Supreme Court dismisses appeal due to inadmissible service of process under EU Regulation 1393/2007.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal inadmissible because the defendants were not properly served with the appeal request. The appellants failed to prove valid service abroad under EU Regulation 1393/2007, as documents were only sent to the court clerk rather than the foreign residents. Consequently, the court ruled that the hearing could not proceed without valid notification of the parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1), (2), (3) of the Code of Civil Procedure; Regulation 1393/2007: An appeal hearing is inadmissible if the opposing party was not validly served with the appeal request in accordance with the applicable international instrument.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 622 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 622/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Τ. του Χ., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αντωνίου Ρουπακιώτη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "Τ. Γ. και Μ. Ο.Ε.", που εδρεύει στα Χιονάτα Πόρου Κεφαλληνίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Ρουπακιώτη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. χήρας Μ.-Ά. Σ., 2) Π.-Μ. Ε. συζύγου Ά. Σ., 3) Ά. Σ., 4) Μ.-Ά. Σ., 5) Σ.-Π. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 6) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ Α.Α.Α.Ε.", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη που ανακάλεσε την από 3/3/2011 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28/4/2004 (2) αγωγές των υπό στοιχεία 1-5 ήδη αναιρεσιβλήτων και τις από 14/1/2005 (2) ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις- παρεμπίπτουσες αγωγές της υπό στοιχείο 6 ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 245/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 19/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/1/2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου ανέγνωσε την από 3/2/2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Ευτύχιου Παλαιοκαστρίτη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ και την απόρριψη των υπολοίπων.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1,2 και 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση.
Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.2 και 3 Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 του ΚΠολ.Δ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε ή δεν παραστάθηκε νομίμως, όπως συμβαίνει και όταν ο δικηγόρος που εκπροσώπησε αυτόν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε πληρεξουσιότητα, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568 παρ. 1 και 4, 576 παρ. 2 και 3, 142 παρ.1 και 4 και 143 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι εάν τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες, απαιτείται για το παραδεκτό αυτής, όταν ένας ή περισσότεροι των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανισθούν να επιθοθεί νομότυπα σ' αυτούς αντίγραφο του αναιρετηρίου με της κάτω από αυτό πράξεως του Προέδρου περί ορισμού δικασίμου και κλήσεως προς εμφάνιση.
Η κλήτευς διαδίκου μπορεί να γίνει και με επίδοση της κλήσεως προς τον αντίκλητο αυτού, ο διορισμός του οποίου λαμβάνει χώρα κατ' άρθρο 142 ΚΠολ.Δ. με δήλωση αυτοπροσώπως ή με ειδικό πληρεξούσιο ενώπιον της γραμματείας του Πρωτοδικείου της κατοικίας του δηλούντος και αν τη δήλωση την κάνει κάτοικος του εξωτερικού ενώπιον της γραμματείας του Πρωτοδικείου της πρωτεύουσας.
Ο επιμελούμενος της επιδόσεως προς τον αντίκλητο του αντιδίκου του βαρύνεται, σε περίπτωση μη εμφανίσεως αυτού κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, με την απόδειξη του διορισμού του φερόμενου ως αντικλήτου και με την έκταση της εξουσίας αυτού, θεωρούμενης διαφορετικά, ως ανίσχυρης της γενόμενης προς αυτόν επίδοσης.
Δεν είναι δε νομότυπη η κλήτευση προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσίβλητου με την ιδιότητα του αντίκλητου ο οποίος παρέστη κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως πληρεξούσιος δικηγόρος αυτού, εάν ο επισπεύδων δεν αποδεικνύει το νομότυπο (άρθ.142 παρ.1 και 4 ΚΠολ.Δ) διορισμό αυτού ως αντίκλητου δικηγόρου, δυνάμενου δηλ.
με την ιδιότητά του αυτή να παραλαμβάνει τα προς επίδοση απευθυνόμενα προς το διάδικο δικόγραφα, διαφορετικά η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη.
Εξάλλου, ως προς τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα οποία περιλαμβάνεται και η Αγγλία, σχετικά με τις επιδόσεις δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις εφαρμόζεται από 13-11-2008 ο κανονισμός 1393/2007 του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου και του Συμβουλίου Υπουργών). Κατά τις σχετικές διατάξεις του νέου ως άνω 1393/2007 κανονισμού ( άρθρα 2 έως 7, 10, 19 και 20) τα προς επίδοση έγγραφα σε γνωστής διαμονής παραλήπτες, διαβιβάζοντας απ' ευθείας μεταξύ των αρμοδίων υπηρεσιών των ενδιαφερόμενων κρατών και επιδίδονται προς αυτόν προς τον οποίον απευθύνονται, κατά κανόνα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής και αποστέλλει στο κράτος αποστολής σχετική βεβαίωση περί τούτου.
Κατά το άρθρο 10, αφού ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις επίδοσης ή κοινοποίησης, εκδίδεται σχετική βεβαίωση βάσει του εντύπου που εμφαίνεται στο παράρτημα I, η οποία αποστέλλεται στην αρχή διαβίβασης. Κατά το άρθρο 15 του ίδιου κανονισμού, αν το κράτος μέλος δεν έχει δηλώσει το αντίθετο, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ενεργήσουν τις επιδόσεις μέσω δικαστικών επιμελητών, υπαλλήλων ή άλλων αρμόδιων προσώπων του κράτους μέλους παραλαβής, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 20 του κανονισμού αυτού, οι διατάξεις του υπερισχύουν των διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς που συνάπτονται από τα κράτη μέλη και κυρίως του άρθρου IV του πρωτοκόλλου της σύμβασης των Βρυξελλών του έτους 1968 και της σύμβασης της Χάγης της 5-11-1965.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 19, όταν πρέπει να διαβιβασθεί εισαγωγικό δίκης έγγραφο ή άλλη ισοδύναμη πράξη σε άλλο κράτος μέλος προς επίδοση ή κοινοποίηση βάσει του παρόντος κανονισμού και ο εναγόμενος ερημοδικεί, ο δικαστής οφείλει να αναστείλει την έκδοση απόφασης μέχρις ότου διαπιστωθεί α) ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε όπως ορίζει το δίκαιο του κράτους παραλαβής ..., β) ότι ή πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του με άλλον τρόπο προβλεπόμενο από τον παρόντα κανονισμό καθώς και ότι, και στις δύο περιπτώσεις η επίδοση ή η κοινοποίηση έγιναν εγκαίρως, ώστε ο εναγόμενος να είναι σε θέση να αμυνθεί και γ) κάθε κράτος μέλος έχει την ευχέρεια να δηλώσει ότι οι δικαστές του παρά την παρ.1, μπορούν να εκδώσουν απόφαση, ακόμη και αν δεν έχει παραληφθεί βεβαίωση επίδοσης ή κοινοποίησης, εφ' όσον η πράξη διαβιβάστηκε με τρόπο προβλεπόμενο από τον παρόντα κανονισμό, από τη διαβίβαση της προς επίδοση πράξης.
Έχει παρέλθει διάστημα, το οποίο ο δικαστής αξιολογεί για κάθε περίπτωση χωριστά και το οποίο είναι τουλάχιστον έξι μηνών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η επίδοση της αίτησης για αναίρεση με κλήση για συζήτηση αυτής όταν στρέφεται κατά διαδίκου που είναι γνωστής διαμονής στο κράτος μέλος της Ε.Ε., όπως και η Αγγλία, ολοκληρώνεται με την πραγματική επίδοση αυτών στον αναιρεσίβλητο, η οποία αποδεικνύεται με την κατά το άνω άρθρο 19 του κανονισμού βεβαίωση και δεν αρκεί η κατά τα άρθρα 134 και 136 Κ.Πολ.Δ.
πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου, κατά τη μετ' αναβολή από το πινάκιο της 5-2-2010 σημερινή συζήτηση στο ακροατήριο της από 22-1-2009 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 19/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, που έγινε με εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι αναιρεσίβλητοι: 1. Σ. χήρα Μ. - Ά. Σ., 2. Π. - Μ. Ε. συζ. Α. Σ., 3. Ά. Σ., 4. Μ. - Ά. Σ. και 5. Σ. - Π. Σ., κάτοικος .... Από τα υπάρχοντα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι με την από 27-4-2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου ορίστηκε ως αρμόδιο τμήμα της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το Δ' Πολιτικό του Αρείου Πάγου και με την υπό ίδια χρονολογία πράξη του Προέδρου του εν λόγω τμήματος ορίστηκε δικάσιμος για την εκδίκαση αυτής η 5-2-2010, κατά την οποία όπως από το πινάκιο προκύπτει, οι εν λόγοι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Όπως δε προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. 1394β/10-8-2009 και 6282β/25-6-2009 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας ... και του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πατρών ... αντίστοιχα, που μετ' επικλήσεως προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ακριβές αντίγραφο αυτής (αιτήσεως αναιρέσεως) με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 5-2-2010 καθώς και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτήν επιδόθηκε αντίστοιχα στον Γεράσιμο Θεοδωράτο ως δικηγόρο και αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων καθώς και στον Αλκαίο Βγενόπουλο ως δικηγόρο και αντίκλητο των 2ου, 3ου, 4ου και 5ου των αναιρεσιβλήτων, χωρίς όμως οι επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες να αποδεικνύουν, βαρυνόμενοι προς τούτο, λόγω μη εμφάνισης των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, νομότυπο διορισμό κατ' αρθρο 142 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.
των δικηγόρων αυτών ως αντικλήτων, δυνάμενων με την ιδιότητά τους αυτή να παραλαμβάνουν τα απευθυνόμενα στους αναιρεσιβλήτους προς επίδοση έγγραφα και το επιδοθέν ως άνω δικόγραφο επομένως, μη αρκούντος εν προκειμένω του γεγονότος ότι αυτοί παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ενώπιον του Εφετείου Πατρών εκπροσωπήσαντες ο εκ τούτων Γεράσιμος Θεοδωράτος την πρώτη των αναιρεσιβλήτων και ο Αλκαίος Βγενόπουλος τους λοιπούς και η χωρήσασα κατά συνέπεια ως άνω κλήτευσή τους για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο (5-2-2010) δεν είναι νομότυπη ώστε να ισχύει κατά τα προεκτεθέντα ως κλήτευσή τους για τη σημερινή (4-3-2011) μετ' αναβολή δικάσιμο.
Περαιτέρω, δεν αποδεικνύεται, ούτε οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες επικαλούνται και προσκομίζουν βεβαίωση κατά το άρθρο 10 του νέου κανονισμού 1393/2007 από την οποία να προκύπτει ότι αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης με κλήση προς συζήτηση αυτής για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (5-2-2010) κατά την οποία όπως από το πινάκιο προκύπτει , αναβλήθηκε η συζήτησή της για την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους διαμένοντες στην αλλοδαπή (Αγγλία), σύμφωνα με το αναιρετήριο, αναιρεσιβλήτους.
Από δε τις μετ' επικλήσεως από τους αναιρεσείοντες προσκομιζόμενες υπ’ αριθμ. 5448, 5449,5450,5451,5452 από 23-11-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι. Π. προκύπτει ότι αντίγραφα της κρινόμενης αίτησης μετά της συνημμένης μετάφρασης αυτής στην αγγλική γλώσσα της οποίας ορίστηκε δικάσιμος η 5-2-2010 καθώς και της συνημμένης υπ’ αριθμ.77/17-3-2010 βεβαίωσης του αρμόδιου γραμματέα του Αρείου Πάγου με την οποία βεβαιώνεται η αναβολή της υπόθεσης από τη δικάσιμο της 5-2-2010 για την παρούσα (4-3-2011), επιδόθηκαν με εντολή του δικηγόρου Νικολάου Παρασκευόπουλου ως πληρεξουσίου των αναιρεσειόντων για τους γνωστής διαμονής αναιρεσιβλήτους στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 23-11-2010 σε χρόνο δηλαδή, μεταγενέστερο εκείνου της αρχικά (5-2-2010) ορισθείσης δικασίμου.
Από δε το υπάρχον στη δικογραφία με αρ. πρωτ. 249/21-1-2011 έγγραφο του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκύπτει η διαβίβαση στην προϊσταμένη Δ/νσης της Γραμματείας του Αρείου Πάγου της με αρ. πρωτ. 1484/10/ 8-12-2010 απάντησης των αρμοδίων κρατικών αρχών της Μ. Βρετανίας σύμφωνα με την οποία δεν πραγματοποιήθηκε η επίδοση του δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως στους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους, χωρίς από την απάντηση αυτή λόγω της διατυπώσεώς της σε ξένη γλώσσα και της μη προσκόμισής της σε επίσημη μετάφραση να μπορεί να διαγνωσθεί ο λόγος που δεν κατέστη δυνατή η επίδοση αυτή, μεταξύ των οποίων κατ' άρθρο 12 παρ. 3 του ανωτέρω κανονισμού εντάσσεται και εκείνος της μη επίδοσης, εάν είναι προφανές ότι η αίτηση επίδοσης δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού.
Από τα ανωτέρω έγγραφα δεν αποδεικνύεται εν προκειμένω νόμιμη κλήτευση των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων για την αρχική (5-2-2010) και την παρούσα μετ' αναβολή δικάσιμο σύμφωνα με τα οριζόμενα ως άνω στο νέο υπ’ αριθμ. 1393/2007 κανονισμό, οι δε επιδόσεις που έγιναν στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δεν είναι νόμιμες.
Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 22-1-2009 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 19/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1-4-2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15-4-2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ