ίδια στην ίδια πιο πάνω Τράπεζα (Πειραιώς Α.Ε.) και τον ίδιο και ως χρεούμενο λογαριασμό κατά την έναρξη της προθεσμιακής κατάθεσης.
Στην ίδια προθεσμιακή κατάθεση η Α. Δ. όρισε ως συνδικαιούχο αυτής τον δέκατο ενάγοντα - εφεσίβλητο Γ. Χ., καθώς και ότι ο καθένας (δικαιούχος - συνδικαιούχος) δικαιούταν να ενεργεί ατομικά κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 5638/1932 "Περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν". Σημειώνεται, πως, κατά τα όσα διαλαμβάνονται στη νομική σκέψη της παρούσας που παρατίθεται ανωτέρω στη θέση "4 II", εφόσον στην προθεσμιακή αυτή κατάθεση, επί της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις του Ν. 5638/1932 "περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν", υπήρχε ο όρος, ότι σε περίπτωση θανάτου οιουδήποτε των δικαιούχων η κατάθεση περιερχόταν στους λοιπούς επιζώντες μέχρι του τελευταίου τούτων (βλ.
όρο υπ' αριθμ. 4 στην οπίσθια σελίδα της προθεσμιακής κατάθεσης), σε περίπτωση που κατά το χρόνο του θανάτου της Α. Δ. δεν είχε αναληφθεί το ποσό της προθεσμιακής κατάθεσης, αυτό , δεν θα αποτελούσε αντικείμενο κληρονομικής διαδοχής, αλλά θα περιερχόταν στον δέκατο των εναγόντων - εφεσιβλήτων ως συνδικαιούχο.
Στις 14 Μαΐου 2009, με το υπ' αριθμ.21.456/14.05.2009 ειδικό πληρεξούσιο που συντάχθηκε από το συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Ι. Μ., η Α. Δ. χορήγησε στην ένατη των εναγόντων - εφεσιβλήτων, Ε. Π., την ειδική εντολή, πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα, όπως αυτή (εντολοδόχος) αντί της εντολέως της, ενεργώντας επ' ονόματι της (εντολέως) και για λογαριασμό της, παραστεί ενώπιον της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τ.
Π. Α.Ε." και άρει την υπό τον Κωδικό πελάτη- 4689732 - και με αριθμό ...9702 της 18.02.2009 (ήτοι την επίμαχη ως άνω) προθεσμιακή κατάθεση της εντολέως εισπράττοντας κάθε ποσό αυτής μετά των τυχόν προσαυξημάτων ή ποινών, υπογράφοντας κάθε προς τούτο αναγκαίο έγγραφο, αίτηση, δήλωση, βεβαίωση, απόδειξη ή εξοφλητήριο και προβεί στο επ' ονόματι της εντολέως με συνδικαιούχο την εντολοδόχο (Ε.
Π.) άνοιγμα νέας προθεσμιακής κατάθεσης, με οποιουσδήποτε όρους, χρόνους, προθεσμίες, περιεχόμενο και προϋποθέσεις κρίνει πρόσφορους και γενικά να ενεργεί ότι άλλο χρειαστεί μέσα στα πλαίσια των εντολών αυτών. Μόλις, όμως δύο (2) ημέρες μετά, στις 16.05.2009 και περί ώρα 19:00 η Α. Δ. μετέβη στο Α.Τ. ... και υπέβαλε παράπονα κατά της άνω Ε.ς Π. (ένατης των εναγόντων - εφεσιβλήτων), διότι, όπως ισχυρίσθηκε, επιθυμεί την απομάκρυνσή της (Ε.
Π.) από την οικία της, γιατί είναι ανεπιθύμητη η παρουσία της και διότι της ασκεί ψυχολογική πίεση για απόκτηση περιουσιακών στοιχείων της και ζήτησε να της γίνουν οι δέουσες συστάσεις. Ακολούθως δε την 19.05.2009, η ίδια Α. Δ., με το υπ' αριθμ. 9.306/19.05.2009 συμβολαιογραφικό έγγραφο ανάκλησης πληρεξουσίου, που συντάχθηκε από τη συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Ι.
Σ., ανακάλεσε κάθε εντολή και πληρεξουσιότητα που χορηγήθηκε προς την άνω εντολοδόχο Ε. Π., με το προαναφερθέν 21.456/14.05.2009 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι. Μ., το οποίο δήλωσε ότι θεωρεί άκυρο και ανίσχυρο, αναφέροντας μάλιστα, ότι παραγγέλλει την Ε. Π., να μην αναμιγνύεται επί πλέον στις υποθέσεις της.
Την ίδια ημέρα, η Α. Δ., με το υπ' αριθμ. 9.307/19.05.2009 πληρεξούσιο, που συντάχθηκε από την ίδια ως άνω συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Ι. Σ., δήλωσε, όπως έχει καταγραφεί κατά λέξη σ' αυτό, τα εξής: "Ότι διορίζει ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο της τον Π. Δ. Σ. και Π. ... στον οποίο δίνει την ειδική εντολή, την πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα να την εκπροσωπεί και δεσμεύει σε όλες τις συναλλαγές και σχέσεις της με την Τ.
Π. υποκατάστημα Αγ. Δ. Θεσσαλονίκης, να διαχειρίζεται το ομόλογο σε ευρώ που έχει η εντολεύς στην εν λόγω Τράπεζα και λήγει τον Αύγουστο του 2009, να εισπράττει το ποσό του ομολόγου όσο και αν είναι αυτό πριν την λήξη του μετά των αναλογούντων τόκων, οποτεδήποτε κατά την απόλυτη κρίση του εντολοδόχου, να υπογράφει κάθε σχετικό έγγραφο και γενικώς να προβαίνει στο όνομα της εντολέως σε κάθε συναφή ενέργεια απαιτούμενη για την είσπραξη ολόκληρου του ποσού του ομολόγου μετά τόκων.
Η ως άνω εμφανισθείσα δηλώνει επίσης προς την Τράπεζα ότι το παρόν πληρεξούσιο ισχύει έναντι της Τράπεζας και ότι από τώρα εγκρίνει και αναγνωρίζει η εντολεύς όλες τις πράξεις του ανωτέρω πληρεξουσίου της νόμιμες έγκυρες, ισχυρές και απρόσβλητες και δεσμεύουσες αυτήν ...". Την 21.05.2009 ο εκκαλών - εναγόμενος τοποθέτησε το ποσό των 201.820 ευρώ, που ανέλαβε από την άνω προθεσμιακή κατάθεση στον υπ' αριθμ. ... - 808 κοινό λογαριασμό που άνοιξε στο όνομα της Α.
Δ. με συνδικαιούχο τον ίδιο, στην ίδια πιο πάνω ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τ. Π. Α.Ε." και στο Κατάστημα ..., ενώ, όπως γίνεται δεκτό από τους διαδίκους, την ίδια ημέρα, ανέλαβε εκ νέου το άνω ποσό και το τοποθέτησε σε ατομικό του τραπεζικό λογαριασμό. Όπως προαναφέρθηκε, οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι διατείνονται ότι στον εκκαλούντα - εναγόμενο δόθηκε από την Α.
Δ. η εντολή να εισπράξει για λογαριασμό της το ποσό της επίμαχης ως άνω προθεσμιακής κατάθεσης μετά των τόκων και να το διαχειριστεί, ώστε να πληρώσει από αυτό κάποια έξοδά της (Α. Δ.) και συγκεκριμένα να καταβληθεί η αμοιβή της οικιακής βοηθού που τη φρόντιζε (και μάρτυρα απόδειξης) και να αποπληρωθούν οι δαπάνες νοσηλείας στις οποίες είχε αυτή (Α.
Δ.) υποβληθεί, που ανέρχονταν συνολικά περίπου στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, το δε υπόλοιπο ποσό να το καταθέσει και πάλι σε λογαριασμό της Α. Δ.. Αντίθετα, ο εκκαλών - εναγόμενος ισχυρίζεται, ότι του δόθηκε από τη θεία του Α. Δ. η εντολή, να αναλάβει το συνολικό ποσό της άνω προθεσμιακής κατάθεσης και να το διαχειρίζεται για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό και κατά την απόλυτη κρίση του και ότι έγινε κύριος αυτού, με αποτέλεσμα να μην αποτελεί αντικείμενο της κληρονομιαίας περιουσίας της θανούσας.
Περαιτέρω, είναι γεγονός, ότι στο επίμαχο με αριθμ. 9.307/2009 πληρεξούσιο εμφανίζονται κενά και αμφίβολα σημεία, τα οποία θα μπορούσαν να ερμηνευθούν διττώς, ήτοι είτε ως εντολή για απλή διαχείριση του ποσού μετά την ανάληψή του για λογαριασμό της Α. Δ., είτε αντίθετα ως εξουσιοδότηση προς τον εκκαλούντα να αναλάβει το άνω ποσό και να το διαχειρίζεται κατά την απόλυτη κρίση του και για δικό του λογαριασμό.
Σε κάθε περίπτωση στο ως άνω πληρεξούσιο (που αφορά ιδίως στην εξωτερική σχέση προς την Τράπεζα) ουδόλως επεξηγείται από ποιες πράξεις συνίσταται η επικαλούμενη διαχείριση του ποσού από τον εκκαλούντα, ούτε αναλύεται η μεταξύ εντολέα και εντολοδόχου εσωτερική υποκείμενη σχέση και ο εν γένει δικαιοπρακτικός σκοπός της ανάληψης του άνω ποσού.
Για το λόγο, άλλωστε, αυτό, εκάστη των διαδίκων πλευρών δίδει τη δική της ερμηνεία στο πληρεξούσιο, αλλά και στο εν γένει περιεχόμενο της εντολής που δόθηκε από την Α. Δ. στον εκκαλούντα αναφορικά με τη διαχείριση του άνω ποσού, στηριζόμενες μάλιστα αμφότερες προς τούτο και σε άλλα στοιχεία, εκτός του ιδίου του πληρεξουσίου.
Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ερμηνευόμενου του περιεχομένου του επίμαχου πληρεξουσίου, ενόψει των παρατηρούμενων σε αυτό κενών και αμφίβολων σημείων, όπως απαιτεί η καλή πίστη λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών και αναζητουμένης της αληθούς βούλησης της δικαιοπρακτούσας χωρίς προσήλωση στις λέξεις, συνάγεται, ότι με αυτό δίδεται, κατά το δικαιοπρακτικό σκοπό της ,εξουσιοδότηση στον εναγόμενο - εκκαλούντα να αναλάβει το ποσό της άνω προθεσμιακής κατάθεσης και να το διαχειρίζεται πλέον για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό και κατά την απόλυτη κρίση του.
Σε κάθε περίπτωση, αναφορικά με την εσωτερική υποκείμενη σχέση μεταξύ της εντολέως και του εντολοδόχου, που ενδιαφέρει εν προκειμένω και για την οποία και δόθηκε σε αυτόν η εξουσία ανάληψης του άνω ποσού, ενόψει και του ατελούς της διατυπώσεως του άνω πληρεξουσίου, ως προς το ακριβές περιεχόμενο της εντολής, της μη πλήρους ανάλυσης του περιεχομένου της και της ελλείψεως διασαφήσεως ως προς την έννοια της διαχειρίσεως του άνω ποσού, προκύπτει ότι η εντολή αυτή είχε ως περιεχόμενο την ανάληψη ολόκληρου του ποσού της επίμαχης προθεσμιακής κατάθεσης από τον εναγόμενο - εκκαλούντα και της διαχειρίσεως πλέον αυτού για δικό του λογαριασμό ως αποκλειστικός κύριος του (αναληφθέντος χρηματικού ποσού).
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου, πέραν του περιεχομένου του ίδιου του πληρεξούσιου, στηρίζεται ιδίως στα ακόλουθα στοιχεία: Στις από 27.08.2014 και από 29.11.2013 εκθέσεις ένορκης εξέτασης μάρτυρα των Π. Δ. (μητέρας του εναγομένου - εκκαλούντος) και Χ. Δ. (αδελφού του εναγόμενου - εκκαλούντος), που συντάχθηκαν η πρώτη ενώπιον της Πταισματοδίκη Καστοριάς και η δεύτερη ενώπιον του αρχιφύλακα του AT Καστοριάς Γ.
Σ. ,στα πλαίσια της προκαταρκτικής εξέτασης που διατάχθηκε κατόπιν της μήνυσης που υπέβαλε ο εναγόμενος - εκκαλών κατά της μάρτυρα απόδειξης Ζ. Μ. για ψευδορκία, οι οποίες κρίνονται αληθείς και οι καταθέτοντες σε αυτές αξιόπιστοι, δοθέντος και ότι έχουν ως επί το πλείστον ιδία αντίληψη των κρίσιμων γεγονότων οι δε καταθέσεις τους, σύμφωνα με τις οποίες η εντολή που δόθηκε από την εντολέα προς τον εντολοδόχο - εναγόμενο - εκκαλούντα, ήταν, όπως υπέπεσε στην αντίληψή τους ως αυτήκοων μαρτύρων από την ίδια την εντολέα, να λάβει για δικό του λογαριασμό ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, βρίσκονται σε αρμονία και με το λοιπό αποδεικτό υλικό (εξαιρουμένων της κατάθεσης της μάρτυρα απόδειξης και της από 01.04.2014 ένορκης εξέτασης ως μάρτυρα του Γ.
Χ. ενώπιον της Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης), καθώς και στην από 29.11.2013 έκθεση ένορκης εξέτασης ως μάρτυρα της Χ. Μ. (συζύγου του εναγομένου - εκκαλούντος) ενώπιον του αρχιφύλακα του Α.Τ. Καστοριάς Γ. Σ., που ομοίως δόθηκε στα πλαίσια της άνω προκαταρκτικής εξέτασης, που και αυτή κρίνεται πειστική. Αντίθετα δεν κρίνεται πειστική η κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης, Ζ.
Μ., που κατέθεσε, ότι η Α, Δ. έδωσε εντολή στον εναγόμενο - εκκαλούντα "να σπάσει τα λεφτά" και να πληρώσει την ίδια (ως οικιακή βοηθό) και τα έξοδα για νοσοκομεία, φάρμακα κ.ά. (χωρίς μάλιστα ουδόλως να αναφέρει ποιο το ύψος των εξόδων αυτών, το οποίο κατά την αγωγή ανέρχεται σε 3.000 περίπου ευρώ και ενώ η ίδια μάρτυρας σε άλλο σημείο της καταθέσεώς της αναφέρει, ότι η εντολή δόθηκε για να πληρώσει ο εναγόμενος - εκκαλών την ίδια και άλλα έξοδα που είχε - η Α.
Δ. - κάθε μήνα). Τούτο, διότι, η κατάθεση αυτής καταρρίπτεται από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, επιπλέον δε κανένα αποδεικτικό μέσο (όπως σχετικό παραστατικό στοιχείο κ.λπ.) δεν προσκομίζεται από το οποίο να μπορεί να συναχθεί ότι η θανούσα είχε χρέη (ύψους 3.000 ευρώ ή οποιουδήποτε άλλου ποσού) προς νοσοκομεία ή (και) φαρμακεία (και ποια) ή και προς την ως άνω μάρτυρα οικιακή βοηθό (στοιχεία που αν υπήρχαν τέτοιες οφειλές ασφαλώς και θα υπήρχαν), η οποία (μάρτυρας), μάλιστα, ουδόλως προκύπτει ότι στράφηκε κατά των κληρονόμων της θανούσας για να διεκδικήσει τις επικαλούμενες από την ίδια οφειλές της τελευταίας, όπως θα έπραττε, αν πράγματι αυτές ήταν αληθείς.
Για τον ίδιο λόγο δεν κρίνεται πειστική και η άνω από 01.04.2014 ένορκη εξέταση ως μάρτυρα ενώπιον της Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης του ίδιου του δέκατου των εναγόντων - εφεσιβλήτων Γ. .... Ο τελευταίος, μάλιστα διατείνεται στην εν λόγω κατάθεσή του, ότι δήθεν η Α. Δ. ήθελε να "κάνει το πληρεξούσιο" στο όνομά του, αλλά ο ίδιος (δέκατος των εναγόντων - εφεσιβλήτων) δεν το δέχθηκε από λόγους ευθιξίας (ενόψει του ότι ο ίδιος δεν ήταν συγγενής της θανούσας), ισχυρισμός βέβαια που δεν αντέχει στην κοινή λογική, δοθέντος ότι, όπως προαναφέρθηκε, αυτός ήταν ήδη συνδικαιούχος της άνω προθεσμιακής κατάθεσης και μάλιστα θα μπορούσε να αναλάβει ολόκληρο το ποσό της ιδίω δικαίω έναντι της Τράπεζας, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνει οποιοδήποτε πληρεξούσιο της Α.
Δ., υπό την άνω ιδιότητά του, ενώ, όπως και ο ίδιος δέχεται στην ίδια κατάθεσή του, ήταν συνδικαιούχος με την Α. Δ. και σε άλλους δύο τραπεζικούς λογαριασμούς της. Περαιτέρω, η όλη συμπεριφορά της εντολέως μετά τη σύνταξη της ως άνω ιδιόγραφης διαθήκης της, κατεδείκνυε, ότι αυτή δεν επιθυμούσε πλέον να ισχύσει η διάταξη της διαθήκης αυτής αναφορικά με το επίμαχο ομόλογο (προθεσμιακή κατάθεση).
Ειδικότερα, μετά τη λήξη της εν λόγω προθεσμιακής κατάθεσης και το άνοιγμα νέας, η Α. Δ. όρισε ως συνδικαιούχο της τον δέκατο των εναγόντων - εφεσίβλητων, γεγονός που ,όπως προαναφέρθηκε, αν το ποσό αυτής (κατάθεσης)δεν αναλαμβανόταν προ του θανάτου της ,θα είχε ως συνέπεια να μην συμπεριλαμβάνεται στην κληρονομιαία περιουσία, αλλά να περιέρχεται στον δέκατο των εναγόντων -εφεσιβλήτων.
Στη συνέχεια χορήγησε στην ένατη των εναγόντων - εφεσιβλήτων το προμνησθέν πληρεξούσιο, με το οποίο της έδιδε την εντολή να αναλάβει το ποσό της προθεσμιακής κατάθεσης και να το τοποθετήσει σε κοινό λογαριασμό αυτών (Α. Δ. και ένατης των εναγόντων - εφεσιβλήτων), πράγμα που, αν γινόταν, θα είχε τις ίδιες πιο πάνω συνέπειες (σε περίπτωση δηλαδή μη ανάληψης του ποσού ενόσω ζούσε η εντολέας, θα περιερχόταν το ποσό της κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό στην ένατη των εναγόντων - εφεσιβλήτων), καταδεικνύοντας, έτσι, ότι δεν επιθυμούσε πλέον να περιέλθει αυτό μετά το θάνατο της στον δέκατο των εναγόντων - εφεσιβλήτων.
Ακολούθως, επικαλούμενη πιέσεις από την πλευρά της ένατης των εναγόντων - εφεσιβλήτων για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων και ζητώντας της να μην αναμειγνύεται πλέον με τις υποθέσεις της ανακάλεσε το άνω πληρεξούσιο προς αυτήν και αμέσως μετά προέβη στην κατάρτιση του επίμαχου πληρεξουσίου ,στην οποία δεν είχε λόγο να προβεί, εάν δεν επιθυμούσε να περιέλθει το ποσό της άνω κατάθεσης στον εναγόμενο - εκκαλούντα, ενόψει και του ότι, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν, δεν αποδείχθηκε ότι είχε (η εντολέας) οφειλές προς τρίτους, όπως αντιθέτως αβασίμως υποστηρίζουν οι ενάγοντες.
Δεν πρέπει δε να παροράται, ότι η εντολέας ασφαλώς γνώριζε καλά και αντιλαμβανόταν την ιδιαίτερα επιβαρυμένη κατάσταση της υγείας της (έπασχε κατά τα ανωτέρω από καρκίνο του τραχήλου) και τον ελάχιστο χρόνο ζωής που της απέμενε, γι' αυτό και προέβη εσπευσμένα στην κατάρτιση του άνω πληρεξουσίου και της σχετικής σύμβασης εντολής προς τον εναγόμενο - εκκαλούντα για να αναλάβει το ποσό και να το διαχειριστεί για λογαριασμό του.
Ο τελευταίος έχοντας λάβει γνώση της άνω εντολής της Α. Δ. να αναλάβει για λογαριασμό του το ποσό της προθεσμιακής κατάθεσης, την οποία και εκτέλεσε όσο ακόμη ζούσε η εντολέας του, μετά το θάνατο της από ευγνωμοσύνη και ηθικό έναντι αυτής καθήκον, γνωρίζοντας ότι τελευταία επιθυμία της ήταν να έχει μία αξιοπρεπή κηδεία και ταφή, ανέλαβε όλα τα σχετικά έξοδα (κηδείας, ταφής, μνημοσύνων, εκταφής).
Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος - εκκαλών κατέβαλε, α) για τη δαπάνη τελετής της κηδείας της θανούσας θείας του το ποσό των 9.668,30 ευρώ προς τα Διεθνή Γραφεία Τελετών ..., β) για έξοδα μνημοσύνου της θείας του το ποσό των 948,30 ευρώ προς τα ίδια ως άνω Γραφεία Τελετών, γ) για την παράθεση γεύματος κατά το μνημόσυνο δαπάνησε το ποσό των 267,00 ευρώ, δ) για την αγορά στεφανιών για τη νεκρώσιμη ακολουθία δαπάνησε το ποσό των 150 ευρώ και για άλλες συναφείς δαπάνες της νεκρώσιμης ακολουθία το ποσό των 120 ευρώ, ε) για δικαιώματα των Δημοτικών Κοιμητηρίων του Δήμου Θεσσαλονίκης για την τριετή ταφή της δαπάνησε το ποσό των 940 ευρώ και στ) για δικαιώματα παράτασης της ταφής και ανακομιδής των οστών της δαπάνησε το ποσό των 139 ευρώ, ήτοι συνολικά για τις άνω αιτίες δαπάνησε το ποσό των 12.232,60 ευρώ.
Συνοψίζοντας όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, εφόσον ο εναγόμενος-εκκαλών συννόμως ανέλαβε το άνω ποσό για δικό του λογαριασμό και έγινε κύριος αυτού, με βάση τη σχετική εντολή που του δόθηκε από τη θεία του, δεν στοιχειοθετείται η επικαλούμενη στην αγωγή αδικοπρακτική του συμπεριφορά σε βάρος των εναγόντων - εφεσιβλήτων (ούτε άλλωστε και σε βάρος της εντολέως) και η αγωγή, που είναι ορισμένη και νόμιμη με έρεισμα τις διατάξεις των άρθρων 914, 932, 297, 298, 299, 330 ΑΚ, 375 παρ. 1 ΠΚ, 70 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη>.
Από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι αυτή αυτεπαγγέλτως έκρινε απαράδεκτα τα προσκομισθέντα εκπροθέσμως αποδεικτικά στοιχεία εκ μέρους των διαδίκων, χωρίς να λάβει υπόψη της τους υπό στοιχεία α και β ισχυρισμούς(ένσταση -αντένσταση) του αναιρεσίβλητου, ως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες όσον αφορά το υπό στοιχείο γ αναφερόμενα δεν συνιστούν <πράγματα> σύμφωνα με τα ανωτέρω .Επομένως οι εκ του άρθρου 559αρ 8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου559αρ 11 αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν .
Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι τα ακόλουθα έγγραφα: α) η από 29-11-2013 ένορκη προανακριτική εξέταση του μάρτυρος αποδείξεως και αδελφού του αναιρεσιβλήτου, Χ. Δ., ενώπιον του αρμοδίου προανακριτικού υπαλλήλου Α.Τ. Καστοριάς, β) η από 29-11-2013 ένορκη προανακριτική εξέταση της μάρτυρος κατηγορίας και συζύγου του αναιρεσιβλήτου, Χ.
Μ., ενώπιον του αρμοδίου προανακριτικού υπαλλήλου Α.Τ. Καστοριάς, γ) η από 27ης-8-2014 ένορκη προανακριτική εξέταση της μάρτυρος κατηγορίας και μητέρας του αναιρεσιβλήτου, Π. Δ., ενώπιον της κ. Πταισματοδίκου Καστοριάς, δ)τη από 1-4-2014 ένορκη προανακριτική εξέταση του μάρτυρος υπερασπίσεως και 13ου αναιρεσείοντος εξ ημών, Γ.
Χ., ενώπιον της κ. Πταισματοδίκου Θεσ/νίκης, ε) η από 24τΜ0-2013 Μήνυση του αναιρεσιβλήτου για το κατ' Άρθρον 224 ΠΚ προβλεπόμενο και τιμωρούμενο έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρος ενώπιον της κ. ΕισΠλημΚαστσριάς κατά της ενόρκως εξετασθείσης ενώπιον του ΠολΠρΚαστοριάς μάρτυρος αποδείξεως Ζ. Μ. και στ) το από 12πς-3-2015 Κλητήριο Θέσπισμα της κ.
ΕισΠλημΚαστοριάς δυνάμει του οποίου παραπέμπεται η ενόρκως εξετασθείσης ενώπιον του ΠολΠρΚαστοριάς μάρτυς αποδείξεως ημών, Ζ. Μ., να δικασθεί ενώπιον του ΤρΠλημΚαστοριάς για το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρος κατ' Άρθρον 224 ΠΚ ,τα οποία συνιστούν δικαστικά τεκμήρια ,καίτοι προσκομίσθηκαν απαραδέκτως μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης επί της άνω υπόθεσης και ρητά αμφισβητήθηκαν στα πλαίσια της εκκλήτου δίκης από αυτούς, καθώς και μολονότι δεν έγινε νόμιμη επίκλησή τους λήφθηκαν υπόψη από το εφετείο, προκειμένου να καταλήξει αυτό στην κρίση του .
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι των ανωτέρω εγγράφων έγινε νόμιμη επίκληση και προσαγωγή έτσι ώστε να προκύπτει η ταυτότητά τους (ΑΠ 151/2017) το πρώτον από τον αναιρεσίβλητο με τις προτάσεις που κατέθεσε στο ακροατήριο του εφετείου ,καθόσον αυτός έλαβε γνώση της κατάθεσης της άνω μάρτυρος όταν έλαβε αντίγραφα των πρακτικών του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 26-7-2013.Επίσης, από το δικόγραφο της προσθήκης-αντίκρουσης των αναιρεσειόντων προκύπτει ότι αυτοί αντέκρουσαν τα αναφερόμενα στα ανωτέρω έγγραφα, ισχυριζόμενοι ότι <ο αντίδικος έχει κάνει πραγματικά ας μας επιτραπεί η έκφραση <σημαία> την πραγματικά δικονομικά και ποινικά <ατυχή>........παραπομπή της μάρτυρος αποδείξεως Ζ.
Μ. την οποία πέτυχε με τις ψευδείς και συκοφαντικές αναπόδεικτες ως τέτοιες καταθέσεις της συζύγου και του αδελφού του ,οι οποίοι είναι <νεοφανείς> μάρτυρες ,οι οποίοι έλκουν συμφέροντα από την έκβαση της δίκης ,όπως είναι αυτονόητο > Από τις ανωτέρω δε παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης (περαιτέρω, προκύπτει ότι παραδεκτώς λήφθηκαν υπόψη της τα άνω έγγραφα από το εφετείο των οποίων έγινε επίκληση και προσκομίστηκαν το πρώτον ενώπιον του , μη απαιτουμένης ειδικής αιτιολογίας για τη λήψη αυτών υπόψη του (ΑΠ 12/2005),το δε εφετείο απέκρουσε τα αναφερόμενα σχετικά με την άνω αμφισβήτηση αυτών με την εξής αιτιολογία: <Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου, πέραν του περιεχομένου του ίδιου του πληρεξούσιου, στηρίζεται ιδίως στα ακόλουθα στοιχεία:
Στις από 27.08.2014 και από 29.11.2013 εκθέσεις ένορκης εξέτασης μάρτυρα των Π. Δ. (μητέρας του εναγομένου - εκκαλούντος) και Χ. Δ. (αδελφού του εναγόμενου - εκκαλούντος), που συντάχθηκαν η πρώτη ενώπιον της Πταισματοδίκη Καστοριάς και η δεύτερη ενώπιον του αρχιφύλακα του AT Καστοριάς Γ. Σ. ,στα πλαίσια της προκαταρκτικής εξέτασης που διατάχθηκε κατόπιν της μήνυσης που υπέβαλε ο εναγόμενος - εκκαλών κατά της μάρτυρα απόδειξης Ζ.
Μ. για ψευδορκία, οι οποίες κρίνονται αληθείς και οι καταθέτοντες σε αυτές αξιόπιστοι, δοθέντος και ότι έχουν ως επί το πλείστον ιδία αντίληψη των κρίσιμων γεγονότων οι δε καταθέσεις τους, σύμφωνα με τις οποίες η εντολή που δόθηκε από την εντολέα προς τον εντολοδόχο - εναγόμενο - εκκαλούντα, ήταν, όπως υπέπεσε στην αντίληψή τους ως αυτήκοων μαρτύρων από την ίδια την εντολέα, να λάβει για δικό του λογαριασμό ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, βρίσκονται σε αρμονία και με το λοιπό αποδεικτικό υλικό> και κατόπιν τα συνεκτίμησε ως δικαστικά τεκμήρια και για άμεση και πλήρη απόδειξη των αποδεικτέων γεγονότων μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία .Επομένως , ο εκ του λόγου 559αρ 11ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφενός μεν υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία κατά νόμο είναι ισοδύναμα, αφετέρου δε απόκειται σε αυτό να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα καθενός (ΑΠ 479/2010, ΑΠ 81/2007), ενόψει της κατά το άρθρο 340 του ΚΠολΔ αρχής της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που ο νόμος προσδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352 ΚΠολΔ) ή έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθ. 438 επ. 445 ΚΠολΔ). Επομένως στη περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας δώσει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, στο πλαίσιο της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθ. 340 του ΚΠολΔ) δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος και δη εκείνος από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1180/2017,ΑΠ593/2014,ΑΠ 1311/2010).
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων .Συγκεκριμένα ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα δέχθηκε το εφετείο ότι την 16-5-2009 η πληρεξουσιοδοτούσα μετέβη στο AT ... και παραπονέθηκε για την Ε Π., συνταγέντος του από 16-5-2009 ΑΔΣ αυτού, καίτοι από τα από 14-5-2009 και από 19-5-2009 πληρεξούσια των Σ/φων Θεσ/κης Ι.
Μ. και Ι. Σ. αντίστοιχα καθώς και της από 19-5-2009 ανάκλησης πληρεξουσίου της Σ/φου I. Σ., αυτής (πληρεξουσιοδοτουσας ) προκύπτει ότι συνετάγησαν στην οικία της ανωτέρω πληρεξουσιοδοτούσας επειδή αυτή ήταν μεγάλης ηλικίας και βαρύτατα ασθενής και μη δυνάμενη να μετακινηθεί εκτός της κατοικίας της όπως προβλέπεται από το άρθρο 4ν2830/2000<Κώδικας Σ/φων>, τα βεβαιούμενα δε από τους άνω Σ/φους αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τα άρθρα 440 και 441.
Επίσης παραπονούνται για το ότι δεν εκτίμησε το εφετείο τα σχετικά με την ποινική δικογραφία σε βάρος της Ζ Μ. κατ' άρθρο 270ΚΠοΛΔ αλλά το ίδιο με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Ο παραπάνω λόγος κατά το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον μόνο ως προς το γεγονός ότι οι άνω Σ/φοι μετέβησαν στην οικία της πληρεξιοδοτούσας προκειμένου να συντάξουν τα σχετικά έγγραφα υπάρχει πλήρης απόδειξη και όχι για την κατάσταση της υγείας της και δεν έχει κάποια επιρροή σχετικά με τα βεβαιούμενα στο έγγραφο του AT ...
όπου μετέβη η πληρεξουσιοδοτούσα ,προκειμένου να υποβάλει παράπονα για την Ε Π., το οποίο ομοίως συνιστά δημόσιο έγγραφο αμφότερα δε τα έγγραφα εκτιμώνται ελευθέρως από το δικαστήριο .Ως "προς το δεύτερο σκέλος του είναι ομοίως απορριπτέος αφού ,σύμφωνα με τα προαναφερθέντα το δικαστήριο της ουσίας δύναται να δώσει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα ,στο πλαίσιο της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος και δη εκείνος από τον αριθ 12 του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ (ΑΠ593/2014,ΑΠ 1311/2010).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικό περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 1/1995, ΟλΑΠ 57/1990). Στη περίπτωση δε της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει, πλην των ως άνω στοιχείων, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ., που ορίζει ότι "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", θεσπίζεται υπέρ του οφειλέτη και του δανειστή κανόνας αναγκαστικού δικαίου, με τον οποίο προσδιορίζεται ο τρόπος εκπλήρωσης της παροχής, συνακόλουθα και το μέγεθος αυτής, όπως απαιτεί η καλή πίστη δηλαδή η επιβαλλομένη, σε χρηστό και εχέφρονα άνθρωπο, ευθύνη στις συναλλαγές, σύμφωνα και με τα συναλλακτικά ήθη.
Λειτουργεί δε ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα και ως διορθωτική αυτών, στις περιπτώσεις που λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, συμπεριλαμβανομένων και των θεμελιωδών νομοθετικών μεταβολών, που επήλθαν μετά την υπογραφή της σύμβασης, μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο, και παρέχει στο δικαστήριο τη δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, κατ' απόκλιση από τα συμφωνημένα, να προσδιορίζει την παροχή που πρέπει να εκπληρωθεί, αυξομειώνοντας και διαμορφώνοντας το συμφωνημένο μέγεθος της, έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 1738/2014, ΑΠ 466/2013).
Παραβίαση δε των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ υπάρχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση ευθέως ή εμμέσως κενού ή ασάφειας ως προς τη δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή έννοια της δήλωσης βούλησης των συμβαλλομένων (ΑΠ 1909/2013).
Με τον τελευταίο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην απόφαση που προσβάλλεται η, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, πλημμέλεια ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 , 200,288 ΑΚ κατά την ερμηνεία του 9307/19-5-2008 πληρεξουσίου της Σ/φου Θεσ/κης Ι. Σ. δεχθείσα ότι αυτή(πληρεξουσιότητα) δόθηκε προκειμένου να δωρηθεί το ποσό των 203000 ευρώ στον εναγόμενο ως δωρεά εν ζωή ενώ αν ερμήνευε ορθά το περιεχόμενο αυτής θα έκρινε ότι η άνω πληρεξουσιότητα δόθηκε προς διαχείριση του άνω ποσού από τον εναγόμενο. Από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει με σαφήνεια ότι ερμηνεύουσα αυτή, κατά τα άρθρα 173 και 200ΑΚ>το επίδικο πληρεξούσιο και κρίνασα ότι δόθηκε στον εναγόμενο η εντολή να αναλάβει το άνω ποσό και να το διαχειρίζεται πλέον για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό και κατά την απόλυτη κρίση του ορθά ερμήνευσε αυτό , ενώ δεν παρέβη με την άνω ερμηνεία την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη .Επομένως , ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος .
Απορριπτομένης της ένδικης αίτησης αναίρεσης στο σύνολο της πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παρέστη και κατάθεσε προτάσεις και να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495ΚΠοΛΔ),λόγω της ήττας τους (176 ,183 ΚΠοΛΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-11-2016 αίτηση αναίρεσης κατά της 48/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτ Μακεδονίας Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος των αναιρεσειόντων που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ