Supreme Court allows appeal against lower court's failure to recognize res judicata on liability allowance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the single-member Court of Appeals' decision which had merged conflicting appeals and dismissed the plaintiff's claim for a liability allowance. The plaintiff argued that the appellate court erred by ignoring its own prior judgment establishing the right to the allowance as a necessary precondition. The Court agreed, ruling that the lower court failed to apply the principle of res judicata correctly and remanded the case for retrial with a different panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 321, 322, 324, 330, 331 of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata applies only when the same parties, subject matter, and historical cause are involved, and a prior final judgment must be recognized as binding if the current dispute relies on it as a necessary foundation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 622 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 622/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά - Εισηγήτρια και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Ν. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε για τον εαυτό του με την ιδιότητα του δικηγόρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ - ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΒΟΗΘΕΙΑ", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Πολυξένη Βίτσα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/3/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 133/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 202/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/7/2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, με αριθμό 202/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών η οποία, αφού συνεκδίκασε τις με αριθμούς κατάθεσης 154/2018 και 208/2018 αντίθετες εφέσεις τόσο του αναιρεσείοντος, όσο και του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ, αντίστοιχα, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 133/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών που είχε κάνει κατά ένα μέρος δεκτή την από 9/3/2015 αγωγή του ενάγοντα ήδη αναιρεσείοντα και του είχε επιδικάσει το εκεί αιτούμενο επίδομα ευθύνης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ιδίων προσώπων που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.
Ως ιστορική αιτία νοείται το σύνολο των περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο ότι υπήρξαν ή ότι δεν υπήρξαν, ως ιστορικό συμβάν, και τα οποία είναι, σύμφωνα με το νόμο, αναγκαία για να θεμελιώσουν το διατακτικό της απόφασης, δηλαδή την έννομη συνέπεια που γίνεται δεκτή ως υπάρχουσα ή μη υπάρχουσα, με αποτέλεσμα να είναι απαράδεκτος λόγω δεδικασμένου κάθε μεταγενέστερος ισχυρισμός με τον οποίο επιδιώκεται διαφορετική ανάπλαση ή αξιολόγηση της κρίσιμης για την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού εμπειρικής πραγματικότητας.
Ως νομική αιτία που επίσης καλύπτεται από το δεδικασμένο νοείται ο νομικός κανόνας που διέπει την έννομη σχέση από την οποία απορρέει το προβαλλόμενο (και επιδικασθέν) δικαίωμα, υπάρχει δε ταυτότητα νομικής αιτίας όταν και η νέα αγωγή στηρίζεται στον ίδιο νομικό κανόνα, ενώ δεν υπάρχει τέτοια ταυτότητα στην αντίθετη περίπτωση, όταν δηλαδή η νέα αγωγή δεν στηρίζεται στον ίδιο νομικό κανόνα.
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει περαιτέρω ότι το δεδικασμένο καλύπτει και το προδικαστικό ζήτημα που κρίθηκε, το ζήτημα δηλαδή που κρίθηκε παρεμπιπτόντως και αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθύλην αρμόδιο να αποφασίσει για το παρεμπίπτον αυτό ζήτημα (ΑΠ 424/2015, 2168/2014 κ.λ.π.
Το δεδικασμένο δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, το οποίο διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν από αυτή, αφού τότε δεν υπάρχει η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας.
Δεδικασμένο αποτελεί και ενδεχομένης άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση (Ολ ΑΠ 56/2019, Ολ.ΑΠ 10/2002, ΑΠ 960/2015, ΑΠ 1156/2017). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 2ο λόγο της κρινόμενης αίτησης, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με αριθμό 202/2020, ότι, από τις προηγούμενες αποφάσεις, με αριθμούς 229/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και 442/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, παρήχθη δεσμευτικό για την κρινόμενη υπόθεση δεδικασμένο για το δικαίωμα του αναιρεσείοντα - ενάγοντα προς λήψη του μηνιαίου επιδόματος θέσης ευθύνης ως προϊσταμένου της νομικής υπηρεσίας του αναιρεσιβλήτου Νοσοκομείου, ποσού 400 ευρώ, στη συνέχεια δε εσφαλμένα απέρριψε τα αιτούμενα με την κρινόμενη αγωγή ποσά για την άνω αιτία για το χρονικό διάστημα από 1-6-2012 έως 31-3-2015 (ένδικο), συνολικά 13-600 ευρώ, όπως του είχε επιδικασθεί με τις προαναφερθείσες αποφάσεις (229/2013 του Πρωτοδικείου και 442/2018 του Εφετείου) για το προηγούμενο χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του 2011 έως και τον Μάϊο του 2012 για την ίδια αιτία (επίδομα ευθύνης).
Με την υπ' αριθμ. 229/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών κρίθηκε ότι ο ενάγων ως προϊστάμενος της νομικής υπηρεσίας του εναγομένου κατέχει θέση ευθύνης σε οργανική μονάδα ΝΠΔΔ, η οποία είναι αυτοτελής, δηλαδή δεν υπάγεται άμεσα σε υπερκείμενη μονάδα, αλλά υπάγεται απευθείας στον ανώτατο προϊστάμενο της οικείας Υπηρεσίας, ο οποίος, στην προκειμένη περίπτωση είναι ο Διοικητής του εναγομένου Νοσοκομείου, όπως προκύπτει από τα οριζόμενα στα άρθρα 4 παρ. 1 και 8 παρ. 2 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας της Νομικής Υπηρεσίας, όπως αυτός εγκρίθηκε στην από 22-6-2009 Τακτική Συνέλευση του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου, και αδιαβάθμιστη, ήτοι δεν τελεί σε ιεραρχική και υπαλληλική κατάταξη σε σχέση με άλλες μονάδες στην κλίμακα της ιεραρχικής δομής της Διοίκησης. Ότι συνεπώς, ο ενάγων δικαιούται να λαμβάνει το επίδομα θέσης ευθύνης ποσού 400 ευρώ, καθώς κατέχει θέση προϊσταμένου της Νομικής Υπηρεσίας του εναγομένου, χωρίς να ασκεί καμία επιρροή το γεγονός της κάλυψης της μίας, μόνο, εκ των δύο οργανικών θέσεων δικηγόρων που προβλέπονται στον αρχικό οργανισμό του εναγομένου (άρθρο 4 παρ. 1 και 8 παρ. 2 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας της Νομικής Υπηρεσίας, όπως εγκρίθηκε στην από 22/6/2009 τακτική Συνέλευση του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου, άρθρο 4, 22 Ν. 4024/2011, ΥΑ Οικ 2/17132/0022/2012.
Κατά της υπ' αριθμ. 229/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών ο ενάγων άσκησε την από 11-6-2013 (αριθ. καταθ. 138/11-6-2013) έφεσή του, κατά το μέρος που δεν έγινε δεκτή η αγωγή όσο δηλαδή αφορά τις ζητούμενες εισφορές και δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, ενώ το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ κατά της ίδιας απόφασης άσκησε την από 27-4-2016 (αριθ. καταθ. 72/28-4-2016) έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, όσο αφορά το κεφάλαιο της αγωγής του ενάγοντα που έγινε δεκτό και αφορούσε το επιδικασθέν σ' αυτό πιο πάνω επίδομα ευθύνης ως προϊσταμένου της Νομικής Υπηρεσίας του εναγομένου ύψους 400 ευρώ μηνιαίως.
Με την υπ' αριθμ. 442/2018 απόφαση συνεκδικάστηκαν οι άνω αντίθετες εφέσεις, ερήμην όμως του εκκαλούντος - εφεσιβλήτου ΝΠΔΔ, εξ αυτού δε απορρίφθηκε η από 27-4-2016, έφεσή του τελευταίου, ενώ έγινε δεκτή η από1 1-6-2013 έφεση του ενάγοντα που αφορούσε το μη ενδιαφέρον εν προκειμένω κονδύλιο της αγωγής, το οποίο τελικώς έγινε δεκτό μ' αυτήν (επιστροφή εισφορών αλληλεγγύης).
Παρ' ότι όμως απερρίφθη η έφεση του ΝΠΔΔ - εναγομένου, οπότε η εκκαλούμενη απόφαση κατέστη τελεσίδικη ως προς το επιδικασθέν μ' αυτήν στον ενάγοντα επίδομα ευθύνης, προς χάριν της ενότητας της εκτελέσεως εν ευρεία έννοια, όπως χαρακτηριστικά αναφέρονται στην απόφαση του Εφετείου, εξαφανίστηκε μ' αυτήν η πρωτόδικη απόφαση και κατά τη μη θιγόμενη διάταξή της (επιδικασθέν επίδομα ευθύνης ύψους 2800 ευρώ), το οποίο όμως παρέμεινε αλώβητο, προκειμένου η απόφαση του Εφετείου να έχει ενιαίο διατακτικό (ΑΠ 748/1984). Έτσι το άνω επιδικασθέν πρωτόδικα επίδομα ευθύνης στην πραγματικότητα δεν εθίγη από την απόφαση του Εφετείου, με το οποίο δεν ασχολήθηκε αυτό, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου των άνω αποφάσεων, κάτι που εσφαλμένα θεώρησε η προσβαλλόμενη απόφαση 202/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Τελικώς, κατά της 442/2018 απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ άσκησε την από 19-12-2018 (αριθμ. καταθ. 4) ανακοπή ερημοδικίας, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 416/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Στην συνέχεια ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα η κρινόμενη από 9-3-2015 (αριθ. κατ. 781/2015) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα απ' αυτό που ζητούσε με την πρώτη αγωγή του, ήτοι για τον χρόνο από 1/6/2012, έως 31/3/2015, όπως προαναφέρθηκε επί της οποίας όπως προαναφέρθηκε, εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου, η υπ' αριθμ. 133/2017 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του όσον αφορά το επίδομα θέσης ευθύνης προϊσταμένου της Νομικής Υπηρεσίας του Νοσοκομείου (εναγομένου) και υποχρέωσε το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ να του καταβάλει το ποσό των 13.600 ευρώ, ενώ απέρριψε το αίτημά του όσον αφορά την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών (2.032,84 ευρώ), που αντιστοιχούσαν στην παρακράτηση από τις τακτικές αποδοχές του, της ειδικής εισφοράς υπέρ του ΟΑΕΔ, του άρθρου 44 παραγ. 9 του ίδιου νόμου 3986/2011.
Κατά της υπ' αριθμ. 133/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών ο αναιρεσείων άσκησε την από 4/4/2018 (αριθμ. καταθ. 154/2018) έφεσή του, κατά το μέρος που δεν έγινε δεκτή η αγωγή του (παρακρατηθείσα εισφορά αλληλεγγύης).
Το αναιρεσίβλητο κατά της αυτής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών με αιρθμό 133/2017 άσκησε την από 13/5/2018 (αριθ. καταθ. 208/2018) έφεση του ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Οι άνω αντίθετες εφέσεις, αφού συνεκδικάστηκαν από την υπ' αριθμ. 202/2020 απόφαση που εκδόθηκε επ' αυτών (προσβαλλόμενη), έγιναν αμφότερες δεκτές. Ακολούθως εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση (αριθμ. 133/2017) καθόλα τα κεφάλαιά της, έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου όσον αφορά το αίτημά της για την επιστροφή της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 38 παρ. 2α του Ν. 3986/2011 και της εισφοράς υπέρ Ο.Α.Ε.Δ. της αυτής διατάξεως και υποχρεώθηκε το ΝΠΔΔ να του καταβάλλει για την αιτία αυτή ποσό 2.032,84 ευρώ, νομιμοτόκως. Παράλληλα έγινε δεκτή η υπ' αριθμ. καταθ. 208/15/5/2018 έφεση του τελευταίου και απορρίφθηκε η αγωγή του ενάγοντα ως προς το επιδικασθέν πρωτοδίκως σ' αυτόν επίδομα θέσης ευθύνης. Κατά την συζήτηση των άνω εφέσεων, επί των λόγων της από1 3/5/2018 (άρθρο καταθ. 208/18) έφεσης του αναιρεσιβλήτου ο αναιρεσείων πρόβαλε ένσταση δεδικασμένου που είχε παραχθεί από την τελεσίδικη πλέον υπ' αριθμ. 229/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Το Εφετείο Πατρών κρίνοντας επομένως επί της άνω μεταγενέστερης, ένδικης, αγωγής του ήδη αναιρεσείοντα κατά του τώρα αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την καταβολή του επιδόματος αυτού (επίδομα θέσης ευθύνης προϊσταμένου υπηρεσίας), ερειδόμενη δε στα αυτά κατά βάση πραγματικά περιστατικά και χωρίς να έχει επέλθει νομική μεταβολή που διέπει την διαρκή σχέση μεταξύ των διαδίκων, με την προσβαλλόμενη 202/2020 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε τα εξής σχετικά με το ενδιαφέρον εν προκειμένω ζήτημα: "Ο ενάγων, δικηγόρος, τελεί σε σχέση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με το εναγόμενο νοσοκομείο, από το οποίο έχει προσληφθεί κατόπιν διαγωνισμού.
Κατέχει την μια οργανική θέση δικηγόρου με σχέση έμμισθης εντολής που προβλέπει ο οργανισμός του.... Περαιτέρω, όμως, αναφορικά με το.... αίτημα της αγωγής περί καταβολής του επιδόματος θέσης ευθύνης στον ενάγοντα λεκτέα τα εξής: Τόσο ο ισχύων οργανισμός, του εναγομένου Νοσοκομείου (στο άρθρο 8 Υ4α/οικ 24519 ΦΕΚ Β' 697/26-3-2013) όσο και ο προγενέστερος (στο άρθρο 7 ΦΕΚ Β' 767/31-12-1987) δεν προβλέπουν σύσταση Νομικής Υπηρεσίας στο Νοσοκομείο, οι δε προβλεπόμενες δύο θέσεις "δικηγόρων με πάγια εντολή" είναι αυτοτελείς θέσεις και δεν υπάγονται σε κάποια υπηρεσιακή μονάδα (αυτοτελής ή μη, διαβαθμισμένη ή μη κοκ), αφού τέτοια μονάδα δεν προβλέπεται από τον νόμο ή τον Οργανισμό.
Συγκεκριμένα οι οργανισμοί του εναγομένου νοσοκομείου κάνουν λόγο μόνο για τρεις υπηρεσίες, την Ιατρική, τη Νοσηλευτική και την Διοικητική. Η νομική Υπηρεσία, της οποίας επικαλείται ότι προΐσταται ο ενάγων, έχει εγκριθεί από το Δ.Σ. του νοσοκομείου με την υπ' αριθμ. 19/22-6-2009 απόφαση του και ο ίδιος ορίστηκε προϊστάμενος με την υπ' αριθμ. 25/29.7.2009 απόφαση του ΔΣ, χωρίς όμως περαιτέρω έγκριση αυτής από το υπηρεσιακό συμβούλιο του αρμόδιου υπουργείου.
Άρα πρόκειται για μη νόμιμη σύσταση οργανικής μονάδας ΝΠΔΔ από το αρμόδιο όργανο, αφού αυτή δεν προβλέπεται στο καταστατικό του εναγομένου. Εξάλλου, ποτέ δεν υπηρέτησαν έτεροι υπάλληλοι ή δικηγόροι υπό τις οδηγίες του ενάγοντος, ο οποίος όλα τα προηγούμενα έτη κάλυπτε μόνος του με ίδια μέσα και κάνοντας χρήση της υποδομής του ιδιωτικού του γραφείου όλες τις νομικές υποθέσεις του εναγόμενου νοσοκομείου.
Δηλαδή και στην πράξη δεν αποδείχθηκε να είχε ποτέ ο ενάγων αυξημένες ευθύνες ή να άσκησε συντονισμό και έλεγχο της δράσης λοιπών υπαλλήλων ή δικηγόρων που υπηρετούσαν υπό τη διεύθυνση του. Επιπρόσθετα σημειώνεται, ότι η ένσταση δεδικασμένου, που προτείνει ο ενάγων - εφεσίβλητος προς αντίκρουση της 2ης έφεσης (του νοσοκομείου) βάσει της υπ' αριθμ. 442/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, τυγχάνει αβάσιμη στην ουσία της και απορριπτέα.
Αυτό διότι η εν λόγω απόφαση δεν ασχολήθηκε καθόλου και δεν έκρινε το ουσιαστικό ζήτημα του επιδόματος θέσης ευθύνης, δεδομένου ότι δεν υφίστατο λόγος έφεσης περί αυτού και η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίστηκε και κατά τη μη θιγόμενη διάταξη της (για το επίδομα θέσης ευθύνης εκείνου του χρονικού διαστήματος που παρέμεινε αλώβητο), ώστε η απόφαση του Εφετείου να έχει ενιαίο διατακτικό.
Συνεπώς κατ' άρθρο 322 παρ. 1 ΚΠολΔ δεν υπάρχει δεδικασμένο από την πιο πάνω απόφαση που να αφορά το συγκεκριμένο ουσιαστικό ζήτημα (του επιδόματος θέσης ευθύνης). Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω αποδείχθηκε, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησης επιδόματος θέσης ευθύνης στον ενάγοντα, τόσο από νομοθετικής άποψης (μη πρόβλεψη σύστασης νομικής υπηρεσίας στο καταστατικό του νοσοκομείου) όσο και από ουσιαστικής (μη ύπαρξη άλλων υπαλλήλων ή δικηγόρων επί των οποίων να άσκησε συντονισμό ή έλεγχο δράσης ο ενάγων) και το εν λόγω αγωγικό κονδύλιο πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο".
Ακολούθως αφού το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως προς το κονδύλιο του επιδόματος θέσης ευθύνης. Έτσι κρίνοντας και το Εφετείο παρά το νόμο δεν δέχθηκε δεδικασμένο από την προηγούμενη απόφασή του, αφού με αυτήν είχε κριθεί τελεσίδικα για προηγούμενο διάστημα ότι ο αναιρεσείων - ενάγων δικαιούται το επίδικο επίδομα, το ζήτημα δε αυτό αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κρινομένου στην δίκη αυτή δικαιώματος και ως εκ τούτου εσφαλμένα το Εφετείο δεν το έθεσε ως βάση της προσβαλλόμενης απόφασης του. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο πρώτος λόγος από τον αριθμό 1 του ίδιου ως άνω άρθρου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί δεν ιδρύεται τέτοιος λόγος όταν παραβιάστηκε δικονομικός κανόνας δικαίου. Τέτοιοι κανόνες δικονομικού δικαίου είναι και αυτοί του ΚΠολΔ, οι οποίοι αφορούν την ισχύ και την έκταση του δεδικασμένου (ΑΠ 488/2020, ΑΠ 1148/2020, ΑΠ 261/1997).
Τέλος ο τρίτος λόγος από τον αριθμό 20 του αυτού ως άνω άρθρου είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί δεν αποτελούν έγγραφα οι δικαστικές αποφάσεις από τις οποίες παράγεται δεδικασμένο (ΑΠ 269/93), ώστε να ερευνηθεί, στην κρινόμενη υπόθεση, αν η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε ή όχι το περιεχόμενο των αποφάσεων από τις οποίες παράγεται το δεδικασμένο που επικαλείται ο αναιρεσείων.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4335/2015). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που κατέθεσε προτάσεις, ως ηττώμενος διάδικος (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 202/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιουνίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ