Supreme Court dismisses appeal on inheritance claim against municipality, upholding lower court's rejection of supplementary share.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the widow and her son against the municipality regarding their inheritance share. The appellants argued that the municipality's will clause assigning the supplementary share to the municipality was invalid, but the court found no legal interest to re-examine this issue since the lower court had already accepted the appeal on the supplementary share basis. Consequently, the court upheld the rejection of the claim as substantively unfounded for the appellants while retaining the case for further proceedings on the primary claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580 paragraph 3 item a and 179, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may retain a case and decide on the merits when an appeal is accepted on a supplementary basis, provided the lower court's decision on the main issue is substantively rejected and no further clarification is needed regarding the validity of the testator's clause.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 622 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 622/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Α. του Π., χήρας Π. Θ., 2) Σ. Θ. του Π. και της Μ., κατοίκων Πατρών, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Λύτρα, και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αυγουστίνας Αβρανά, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ε. - Ι. Κ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αυγουστίνα Αβρανά, και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "Δήμος Αιγιαλείας" Νομού Αχαΐας, ως διαδόχου του πρώην Δήμου Αιγίου, ο οποίος εδρεύει στο Αίγιο, όπως νομίμως εκπροσωπείται από το Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπέσκο, και κατέθεσε προτάσεις, 4) Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα (οδός ...), με την ιδιότητα του εποπτεύοντος τις καταλειπόμενες για κοινωφελείς σκοπούς περιουσίες, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αγγελική Χειρδάρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2009 αγωγή των υπό στοιχεία 1 και 2 ήδη αναιρεσιβλήτων και τις από 21-5-2012 προτάσεις-πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου υπέρ του Δήμου Αιγιαλείας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αιγίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 94/2012 εν μέρει μη οριστική, 17/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 61/2022 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-7-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 19-7-2022 και με αρ. καταθ. ... αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αρ. 61/11-4-2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων (καθόσον η υπόθεση εισήχθη αυτεπαγγέλτως λόγω αδυναμίας εκδόσεως αποφάσεως και στην αρχική συζήτηση ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες) κατά την τακτική διαδικασία και η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ ουσίαν την από 6-12-2016 έφεση, που άσκησαν οι εκκαλούντες-εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες κατά της με αρ. 17/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή ως και κατ ουσίαν βάσιμη.
Επειδή, κατά το άρθρο 558 ΚΠολΔικ "η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης του καθού η πρόσθετη παρέμβαση, δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, σε κάθε όμως περίπτωση ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1049/2010, ΑΠ 243/2009, ΑΠ 652/2009).
Πάντως αν η αναίρεση του καθού η παρέμβαση απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβάντος δεν ιδρύει απαράδεκτο (ΑΠ 8809/2003) και εκτιμάται ως κλήση κατά τη συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 765/2023, ΑΠ 813/2020, ΑΠ 591/2018, ΑΠ 569/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, η από 19-7-2022 αίτηση αναίρεσης απευθύνεται και κατά του προσθέτως παρεμβάντος υπέρ του Δήμου Αιγιαλείας, στα δικαστήρια της ουσίας, Ελληνικού Δημοσίου (δια του Υπουργού των Οικονομικών, στηρίζοντας το έννομο συμφέρον του στο ότι με την διαθήκη κατελήφθη υπέρ του Δήμου κληροδότημα για κοινωφελή σκοπό) και ισχύει ως κλήτευση αυτού στην αναιρετική δίκη κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα.
Περαιτέρω από την διάταξη του άρθρου 75 ΚΠολ.Δ. προκύπτει ότι επί απλής ομοδικίας, η μεταξύ των περισσοτέρων ομόδικων σχέση είναι απλώς δικονομική, σκοπό δε έχει την εκδίκαση περισσοτέρων διαφορών σε μία δίκη. Έτσι, οι πράξεις ή παραλείψεις του κάθε ομόδικου δεν βλάπτουν ούτε ωφελούν τους υπόλοιπους, τα δε δικαιώματα του ενός ομόδικου δεν επηρεάζονται από τη δικαιολογητική σχέση του άλλου, ούτε από τις ενέργειες εκείνου στη δίκη.
Ειδικότερα, επί απλής ομοδικίας η επίδοση της απόφασης από κάποιο ή προς κάποιο από τους ομοδίκους κινεί την προθεσμία της αναίρεσης μόνον κατά του επιδόσαντος και εκείνου προς τον οποίον έγινε η επίδοση, όχι δε και ως προς τους λοιπούς ομοδίκους, κατά τη διάταξη του άρθρου 75 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 5/2024, ΑΠ1306/2018, ΑΠ 365/2010, ΑΠ 832/2007, ΑΠ 555/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, που οι αναιρεσείοντες, ως εκ διαθήκης συγκληρονόμοι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 74 έως 78 ΚΠολΔ, 785 επ., 1113, 1884 επ. ΑΚ, είναι απλοί ομόδικοι (ΑΠ 1498/2021, ΑΠ 988/2017, ΑΠ 55/2008, ΑΠ 977/2005) και η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε σε έναν από αυτούς, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 20-7-2022, νομότυπα κι εμπρόθεσμα, κατά την ανωτέρω νομική σκέψη, διότι ασκήθηκε :
α) από την πρώτη αναιρεσείουσα, εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ, καθόσον αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης επιδόθηκε σ αυτήν στις 20-6-2022, όπως προκύπτει από την με αρ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πατρών Χ. Π. (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ) και β) από τον δεύτερο αναιρεσείοντα εντός της καταχρηστικής διετούς προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ καθόσον δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης σε αυτόν, η οποία εκδόθηκε στις 11-4-2022 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 144 του ΚΠολΔ).
Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες , όπως προκύπτει από την επισκόπηση (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλομένης απόφασης, υφίστανται βλάβη από τις διατάξεις αυτής έναντι του απλού ομοδίκου τους Δήμου Αγιαλείας που ευνοείται και παραδεκτώς η αίτηση στρέφεται και κατ αυτού (ΟλΑΠ 24/1997, ΟλΑΠ 15/1996, ΑΠ 893/2018, ΑΠ 1282/2017, ΑΠ 590/2016, ΑΠ 1049/2015).
Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
2.- Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1813, 1820, 1825 και 1828 Α.Κ., δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομία έχουν οι κατιόντες και οι γονείς του κληρονομουμένου, καθώς και ο επιζών σύζυγος, οι οποίοι θα καλούνταν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, κατά το ποσοστό δε της νόμιμης μοίρας, που είναι το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας, ο μεριδούχος συντρέχει ως κληρονόμος.
Η κατάλειψη της νόμιμης μοίρας μπορεί να γίνει και με εγκατάσταση σε δήλο πράγμα, όταν προκύπτει ότι ο διαθέτης ήθελε εγκατάσταση του μεριδούχου ως κληρονόμου, με καταλογισμό των δήλων πραγμάτων στη μερίδα του. Στην περίπτωση αυτή, κατά το μέρος που η εγκατάσταση επί δήλου πράγματος ή ποσού δεν καλύπτει τη νόμιμη μοίρα, ο μεριδούχος είναι αυτοδικαίως συγκληρονόμος στα κληρονομιαία πράγματα, αποκτώντας έτσι εμπράγματο δικαίωμα κατά το ανάλογο ποσοστό σε όλα τα στοιχεία της κληρονομίας, το οποίο ασκεί με την περί κλήρου αγωγή.
Εξάλλου, αν στον μεριδούχο καταλείφθηκε ποσοστό νόμιμης μοίρας μικρότερο από αυτό που ορίζει ο νόμος ή αν του καταλείφθηκαν δήλα πράγματα, των οποίων η αξία σε σχέση με την αξία του συνόλου της πλασματικής κληρονομίας είναι κάτω του ποσοστού της νόμιμης μοίρας, υπάρχει μερική προσβολή αυτής. Για το μέρος που λείπει γίνεται συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας, που γίνεται αναλογικά από όλη τη λοιπή κληρονομία, δηλαδή ο μεριδούχος συντρέχει ως κληρονόμος, με ανάλογο ποσοστό, σε όλα τα λοιπά στοιχεία της κληρονομίας, και, κατά το μέρος αυτό, η διαθήκη είναι άκυρη.
Και τούτο, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 1829 Α.Κ., κάθε περιορισμός του μεριδούχου από τη διαθήκη, όσο βαρύνει τη νόμιμη μοίρα, θεωρείται σαν να μην έχει γραφεί. Όμως, ο διαθέτης, ενώ υποχρεούται να αφήσει στον μεριδούχο ολόκληρη τη νόμιμη μοίρα (ποσοτικά), δεν δεσμεύεται, από ποιοτικής απόψεως, να αφήσει αυτήν επί όλων των κληρονομιαίων πραγμάτων, αλλά μπορεί, ασκώντας τη διανεμητική του εξουσία, για την περίπτωση επίκλησης από το μεριδούχο του ανεπαρκούς της νόμιμης μοίρας του, να ορίσει άλλον τρόπο συμπλήρωσής της, ότι δηλαδή οι μεριδούχοι του δεν θα μετέχουν, κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας τους ο καθένας, σε όλα τα στοιχεία της κληρονομίας, αλλά ο καθένας σε ορισμένα από αυτά πλήρως ή σε τέτοιο ποσοστό, ώστε ό,τι συνολικά περιέρχεται σε κάθε μεριδούχο να καλύπτει κατά την αξία του το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του (ΑΠ 780/2016).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 241/2024, ΑΠ 728/2023). Στην προκειμένη περίπτωση που αντικείμενο της δίκης είναι ο τρόπος συμπλήρωσης της νόμιμης μοίρας των δύο πρώτων των αναιρεσιβλήτων -νομίμων μεριδούχων επί της κληρονομίας του πατέρα τους, οι αναιρεσείοντες, και με τους δύο λόγους της αναίρεσης, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παράβασης του νόμου.
Ειδικότερα με τον πρώτο λόγο βάλουν κατά της απόφασης του Εφετείου για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1825 παρ.2 σε συνδυασμό με το άρθρο 1890 του ΑΚ, υπό τις αιτιάσεις ότι εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο με τις παραδοχές της ότι είναι άκυρη η διάταξη της διαθήκης περί του τρόπου συμπλήρωσης της νόμιμης μοίρας, που ορίζει ότι "...Σε περίπτωση προσβολής της παρούσας διαθήκης μου εκ μέρους των παιδιών μου, το οποίο δεν διανοούμαι αφού το θεωρώ άδικο και παράλογο, αυτά να ικανοποιούνται ως προς την συμπλήρωση της νομίμου μοίρας τους μόνον δια χρημάτων που θα καταβάλλονται αποκλειστικά και μόνον από τον Δήμο Αιγίου, αποκλειομένης της αυτούσιας διανομής", υποστηρίζοντας ότι η διάταξη αυτή είναι καθ ολοκληρίαν έγκυρη.
Με τον δεύτερο δε λόγο της αναίρεσης προσβάλλουν την απόφαση του Εφετείου για ευθεία παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1825 παρ. 2 και 1829 του ΑΚ, υπό τις αιτιάσεις ότι η αυτή ως άνω διάταξη της διαθήκης, δεν είναι συλλήβδην άκυρη αλλά τουλάχιστον μόνο κατά το μέρος της που ορίζει ότι η ικανοποίηση της νόμιμης μοίρας θα γίνει με καταβολή χρηματικού ποσού ενώ είναι έγκυρη κατά το μέρος που ορίζει ότι η συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας επιβαρύνει μόνο τον Δήμο Αιγιαλείας. 3.-Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης:
Οι ενάγοντες και ήδη 1ος και 2η των αναιρεσιβλήτων (Α. Κ. και Ε.-Ι. Κ.), με την από 10-9-2009 αγωγή τους στρεφόμενοι κατά των εναγομένων 1. Μ. θυγ. Π. Α. (χήρας Π. Θ.), 2. Σ. Θ., ήδη αναιρεσειόντων 3. (Κ. Κ. -που δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω) και 4. του Δήμου Αιγιαλείας (ήδη τρίτος των αναιρεσιβλήτων), ζήτησαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της με αρ. ...
δημόσιας διαθήκης του πατέρα τους Δ. Κ., με την οποία εγκαταστάθηκαν όλοι οι διάδικοι κληρονόμοι επί δήλου πράγματος έκαστος, λόγω ανικανότητας του διαθέτη να συντάξει διαθήκη εξαιτίας έλλειψης συνειδήσεως και στέρησης της χρήσης του λογικού κατά το χρόνο σύνταξης αυτής, επικουρικώς δε, επικαλούμενοι ότι η επί δήλου πράγματος εγκατάστασή τους με τη διαθήκη, δεν καλύπτει ολόκληρο το ποσοστό της νόμιμης μοίρας τους, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι δικαιούνται συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας τους, σε ποσοστό 0,179 που αντιστοιχεί σε ποσό 796.032,41 ευρώ ο πρώτος ενάγων και 0,146 η δεύτερη ενάγουσα που αντιστοιχεί σε ποσό 649.277,83 ευρώ, από καθένα από τα κληρονομιαία στοιχεία που κατέλειπε ο κληρονομούμενος και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και τετιμημένοι με τη διαθήκη, να τους αποδώσουν τη νόμιμη μοίρα κατά τα ανωτέρω ποσοστά , από τα αντικείμενα που κληρονομεί ο καθένας.
Επί της αγωγής αυτής , εκδόθηκε η με αρ. 94/2012 εν μέρει οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή κατά τη κύρια βάση αυτής ως ουσιαστικά αβάσιμη και ως προς την επικουρική βάση της, διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για την αξία της πραγματικής κληρονομίας, μετά τη διεξαγωγή της οποίας, εκδόθηκε η με αρ. 17/2015 οριστική απόφαση του αυτού ως άνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά την επικουρική αυτής βάση περί συμπλήρωσης της νομίμου μοίρας των εναγόντων (για μικρότερα ποσοστά από τα αιτηθέντα), δέχτηκε περαιτέρω ότι είναι απολύτως άκυρη η διάταξη της διαθήκης που ορίζει ότι σε περίπτωση προσβολής της διαθήκης εκ μέρους των τέκνων του διαθέτη και νομίμων μεριδούχων, να ικανοποιηθούν ως προς τη συμπλήρωση της νομίμου μοίρας τους, μόνον δια χρημάτων που θα καταβάλλονται αποκλειστικά και μόνον από τον Δήμο Αιγίου, αποκλειομένης της αυτούσιας διανομής και διέταξε την αυτούσια συμμετοχή των νομίμων μεριδούχων επί όλων των κληρονομιαίων αντικειμένων.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν οι ακόλουθες εφέσεις: α) η από 5-7-2016 έφεση (αρ. κατ. ...), από τους ενάγοντες Α. Κ. και Ι. Ε. Κ. κατά των Μ. Α. (χήρας Π. Θ.), Σ. Θ., Δήμου Αγιαλείας και Ελληνικού Δημοσίου, β) η από 4-11-2016 έφεση (αρ. καταθ. ...), από τον εναγόμενο Δήμο Αγιαλείας κατά των εναγόντων Α. Κ. και Ι. Ε. Κ. (παραπονούμενος για την αξία των κληρονομιαίων ακινήτων) και γ) η από 6-12-2016 έφεση (αρ.
καταθ. 51/2016) από τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσείοντες Μ. Α. (χήρας Π. Θ.) και Σ. Θ. (βάλλοντας κατά των παραδοχών του Πρωτοδικείου που ενδιαφέρουν την παρούσα αίτηση αναίρεσης, περί ακυρότητας της διάταξης της διαθήκης για την συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας μόνο από το κληρονομιαίο στοιχείο που καταλείφθηκε στον Δήμο Αιγιαλείας και μόνο με την καταβολή χρημάτων).
Επί των ανωτέρω εφέσεων, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση με αρ. 61/11-4-2022, με την οποία το Εφετείο δέχτηκε τυπικά την με στοιχείο -α- από 5-7-2016 έφεση (αρ. κατ. ...) και απέρριψε αυτήν κατ ουσίαν, δέχτηκε τυπικά και ως ουσιαστικά βάσιμες τις με στοιχεία -β- και -γ- εφέσεις και, εξαφανίζοντας την εκκαλουμένη απόφαση κατά την επικουρική βάση της αγωγής (συμπλήρωσης νομίμου μοίρας), κράτησε και δίκασε κατ ουσίαν την αγωγή την οποία δέχτηκε εν μέρει (μείωσε το αιτούμενο ποσοστό νόμιμης μοίρας) ως ουσιαστικά βάσιμη.
Ειδικότερα η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον αναιρετικά τμήμα αυτής περί του τρόπου συμπλήρωσης της νόμιμης μοίρας των νομίμων μεριδούχων Α. Κ. και Ι.-Ε. Κ. (εφεσίβλητοι της με στοιχείο -γ- έφεσης και ήδη ανιαρεσίβλητοι) επί της κληρονομίας του πατέρα τους και περί των κληρονομιαίων αντικειμένων τα οποία θα επιβαρυνθούν προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας, δέχτηκε επακριβώς τα ακόλουθα: "Από τις διατάξεις των άρθρ. 1825, 1830 ΑΚ προκύπτει ότι ο μεριδούχος, κατά το ποσοστό της νομίμου μοίρας, που συνίσταται στο 1/2 της εξ αδιαιρέτου μερίδας, συντρέχει αυτοδικαίως εκ του νόμου, ως κληρονόμος, στο σύνολο της κληρονομιάς κι έχει εμπράγματο δικαίωμα κατά το ανωτέρω ποσοστό, εφ' όλων των στοιχείων της κληρονομιαίας περιουσίας κι εναντίον της θέλησης του διαθέτη, συνεπώς ο μεριδούχος είναι καθολικός διάδοχος του κληρονομουμένου επί πάντων των κληρονομιαίων αντικειμένων, εκτός, αν διά παροχών στη ζωή, καταλογιστέων στη νόμιμη μοίρα του, κατά το άρθρ. 1833 ΑΚ ή διά κληρονομιάς επί δήλου εγκατάστασης, καλύπτεται η νόμιμη μοίρα του, οπότε στη μεν πρώτη περίπτωση ο μεριδούχος αποκλείεται της κληρονομιάς, στη δε δεύτερη της δήλου εγκατάστασης αποκλείεται των λοιπών, πλην των δήλων αντικειμένων της κληρονομιάς.
Έτσι, όταν καταλείπονται σε μεριδούχο ορισμένα στοιχεία της κληρονομιάς (δήλα πράγματα), που καλύπτουν μέρος της νόμιμης μοίρας του, τότε αυτός έχει άμεσο κληρονομικό δικαίωμα στα υπόλοιπα στοιχεία της κληρονομιάς κατά το ελλείπον και δη ο μεριδούχος αυτός κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του, που είναι το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας του, μετέχει ως κληρονόμος και δικαιούται να λάβει, αφενός το στοιχείο της κληρονομιάς που καταλείφθηκε σ' αυτόν, αφετέρου το ίδιο ποσοστό και από κάθε άλλο κληρονομιαίο στοιχείο (βλ.
ΑΠ980/2002, ΑΠ1832/1999 ΕφΘεσσ 940/2000 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Με τον δεύτερο (τρίτο κατά το δικόγραφο) λόγο της υπό στοιχείο γ' έφεσης τους, οι πρώτη και δεύτερος των εναγόμενων, επαναφέρουν τον πρωτοδίκως προταθέντα ισχυρισμό τους, σύμφωνα με τον οποίο, διατείνονται ότι λόγω σχετικής διάταξης, που συμπεριλήφθηκε στην επίδικη διαθήκη, αποκλείεται η υποχρέωση, να συμμετέχουν τα σε αυτούς καταλειφθέντα δήλα κληρονομιαία ακίνητα στην τυχόν συμπλήρωση του ποσοστού της νόμιμης μοίρας των εναγόντων, καθιστάμενου - υπόχρεου προς τούτο μόνο του τέταρτου εναγόμενου ΟΤΑ, με την επωνυμία "Δήμος Αιγίου", βάλλοντας κατά της κρίσης της πρωτόδικης απόφασης, που απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό, επειδή έκρινε ότι η ως άνω διάταξη είναι συλλήβδην άκυρη.
Από την επισκόπηση της επίμαχης με αριθμό ... δημόσιας διαθήκης, αποδείχθηκε ότι ο προαναφερόμενος διαθέτης συμπεριέλαβε διάταξη κατά την αυτολεξεί διατύπωση της οποίας: "...Σε περίπτωση προσβολής της παρούσας διαθήκης μου εκ μέρους των παιδιών μου, το οποίο δεν διανοούμαι, αφού το θεωρώ άδικο και παράλογο, αυτά να ικανοποιούνται ως προς τη συμπλήρωσή της νομίμου μοίρας τους μόνο δια χρημάτων που θα καταβάλλονται αποκλειστικά και μόνον από τον Δήμο Αιγίου, αποκλεισμένης της αυτούσιας διανομής.".
Πλην όμως, ενόψει της αρχής της άμεσης συμμετοχής έκαστου μεριδούχου, που απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 1825 παρ.2 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία κάθε μεριδούχος συμμετέχει κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του, που είναι το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας του, ως κληρονόμος και δικαιούται να λάβει, αφενός το δήλο στοιχείο της κληρονομίας που καταλείφθηκε σ' αυτόν, αφετέρου το ίδιο ποσοστό και από κάθε άλλο κληρονομιαίο στοιχείο, άμεσα, ήτοι μόνο με την ιδιότητα του κληρονόμου, σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται στην οικεία μείζονα σκέψη, η επίμαχη διάταξη, με την οποία περιορίζεται η εν λόγω εκ του νόμου εμπράγματη αξίωση συμμετοχής των μεριδούχων - εναγόντων σε έκαστο των δήλων καταλειφθέντων κληρονομιαίων ακινήτων, τόσο ως προς την εμπράγματη αξίωση, μέσω της αναφοράς της διάταξης σε χρηματική ικανοποίηση, όσο και από το πλήθος όλων των ακινήτων, μόνο σε ένα εξ' αυτών, είναι σε κάθε περίπτωση άκυρη, επειδή προσκρούει στην αρχή της εκ του νόμου εμπράγματης αξίωσης της συμμετοχής του μεριδούχου σε έκαστο των δήλων καταλειφθέντων κληρονομιαίων ακινήτων.
Μετά ταύτα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ομοίως, δεν έσφαλε κι ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε, απορριπτόμενου ως ουσιαστικά αβάσιμου του δεύτερου (τρίτου κατά το δικόγραφο) λόγου της υπό στοιχείο γ' έφεσης. Με τον τέταρτο (πέμπτο κατά το δικόγραφο) λόγο της υπό στοιχείο γ' έφεσής τους, οι ανωτέρω εκκαλούντες διατείνονται ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ουδόλως ασχολήθηκε με το ζήτημα της τυχόν μερικής εγκυρότητας της επίμαχης διάταξης και δη κατά το σκέλος αυτής, που ορίζει ότι η ελλείπουσα νόμιμη μοίρα θα καλυφθεί μόνο από τον Δήμο Αιγίου, παρά την τυχόν ακυρότητα του σκέλους αυτής, που ορίζει ότι η τυχόν συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας θα γίνει από τον Δήμο Αιγίου μόνο με την καταβολή χρημάτων.
Ωστόσο, αφενός, ενόψει των ήδη προαδιαληφθέντων, περί της εκ του νόμου απορρέουσας εμπράγματης αξίωσης συμμετοχής του μεριδούχου σε έκαστο των δήλων καταλειφθέντων κληρονομιαίων ακινήτων, δεν νοείται στην προκειμένη περίπτωση μερική ακυρότητα της επίμαχης διάταξης, περιορίζουσα την αξίωση συμπλήρωσης της νόμιμης μοίρας των μεριδούχων, μόνο από το καταλειφθέν στον Δήμο Αιγίου κληρονομιαίο ακίνητο, ενώ σε κάθε περίπτωση ο εν λόγω ισχυρισμός απαραδέκτως κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ, προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, δοθέντος ότι ουδόλως προτάθηκε με αντίστοιχη διατύπωση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Μετά ταύτα και ο λόγος αυτός της υπό στοιχείο γ' έφεσης κρίνεται απορριπτέος. Κατά το άρθρο 1800 παρ. 2 ΑΚ, αν έχουν αφεθεί μόνο ειδικά αντικείμενα στον τιμώμενο, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται κληροδόχος, ακόμη κι αν ονομάστηκε κληρονόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι είναι ισχυρή η εγκατάσταση κληρονόμου επί δήλου πράγματος, δηλαδή επί ειδικά καθοριζόμενου στοιχείου της κληρονομιάς, η οποία υπάρχει, αν συνάγεται από τη διαθήκη θέληση του διαθέτη, με τη μνεία του δήλου, να εγκαταστήσει τον τιμώμενο ως κληρονόμο, ως άμεσο δηλαδή καθολικό του διάδοχο σε όλη την κληρονομιά του ή σε ποσοστό της.
Αναγκαία έννομη συνέπεια του χαρακτηρισμού ως κληρονόμου, αυτού που μόνος ή μαζί με άλλους εγκαταστάθηκε επί ειδικού αντικειμένου είναι, αφενός ότι η μνεία του δήλου έχει την έννοια του προσδιορισμού του ποσοστού (κλάσματος) της κληρονομίας στο οποίο αυτός καλείται και το οποίο προσδιορίζεται κατά το λόγο της αξίας του δήλου σε σχέση προς την αξία της όλης κληρονομιάς και αποτελεί συνάμα (άρθρο 1890 ΑΚ) διάταξη του διαθέτη να περιληφθεί το δήλον στην κατά ποσοστό μερίδα του τιμωμένου (διανεμητική) και αφετέρου ότι, αν πρόκειται για τέτοια εγκατάσταση, εφαρμόζονται, οι διατάξεις των άρθρων 1801 παρ.2 και 1802 ΑΚ.
Εφόσον γι αυτά είναι σαφής η διαθήκη, εφόσον δηλαδή οι λέξεις που έχει χρησιμοποιήσει ο διαθέτης μόνες τους και χωρίς άλλο αποδίδουν τη βούλησή του, δεν υπάρχει έδαφος για ερμηνεία της διαθήκης. Διαφορετικά, πρέπει να ανευρεθεί η αληθής βούλησή του, η οποία αναζητείται με την ερμηνεία της διαθήκης, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και κατά την υποκειμενική άποψη του διαθέτη, σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 1781 ΑΚ, λαμβάνονται δε υπόψη και περιστατικά που βρίσκονται εκτός της διαθήκης, μεταξύ των οποίων και η σπουδαιότητα των αντικειμένων που έχουν καταλειφθεί με τη διαθήκη, σε σχέση με την όλη κληρονομιά, καθώς και οι προσωπικές σχέσεις του διαθέτη (βλ.
ΑΠ 768/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Με τον τρίτο (τέταρτο κατά το δικόγραφο) λόγο της υπό στοιχείο γ' έφεσής τους, οι πρώτη και δεύτερος των εναγόμενων, επαναφέρουν τον πρωτοδίκως προταθέντα ισχυρισμό τους, σύμφωνα με τον οποίο, διατείνονται ότι, εφόσον η προδιαληφθείσα διάταξη που συμπεριλήφθηκε στην επίδικη διαθήκη είναι έγκυρη, κατά το μέτρο που με αυτή ο διαθέτης όρισε, ότι οι ενάγοντες - νόμιμοι μεριδούχοι ως προς τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας τους θα ικανοποιούνται αποκλειστικά από τον τιμώμενο Δήμο Αιγίου, ανακύπτει ζήτημα ερμηνείας της επίδικης διαθήκης, για το εάν με την εν λόγω έγκυρη ρήτρα, ο ανωτέρω διαθέτης, όρισε τον τρόπο με τον οποίο θα λάβει χώρα η εμπράγματη εξασφάλιση των νόμιμων μεριδούχων μέχρις ότου πραγματοποιηθεί η καταβολή των χρημάτων από τον Δήμο Αιγίου, ήτοι εάν η εξασφάλιση αυτή, θα λάβει χώρα με την εμπράγματη συμμετοχή τους επί όλων των ακινήτων της κληρονομιάς ή μόνο επί του ακινήτου που καταλείφθηκε στον τέταρτο εναγόμενο ΟΤΑ, με την επωνυμία "Δήμος Αιγίου", βάλλοντας κατά της κρίσης της πρωτόδικης απόφασης, που απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό ως ουσιαστικά αβάσιμο, κρίνοντας ότι δεν συντρέχει περίπτωση ερμηνείας της εν λόγω διάταξης, επειδή είναι απολύτως σαφής, ανεξαρτήτως της ακυρότητάς της, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα.
Πλην όμως, ενόψει της, κατά τα ήδη προδιαλαμβανόμενα, απόρριψης της εν λόγω επίμαχης διάταξης ως απολύτως άκυρης, ήτοι τόσο κατά το σκέλος που περιορίζει την ικανοποίηση της νόμιμης μοίρας μόνο από το καταλειφθέν στον Δήμο Αιγίου ακίνητο, όσο και κατά το σκέλος που ομοίως την περιορίζει μέσω της ικανοποίησής της με καταβολή χρημάτων, επίσης μόνο από τον τιμώμενο Δήμο Αιγίου, ενόψει της αρχής της εκ του νόμου εμπράγματης αξίωσης συμμετοχής του μεριδούχου σε έκαστο των δήλων καταλειφθέντων κληρονομιαίων ακινήτων, δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα ερμηνείας της επίδικης διαθήκης.
Τούτο διότι, έρχεται σε λογική αντίφαση να υπόκειται σε ερμηνεία συλλήβδην άκυρη διάταξη διαθήκης, γεγονός άλλωστε που εμμέσως υιοθετείται και από τη διατύπωση του κρινόμενου ισχυρισμού, τόσο με τις υποβληθείσες πρωτοδίκως προτάσεις, όσο και με τον αντίστοιχο λόγο έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο και οι ίδιοι οι εκκαλούντες, υπολαμβάνουν ότι, κατά την αυτολεξεί διατύπωσή τους, "...
Το Πρωτοδικείο θα έπρεπε, δεχόμενο την εγκυρότητα της προαναφερθείσης ρήτρας περί συμπληρώσεως της τυχόν ελλείπουσας νόμιμης μοίρας, να προβεί σε συμπληρωματική ερμηνεία διαθήκης" (βλ. σ.20 εφετήριου και ανάλογη διατύπωση στην σ.21 των προτάσεων ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου). Μετά ταύτα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι δεν συντρέχει λόγος ερμηνείας της διαθήκης, δεν έσφαλε κι ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και το νόμο εφάρμοσε, έστω και με εν μέρει ελλιπείς και διαφορετικές αιτιολογίες, τις οποίες το Δικαστήριο τούτο συμπληρώνει και αντικαθιστά με τις διαλαμβανόμενες στην παρούσα απόφασή του, που στηρίζουν το ίδιο διατακτικό(άρθρο 534 ΚΠΔ) και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τρίτος (τέταρτος κατά το δικόγραφο) λόγος της υπό στοιχείο γ' έφεσης.
Τέλος, με τον πέμπτο (έκτο κατά το δικόγραφο) λόγο της υπό στοιχείο γ' έφεσής τους, οι πρώτη και δεύτερος των εναγόμενων, επαναφέρουν τον πρωτοδίκως προταθέντα ισχυρισμό τους, σύμφωνα με τον οποίο, διατείνονται ότι, ακόμα κι αν ήθελε κριθεί, ότι η ως άνω διάταξη της δημόσιας διαθήκης του κληρονομούμενου είναι συνολικώς άκυρη, τότε κατά μετατροπή της εν λόγω άκυρης διάταξης, κατ' άρθρο 182 ΑΚ, πρέπει να γίνει δεκτό κατ' ερμηνεία της διαθήκης ως προς την εικαζόμενη βούληση του διαθέτη, ότι οι νόμιμοι μεριδούχοι θα ικανοποιηθούν με την αυτούσια συμμετοχή τους αποκλειστικά και μόνο από το ακίνητο που έχει καταλειφθεί στον Δήμο Αιγίου, βάλλοντας κατά της κρίσης της πρωτόδικης απόφασης, που απέρριψε σιγή τον εν λόγω ισχυρισμό, κρίνοντας ότι η υποχρέωση προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας των εναγόντων βαρύνει όλα τα καταλειφθέντα με την διαθήκη ακίνητα και όχι μόνο αυτό του Δήμου Αιγίου.
Πλην όμως, ενόψει της, κατά τα ήδη προδιαλαμβανόμενα, απόρριψης της εν λόγω επίμαχης διάταξης ως απολύτως άκυρης, ήτοι τόσο κατά το σκέλος που περιορίζει την ικανοποίηση της νόμιμης μοίρας από το καταλειφθέν στον Δήμο Αιγίου ακίνητο, όσο και κατά το σκέλος που ομοίως την περιορίζει μέσω της ικανοποίησής της με καταβολή χρημάτων, επίσης μόνο από τον τιμώμενο Δήμο Αιγίου, συνεπεία της αρχής της εκ του νόμου εμπράγματης αξίωσης συμμετοχής του μεριδούχου σε έκαστο των δήλων καταλειφθέντων κληρονομιαίων ακινήτων, δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα διερεύνησης της εν λόγω άκυρης διάταξης, υπό το πρίσμα της κατά μετατροπή αυτής σε διανεμητική διάταξη τελευταίας βούλησης και δη κατ' ερμηνεία της βούλησης του διαθέτη, δοθέντος ότι ανάλογη υποχρέωση θα υφίστατο, μόνο σε περίπτωση που τυχόν θα ανέκυπτε κενό κατά την εκτίμηση της εγκυρότητας ή ακυρότητας αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση όμως, αφενός ενόψει των ήδη διαλαμβανόμενων, πρόκειται περί συλλήβδην άκυρης διάταξης, αφετέρου κανένα κενό ανακύπτει ως προς την εκτίμηση αυτή, δεδομένου ότι επιπροσθέτως υφίσταται σαφής αναφορά στην εν λόγω διάταξη περί αποκλεισμού κάθε αυτούσιας διανομής.
Συνεπώς, υπάρχει σαφής εκπεφρασμένη βούληση του διαθέτη να μην συμμετέχει η ακίνητη κληρονομιαία περιουσία που καταλείφθηκε στον Δήμο ως το μόνο μέσο εμπράγματης εξασφάλισης της τυχόν συμπλήρωσης της νόμιμης μοίρας των εναγόντων, γεγονός άλλωστε, που όπως ήδη έχει κριθεί έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την εκ του νόμου εμπράγματη αξίωση συμμετοχής του μεριδούχου σε έκαστο των δήλων καταλειφθέντων κληρονομιαίων ακινήτων και για το λόγο αυτό η εν λόγω διάταξη κρίνεται συλλήβδην άκυρη.
Μετά ταύτα και ο πέμπτος (έκτος κατά το δικόγραφο) λόγος της υπό στοιχείο γ' έφεσης κρίνεται απορριπτέος.". Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο δέχτηκε εν μέρει την αγωγή κατά την επικουρική βάση αυτής και αναγνώρισε το, προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας, κληρονομικό δικαίωμα εκάστου των εναγόντων, σε μικρότερο όμως ποσοστό από αυτό που είχε ορίσει η πρωτόδικη απόφαση (ήτοι στο ποσοστό των 0,173 για τον πρώτο και 0,136 για την δεύτερη των εναγόντων), δέχθηκε περαιτέρω ότι η διάταξη της διαθήκης περί συμπλήρωσης της νόμιμης μοίρας μόνο από την καταλειφθείσα κληρονομία στον ΔΗΜΟ ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ και με την καταβολή χρηματικού ποσού, είναι εξ ολοκλήρου άκυρη και υποχρέωσε όλους τους εναγομένους και τετιμημένους με τη διαθήκη, στην απόδοση των αναλόγων ποσοστών της νόμιμης μοίρας από καθένα από τα κληρονομιαία στοιχεία που κατελείφθησαν με τη διαθήκη σ αυτούς .
Το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του ότι είναι άκυρη η διάταξη της διαθήκης περί ικανοποίησης της νόμιμης μοίρας των μεριδούχων, μόνο από την κληρονομιαία περιουσία που κατελείφθη στον Δήμο Αιγιαλείας, για το λόγο ότι περιορίζεται η εκ του νόμου εμπράγματη αξίωση συμμετοχής των μεριδούχων-εναγόντων σε έκαστο των δήλων καταλειφθέντων κληρονομιαίων στοιχείων, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 1825 παρ. 2 του ΑΚ.
Τούτο διότι η επίμαχη διάταξη της διαθήκης περί ικανοποίησης της αξίωσης των νομίμων μεριδούχων μόνο από την κληρονομιαία περιουσία που κατελείφθη στο Δήμο Αγιαλείας, συνιστά νόμιμη άσκηση της διανεμητικής εξουσίας του διαθέτη και δεν αποτελεί απαγορευμένο (ποσοτικό) περιορισμό αυτής αλλά αφορά τον ποιοτικό προσδιορισμό της νόμιμης μοίρας δηλαδή της συμπλήρωσης αυτής από ορισμένα μόνο κληρονομιαία στοιχεία, κατά τα εκτεθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη.
Επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό τις αιτιάσεις ότι κατά παράβαση του νόμου κήρυξε άκυρη τη διάταξη της διαθήκης ότι υπόχρεος, για την συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, είναι μόνο ο Δήμος Αιγίου (ήδη Αιγιαλείας) καθώς και ο δεύτερος λόγος που πλήττει την απόφαση του Εφετείου υπό τις αυτές αιτιάσεις, είναι βάσιμοι.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 556 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι κύρια θετική διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης είναι και το έννομο συμφέρον για την άσκηση της αναίρεσης του διαδίκου που επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης (ΑΠ 109/2022) όχι μόνο γενικώς ως προς το ένδικο μέσο της αναίρεσης , αλλά και ειδικώς ως προς κάθε ένα λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1832/2022, ΑΠ 170/2021, ΑΠ 126/2020, ΑΠ 1070/2015, ΑΠ 26/2008), θεμελιώνεται δε αυτό στη βλάβη που υφίσταται ο ηττηθείς διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής συνέπειας για τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 126/2020, ΑΠ 901/2019, ΑΠ 26/2008).
Ως έννομο δε συμφέρον νοείται κάθε υλικό ή ηθικό όφελος, που αναγνωρίζει ο νόμος υπέρ αυτού που ζητεί δικαστική προστασία, εφόσον επιπλέον είναι άμεσο και παρόν. Άμεσο έννομο συμφέρον υπάρχει όταν από την ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης προκαλείται αβεβαιότητα ως προς ορισμένη έννομη σχέση του ενάγοντος με τρίτο πρόσωπο και συνακόλουθος κίνδυνος για τα συμφέροντα αυτού (άμεσος και επικείμενος ή και εξαρτώμενος από πρόσθετα μελλοντικά περιστατικά), για την αποτροπή του οποίου ζητείται, ως πρόσφορη και αναγκαία δικαιοδοτική πράξη, η έκδοση δικαστικής απόφασης.
Ενώ παρόν είναι το έννομο συμφέρον, όταν αφορά έννομες σχέσεις υπαρκτές και παρούσες, και όχι υποθετικές και μελλοντικές ή ενδεχόμενες, πρέπει δε να υφίσταται κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, αλλά και σε κάθε στάση της δίκης ( ΑΠ 1625/2023, ΑΠ 53/2021, ΑΠ 404/2018, 2068/2017, ΑΠ 1070/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, ως προς τις αιτιάσεις του που αφορούν τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, περί ακυρότητας της διάταξης της διαθήκης για την απόδοση της νόμιμης μοίρας με την καταβολή της αξίας της σε χρήμα, είναι απαράδεκτος, πρωτίστως διότι οι αναιρεσείοντες δεν αιτιολογούν το έννομο συμφέρον τους για την άσκησή του καθόσον δεν εκθέτουν ποια είναι η βλάβη που αυτοί υφίστανται από τον όρο αυτό της διαθήκης και εάν με την αναίρεση της απόφασης θα επέλθει ανατροπή της επιβλαβούς γι' αυτούς συνέπειας, σύμφωνα με τα ήδη εκτεθέντα ανωτέρω, αλλά και διότι μετά την κατά τα ανωτέρω αποδοχή του ίδιου λόγου αναίρεσης, κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για τις παραδοχές της περί ακυρότητας της διάταξης της διαθήκης ότι υπόχρεος για την απόδοση της συμπληρωματικής νόμιμης μοίρας των εναγόντων είναι μόνον ο Δήμος Αιγιαλείας, δεν υφίσταται έννομο συμφέρον των αναιρεσειόντων για την περαιτέρω έρευνα της αναιρέσεώς τους αφού εξέλιπε το αντικείμενο αυτής δηλαδή η υποχρέωσή τους προς απόδοση των μεριδίων της νόμιμης μοίρας εκάστου των εναγόντων (δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων).
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που, αφού έγινε τυπικά και κατ'ουσίαν δεκτή η υπ'αρ.... έφεση και εξαφανίστηκε εν μέρει η εκκαλουμένη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η επικουρική βάση της αγωγής ως προς τους πρώτη και δεύτερο των εναγομένων. Δεδομένου δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση ως προς την εγκυρότητα της διάταξης της διαθήκης με την οποία ο διαθέτης, ασκώντας την διανεμητική εξουσία του, όρισε ότι υπόχρεος προς απόδοση των ποσοστών επί της κληρονομιαίας περιουσίας προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας των εναγόντων είναι μόνο ο Δήμος Αιγιαλείας, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ.
α' ΚΠολΔ, να κρατηθεί αυτή και να δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα . Στη συνέχεια πρέπει να γίνει δεκτή κατ` ουσίαν η από 6-12-2016 και με αρ. καταθ. ... έφεση των εκκαλούντων (και ήδη αναιρεσειόντων), να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη με αρ. 17/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, (καθόσον αυτή μόνο αποφαίνεται οριστικά για την επικουρική βάση της αγωγής περί συμπλήρωσης της νόμιμης μοίρας των εναγόντων), ως προς τις διατάξεις της που αφορούν την πρώτη και δεύτερο των εναγομένων να κρατηθεί κατά τούτο η υπόθεση και κρίνοντας επί της ουσίας την αγωγή κατά την επικουρική βάση της, να απορριφθεί αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων Μ.
Α. χήρα Π. Θ. και Σ. Θ. (αναιρεσείοντες). Τέλος τα δικαστικά έξοδα του πρώτου και δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας καθώς και της παρούσας δίκης πρέπει, λόγω του ότι η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ), να συμψηφιστούν εν όλω μεταξύ των διαδίκων της από 6-12-2016 και με αρ.
καταθ. ... έφεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 61/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Δέχεται τυπικά και κατ ουσίαν την από 6-12-2016 και με αρ. καταθ. ... έφεση των εκκαλούντων κατά της με αρ. 17/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου.
Εξαφανίζει ως προς τους εκκαλούντες της ανωτέρω έφεσης, πρώτη και δεύτερο των εναγομένων αντίστοιχα, την εκκαλουμένη με αρ. 17/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατ ουσίαν την από 10-9-2009 αγωγή κατά την επικουρική βάση αυτής .
Απορρίπτει την αγωγή, κατά την επικουρική βάση της, ως προς τους πρώτη και δεύτερο των εναγομένων Μ. Α. χήρα Π. Θ. και Σ. Θ..
Συμψηφίζει εν όλω, μεταξύ των διαδίκων της από 6-12-2016 και με αρ. καταθ. ... έφεσης, τη δικαστική δαπάνη του πρώτου και δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ