Supreme Court dismisses appeal against tax authority's seizure of bank assets exceeding mortgage limit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the tax authority's appeal against a lower court decision regarding the seizure of bank assets. The court found that the mortgage registration covered both principal and interest, legally justifying the seizure of the additional interest amount beyond the principal limit. Consequently, the lower court correctly applied the Civil Code provisions without error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1262(7), 1269, 1289 of the Civil Code; The Supreme Court holds that a mortgage registration covering both principal and interest legally permits the seizure of assets exceeding the principal limit for the secured interest.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 622 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 622/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτής που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, και στην προκειμένη περίπτωση και από τους Προϊσταμένους της Δ.Ο.Υ. ΙΘ' Αθηνών και ήδη Δ.Ο.Υ. ΙΓ' Αθηνών και της Δ.Ο.Υ. Ν. Φιλαδέλφειας Αττικής και ήδη Δ.Ο.Υ. Ν. Ιωνίας Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά της Επιστήμη - Μαρία Μουστακάτου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πλατίτσα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-6-2007 ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 2880/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 667/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-1-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1289 Α.Κ., αν το κεφάλαιο της απαιτήσεως που ασφαλίζεται με υποθήκη γράφηκε ως τοκοφόρο, η υποθήκη, σε οποιουδήποτε την κυριότητα και αν βρίσκεται το ακίνητο, ασφαλίζει κατά την ίδια τάξη εγγραφής και τους καθυστερούμενους τόκους ενός έτους πριν από την κατάσχεση, από οποιονδήποτε και αν ενεργήθηκε αυτή, καθώς και τους τόκους μετά την κατάσχεση ως την πληρωμή του χρέους ή έως ότου γίνει αμετάκλητος ο πίνακας της κατατάξεως.
Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 1269 Α.Κ. η εγγραφή της υποθήκης γίνεται πάντοτε για ορισμένη χρηματική ποσότητα και, αν στον τίτλο δεν περιέχεται ορισμένη ποσότητα, αυτός που ζητεί την εγγραφή πρέπει να την ορίζει κατά προσέγγιση, κατά δε το άρθρο 1262 παρ. 7 του ιδίου Κώδικος, ο ενυπόθηκος δανειστής έχει από τον νόμο τίτλο για απόκτηση υποθήκης στο ενυπόθηκο ακίνητο για τους καθυστερούμενους τόκους της απαιτήσεως.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει: α) ότι για την κάλυψη, κατά την τάξη και την σειρά της υποθήκης, των τόκων του περιορισμένου χρονικού διαστήματος του άρθρου 1289 ΑΚ, πρέπει η απαίτηση να έχει εγγραφεί στο βιβλίο υποθηκών, ως τοκοφόρος, χωρίς να απαιτείται για την τήρηση της αρχής της δημοσιότητας να καθορίζεται και το ποσό των τόκων, αφού το ποσοστό αυτών καθορίζεται από τον νόμο και β) ότι αν η υποθήκη γράφηκε για ποσό μεγαλύτερο του κεφαλαίου της ασφαλιζόμενης απαιτήσεως, ώστε να καλύπτονται και τόκοι αυτής, οι τόκοι δε του ανωτέρω χρονικού διαστήματος του άρθρου 1289 ΑΚ, προστιθέμενοι στο κεφάλαιο, υπερβαίνουν μαζί με αυτό την χρηματική ποσότητα, για την οποία έχει εγγραφεί η υποθήκη, δεν ασφαλίζονται με την υποθήκη, κατά το ποσό αυτών, που υπερβαίνει το υποθηκικό όριο και συνεπώς δεν απολαμβάνουν, κατά τούτο, του ενδίκου προνομίου κατατάξεως κατά τη διανομή του πλειστηριάσματος, που προβλέπεται από το άρθρο 1007 παρ. 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 976 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Μόνον στην περίπτωση, κατά την οποία, σε αρμονία με τη σύμβαση, η υποθήκη εγγράφεται για ορισμένο χρηματικό ποσό, που καλύπτει το κεφάλαιο και λοιπά συναφή κονδύλια, ταυτοχρόνως όμως και πέραν του ποσού αυτού εγγράφεται τούτο και ως τοκοφόρο, για εξασφάλιση των τόκων στα χρονικά πλαίσια του άρθρου 1289 ΑΚ, η υποθήκη ασφαλίζει όλους τους τόκους του προβλεπομένου στην διάταξη αυτή χρονικού διαστήματος.
Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή η ασφάλιση των τόκων έχει ρητώς συμφωνηθεί και εγγραφεί πέραν και επί πλέον της ορισμένης χρηματικής ποσότητος για την οποία εγγράφεται η υποθήκη (ΑΠ 345/2016, ΑΠ 353/2010, ΑΠ 1218/2007, ΑΠ 723/2006, ΑΠ 898/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό την από 13.6.2007 ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου κατά του υπ' αριθ.
…/2007 πίνακα κατάταξης δανειστών του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Παπαθέου, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Με επίσπευση του Κ. Κ.... εκπλειστηριάσθηκαν στο Δήμο Νέας Σμύρνης Αττικής, δυνάμει της με αριθμό …/…/…./2006 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Παπαθέου, τα ειδικότερα περιγραφόμενα σε αυτήν ακίνητα (οριζόντιες ιδιοκτησίες), που ανήκαν κατά κυριότητα στον Κ.
Σ., κοινό οφειλέτη του ανακόπτοντος και ήδη εκκαλούντος και της καθ' ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ"... Τα εκπλειστηριασθέντα ακίνητα κατακυρώθηκαν στον υπερθεματιστή αντί πλειστηριάσματος 247.2000 ευρώ. Στο προαναφερθέντα πλειστηριασμό αναγγέλθηκαν, πλην άλλων δανειστών, οι διάδικοι και δη:
α) το Ελληνικό Δημόσιο: Α) με τη με αριθμό πρωτ. …/…-4-2006 αναγγελία του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΙΘ Αθηνών, για ληξιπρόθεσμες - προνομιακές απαιτήσεις του, συνολικού ύψους 125.328,72 ευρώ και β) με τη με αριθμό πρωτ. …/…/2006 αναγγελία του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ν. Φιλαδέλφειας Αττικής για ληξιπρόθεσμες - προνομιακές απαιτήσεις του, συνολικού ύψους 81.155,35 ευρώ και Β) η απορροφώμενη από την "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" με την από 18.4.2006 αναγγελία της: 1) για απαίτησή της συνολικού ποσού 76.668,86 ευρώ (επιδικασθέν κεφάλαιο 63.209,78 ευρώ, οφειλόμενοι τόκοι από 10.2.2005 έως 12.4.2006, 10.929,08 ευρώ και δικαστικά έξοδα 2.530 ευρώ) δυνάμει της με αριθμό 9059/2005 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών...
Ειδικά η απαίτηση της καθ' ης η ανακοπή-εφεσίβλητης, απορροφώμενης Εμπορικής Τράπεζας, για την οποία εκδόθηκε η με αριθμό 9059/2005 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος του καθ' ου ο πλειστηριασμός Κ. Σ., προέρχεται από τη με αριθμό 1896/2002 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, ποσού 60.000 ευρώ, την οποία αυτός υπέγραψε ως πρωτοφειλέτης.
Στη συνέχεια, η καθ' ης η ανακοπή Τράπεζα, με βάση την προαναφερθείσα διαταγή πληρωμής, που έχει καταστεί τελεσίδικη, την 29.11.2005 ενέγραψε προσημείωση υποθήκης κατά του Κ. Σ. στο Κτηματολογικό Γραφείο Νέας Σμύρνης, και με αριθμό καταχώρισης … στο τηρούμενο κτηματολογικό φύλλο των εκπλειστηριασθέντων ακινήτων με ΚΑΕΚ …/0/3, …/0/6 και …/0/19.
Η προσημείωση αυτή τράπηκε σε υποθήκη την 21.2.2006. Σύμφωνα με την από 18.11.2005 περίληψη εγγραφής προσημείωσης υποθήκης και από τις εγγραφές που υπάρχουν στο αντίστοιχο για κάθε ακίνητο κτηματολογικό φύλλο, η εγγραφή της προσημείωσης υποθήκης έγινε για το ποσό των 65.739 ευρώ πλέον των τόκων, των προμηθειών και των εξόδων πάνω στο ποσό τούτο κατ' άρθρο 1289 ΑΚ και με το μεγαλύτερο τόκο και προμήθεια που ισχύει κάθε φορά για τις τραπεζικές συναλλαγές, για ασφάλεια της προαναφερθείσας απαίτησης της καθ' ης η ανακοπή.
Μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης, συνολικού ποσού 5.293,39 ευρώ, και επειδή το υπόλοιπο του πλειστηριάσματος - (δηλαδή το ποσόν των 241.906,61 ευρώ) δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση όλων των αναγγελθέντων δανειστών, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού - Συμβολαιογράφος Αθηνών Νικόλαος Παπαθέος συνέταξε τον προσβαλλόμενο με αριθμό …/2007 πίνακα κατάταξης και κατέταξε 1) στο 1/3 του διανεμητέου πλειστηριάσματος οριστικά και προνομιακά:
α) το Ελληνικό Δημόσιο δια της ΙΘ Δ.Ο.Υ. Αθηνών, για ποσό 48.943 ευρώ και β) το Ελληνικό Δημόσιο δια της Δ.Ο.Υ. Νέας Φιλαδέλφειας για ποσό 31.692,53 ευρώ και 2) στα 2/3 του διανεμητέου πλειστηριάσματος προνομιακά και τυχαία την πρώτη ενυπόθηκη δανείστρια "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." για ποσό 161.271,06 ευρώ, υπό τον όρο της προσκόμισης τελεσίδικης απόφασης.
Σε περίπτωση μη τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησης της "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." ή τελεσίδικης επιδίκασης μέρους αυτής, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού κατέταξε την απορροφώμενη "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" προνομιακά και οριστικά για ποσό 76.668,86 ευρώ. Επίσης, σε περίπτωση που απομένει και άλλο υπόλοιπο σε περίπτωση μη τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησης της "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." ή τελεσίδικης επιδίκασης μέρους αυτής, κατέταξε προνομιακά και οριστικά το Ελληνικό Δημόσιο δια των ΙΘ Δ.Ο.Υ.
ΙΘ Αθηνών και Νέας Φιλαδέλφειας, αναλόγως και συμμέτρως. Κατά του εν λόγω πίνακα και της καταταγείσας επικουρικά απαίτησης της Εμπορικής Τράπεζας, το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 13.6.2007 ανακοπή του, το περιεχόμενο της οποίας έχει ήδη εκτεθεί και η οποία έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη με την προσβαλλόμενη με αριθμό 2880/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Το ανακόπτον και ήδη εκκαλούν, Ελληνικό Δημόσιο, με το μοναδικό λόγο της ένδικης έφεσης, διατείνεται ότι η επικουρική κατάταξη της καθ' ης η ανακοπή - απορροφώμενης Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ έπρεπε να περιορισθεί στο ποσό της ασφαλισμένης με προσημείωση υποθήκης απαίτησής της, που ανέρχεται σε 65.739 ευρώ και να μην καταταγεί και για το επιπλέον ποσό των 10.929,86 ευρώ, που αφορά τόκους επί του κεφαλαίου της εν λόγω απαίτησής της.
Όπως, όμως, προεκτίθεται, η συγκεκριμένη προσημείωση υποθήκης είχε μεν εγγραφεί για το ποσό των 65.739 ευρώ, πλην όμως αυτό ενεγράφη και ως τοκοφόρο - για την εξασφάλιση των τόκων στα χρονικά πλαίσια του άρθρου 1289 ΑΚ.
Συνεπώς, με την προσημείωση αυτή ασφαλίσθηκαν όλοι οι τόκοι του προβλεπόμενου στη διάταξη του άρθρου 1289 ΑΚ χρονικού διαστήματος, με συνακόλουθο αποτέλεσμα τη νομότυπη επικουρική κατάταξη της καθ' ης η ανακοπή - απορροφώμενης Τράπεζας καθ' υπέρβαση του προαναφερθέντος υποθηκικού ορίου των 65.739 ευρώ και για τους τόκους των 10.929,86 ευρώ, για τους οποίους αναγγέλθηκε και οι οποίοι, σημειωτέον χρονικά εκτείνονται μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού (12.4.2006) και όχι ωσότου γίνει αμετάκλητος ο πίνακας κατάταξης.
Με τα δεδομένα αυτά, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο με την προσβαλλόμενη με αριθμό 2880/2010 οριστική του απόφαση ήχθη στην ίδια κρίση, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1262 παρ. 7, 1269 και 1289 του ΑΚ, που αναλύονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις. Κατά συνέπεια , η κρινόμενη έφεση, με το μοναδικό λόγο της οποίας υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτόδικης αποφάσεως (2880/2010 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), η οποία είχε δεχθεί τα ίδια ως προς το άνω ζήτημα. Με τη κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1269 και 1289 Α.Κ., ενόψει και της σαφούς παραδοχής, ότι το κεφάλαιο που ασφαλίζεται με την ανωτέρω προσημείωση υποθήκης είχε εγγραφεί ως τοκοφόρο, και μάλιστα η σχετική εγγραφή στο βιβλίο υποθηκών είχε γίνει προς κάλυψη ειδικώς και των τόκων του άρθρου 1289 Α.Κ.
πέραν του υποθηκικού ορίου. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται έτσι στην αναιρεσιβαλλομένη πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Ιανουαρίου 2019 αίτηση της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 667/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ