Legislator Case Law & Legislation
622/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lease defect claim where tenant knew of building's dangerous condition at signing.

Case Number 622/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the tenant's appeal against the First Instance Court's rejection of his claim for rent reduction due to a building defect. The tenant argued the property was dangerously unstable, but the court found he knew of the condition when signing the lease and participated in the demolition suspension process. Consequently, the court ruled that his knowledge waived his right to claim rent reduction under the Civil Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 574, 575, 576, 579 of the Civil Code; If the lessee knew of a defect at the time of delivery or contract signing, they lose the right to refuse rent payment for the duration of the defect.

Keywords

AI generated
lease contract latent defects tenant knowledge rent reduction waiver of rights civil code damages

Cited Legislation

AI generated
Article 574 of the Civil Code
Article 575 of the Civil Code
Article 576 of the Civil Code
Article 579 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 622 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 622/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Κατσίφα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χόντο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1555/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 329/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-12-2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 6.12.2017 και με ειδ. αριθμό κατάθεσης 888/2017 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 329/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 574, 575 και 576 ΑΚ προκύπτει ότι, αν το μίσθιο κατά τον χρόνο της παραδόσεώς του στον μισθωτή έχει ή κατά τη διάρκεια της μισθώσεως εμφανίσει πραγματικό ελάττωμα που καθιστά παντελώς αδύνατη τη συμφωνημένη χρήση του, ο μισθωτής έχει το δικαίωμα να αρνηθεί την καταβολή του μισθώματος για όσο χρόνο διαρκεί η κατάσταση αυτή.

Το δικαίωμα αυτό μπορεί να ασκηθεί όχι μόνο με αγωγή ή ανταγωγή, αλλά και κατ' ένσταση σε περίπτωση αγωγής του εκμισθωτή για την καταβολή του μισθώματος ή την απόδοση της χρήσεως του μισθίου. Από τις διατάξεις δε των άρθρων 579, 581 ΑΚ, οι οποίες πραγματεύονται την απαλλαγή του εκμισθωτού από την ευθύνη για πραγματικά ελαττώματα ή έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων του μισθίου, συνάγεται ότι ο εκμισθωτής δεν ευθύνεται και απαλλάσσεται της ευθύνης για πραγματικά ελαττώματα ή την έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων, κατά την σύνταξη της συμβάσεως, αν ο μισθωτής γνώριζε τα πραγματικά ελαττώματα ή την έλλειψη των συμφωνημένων ιδιοτήτων ή εάν παρέλαβε ανεπιφύλακτα το μίσθιο, γνωρίζοντας το ελάττωμα ή την έλλειψη, ή εάν από βαριά αμέλεια αγνοούσε, κατά την σύναψη της συμβάσεως το πραγματικό ελάττωμα.

Επομένως, αν συντρέχουν οι ανωτέρω όροι, ο μισθωτής χάνει τα δικαιώματα εκ των άρθρων 576 - 578 Α.Κ. (μειώσεως ή μη καταβολής του μισθώματος, αποζημιώσεως). Το δικαίωμά του δε αυτό αποκλείεται έστω και αν ο εκμισθωτής δολίως αποσιώπησε το ελάττωμα, αφού η γνώση του μισθωτή ενέχει σιωπηρή παραίτηση από το σχετικό δικαίωμά του (ΑΠ 27/2014, ΑΠ 1463/2013, ΑΠ 995/2006).

Ακόμη κατά τις διατάξεις 595 και 596 του ίδιου κώδικα "το μίσθωμα καταβάλλεται στις συμφωνημένες ή στις συνηθισμένες προθεσμίες" και "αν δεν υπάρχουν τέτοιες προθεσμίες, καταβάλλεται κατά τη λήξη της μίσθωσης και, αν συμφωνήθηκε καταβολή σε μικρότερα διαστήματα, κατά τη λήξη τους" και "ο μισθωτής δεν απαλλάσσεται από το μίσθωμα, αν εμποδίζεται να χρησιμοποιήσει το μίσθιο από λόγους που αφορούν τον ίδιο".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι από του χρόνου της πραγματικής παραδόσεως από μέρους του εκμισθωτή και της πραγματικής παραλαβής από μέρους του μισθωτή της χρήσεως του πράγματος αρχίζει η μίσθωση του πράγματος και ο μισθωτής έχει υποχρέωση να καταβάλει στον εκμισθωτή το μίσθωμα που συμφωνήθηκε από την παράδοση σ' αυτόν της χρήσεως του πράγματος, εφόσον έχει τη δυνατότητα χρήσεως αυτού, ανεξαρτήτως αν πράγματι το χρησιμοποιεί (ΑΠ 390/2018, ΑΠ 2035/2013).

Εξάλλου ο κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση. "Πράγματα", κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, αν είναι ορισμένοι.

Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς, εξομοιώνονται και εκείνοι που προτείνονται μη νομίμως και ειδικώς απαραδέκτως, είτε γιατί προτείνονται για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, είτε γιατί, παρά το ότι προτάθηκαν νομίμως σε προηγούμενη συζήτηση της υποθέσεως, εν τούτοις επαναφέρονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο χωρίς την τήρηση των όρων που τάσσονται με το άρθρο 240 του ίδιου κώδικα.

Η ερμηνεία αυτή δεν αποκλείεται από το ότι η διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ανάγει σε ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως και την από το δικαστήριο παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου, διότι η διάταξη αυτή, που καλύπτει πολλές περιπτώσεις δικονομικών απαραδέκτων, άσχετων προς τη διάταξη του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, συμπορεύεται με την τελευταία στην περίπτωση κατά την οποία έχουν ληφθεί υπόψη πράγματα που προτάθηκαν απαραδέκτως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποκλειστεί η παράλληλη εφαρμογή και των δύο λόγων αναιρέσεως στην περίπτωση αυτήν (ΑΠ Ολομ. 2/2005, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 394/2011, ΑΠ 128/2008).

Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, όπως επίσης ίσχυε, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στους αριθμούς 1 έως 6 αυτού. Έτσι, κατά την διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου αυτού, παρέχεται στον εφεσίβλητο, ανεξαρτήτως της ιδιότητας, που είχε στον πρώτο βαθμό (δηλαδή του ενάγοντος, του εναγομένου ή του παρεμβαίνοντος), η πρόσθετη δικονομική δυνατότητα της προτάσεως απεριορίστως νέων πραγματικών ισχυρισμών, προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως, υπό την προϋπόθεση, ότι με αυτούς δεν επέρχεται μεταβολή της βάσεως της αγωγής (ΑΠ 1674/2017, ΑΠ 1162/2017).

Επομένως ο εφεσίβλητος, που υπήρξε στην πρωτοβάθμια δίκη ενάγων ή εναγόμενος, παραδεκτά προβάλλει στην κατ` έφεση δίκη ισχυρισμούς που τείνουν σε ενίσχυση της αγωγής ή απόρριψη αυτής και μέσω τούτου σε απόρριψη της έφεσης, έστω και αν δεν έχει προβάλει αυτούς στην πρωτοβάθμια δίκη ή τους είχε προβάλει απαραδέκτως, αρκεί αυτοί να συντελούν σε απόκρουση της έφεσης και να μη μεταβάλλεται με αυτούς η βάση της αγωγής (ΑΠ 470/2018, ΑΠ 1420/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τ' ακόλουθα αναφορικά με την ύπαρξη πραγματικού στο μίσθιο ελαττώματος και τη γνώση του αναιρεσείοντος μισθωτή κατά τη σύναψη της ένδικης μισθωτικής σύμβασης με την ενάγουσα: "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, και όλων των νομότυπα επικαλούμενων και προσκομιζόμενων εγγράφων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Κατόπιν διαγωνισμού που προκήρυξε η ενάγουσα (υπό την τότε επωνυμία της ως "... Α.Ε" και ως έχουσα εκ του ν. 2636/1998 τη διαχείριση της περιουσίας του EOT), στον οποίο πλειοδότης αναδείχθηκε ο εναγόμενος συνήφθηκε μεταξύ αυτών η από 23/3/2005 σύμβαση μίσθωσης ενός ακινήτου (που ανήκε στον EOT) και συγκεκριμένα ενός οικοπέδου επιφάνειας 54,20 τ.μ., στο ...

μετά του επ' αυτού κτίσματος (παλιάς τριώροφης λίθινης οικοδομής εμβαδού 40,75 τ.μ., από το οποίο σώζονται μόνον οι τρεις πλευρές της εξωτερικής λίθινης τοιχοποιίας, με αυλή έκτασης 13,45 τ.μ., στο πίσω μέρος), προκειμένου μετά την αναστύλωση και αποκατάστασή του, σύμφωνα με την επισυναφθείσα στη σύμβαση μελέτη των σχετικών εργασιών να χρησιμοποιήσει ο εναγόμενος το μεν ισόγειο ως συμπληρωματικό με την όμορη επιχείρησή του χώρο εστίασης, τον δε όροφο και τη σοφίτα προς στέγαση τουριστικού γραφείου.

Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε για είκοσι πέντε (25) έτη, με έναρξη την ημερομηνία παράδοσης του μισθίου (που έλαβε χώρα στις 21/4/2005, σύμφωνα με το σχετικό πρωτόκολλο) και λήξη την αντίστοιχη ημερομηνία μετά την πάροδο είκοσι πέντε ετών, ήτοι την 21/4/2030. Με τη σύμβαση, ορίστηκε εφάπαξ καταβλητέο μίσθωμα ποσού 70.000 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από τον εναγόμενο κατά την ημέρα υπογραφής της σύμβασης και πάγιο ετήσιο μίσθωμα.

Ως προς το ετήσιο μίσθωμα συμφωνήθηκε ότι για μεν το 2005 ο μισθωτής απαλλάσσεται της υποχρέωσης να καταβάλει μίσθωμα, ενώ για το δεύτερο έτος της μίσθωσης, ήτοι το 2006 το μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 9.000 ευρώ. Το ετήσιο μίσθωμα του έτους 2007 συμφωνήθηκε στο ποσό των 18.000 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως κατά ποσοστό ίσο προς τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή προσαυξημένο κατά 20% από το μίσθωμα του αμέσως προηγούμενου έτους.

Παράλληλα ορίστηκε ότι το ετήσιο μίσθωμα μαζί με το αναλογούν τέλος χαρτοσήμου (που συμφωνήθηκε να βαρύνει αποκλειστικά το μισθωτή) θα καταβάλλεται από το μισθωτή σε δύο ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις, η πρώτη την 1η Ιουνίου και η δεύτερη την 1η Δεκεμβρίου κάθε μισθωτικού έτους. Περαιτέρω ως προέκυψε, ο εναγόμενος μισθωτής δεν κατέβαλε τα παρακάτω μισθώματα:

1) υπόλοιπο β' δόσης του μισθώματος του έτους 2007 9.312,81 €,

2) το μίσθωμα του έτους 2008, ποσού 18.842,40 €, πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6% ποσού 678,33 €, ήτοι συνολικά ποσού 19.520,72 €,

3) το μίσθωμα του έτους 2009, ποσού 19.294,62 €, πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6%, ποσού 694,61 ευρώ, ήτοι συνολικά ποσού 19.989,23 €,

4) το μίσθωμα του έτους 2010, ποσού 19.896,60 €, πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6%, ποσού 716,28 €, ήτοι συνολικά ποσού 20.612,88 €,

5) το μίσθωμα του έτους 2011, ποσού 21.138,16 €, πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6%, ποσού 760,97 €, ήτοι συνολικά ποσού 21.899,13 €,

6) την αναλογία του ετήσιου μισθώματος του έτους 2012 για το διάστημα από 01.01,2012 έως 22.02.2012 (οπότε στη μίσθωση υπεισήλθε πλέον ο Δήμος … λόγω μεταβίβασης της κυριότητας του μισθίου σ' αυτόν βάσει του ν. 4049/2012), ποσού 3.157,77 €, πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6%, ποσού 113,68 € ήτοι συνολικά ποσού 3.271,45 €. Δηλαδή ο εναγόμενος δεν έχει καταβάλει στην ενάγουσα συνολικά για τα παραπάνω μισθώματα το ποσό των 94.606,22 €.

Έτι περαιτέρω προέκυψε ότι δυνάμει της υπ' αριθ. 575/13-2-2001 έκθεσης αυτοψίας επικινδύνου οικοδομής της επιτροπής επικινδύνως ετοιμορρόπων οικοδομών της διεύθυνσης πολεοδομίας και περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ... το μίσθιο κτίσμα έχει κριθεί καταδαφιστέο λόγω επικινδυνότητας. Μολονότι στη συνέχεια με την υπ' αριθμ. 1/16-1-2004 απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου ...

του Νομού …. είχε αποφασιστεί να ανασταλεί επ' αόριστο η κατεδάφιση του εν λόγου κτιρίου, ακολούθως και πάλι δυνάμει της υπ' αριθμ. ….28/7-3-2006 έκθεσης αυτοψίας επικινδύνου οικοδομής της επιτροπής επικινδύνως ετοιμόρροπων οικοδομών της διεύθυνσης πολεοδομίας και περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ...

το μίσθιο κτίσμα κρίθηκε εκ νέου καταδαφιστέο λόγω επικινδυνότητας, με αποτέλεσμα να απορριφθεί από την ΕΠΑΕ η από 3/12/08 αίτηση του εναγομένου για έγκριση της αρχιτεκτονικής μελέτης προς αναστύλωση του εν λόγω κτιρίου (βλ. το υπ' αριθμ. πρωτ. …15/ 8-12-08 έγγραφο της διεύθυνσης πολεοδομίας και περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης …).

Κατόπιν αυτών ο εναγόμενος μισθωτής επικαλούμενος το κατά τα ως άνω πραγματικό ελάττωμα, που υπήρχε ήδη κατά το χρόνο της παράδοσης του μισθίου και που εμποδίζει ολικά από τότε την συμφωνημένη χρήση του μισθίου προέβαλε ένσταση εκ του άρθρου 576 ΑΚ ζητώντας την μη καταβολή των παραπάνω μισθωμάτων. Ωστόσο όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο απόσπασμα της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. 1/16-1-2004 απόφασης του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου ...

του Νομού …, ο εναγόμενος είχε συμμετάσχει σ' αυτήν υπό την ιδιότητά του ως αντιπροέδρου, έχοντας ως εκ τούτου από τότε (και άρα και κατά την συνομολόγηση της σύμβασης) γνώση του επικαλούμενου από αυτόν πραγματικού ελαττώματος. Κατά συνέπεια και κατ' αποδοχή ως βάσιμης της νομοτύπως κατ' άρθρ. 591 παρ. 1 περ.

δ' ΚΠολΔ (όπως αντικ. από το άρθρ. 19 του ν. 2915/ 2001) αντένστασης εκ του άρθρου 579 ΑΚ της ενάγουσας κρίνεται απορριπτέα η προαναφερθείσα ένσταση του εναγομένου. Ως εκ τούτου ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλλει νομιμότοκα το προαναφερθέν συνολικό ποσό για τα ως άνω οφειλόμενα μισθώματα". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 1555/2015 οριστικής απόφασης του Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κρίνοντας ομοίως, δεχθηκε ως βάσιμη ουσιαστικά, την ένδικη με αριθμό κατάθεσης 174189/3696/2013 αγωγή που είχε ασκήσει εναντίον του ως ενάγουσα η ήδη αναιρεσίβλητη εκμισθώτρια αιτούμενη την καταβολή των ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων για χρήση του επίδικου μισθίου.

Με το πρώτο τμήμα του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενος ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη μη νομίμως προταθέντα ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης και ειδικότερα την από το άρθρο 579 ΑΚ απαραδέκτως προβληθείσα από την τελευταία, με την προσθήκη-αντίκρουση, αντένσταση, η οποία δεν είναι καταχωρημένη στα πρακτικά συνεδριάσεως του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και δεν περιέχεται στις κατατιθέμενες στην έδρα του πρωτόδικου Δικαστηρίου προτάσεις, απορρίπτοντας κατ' αποτέλεσμα τον περιεχόμενο στην από 4.1.2014 και με αριθμό καταθέσεως 15/2016 έφεση του αναιρεσείοντος ως εκκαλούντος - εναγομένου λόγο έφεσης, με τον οποίο επανέφερε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου την στηριζόμενη στο άρθρο 576 ΑΚ, παραδεκτώς προβληθείσα στον πρώτο βαθμό ένστασή του, περί μη καταβολής των αιτουμένων με την αγωγή μισθωμάτων εξ αιτίας των πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου.

Ο λόγος αυτός, κατά την ως άνω, από το πρώτο μέρος του αιτίαση, είναι αβάσιμος, διότι η αναιρεσίβλητη εκμισθώτρια, ως εφεσίβλητη - ενάγουσα είχε τη δυνατότητα σύμφωνα με το άρθρο 527 § 1 ΚΠολΔ, να προβάλει παραδεκτώς για πρώτη φορά στον δεύτερο βαθμό τον ως άνω ισχυρισμό, ανεξάρτητα από την παραδεκτή ή μη προβολή του στον πρώτο βαθμό, ο οποίος αναφερόμενος στο κεφάλαιο της εκκαλουμένης που πλήττεται με την έφεση, συντελεί στην απόκρουση αυτής και την υποστήριξη του διατακτικού της εκκαλουμένης, χωρίς να μεταβάλλεται η βάση της αγωγής (ΑΠ 1464/2013).

Ειδικότερα η εφεσίβλητη με τις από 14.11.2016 προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, τις οποίες κατέθεσε αυθημερόν, όπως από την επισημείωση του αρμόδιου Γραμματέα προκύπτει, ήτοι πριν από τη συζήτηση της έφεσης, προς απόκρουση του δεύτερου λόγου της έφεσης επανέφερε προς απόκρουση της ένστασης του αντιδίκου της περί ελαττωμάτων του μισθίου, την εκ του άρθρ. 579 Α.Κ.

αντένστασή της περί γνώσεως αυτών κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης, η οποία έγινε δεκτή από την προσβαλλομένη απόφαση. Κατά το δεύτερο μέρος του ίδιου αναιρετικού λόγου προσάπτεται στην προσβαλλομένη ιδιαίτερη από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ενώπιόν του, με λόγο έφεσης επαναφερθέντες από το άρθρο 580 εδ.

β' ΑΚ περί υποσχέσεως ανυπαρξίας ελαττωμάτων από μέρους της ενάγουσας - εκμισθώτριας, αλλά και δολίας απόκρυψης αυτών από την ίδια, ισχυρισμούς, τους οποίους αντενιστάμενος προέβαλλε νομίμως στον πρώτο βαθμό. Ο λόγος αυτός κατά το ως άνω μέρος του είναι αλυσιτελής και ως εκ τούτου απαράδεκτος. Και τούτο διότι, σε κάθε περίπτωση, η κατά παραδοχή της από το άρθρο 579 ΑΚ αντενστάσεως της αναιρεσίβλητης από το Εφετείο περί γνώσεως του ελαττώματος του μισθίου από τον μισθωτή κατά το χρόνο σύναψης της μισθωτικής συμβάσεως, απόρριψη της κατ' άρθρο 576 Α.Κ.

προβληθείσας ένστασης περί μη καταβολής των μισθωμάτων λόγω πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου, καθιστά άνευ αντικειμένου την έρευνα συνδρομής των κατ' άρθρο 580 εδ. β' ΑΚ περιστάσεων, διότι, σύμφωνα με όσα και στην ως άνω παρατεθείσα νομική σκέψη εκτέθηκαν, δεν παρέχεται στον μισθωτή το δικαίωμα της μη καταβολής του μισθώματος, έστω και αν ο εκμισθωτής δολίως αποσιώπησε το ελάττωμα, αφού η γνώση του μισθωτή ενέχει σιωπηρή παραίτηση από το σχετικό δικαίωμά του (ΑΠ 27/2014, ΑΠ 1463/2013 οπ.π).

Επομένως ο αναιρετικός λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος και απαράδεκτος, αντίστοιχα, κατά τις διακρίσεις που αναφέρθηκαν.

Περαιτέρω για τη θεμελίωση του αναιρετικού λόγου, που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ, και ο οποίος συνίσταται στην παράλειψη του δικαστηρίου να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα, πoυ οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να εκτίθεται στην αίτηση α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη άλλως, ο συγκεκριμένος λόγος είναι αόριστος (ΑΠ 388/2018, ΑΠ 343/2017, ΑΠ 176/2016, ΑΠ 2261/2014, ΑΠ 1602/ 2014, ΑΠ 1456/2014). Η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα δεν είναι επιτρεπτή (Ολ.ΑΠ 25/2005, ΑΠ 1719/2008).

Επί του προκειμένου, με τον δεύτερο μέρος του δεύτερου αναιρετικού λόγου διατυπώνεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλομένη απόφαση, παρά τη γενική και αναιτιολόγητη διαβεβαίωσή της, ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι με επίκληση προσκόμισαν, εν τούτοις από το περιεχόμενό της δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι ελήφθησαν υπόψη εκείνα που, τόσο ο αναιρεσείων, αλλά και η αναιρεσίβλητη με επίκληση προσκόμισαν στο Εφετείο για την απόρριψη του εκ του άρθρου 576 ΑΚ, ως υπονοεί, ισχυρισμού του, περι αδυναμίας χρήσεως του μισθίου λόγω υφισταμένων κατά την κατάρτιση της σύμβασης ελαττωμάτων, αλλά και της τεχνικά αδύνατης αναστήλωσης αυτού.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος διότι δεν προσδιορίζονται τα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, τα οποία, παρά την αντίθετη διαβεβαίωση της προσβαλλομένης, δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο για την απόδειξη του ως άνω προβληθέντος με λόγο έφεσης ισχυρισμού. Ως εκ τούτου ο ως άνω αναιρετικός λόγος πρέπει κατά το μέρος του αυτό, να απορριφθεί ως απαράδεκτος με την επιπλέον επισήμανση, ότι ανεπίτρεπτα επιχειρείται η συμπλήρωσή του με την αναφερόμενη στο αναιρετήριο παραπομπή στις προτάσεις που κατέθεσαν και στους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας οι διάδικοι (Ολ.ΑΠ 25/2005 οπ.π).

Σε κάθε περίπτωση δε, πρέπει ν' απορριφθεί και ως αβάσιμος, διότι από τη διαλαμβανόμενη στην ίδια απόφαση γενική διαβεβαίωση ότι το δικαστήριο για τη διαμόρφωση της ουσιαστικής κρίσεώς του έλαβε υπόψη και όλα γενικώς τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζονται, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμοποιηθούν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό προς τις αιτιολογίες της, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, χωρίς προς τούτο να απαιτείται ειδική μνεία η αξιολόγηση καθενός εξ αυτών (ΑΠ 737/2016, ΑΠ 316/2013).

Περαιτέρω με τον αριθ. 1 άρθρο 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 150/2015, πρβλ.

επίσης, ΑΠ 349/2014). Από δε την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/ 2007).

Με τις εκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο στήριξε την απορριπτική του κρίση για την προβληθείσα, ως άνω από τον αναιρεσείοντα, ως εναγόμενο από την διάταξη του άρθρου 576 ΑΚ ένσταση, δεχόμενο ως ουσιαστικά βάσιμη την από τη διάταξη του άρθρου 579 ΑΚ αντένσταση που, κατά τα άνω προέβαλλε ως εφεσίβλητη η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη, με πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, η οποία καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου και τον τρίτο λόγο, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμα.

Ειδικότερα στην προσβαλλομένη διαλαμβάνονται παραδοχές, ότι, α) κατά το περιεχόμενο της ένδικης σύμβασης το μίσθιο αποτελεί "οικόπεδο επιφάνειας 54,20 τ.μ. στο ... μετά του επ' αυτού κτίσματος (παλιάς τριώροφης λίθινης οικοδομής εμβαδού 40,75 τ.μ., από το οποίο σώζονται μόνον οι τρεις πλευρές της εξωτερικής λίθινης τοιχοποιίας, με αυλή έκτασης 13,45 τ.μ., στο πίσω μέρος)" και ακολούθως, ότι η σύμβαση μίσθωσης καταρτίζεται "προκειμένου μετά την αναστύλωση και αποκατάστασή του, σύμφωνα με την επισυναφθείσα στη σύμβαση μελέτη των σχετικών εργασιών να χρησιμοποιήσει ο εναγόμενος το μεν ισόγειο ως συμπληρωματικό με την όμορη επιχείρησή του χώρο εστίασης, τον δε όροφο και τη σοφίτα προς στέγαση τουριστικού γραφείου" και β) ότι ο αναιρεσείων γνώριζε ότι το επίδικο μίσθιο είχε κριθεί με την υπ' αριθ. 575/13-2-2001 έκθεση αυτοψίας επικινδύνου οικοδομής, από την αρμόδια επιτροπή επικινδύνως ετοιμορρόπων οικοδομών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ...

κατεδαφιστέο, διότι ως μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ... και έχοντας την ιδιότητα του αντιπροέδρου, συμμετείχε στη συνεδρίαση κατά την οποία ελήφθη η με αριθμό 1/16.1.2004 απόφαση με την οποία ανεστάλη η κατεδάφισή του. Οι επικαλούμενες συνεπώς με το πρώτο μέρος του δευτέρου αναιρετικού λόγου αιτιάσεις, α) περί αντιφάσεων στην αιτιολογία της προσβαλλομένης στην οποία, ενώ το μίσθιο φέρεται ως "οικοδομή" ακολούθως προσδιορίζεται ως "λίθινη οικοδομή με τρείς πλευρές της τοιχοποιίας" και περαιτέρω ότι η περιγραφή αυτή, έρχεται σε προφανή αντίφαση με την παραδοχή της ότι το ένδικο μίσθιο παραδόθηκε στον μισθωτή κατάλληλο για τη συμφωνηθείσα χρήση ως εστιατόριο και τουριστικό γραφείο, και, β) για ανεπαρκείς αιτιολογίες με την επίκληση ότι η συμμετοχή του ως αντιπροέδρου και μέλους του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ..., κατά την λήψη της με αριθμό 1/16.1.2004 απόφασής του, με την οποία ανεστάλη η κατεδάφιση του επίδικου, δεν αποτελεί από μόνο του επαρκές στοιχείο για την αιτιολογία του ουσιώδους ζητήματος της γνώσης του σχετικά με το αν, το ως άνω χαρακτηρισθέν "επικινδύνως ετοιμόρροπο" κτίσμα ήταν τεχνικά δεκτικό αναστήλωσης, όπως και η, διαλαμβανομένη στον τρίτο αναιρετικό λόγο, αιτίαση, για ανεπάρκεια αιτιολογίας επίσης, επειδή δεν εξειδικεύεται ο τρόπος της χρήσης του μισθίου κατά το διάστημα που διέδραμε από τη σύναψη της σύμβασης μέχρι την άσκηση της αγωγής, δεν αποτελούν κρίσιμα στοιχεία εν προκειμένω, διότι, δεν αποτελούν στοιχεία της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή από το Δικαστήριο ουσίας της διάταξης του άρθρου 579 ΑΚ σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της γνώσης του μισθωτή για τα υφιστάμενα κατά την παράδοση του μισθίου ελαττώματα, διότι δεδομένης της γνώσης του αυτής, δεν ενδιαφέρει αν χρησιμοποίησε ή όχι και σε ποιο χρόνο το μίσθιο, με την έννοια ότι τυχόν απόδειξή τους δεν θα οδηγούσε εν προκειμένω το δικαστήριο ουσίας σε διαφορετική κρίση σχετικά με την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλλει στην αναιρεσίβλητη τα ληξιπρόθεσμα μισθώματα.

Εξάλλου, οι, δεύτερος κατά το πρώτο μέρος του και τρίτος αναιρετικοί λόγοι, είναι απαράδεκτοι και πρέπει ν' απορριφθούν, καθόσον οι παραπάνω επικαλούμενες προς θεμελίωσή τους ως άνω αιτιάσεις, αναγόμενες σε επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτόν, (αναγκαίας για την μη καταβολή των ληξιπροθέσμων μισθωμάτων), εκδοχής της έλλειψης γνώσης του για τα ελαττώματα του μισθίου, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστή ουσίας (άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ).

Τέλος, το Εφετείο, το οποίο με τις ως άνω προαναφερθείσες αιτιολογίες οδηγήθηκε σε απορριπτική κρίση ως προς τον λόγο έφεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων - μισθωτής, με την ιδιότητα του εκκαλούντος - εναγομένου, επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την κατ' άρθρο 576 ΑΚ ένσταση περί υφισταμένων κατά την σύναψη της σύμβασης ελαττωμάτων του μισθίου που εμπόδιζαν ολικά τη συμφωνημένη χρήση, εφαρμόζοντας την εκ του άρθρου 579 ΑΚ διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 574 και 575 ΑΚ, ορθώς υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που, κατά την ανέλεγκτη κρίση του αποδείχθηκαν, ήτοι παράδοση της χρήσης του μισθίου, γνώση του αναιρεσείοντος μισθωτή ήδη με την υπογραφή του μισθωτηρίου εγγράφου, (δηλαδή κατά τη σύναψη της σύμβασης), περί της κατάστασης του μισθίου η οποία περιγράφεται στο ως άνω μισθωτήριο ενόψει του χαρακτηρισμού του ως επικινδύνως ετοιμόρροπου κτίσματος, όπως και στην πριν απ' αυτό, κατά την υποβολή της αίτησής του, στη δημόσια διακήρυξη για την εκμίσθωσή του από την αναιρεσίβλητη, αλλά και την προσωπική του συμμετοχή στο όργανο του Δήμου ...

που, με την 1/2004 απόφασή του αποφάσισε την αναστολή της κατεδάφισής του, δεν παραβίασε ευθέως τις παραπάνω διατάξεις, ενώ ορθώς δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 576 ΑΚ, απορρίπτοντας τον επ' αυτής ερειδόμενο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος. Επομένως ο λόγος αυτός από τον αριθμ. 1 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί κατά την άσκηση της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δ), ο δε αναιρεσείων, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 329/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ