Supreme Court allows appeal due to insufficient reasoning regarding employer liability for construction defects under Greek Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a Thessaloniki Court of Appeal decision regarding construction liability. The appellants argued that the lower court failed to determine whether the owners personally executed the excavation work or contracted it out, which is crucial for applying the relevant civil code provisions. The court held that the lower court's reasoning was inadequate because it did not distinguish between personal execution and contractual execution with retained supervision, rendering the application of the law legally unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court allows an appeal when the lower court's decision lacks sufficient reasoning to establish whether the owners personally executed the work or contracted it, as this distinction determines liability under the Civil Code.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 623 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 623/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Π. του Δ., 2) Δ. συζύγου Α. Π., το γένος Δ. Α., 3) Δ. Π. του Α. και 4) Α. Π. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παρασκευά Αρβανιτάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. συζύγου Δ. Δ., 2) Ε. Δ. του Δ. και 3) Σ. Δ. συζύγου Δ. Σ., κατοίκων ..., ως νομίμων κληρονόμων του αρχικώς εφεσιβλήτου Δ. Δ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Γιωγιό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-01-2008 αγωγή του αρχικώς διαδίκου Δ. Δ., των ήδη πρώτης και τρίτης αναιρεσιβλήτων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, με την υπ’ αριθμ. έκθ. κατάθεσης 5895/12-2-2009 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την υπ’ αριθμ. 8545/25-2-2010 πρόσθετη παρέμβαση προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19396/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 1578/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-10-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης, ανέγνωσε την από 9-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο ως άνω μοναδικός λόγος αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, δηλαδή αν από τις παραδοχές της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφάρμοσε, ιδίως δε αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ιδρύεται δε ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, όταν από τις παραδοχές της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί μη συνδρομής τούτων, η οποία (μη συνδρομή) αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Μάλιστα, ως προς την πληρότητα του λόγου αναιρέσεως, που περιγράφεται στο άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αυτός θα πρέπει να περιλαμβάνει: α) τις πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή τη μνεία ότι στερείται παντελώς αιτιολογίας, β) τον ισχυρισμό, ως προς τον οποίο υπάρχει έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση αιτιολογιών, καθώς και τη σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου.
Δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία του περιστατικού αυτού, αν πρόκειται για ελλιπή αιτιολογία, ποιά επί πλέον πραγματικά περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται (ή ως προς τί υπάρχει έλλειψη στο νομικό χαρακτηρισμό) και τέλος, αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, ποιές είναι αυτές.
Kαι βεβαίως πρέπει να επισημαίνεται ότι το σφάλμα της αποφάσεως αφορά σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως και να ανάγεται στα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου, όχι στην εκτίμηση και στάθμιση των αποδείξεων, δηλαδή στην επιχειρηματολογία, βάσει της οποίας καταλήγει το δικαστήριο στην κρίση περί συνδρομής ή μη των στοιχείων αυτής.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια, ο ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 330 εδ. 2 ΑΚ (μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές). Επομένως πρόκειται για αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εκάστοτε εξειδίκευση, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Όταν η ζημιογόνος συμπεριφορά συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, αμέλεια και συνακόλουθα υποχρέωση αποζημιώσεως υφίσταται μόνο όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαιτίου, προς ενέργεια της πράξεως που παραλείφθηκε, από το νόμο ή δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδίως από την προηγούμενη συμπεριφορά του (υπαίτιου), από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, η οποία επέβαλε τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλούμενου κινδύνου.
Τέλος, από τα άρθρα 922 και 681, 688-698 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργολάβος, ως μη ευρισκόμενος σε σχέση εξαρτήσεως, δεν θεωρείται προστηθείς του εργοδότη και επομένως δεν ευθύνεται κατά κανόνα για τα πταίσματα του εργολάβου κατά την εκτέλεση του έργου, εκτός αν ο εργοδότης έχει διαφυλάξει για τον εαυτό του τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου με την παροχή δεσμευτικών για τον εργολάβο εντολών και οδηγιών, οπότε ο εργολάβος ως υπακούων στις οδηγίες του θεωρείται προστηθείς του εργοδότη.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, στην περίπτωση της εκτελέσεως οικοδομικού έργου, ο κύριος του έργου υποχρεούται ο ίδιος να λάβει τα προαναφερόμενα μέτρα ασφαλείας για τα όμορα ακίνητα, ευθυνόμενος για την παράλειψή τους, όταν α) δεν έχει αναθέσει σε εργολάβο με σύμβαση έργου την εκτέλεση του όλου έργου ή β) έχει μεν αναθέσει σε εργολάβο την εκτέλεση του έργου, ο ίδιος όμως έχει επιφυλάξει με την εργολαβική σύμβαση για τον εαυτό του την επίβλεψη και τη διεύθυνση της εκτελέσεως με δεσμευτικές προς τον εργολάβο εντολές και οδηγίες, οπότε θεωρείται ως προστήσας τον εργολάβο στην εκτέλεση του έργου και γι’ αυτό ευθύνεται για το πταίσμα εκείνου κατά την εκτέλεση του έργου σύμφωνα με το άρθρο 922 ΑΚ.
Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι στην περίπτωση που ο κύριος οικοπέδου, στο οποίο προτίθεται να ανεγείρει οικοδομή, αναθέτει σε μηχανικό την εκπόνηση της μελέτης που απαιτείται για την έκδοση της σχετικής άδειας, καθώς επίσης και την επίβλεψη του έργου που πρόκειται να εκτελεσθεί, δεν τον καθιστά χωρίς άλλο και εργολάβο για την εκτέλεση του έργου υπό την έννοια των διατάξεων των άρθρων 681 επ.
ΑΚ. Γι’ αυτό και ευθύνεται για τη ζημία που θα προξενηθεί σε τρίτον (κύριο όμορου ακινήτου) κατά την εκτέλεση του έργου, αν παραλείψει να λάβει τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας, ανεξάρτητα από την παράλληλη ευθύνη του επιβλέποντος το έργο για τη ζημία που προκαλείται σε τρίτο κατά την εκτέλεσή του, αν και αυτός παραλείψει να λάβει τα ίδια ως άνω μέτρα ασφαλείας.
Αντίθετα, αν ο κύριος του έργου αναθέσει στο μηχανικό -συγχρόνως με τις ιδιότητες του μελετητή και επιβλέποντος- επί πλέον και την εκτέλεση αυτού, με σύμβαση που θα καταρτισθεί μεταξύ τους, χωρίς ωστόσο να επιφυλάξει για τον εαυτό του (με την εργολαβική σύμβαση) τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου με την παροχή δεσμευτικών για τον εργολάβο εντολών και οδηγιών, τότε πλέον υπόχρεος για τη λήψη των ανωτέρω μέτρων ασφαλείας για την εκτέλεση του έργου καθίσταται αποκλειστικά ο εργολάβος-μηχανικός, τόσο υπό την ιδιότητά του αυτή, όσο και εκείνη του επιβλέποντος το έργο, και γι’ αυτό ευθύνεται αποκλειστικά για τη ζημία που θα προκληθεί σε τρίτο κατά την εκτέλεσή του.
Σε μία τέτοια περίπτωση, ο εργοδότης (κύριος του έργου) απαλλάσσεται τόσο από την υποχρέωση λήψης των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας, όσο και από την ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται σε τρίτο, κύριο όμορου ακινήτου, εξαιτίας της μη λήψης από τον εργολάβο των μέτρων ασφαλείας.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ’ αριθ. εκθ. κατ. 4594/30.1.2008 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την οποία απηύθυναν κατά των ήδη αναιρεσειόντων, οι τότε ενάγοντες Δ. Δ., Α. συζ. Δ. Δ., Σ. Σ. και Δ.
Σ., ζήτησαν να αναγνωρισθεί (κατόπιν περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό) η υποχρέωση των εναγομένων προς αποζημίωσή τους για υλικές ζημίες, διαφυγόντα κέρδη και ηθική βλάβη, όπως τα μερικότερα ποσά εξειδικεύονται στην ένδικη αγωγή, επικαλούμενοι ότι το καλοκαίρι του 2003 οι εναγόμενοι, συνιδιοκτήτες όμορου με το δικό τους οικοπέδου, κατά την εκσκαφή αυτού προκειμένου να ανεγείρουν οικοδομή, προξένησαν βλάβη στη δική τους οικοδομή τους εξ αιτίας στατικών προβλημάτων που δημιουργήθηκαν σ’ αυτήν από την εκσκαφή.
Οι εναγόμενοι, ενόψει της αγωγής αυτής, άσκησαν την υπ’ αριθ. κατ. 5895/2009 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση κατά του Γ. Π., του μηχανικού που είχε αναλάβει για λογαριασμό τους τη μελέτη και επίβλεψη της οικοδομής, ο οποίος και παρενέβη προσθέτως υπέρ αυτών. Στο ίδιο δικόγραφο ένωσαν και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 19396/2012 απόφασή του: α) απέρριψε ως μη νόμιμη την προσεπίκληση και την ενωμένη μαζί της παρεμπίπτουσα αγωγή, καθώς και την παρέμβαση, β) απέρριψε την κύρια αγωγή ως αβάσιμη ως προς τους λοιπούς (πλην του πρώτου) ενάγοντες και γ) έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως προς τον πρώτο ενάγοντα, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλλουν αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ύψους 43.911,30 €, νομιμοτόκως από την άσκηση της αγωγής.
Κατά της αποφάσεως αυτής οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης την από 16.10.2012 και με αριθ. εκθ. κατ. 3908/16.10.2012 έφεσή τους αναφορικά με το κεφάλαιο της κύριας αγωγής. Ομοίως και οι ενάγοντες την από 04.10.2012 και με αριθ. εκθ. κατ. 3730/08.10.2012 έφεσή τους. Κατά τη διάρκεια της δίκης ενώπιον του Εφετείου απεβίωσε ο πρώτος ενάγων Δ.
Δ. και στη θέση του υπεισήλθαν οι κληρονόμοι του, ήδη αναιρεσίβλητες, σύζυγος και θυγατέρες. Επί των ανωτέρω αντιθέτων εφέσεων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπ’ αριθ. 1578/2014 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, κάνοντας εν μέρει δεκτές τις εφέσεις, εξαφάνισε την εκκαλούμενη και δικάζοντας την ουσία της υπόθεσης έκανε δεκτή την αγωγή εν μέρει ως προς τον πρώτο ενάγοντα και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων να καταβάλλουν εις ολόκληρον ο καθένας στις κληρονόμους του και ήδη αναιρεσίβλητες -κατά το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας- 42.453,80 ευρώ ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας τους και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Οι εναγόμενοι, αποκρούοντας την αγωγή, αρνήθηκαν ότι η ζημία των εναγόντων οφείλεται σε κάποια -από δική τους υπαιτιότητα- παράνομη πράξη ή παράλειψη, υποστηρίζοντας περαιτέρω ότι σε κάθε περίπτωση η ζημία στην όμορη οικία των εναγόντων οφείλεται σε παράλειψη του μηχανικού Γ. Π., στον οποίο είχαν αναθέσει τη σύνταξη της αρχιτεκτονικής μελέτης και τη μελέτη του φέροντος οργανισμού της οικοδομής τους, καθώς και την επίβλεψη της κατασκευής του έργου, στο οποίο περιλαμβανόταν και η κατεδάφιση της παλαιάς οικοδομής, χωρίς να έχουν επιφυλάξει για τον εαυτό τους τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου με την παροχή δεσμευτικών εντολών και οδηγιών.
Τον ίδιο αρνητικό ισχυρισμό επανέφεραν στο Εφετείο και ως ειδικό λόγο έφεσης, παραπονούμενοι για κακή εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το παράνομο της πράξεως ή παραλείψεώς τους, καθώς και την υπαιτιότητά τους για την πρόκληση της ζημίας. Η προσβαλλόμενη απόφαση, για τα ανωτέρω ζητήματα, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού σε περίπτωση που η ζημιογόνα πράξη ή παράλειψη δεν είναι παράνομη, καθώς και σε περίπτωση ελλείψεως υπαιτιότητας η αγωγή αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας απορρίπτεται, κρίνοντας επί της ουσίας δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα: "Ο πρώτος ενάγων, ιδιοκτήτης μιας τριώροφης οικοδομής στην οδό ..., κατοικούσε στην ως άνω οικοδομή μαζί με τους λοιπούς ενάγοντες που είναι σύζυγος, κόρη και γαμπρός του.
Το καλοκαίρι του 2003 οι εναγόμενοι, που είναι συνιδιοκτήτες του γειτονικού οικοπέδου άρχισαν εργασίες ανέγερσης οικοδομής στο οικόπεδό τους. Όμως τον χειμώνα του ίδιου έτους η οικοδομή του πρώτου ενάγοντος παρουσίασε κλίση προς τη νεοαναγειρόμενη οικοδομή των εναγομένων με σύγχρονη αποκόλληση από τη γειτονική οικοδομή, ενώ παράλληλα δημιουργήθηκαν ρωγμές σε πολλά σημεία της.
Για το λόγο αυτό ο πρώτος ενάγων προσέφυγε στην Πολεοδομία, η οποία με το υπ’ αριθ. ... έγγραφό της του απάντησε ότι διαπίστωσε προβλήματα στην οικοδομή, αλλά συγχρόνως δήλωσε δεν περιλαμβάνεται στην αρμοδιότητά της η ακριβής διάγνωση του μεγέθους και των αιτιών του προβλήματος. Στη συνέχεια, ο πρώτος ενάγων προσέφυγε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και ζήτησε τη διενέργεια συντηρητικής απόδειξης, για να διαγνωσθούν οι αιτίες εκδήλωσης της κλίσης της οικοδομής του, η στατική της επάρκεια, το είδος και η έκταση της ζημιάς αυτής και η δαπάνη τους.
Το ως άνω δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 21558/2004 απόφασή του, διέταξε τη διενέργεια συντηρητικής πραγματογνωμοσύνης ... Μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης, οι εναγόμενοι κατέθεσαν στο Τμήμα Περιβαλλοντικής Υγιεινής της Διεύθυνσης Υγείας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης την από 7-12-2004 αίτησή τους, με την οποία κατήγγειλαν ότι υπήρχαν στάσιμα νερά (λύματα) μέσα στο υπόγειο της δικής τους οικοδομής, τα οποία προέρχονταν από το αποχετευτικό δίκτυο της οικοδομής του πρώτου ενάγοντος.
Ακολούθως, διαπιστώθηκε ότι η οικοδομή του πρώτου ενάγοντος είχε υποστεί καθίζηση, η οποία προκάλεσε ρηγματώσεις. Η αιτία της καθίζησης αυτής ήταν η χαλάρωση του εδάφους που προέκυψε από την εκσκαφή για την κατασκευή της όμορης σε αυτή οικοδομής της ιδιοκτησίας των εναγόντων. Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε ο πραγματογνώμονας Σ.
Μ. που βεβαιώνει ότι η αιτία της καθίζησης του πεδίλου της οικοδομής των εναγόντων και των υπολοίπων βλαβών του κτιρίου είναι η εκσκαφή του όμορου οικοπέδου...". Στη συνέχεια η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε αιτιολογίες για την απόρριψη ως ουσιαστικά αβασίμων των ισχυρισμών των εναγομένων ότι: α) η ζημία οφείλεται σε σεισμική δόνηση που είχε λάβει χώρα την εποχή εκείνη στην περιοχή και β) τα αίτια που προκάλεσαν τη χαλάρωση των εδαφών αιτία είχαν τις αποχετεύσεις της οικοδομής του πρώτου ενάγοντος.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, αφού περαιτέρω δέχθηκε ότι θετική ζημία του πρώτου ενάγοντος ανέρχεται σε 35.553,80 ευρώ, τα διαφυγόντα κέρδη σε 3.900 ευρώ και η ανάλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης σε 3.000 ευρώ, έκανε δεκτές εν μέρει τις αντίθετες εφέσεις και, δικάζοντας την ουσία της υποθέσεως, αναγνώρισε ότι οι κληρονόμοι του πρώτου ενάγοντος δικαιούνται να λάβουν από τους εναγομένους συνολικά 42.453,80 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Ωστόσο, υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του ανεπαρκείς αιτιολογίες για το παράνομο της ζημιογόνας συμπεριφοράς των εναγομένων (κατεδάφιση της παλιάς οικοδομής και εκσκαφή για την ανέγερση νέας) και τον πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ αυτής και του επελθόντος αποτελέσματος (ζημίας).
Επιπρόσθετα ουδόλως διέλαβε αιτιολογίες περί της υπαιτιότητας των εναγομένων και συγκεκριμένα περί του αν ενήργησαν από δόλο ή αμέλεια και στην τελευταία περίπτωση σε τι ακριβώς συνίσταται η αμέλειά τους. Αναφορικά με τη ζημιογόνο συμπεριφορά των εναγομένων η προσβαλλόμενη απόφαση περιορίζεται στην αόριστη αναφορά ότι "...η αιτία της καθίζησης του πεδίλου της οικοδομής των εναγόντων και των υπολοίπων βλαβών του κτιρίου είναι η εκσκαφή του όμορου οικοπέδου...".
Με την αναφορά αυτή συνδέεται μεν αιτιωδώς η ζημία (καθίζηση) με την πράξη των εναγομένων (εκσκαφή), πλην όμως δεν διευκρινίζεται περαιτέρω αν η ζημιογόνος συμπεριφορά των εναγομένων συνίσταται σε κάποια υπαίτια και παράνομη θετική πράξη η οποία απαγορεύεται από το νόμο (λ.χ. εκσκαφή σε βάθος μεγαλύτερο από το επιτρεπόμενο) ή σε κάποια παράλειψη των κανόνων ασφαλείας (λ.χ.
μη λήψη αναγκαίων μέτρων αντιστήριξης του εδάφους) και στην τελευταία περίπτωση αν υπήρχε υποχρέωση των εναγομένων προς ενέργεια της πράξεως που παραλείφθηκε από το νόμο ή δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αναφορικά δε με το ζήτημα της υπαιτιότητας των εναγομένων ουδεμία αιτιολογία διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της που αποτελεί το αιτιολογικό της.
Έτσι δεν προκύπτουν καθόλου τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για το παράνομο της πράξης και την υπαιτιότητα των εναγομένων, ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Όλα δε τα ανωτέρω αναφέρονται σε στοιχεία της αγωγικής βάσεως, θεμελιωτικά του επιθετικού ισχυρισμού των εναγόντων περί προσωπικής ευθύνης των εναγομένων και υπό την έννοια αυτή συνιστούν ζητήματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Επί αδικοπραξίας, το αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως, δηλαδή των αιτιολογιών της αποφάσεως, θα πρέπει να καλύπτει, πλην άλλων, και την υπαιτιότητα του φερόμενου ως δράστη αλλά και τον αιτιώδη σύνδεσμο της πράξεως ή παραλείψεώς του με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα. Στην προκείμενη περίπτωση ελλείπουν παντελώς οποιαδήποτε στοιχεία, κρίσιμα για τη νομική και ουσιαστική θεμελίωση της ένδικης αγωγής, τα οποία να συνδέονται με την ευθύνη των εναγομένων στην επέλευση της ζημίας των εναγόντων, δικαιολογούντα την αδικοπρακτική ευθύνη αυτών είτε αυτοτελώς είτε ως προστησάντων εξ αιτίας των υπαίτιων ενεργειών ή παραλείψεων του (προστηθέντος) εργολάβου μηχανικού, στον οποίο κατά τους ισχυρισμούς τους ανέθεσαν τη μελέτη και την επίβλεψη κατεδαφίσεως της οικοδομής τους.
Σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, ο κύριος του έργου υποχρεούται ο ίδιος να λάβει τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας για τα όμορα ακίνητα, ευθυνόμενος για την παράλειψή τους, όταν α) δεν έχει αναθέσει σε εργολάβο με σύμβαση έργου την εκτέλεση του όλου έργου ή β) έχει μεν αναθέσει σε εργολάβο την εκτέλεση του έργου, ο ίδιος όμως έχει επιφυλάξει με την εργολαβική σύμβαση για τον εαυτό του την επίβλεψη και τη διεύθυνση της εκτελέσεως με δεσμευτικές προς τον εργολάβο εντολές και οδηγίες, οπότε θεωρείται ως προστήσας τον εργολάβο στην εκτέλεση του έργου και γι’ αυτό ευθύνεται για το πταίσμα εκείνου κατά την εκτέλεση του έργου σύμφωνα με το άρθρο 922 του ΑΚ.
Εν προκειμένω, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογείται αν οι εναγόμενοι, κύριοι του έργου της εκσκαφής, εκτέλεσαν αυτό μόνοι τους (αναθέτοντας σε μηχανικό απλώς την εκπόνηση της μελέτης, την έκδοση άδειας και την επίβλεψη) ή αν ανέθεσαν την εκτέλεσή του με σύμβαση έργου είτε στον μηχανικό είτε σε τρίτον εργολάβο χωρίς ωστόσο να επιφυλάξουν για τον εαυτό τους (με την εργολαβική σύμβαση) τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου με την παροχή δεσμευτικών για τον εργολάβο εντολών και οδηγιών.
Αντίθετα, για να είχε νόμιμη βάση, με την έννοια των επαρκών αιτιολογιών, η προσβαλλόμενη απόφαση όφειλε (ενόψει και των προεκτεθέντων ισχυρισμών των εναγομένων) να εξειδικεύσει επακριβώς αν το έργο επιχειρήθηκε από τους ίδιους προσωπικά και στην περίπτωση αυτή σε τι ακριβώς συνίσταται η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψή τους και αν αυτή υπήρξε υπαίτια ή αν η κατασκευή του ανατέθηκε με σύμβαση έργου στο μηχανικό που εκπόνησε τη μελέτη, εξέδωσε την άδεια και είχε την επίβλεψή του, αναφέροντας μάλιστα το περιεχόμενο της συμβάσεως και ιδίως αν οι ενάγοντες είχαν ή όχι επιφυλάξει για τον εαυτό τους τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου με την παροχή δεσμευτικών για τον εργολάβο εντολών και οδηγιών.
Επομένως, με τις ανωτέρω αιτιολογίες, η προσβαλλόμενη απόφαση κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 914 και 922 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρ. 681, 688- 691 ΑΚ. Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι βάσιμος.
Γι’ αυτό πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ οι αναιρεσίβλητοι που νικήθηκαν πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα των τελευταίων, όπως στο ειδικότερα διατακτικό αναφέρεται (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτούς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 1578/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτούς. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ