Legislator Case Law & Legislation
623/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on adverse possession of mixed agricultural and forest land.

Case Number 623/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the First Instance Court's judgment regarding adverse possession of disputed land. The State argued that the lower court erred in finding good faith possession over a period exceeding thirty years, which is required for acquiring ownership under the Byzantine-Roman law system applicable at the time. The court rejected this claim, affirming that the lower court correctly established continuous, open, and good-faith possession by the defendants' predecessors, thereby validating the acquisition of title through adverse possession.

Legislator headnote

AI generated

ν. 8 παρ. 1 κωδ.; ν. 9 παρ. 1 Πανδ.; ν. 2 Παρ. 20 Πανδ.; ν. 6 παρ. Πανδ.; ν. 76 παρ. 1 (Πανδ. 18.1); ν. 7 παρ. 3 Πανδ.; ν. 20 παρ. 12 πανδ.; ν. 27 πανδ.; άρθρα 18 και 21 του ν. 3 β.δ/τος 17/29-Ι 1ί836; 21 του από 21-6-1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων": Good faith possession exceeding thirty years constitutes a valid mode of acquiring ownership under the applicable Byzantine-Roman law system, provided the possession is continuous and the possessor genuinely believes they are not infringing on a third party's rights.

Keywords

AI generated
adverse possession good faith possession Byzantine-Roman law mixed land ownership continuous possession title acquisition property rights

Cited Legislation

AI generated
ν. 8 παρ. 1 κωδ.
Επειδή, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν.
ν. 9 παρ. 1 Πανδ.
(7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14) ν.
ν. 2 Παρ. 20 Πανδ.
(50.14) ν. 2 Παρ. 20 Πανδ. (41.4) ν.
ν. 6 παρ. Πανδ.
(41.4) ν. 6 παρ. Πανδ. (44.3), ν.
ν. 76 παρ. 1 (Πανδ. 18.1)
(44.3), ν. 76 παρ. 1 (Πανδ. 18.1), ν.
ν. 7 παρ. 3 Πανδ.
18.1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση, κατ άρθρ.
ν. 20 παρ. 12 πανδ.
ν. 27 πανδ.
άρθρα 18 και 21 του ν. 3 β.δ/τος 17/29-Ι 1ί836
21 του από 21-6-1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων"

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 623 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 623/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κων/νο Χρέπα Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Των αναιρεσίβλητων: 1. .... και 2. ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σαλώμη Δερμάτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5566/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1108/2004 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-3-2005 αίτησή τους και τους από 12-5-2005 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 17-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της 1108/2004 απόφασης του Εφετείου Πειραιά. Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14) ν. 2 Παρ. 20 Πανδ. (41.4) ν. 6 παρ. Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 (Πανδ. 18.1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση, κατ άρθρ. 51 ΕισΝΑΚ, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν άσκησης νομής, ως τέτοιας νοούμενης της άσκησης σ' αυτό εμφανών και συνεχών πράξεων που εκδηλώνουν βούληση εξουσίασης του νομέα πάνω στο ακίνητο, όπως καλλιέργεια, πωλήσεις τμημάτων του σε τρίτους, οριοθετήσεις, καταμετρήσεις και άλλες πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου, με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής τον πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, γεγονός που συνάγεται από το δικαστήριο της ουσίας, ενόψει της φύσης της καλής πίστης ως ενδιάθετης κατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ. (5.8), 27 πανδ. (18.1),και διάνοια κυρίου σε χρονικό διάστημα μίας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στον χρόνο της ίδιας του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 τον ν. της 21.613-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, όπως είναι και τα δάση τα οποία είναι εθικά (εκτός των διαλαμβανομένων στα άρθρα 1 και 2 του από 17-11/112-1836 Β.Δ/τος, τα οποία θεωρούνται ως ιδιωτικά υπό τις στο άρθρο 3 τον εν λόγω Β.Δ/τος προϋποθέσεις), εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις του νόμου ΔΞ:Η/11912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926 και του άρθρου 21 του ν.

δ. της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 τον αν. ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" και διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή τον ΑΚ με το άρθρο 53 Εισ Ν. αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων τον Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία πάνω σ' αυτά.

Εξάλλου, από τις προαναφερόμενες διατάξεις περί κτήσης κυριότητας επί δημοσίων δασών με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντορωμαϊκού δικαίου, προκύπτει ότι δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν έννομη επιρροή επί της κυριότητας που αποκτήθηκε με τη συμπλήρωση τριακονταετίας μέχρι 11-9-1915, οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 37 α.ν.1539/1938, με τις οποίες ορίζεται ότι επί δημοσίων γενικά δασών, νομέας θεωρείται το Δημόσιο και ότι κανένας δεν μπορεί να αποκτήσει νομή με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή με οποιοδήποτε άλλη πράξη.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή τον δέχθηκε ανελέγκτως ότι τα επίδικο ακίνητο, το οποίο δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε προ της Ελληνικής ανεξαρτησίας ιδιωτική περιουσία Οθωμανών ή κτήση του Τουρκικού Κράτους, ούτε ότι περιήλ9ε στην κυριότητα τον αναιρεσείοντος κατά τα άρθρα 1,2, και 3 του από 17-11-1836 β.βδ/τος "περί ιδιωτικών δασών", αποτελείται από εννέα (9) επί μέρους εδαφικά τμήματα, τα πέντε πρώτα των οποίων, συνολικής έκτασης 27.781 τ.μ, έχουν αγροτικό χαρακτήρα, ενώ τα υπόλοιπα τέσσερα, συνολικής έκτασης 40.277 τ.μ., έχουν δασικό χαρακτήρα.

Τούτο νέμονται και κατέχουν με διάνοια συγκυρίων οι ενάγοντες -ήδη αναιρεσίβλητοι, ο καθένας κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, συνεχώς μέχρι σήμερα από το έτος 1988, όταν η θεία τους ....., η οποία υποσχέθηκε να πωλήσει και μεταβιβάσει σ' αυτούς κατά τα ανωτέρω εξ αδιαιρέτου ποσοστά στον καθένα με το αναφερόμενο συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, το παραχώρησε άτυπα σ αυτούς.

Μέχρι τότε το κατείχε η ίδια με διάνοια, κυρίας συνεχώς από το 1961, ως νομέας της κληρονομίας της αποβιώσασας, στις 13-3-1961,θείας της ..... το γένος X1 η οποία άσκησε την φυσική εξουσία επ' αυτού με διάνοια κυρίας από 19-1-1961 έως 13-3-1961, ως νομέας της κληρονομίας της αδελφής της ..... η οποία απεβίωσε στις 19-1-1961.Η τελευταία νεμόταν το επίδικο από το 1920 έως τον θάνατό της με καλή πίστη.

Σ' αυτήν παραχωρή8ηκε η νομή τον από τη μητέρα της ....συζ. X1 η οποία ασκούσε όλες τις προσιδιάζουσες στο ακίνητο διακατοχικές πράξεις με καλή πίστη, συνεχώς από το 1915, οπότε της παραχωρήθηκε η νομή του από τον σύζυγό της X1, με το .... συμβόλαιο τον συμβολαιογράφου Αθηνών .... που μεταγράφηκε νόμιμα, μέχρι το 1920.

Από το 1898 έως το 1915 καλόπιστος νομέας τον ακινήτου υπήρξε ο X1 , στον οποίο παραχωρήθηκε η νομή του στις 18-11-1898, από τον ..... με το .... συμβόλαιο τον συμβολαιογράφου Αθηνών ...., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο οποίος κατείχε καλόπιστα το επίδικο, με διάνοια, κυρίου, από Ι7-10-1898. Σ' αυτόν περιήλθε η νομή από αγορά, δυνάμει του.....

συμβολαίου του συμβολαιογράφου ..... που μεταγράφηκε νόμιμα, από τον .... ο οποίος υπήρξε καλόπιστος νομέας του ακινήτου συνεχώς από το 1870, οπότε απεβίωσε ο πατέρας του ..., στην κληρονομία του οποίου αναμίχθηκε. Ο τελευταίος ασκούσε όλες τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν σ' αυτό(καλλιέργεια αγροτικών τμημάτων, επίβλεψη δασικών, με καλή πίστη συνεχώς τουλάχιστον από το 1840).Το επίδικο ακίνητο περιμάνδρωσε το έτος 1898 ο X1 , ο οποίος το 1900 έκτισε στο κέντρο περίπου του όλου ακινήτου ιδιωτική εκκλησία, την οποία ονόμασε ".....",φύτεψε πεύκα, σχηματίζοντας μία πευκόφυτη αλέα στο κέντρο σχεδόν του όλου ακινήτου, από την εκκλησία προς την εντός αυτού ανεγερθείσα, περίπου το 1900, έπαυλη, που κείται στο νοτιοδυτικό άκρο τον όλου ακινήτου και αποτελείται από την κύρια οικία, τρία βοηθητικά κτίσματα, αλώνι, στέρνα αποθήκευσης όμβριου ύδατος, αποθήκες, στάβλους και κοτέτσια, τα οποία υπάρχουν και σήμερα.

Ο X1 ονόμασε το όλο ακίνητο .... ,όπως είναι έκτοτε γνωστό στην κοινωνία των .... Το αγροτικό μέρος τον ακινήτου καλλιεργείται από τους ενάγοντες και τους προαναφερθέντες αμέσους, απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους τους, από τον καθένα εξ αυτών κατά το αναφερόμενο αντίστοιχο χρονικό διάστημα μέχρι σήμερα.

Συγκεκριμένα αυτοί καλλιεργούσαν τα υφιστάμενα ελαιόδεντρα, που κατά κύριο λόγο καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος του αγροτικού ακινήτου, διάφορα οπωροφόρα δένδρα (λεμονιές, πορτοκαλιές, αχλαδιές, μουριές, δαμασκηνιές, φιστικιές) και συγκόμιζαν τους καρπούς τους. Επίσης προέβαινα στην καλλιέργεια σίτου, αμπελώνα και στη συγκομιδή της παραγωγής τους.

Το αγροτικό τμήμα του επιδίκου στη δεκαετία τον 1930 υπήρξε "υποδειγματικός αγρός" απολαμβάνοντας τα σχετικά προνόμια, όπως δανειοδότηση από την αγροτική Τράπεζα με ευνοϊκούς όρους, δωρεάν παροχή γεωργικών εργαλείων και χημικών λιπασμάτων, λόγω του ιδιαίτερα γόνιμου εδάφους του. Οι ίδιοι προέβαινα στην οριοθέτηση και περίφραξη του δασικού τμήματος, μαζί με το αγροτικό, με το οποίο αποτελούν ένα ενιαίο ακίνητο αφού τουλάχιστον ένα δασικό τμήμα περικλείεται από το αγροτικό μέρος, καθώς και στην επίβλεψη και την γενικότερη φροντίδα αυτού.

Έτσι, με την συμπλήρωση αδιάλειπτης καλόπιστης νομής επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριακονταετίας μέχρι 11-9-1915,οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων απέκτησαν σε κάθε περίπτωση με έκτακτη χρησικτησία την κυριότητα όλου του επιδίκου (και του δασικού τμήματος), το οποίο έκτοτε, ως ιδιωτική ιδιοκτησία, συνέχισε να είναι δεκτικό χρησικτησίας και μετά την ως άνω ημερομηνία.

Οι δε ενάγοντες συμπληρώνοντας 20 και πλέον έτη αδιάλειπτης νομής επί τον επιδίκου, με συνυπολογισμό του δικού τους χρόνου χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπάρόχων τους, απέκτησαν την κυριότητα αυτού, κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με έκτακτη χρησικτησία.

Επομένως, το Εφετείο, που δέχθηκε, με βάση τις παραδοχές αυτές, ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπο των απώτερων ως άνω δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων πρωτότυπος τρόπος κτήσης της κυριότητας, ήτοι έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με το τότε ισχύον νομικό καθεστώς, ορθώς έκρινε, διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες για, την άσκηση επί του επιδίκου αδιάλειπτης νομής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου και με τους αναγραφόμενους σ' αυτήν τίτλους διαδοχικά από τους απώτερους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων καθ΄ όλο το χρονικό διάστημα από το 1840 έως και το 1915, ήτοι επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριακονταετίας, με επαρκή προσδιορισμό τόσο της καλής πίστης, όσο και των διακατοχικών πράξεων αυτών και των αναιρεσιβλήτων, όπως αυτές ανωτέρω αναφέρονται, και στις οποίες ορθώς περιλαμβάνονται οι ανωτέρω αναφερόμενες σχετικές με τις δασικές εκτάσεις, ώστε να μην καθίσταται αδύνατος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής των παραπάνω αναφερόμενων διατάξεων του προϊσχύσαντος βυζαντορωμαϊκού δικαίου, καθώς και των διατάξεων των άρθρων 973,999,1000,1113,1045,1051ΑΚ,3 β.δ/τος 17/29-Ι 1ί836, 21 του από 21-6-1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων",τις οποίες δεν παραβίασε.

Συνεπώς είναι αβάσιμοι οι δύο λόγοι αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 τον άρθρον 559ΚΠολΔ και ο μοναδικός πρόσθετος λόγος από τον αριθ.l9 τον ίδιου άρθρου, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για ευθεία παράβαση των ανωτέρω διατάξεων και για έλλειψη νόμιμης βάσης επί του ζητήματος της συνδρομής του στοιχείου της καλής πίστης στους απώτερους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων και στην άσκηση από μέρους τους διακατοχικών πράξεων, τόσο στα αγροτικής φύσης τμήματα τον επιδίκου, όσο και στα δασικής φύσης αντίστοιχα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-3-2005 αίτηση αναίρεσης και τους από 12-5-2005 πρόσθετους λόγους του Ελληνικού Δημοσίου της 1108/2004 απόφασης του Εφετείου Πειραιά.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ