Legislator Case Law & Legislation
622/2017 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal on non-communication of lawsuit and expert report distortion, remanding for ethical damages recalculation.

Case Number 622/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court of Lamia's judgment regarding a car accident. The appellants argued the lawsuit was not properly communicated to the tax authority and that the expert report was distorted, while the appellee contested these claims. The court rejected the procedural objections but found the original judgment insufficient on the quantum of non-pecuniary damages, ordering a remand for recalculation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may remand a case for recalculation of non-pecuniary damages when the lower court's assessment lacks sufficient reasoning, while rejecting appeals based on non-communication of lawsuits or distortion of expert opinions if the lower court properly considered the evidence.

Keywords

AI generated
non-pecuniary damages remand for recalculation distortion of expert report non-communication of lawsuit quantum of damages Code of Civil Procedure civil liability

Cited Legislation

AI generated
Article 914 of the Civil Code
Article 33 of the Code of Civil Procedure
Article 88 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 28/2005 of the Supreme Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 622 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 622/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Χ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωκράτη Βερτέλλη. Του αναιρεσιβλήτου: Τ. Δ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Θεόδωρο Τσαδήμα και Σπύρο Λάππα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 162/2011 μη οριστική και 93/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 111/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-12-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 5-10-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 11-12-2015 αιτήσεως για αναίρεση της 111/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας ως προς τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά το πέμπτο σκέλος του, που αφορά το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: 1) παράνομη πράξη ή παράλειψη, 2) υπαιτιότητα, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμελείας του παρανόμως πράξαντος ή παραλείψαντος, 3) επέλευση ζημίας και 4) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως και της ζημίας, η οποία υπάρχει και όταν η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου ήταν, συμφώνως προς τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή κατά τη συνηθισμένη και κοινωνική πορεία των πραγμάτων, ικανή να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 33 παρ. 1 και 88 παρ. 16 του Ν. 2094/1992 (Κ.Ο.Κ.) προκύπτει, ότι και ο συνοδηγός υποχρεούται να φέρει ζώνη ασφαλείας. Η μη συμμόρφωσή του προς την άνω επιβαλλόμενη σ’ αυτόν υποχρέωση, αν και δεν θεμελιώνει μόνη αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί αναμφιβόλως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραλείψεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Περαιτέρω από το συνδυασμό των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ. συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος είναι νομικές. Επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος στην επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Επίσης υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και μάλιστα από την άποψη της παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας και την ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας κατά πόσον τα περιστατικά του πταίσματος του ζημιωθέντος, που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς ορισμένο γεγονός, ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 1107/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως στο αποδεικτικό του πόρισμα τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα έλαβε χώρα την 16.1.2008 και περί ώρα 12.30’ , όταν ο Ι. Φ., οδηγώντας το υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαινε ο ενάγων, εκινείτο επί της επαρχιακής οδού ..., με κατεύθυνση προς τις Ράχες.

Η οδός αυτή είναι διπλής κατεύθυνσης, με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, πλάτος οδοστρώματος περί τα 10 μέτρα, ενώ τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας διαχωρίζονται με διπλή διαχωριστική γραμμή. Συγχρόνως, επί της ιδίας οδού, αλλά με κατεύθυνση προς το Αχλάδι, εκινείτο και ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας τον υπ’ αριθ. ...

γεωργικό ελκυστήρα, που είναι ασφαλισμένος για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία. Όταν λοιπόν ο εναγόμενος έφτασε στο σημείο της προαναφερόμενης οδού, όπου αντίρροπα κινείτο το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε ο ενάγων, επιχείρησε στροφή στα αριστερά σε σχέση με την πορεία του, θέλοντας να εισέλθει σε ελαιοπερίβολο ιδιοκτησίας του, παραβιάζοντας έτσι τη διπλή διαχωριστική γραμμή, που απαγορεύει τη στροφή προς τα αριστερά, ενώ εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων σ’ αυτό.

Αποτέλεσμα της αμελούς οδηγικής του αυτής συμπεριφοράς ήταν να συγκρουσθεί με το όχημα που οδηγούσε ο Ι. Φ., να υποστούν υλικές ζημίες αμφότερα τα οχήματα και να τραυματισθεί σοβαρά ο ενάγων ο οποίος καθόταν στα πίσω καθίσματα ακριβώς όπισθεν του οδηγού. Ενόψει των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι, ανεξαρτήτως τυχόν συνυπαιτιότητας του οδηγού του αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε ο ενάγων, το ένδικο ατύχημα συνδέεται αιτιωδώς με την αμελή οδηγική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, ο οποίος αφενός επιχείρησε στροφή προς τα αριστερά, παραβιάζοντας τη διπλή διαχωριστική γραμμή που υπήρχε επί του οδοστρώματος (κατά παράβαση του άρθρου 5 παρ. 3 και 8 ΚΟΚ) και αφετέρου επιχείρησε την αλλαγή της πορείας του εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα χωρίς να ανάψει προηγουμένως τον δείκτη κατεύθυνσης του οχήματός του, επί πλέον δε και χωρίς να παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήματα που κινούνταν στο ρεύμα αυτό, όπως το όχημα που επέβαινε ο ενάγων, κατά παράβαση του άρθρου 21 ΚΟΚ".

Περαιτέρω δέχτηκε ως προς τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων (εναγομένων) περί συνυπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου τα εξής: "Ισχυρίζονται οι εναγόμενοι ότι ο ενάγων συνετέλεσε και ο ίδιος στην έκταση των τραυμάτων κατά ποσοστό 90% γιατί δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, η οποία αν δεν απέτρεπε, τουλάχιστον θα μείωνε τη σοβαρότητα των τραυμάτων του.

Η ένστασή τους όμως αυτή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη διότι, όπως βεβαιώνει με πειστικότητα η μάρτυρας αποδείξεως Α. Π., της οποίας η μαρτυρία δεν αναιρείται από αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο, φορούσε την ζώνη την ώρα του ατυχήματος". Με τα παραπάνω που δέχτηκε το Εφετείο και ακολούθως δέχθηκε ότι υπαίτιος της πιο πάνω σύγκρουσης είναι ο πρώτος αναιρεσείων οδηγός του γεωργικού ελκυστήρα και ότι ο ενάγων κατά το χρόνο του ατυχήματος φορούσε ζώνη ασφαλείας, δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις, ούτε τα διδάγματα κοινής πείρας, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών.

Επίσης η προσβαλλόμενη απόφαση, δεχόμενη α) ότι ο παθών για ένα εξάμηνο μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο προσέλαβε, εξαιτίας των σοβαρών τραυμάτων του (ωτοκεφαλικό κάταγμα αριστερού βραχίονα με αναίρεση του βραχιόνιου πλέγματος), μία αλλοδαπή ως βοηθό (θεραπαινίδα), διότι δεν ήταν σε θέση να αυτοεξυπηρετηθεί και κατέβαλε σ’ αυτήν 44 ευρώ ημερησίως και συνολικά 7.920 ευρώ και β) ότι για δέκα μήνες από την έξοδό του από το νοσοκομείο, κατά σύσταση των θεραπόντων ιατρών, δαπάνησε για λήψη επιπλέον ζωϊκών τροφών οκτώ (8) ευρώ την ημέρα και συνολικά 2.400 ευρώ, προκειμένου να αναλάβει ο καταπονημένος οργανισμός του, διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες και δεν ήταν απαραίτητο να εκτίθεται στην απόφαση, ούτε στην αγωγή του παθόντος το όνομα της αλλοδαπής θεραπαινίδας.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά τα πρώτα τέσσερα σκέλη του από το άρθρο 559 αρ. 1, 19, 8 και 14 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

2. Από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ’ αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε να τηρεί δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο", άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος δέχτηκε τα εξής: "Περαιτέρω, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την κατά τα ανωτέρω έκταση και το είδος των τραυμάτων του ενάγοντος, το ψυχικό και σωματικό του άλγος και ταλαιπωρία από τη νοσηλεία του στο νοσοκομείο και τις επεμβάσεις που υποβλήθηκε, το νεαρό της ηλικίας του δεδομένου ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν μόλις 18 ετών, το βαθμό της αποκλειστικής υπαιτιότητας που βαρύνει τον υπαίτιο οδηγό (αμέλεια), σε συνδυασμό και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των μερών, πλην της ασφαλιστικής εταιρίας που ενέχεται εγγυητικά, κρίνει ότι δικαιούται να λάβει χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης ύψους ποσό 40.000 ευρώ.

Η εκκαλούμενη, εκτιμώντας εσφαλμένα τις αποδείξεις, έκρινε ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση ήταν 8.000 ευρώ, όπως βάσιμα εν μέρει παραπονείται ο ενάγων με τον ένατο λόγο της εφέσεώς του, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη ότι η υπολειμματική βλάβη του βραχιονίου πλέγματος του ενάγοντος είναι πλέον μόνιμη, δεχόμενο μόνιμη μερική αναπηρία στο αριστερό του χέρι, και καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση αυτού στο ποσό των 40.000 ευρώ, υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, παραβίασε και την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπερβαίνει καταφανώς το σύνηθες επιδικαζόμενο σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το πέμπτο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.

3. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ υπάρχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και μόνο. Έτσι, σε περίπτωση παράλειψης κήρυξης προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζήτησης, ο πιο πάνω λόγος ιδρύεται, όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξης, που προηγήθηκε ή (και) προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 12/2000).

Απαράδεκτο, η μη κήρυξη του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας δημιουργεί τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, δεν καθιερώνεται, όταν οι επιταγές για αναβολή της συζήτησης ή αναστολής της προόδου της δίκης περιέχονται όχι στις διατάξεις του ΚΠολΔ, που ρυθμίζουν την πορεία της διαδικασίας, αλλά σε διατάξεις νόμων που επιδιώκουν φορολογικούς σκοπούς, γιατί οι τελευταίοι μπορεί να επιτευχθούν και με άλλα μέσα, δηλαδή με την ενέργεια των φορολογικών οργάνων, χωρίς να απαιτείται η αναίρεση της απόφασης για την επίτευξη των επιδιωκόμενων φορολογικών σκοπών, οι οποίοι δεν έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συνακόλουθα, στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης (ΑΠ 2100/2007).

Τέτοια διάταξη είναι και εκείνη του άρθρου 10 παρ. 5 Π.Δ. 237/1986, με την οποία ορίζεται ότι η συζήτηση της κύριας αγωγής κατά ασφαλιστικής εταιρείας, του κατά το άρθρο 19 του παρόντος νόμου Επικουρικού Κεφαλαίου ή άλλου υποχρέου για απώλεια εισοδήματος λόγω ατυχήματος που προκλήθηκε από αυτοκίνητο κηρύσσεται απαράδεκτη, αν δεν προσαχθεί βεβαίωση περί προηγούμενης κοινοποίησης αντιγράφου της αγωγής στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία του ενάγοντος.

Η νομοθετική αυτή ρύθμιση αφορά μόνο το αναφερόμενο στη διάταξη κονδύλιο διαφυγόντων κερδών. Ο τρίτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής ως προς το κεφάλαιο των διαφυγόντων κερδών, παρόλο που προβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες ισχυρισμός περί μη κοινοποίησης της αγωγής στην αρμόδια ΔΟΥ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.

4. Επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο παθών αναιρεσίβλητος, απόφοιτος του 1ου ΕΠΑΛ Λαμίας, θα ασκούσε κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2010 έως 31-12-2015 το επάγγελμα του μηχανικού αυτοκινήτων, αφού εξετίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιείχοντο στα προσκομισθέντα ενώπιόν του πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη διατύπωση αυτή της προσβαλλομένης δεν γεννιέται καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την από 7-2-2013 βεβαίωση του Λιμεναρχείου Στυλίδας, στην οποία βεβαιώνεται ότι ο αναιρεσίβλητος είναι κάτοχος ατομικής επαγγελματικής αδείας αλιείας που επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες. Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος από το άρθρο 559, αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ αντίθετος λόγος αναιρέσεως.

5. Επειδή ο από το άρθρο 559 εδ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ’ αυτό, ως εγγράφου νοουμένου του κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα αποδεικτικού εγγράφου. Τέτοιο δε έγγραφο δεν είναι η γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα επί ζητήματος για το οποίο διατάχθηκε από το δικαστήριο πραγματογνωμοσύνη κατά τα άρθρα 368 επ. ΚΠολΔ ως αποτελούσα ιδιαίτερο κατά το άρθρο 339 του ιδίου Κώδικα αποδεικτικό μέσο, διακρινόμενο των εγγράφων (ΑΠ 28/2005). Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της από το Εφετείο παραμορφώσεως του περιεχομένου της από 22-12-2011 πραγματογνωμοσύνης του ορθοπεδικού ιατρού Ι. Κ., που διορίσθηκε με την 162/2011 μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει μετά την παραδοχή ως βασίμου του πρώτου λόγου αναιρέσεως κατά το πέμπτο σκέλος του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και αναπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο στο Μονομελές Εφετείο Λαμίας συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, προκειμένου να ερευνηθεί κατά τούτο. Διαταχθεί η επιστροφή των παραβόλων στους αναιρεσείοντες και καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που παρέστηκαν με δικηγόρο και κατέθεσαν κοινές προτάσεις (άρθρ. 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 111/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας κατά το μέρος που αφορά το περί του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβη κεφάλαιο.

Διατάσσει την απόδοση των παραβόλων στους αναιρεσείοντες.

Διατάσσει την αναπομπή της υπόθεσης στο Μονομελές Εφετείο Λαμίας, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή προκειμένου να δικάσει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος της. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ