Legislator Case Law & Legislation
623/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds when legal regime and factual circumstances remain unchanged between prior and current proceedings.

Case Number 623/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a service allowance adjustment. The State argued that prior ministerial decisions applied to different personnel categories, but the Court found the legal regime and factual circumstances regarding the specific employee had not changed since the earlier final judgment. Consequently, the principle of res judicata barred a different ruling on the same legal issue and time period.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321, 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata applies to subsequent proceedings between the same parties regarding the same legal issue when the legal regime and factual circumstances have not changed, thereby excluding a different judicial decision.

Keywords

AI generated
res judicata final judgment legal regime factual circumstances service allowance administrative appeal same parties

Cited Legislation

AI generated
Articles 321, 322, 324 and 331 of the Code of Civil Procedure
Article 135 paragraph 4 of Law 2594/1998
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 34/1992
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 623 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 623/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζη-πανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και Οικονομίας. Εκπροσωπήθηκε στην παρούσα δίκη από την πληρεξούσιά του δικαστική αντιπρόσωπο Γαρυφαλιά Σιάνη, Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου : Ψ, υπαλλήλου του Υπουργείου Εξωτερικών στην Πρεσβεία της Ελλάδας στο ..., κατοίκου.... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Νοεμβρίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1508/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 7016/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6 Φεβρουαρίου 2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής,

διάβασε την από 4 Οκτωβρίου 2005 έκθεση του Αρεοπαγίτη Γεώργιου Αμελαδιώτη που κωλύεται να μετάσχει στη σημερινή σύνθεση, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολό της, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψη και κάθε πλευρά την καταδίκη της αντίδικης στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεδικασμένο από τελεσίδικη δικαστική απόφαση παράγεται και όταν το αντικείμενο της δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό εκείνου της δίκης, που προηγήθηκε, πλην όμως έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος, που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό, το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση.

Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει, αν, κατά τον κρίσιμο χρόνο για τη μεταγενέστερη δίκη, έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος ή των πραγματικών περιστατικών, στα οποία στηρίζεται το δικαίωμα, αφού τότε υπάρχει μεταβολή της νομικής ή ιστορικής αιτία, ενώ ο κανόνας αυτός ισχύει, αν η μεταβολή έχει χωρήσει κατά τη διάρκεια του κριθέντος χρονικού διαστήματος κατά την προηγούμενη δίκη, καλυπτόμενη τότε από το δεδικασμένο, το οποίο ακριβώς ως εκ της εννοίας του, παράγεται και από εσφαλμένη κατά το νομικό ή πραγματικό μέρος της δικαστική απόφαση (Ολ.

Α.Π. 34/1992). Εξάλλου, με το άρθρο 135 παρ. 4 του νέου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (........) που κυρώθηκε με το Ν. 2594/1998 και άρχισε να ισχύει από 24-3-1998, ορίζεται ότι στο προσωπικό του ΥΠΕΞ, που υπηρετεί στην αλλοδαπή, παρέχεται και επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής ανάλογο με τον κλάδο και τον βαθμό του, για την αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα, το επίδομα δε αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσών που ορίζονται για τα οικογενειακά βάρη και την στέγαση.

Η ως άνω διάταξη είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 131 παρ. 10 του παλαιού Οργανισμού του ΥΠΕΞ (Ν. 419/1976), που ίσχυε μέχρι την 23-3-1998. Σε αντίθεση όμως με τα άρθρα 68 και 69 του Οργανισμού αυτού, που προέβλεπαν την χορήγηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής και στους προσλαμβανόμενους με σχέση ιδιωτικού δικαίου ιδιαίτερους γραμματείς και βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας, ο νέος Οργανισμός αποκλείει με τις ρυθμίσεις του άρθρου 129 αυτού την παροχή του άνω επιδόματος στους προσλαμβανόμενους με σχέση ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους των αρχών του εξωτερικού.

Ειδικότερα, η παρ. 2 του άνω άρθρου 129 ορίζει ότι στις θέσεις ιδιαιτέρων γραμματέων, διερμηνέων και μεταφραστών, καθώς και του βοηθητικού και υπηρετικού προσωπικού των αρχών του εξωτερικού προσλαμβάνονται επιτοπίως, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μόνιμοι κάτοικοι της χώρας, στην οποία εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή και ότι η πρόσληψη αυτών γίνεται, κατόπιν προτάσεως του προϊσταμένου της αρχής, με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών και Οικονομικών, με την οποία καθορίζεται και το ύψος της αντιμισθίας τους, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής, αφού ληφθούν υπόψη οι τοπικές συνθήκες της αγοράς εργασίας.

Για τους υπαλλήλους αυτούς, άρα, που δεν έχουν βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία με τους μονίμους υπαλλήλους του ΥΠΕΞ και είναι μόνιμοι κάτοικοι της χώρας, στην οποία εδρεύει η αρχή που τους προσέλαβε, δεν προβλέπεται, αλλά και δεν δικαιολογείται η παροχή του εν λόγω επιδόματος, εφόσον μάλιστα η αντιμισθία αυτών καθορίζεται με βάση τις τοπικές συνθήκες της αγοράς εργασίας.

Για τον λόγο αυτό άλλωστε προβλέπεται στην παρ. 5 του ίδιου άρθρου ότι οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου (2594/1998) υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την λήξη του και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, ειδικά δε για όσους απ' αυτούς ελάμβαναν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, το ύψος τούτου μπορεί να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής, στην οποία υπηρετούν.

Ενόψει αυτών παρέπεται ότι το βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας με σχέση ιδιωτικού δικαίου, που δεν εδικαιούτο την προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για στέγαση υπό το νομικό καθεστώς του παλαιού Οργανισμού του ΥΠΕΞ (Ν. 419/1976) δεν δικαιούται την προσαύξηση αυτή ούτε υπό το νομικό καθεστώς του νέου Οργανισμού του ΥΠΕΞ, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 129 παρ. 5 τούτου.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο την 2.10.1992 με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, ως κλητήρας της Πρεσβείας της Ελλάδος στη ...

της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της ..., όπου υπηρετεί συνεχώς από τότε, αμειβόμενος με μηνιαία αποζημίωση αντίστοιχη του μισθού εσωτερικού κλητήρα Α' τάξεως της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών, καθώς και με το παρεχόμενο στους υπαλλήλους του κλάδου αυτού επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής. Με την από 2.12.1998 προηγούμενη αγωγή του ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 33.600 δολαρίων ΗΠΑ και 16.005 ECU ή το ισάξιο αυτών σε δραχμές κατά την η μέρα της καταβολής για προσαύξηση στεγάσεως επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1993 μέχρι 31-12-1998.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 9065/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε τελεσίδικα ότι η ανωτέρω αγωγή ήταν νόμω αβάσιμη για το χρονικό διάστημα από 1.1.1993 μέχρι 23.3.1998, διότι, υπό την ισχύ του Ν. 419/1976 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών υπουργικών αποφάσεων, οι προσαυξήσεις του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, λόγω τέκνων και δαπανών στεγάσεως, παρασχέθηκαν μόνο για τους μονίμους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, τους συνδεόμενους με το Ελληνικό Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου και όχι για τους εργαζόμενους σ' αυτό με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όπως είναι και ο ενάγων.

Για το μεταγενέστερο όμως χρονικό διάστημα από 24.3.1998, που άρχισε να ισχύει ο Ν. 2594/1998, μέχρι 31.12.1998 η αγωγή ήταν νόμιμη, διότι το άρθρο 135 παρ. 4 του τελευταίου αυτού Νόμου δεν κάνει καμιά διάκριση μεταξύ εργαζομένων στην αλλοδαπή υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου για την προσαύξηση του άνω επιδόματος, λόγω τέκνων και στεγάσεως, την οποία, άρα, δικαιούνται υπό την ισχύ του Ν. 2594/1998 όλοι όσοι λαμβάνουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής.

Ακολούθως, με την ανωτέρω 9065/2002 απόφαση έγινε δεκτό ότι ο ενάγων δικαιούται την προσαύξηση επί του καταβαλλόμενου σ' αυτόν επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, λόγω στεγάσεως για το χρονικό διάστημα από 24.3.1998 μέχρι 31-12-1998 και του επιδίκασε για την αιτία αυτή το ποσό των 5.173 ευρώ. Με αυτά τα δεδομένα το Εφετείο κατέληξε με την προσβαλλόμενη απόφασή του στο συμπέρασμα ότι από την παραπάνω τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο για το δικαίωμα του ενάγοντος να λαμβάνει την ανωτέρω προσαύξηση υπό την ισχύ του Ν. 2594/1998 και επιδίκασε σ' αυτόν την εν λόγω προσαύξηση επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για μέρος του επιδίκου χρονικού διαστήματος (από 19.11.1999 μέχρι 31-12-2001), κατά παραδοχή της ενστάσεως του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου για παραγραφή των σχετικών αξιώσεων του υπολοίπου διαστήματος.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν δέχθηκε κατά παράβαση του νόμου ότι υπάρχει δεδικασμένο, αφού η ανωτέρω 9065/2002 απόφαση, ανεξαρτήτως της ορθότητα της δοθείσης λύσης επί του προεκτεθέντος νομικού ζητήματος, παράγει δεδικασμένο στη μεταγενέστερη μεταξύ των ιδίων διαδίκων δίκη, κατά την οποία ζητείται η ίδια ως άνω προσαύξηση για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο δεν μεταβλήθηκαν τα λοιπά, πλην του χρόνου, περιστατικά και συγκεκριμένα, δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος ή των πραγματικών περιστατικών, στα οποία στηρίζει ο αναιρεσίβλητος το επικαλούμενο δικαίωμά του με συνέπεια το δεδικασμένο αυτό - που αναπληρώνει τη νομική βασιμότητα των ενδίκων αξιώσεων - να αποκλείει τη διαφορετική κρίση επί του ως άνω ζητήματος στην προκείμενη μεταγενέστερη δίκη.

Σημειώνεται ότι οι αποφάσεις με αριθμούς 083/-ΕΥΑ/ΑΣ 10363/22-12-1999 και 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/-22.1.2001 των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης Εξωτερικών και Οικονομικών, που επικαλείται το αναιρεσείων Ελληνικό Δημόσιο, αφορούν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, που χορηγήθηκε με βάση τη διάταξη του άρθρου 135 παρ. 4 του Ν. 2594/1998 στους μόνιμους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, που υπηρετούν στις Διπλωματικές και Προξενικές Αρχές, καθώς και στις μόνιμες Αντιπροσωπείες και αναπροσαρμόσθηκε ήδη με τις υπουργικές αυτές αποφάσεις κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου 135 και όχι το επίδομα τούτο, που χορηγήθηκε και στο προσληφθέν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας, με βάση το παλαιό νομοθετικό καθεστώς και το οποίο, κατά το άρθρο 129 παρ. 5 του άνω Νόμου, μπορεί να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής, όπου υπηρετεί.

Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 559 αριθμ. 16 Κ.Πολ.Δ. λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, οι λοιποί λόγοι της αναιρέσεως, που φέρονται να στηρίζονται στους αριθμούς 1, 8, 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αόριστοι, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίστανται οι συγκεκριμένες πλημμέλειες, που προσδιορίζονται μόνο από τους αριθμούς των άνω διατάξεων, χωρίς να γίνεται επίκληση των περιστατικών, που τις θεμελιώνουν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-2-2004 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7016/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στα ποσό των διακοσίων δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2005.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 4 Απριλίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ