Supreme Court dismisses appeal against termination of employment by pregnant woman who voluntarily resigned.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a pregnant woman against her employer's termination of her employment contract. The court found that the woman had voluntarily resigned in June 2004, rendering the employer's subsequent termination in October 2004 legally invalid as there was no active contract to terminate. Consequently, the court rejected her claims that the termination violated protections for pregnant workers under Greek law.
Legislator headnote
AI generatedArt. 15 para. 1 of Law 1483/1984; Art. 281 of the Civil Code: Termination of employment by an employer is prohibited during pregnancy and for one year after childbirth unless a serious cause exists, but this protection does not apply if the employee has already voluntarily resigned, thereby extinguishing the employment relationship.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 622 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 622/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Πετρόγλου.
Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "........." (πρώην "......."), που εδρεύει στην ..... και λειτουργεί νομίμως εγκατεστημένη στην Αθήνα, όπως νομίμως εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Παπασταύρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7/9/2004 και 7/12/2004 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκε η 94/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/4/2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 29/1/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 1483/1984, "προστασία και διευκόλυνση των εργαζομένων με οικογενειακές υποχρεώσεις", "απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας εργαζομένης από τον εργοδότη της, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, όσο και κατά το χρονικό διάστημα ενός έτους μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθενείας της, που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία.
Ως σπουδαίος λόγος δε μπορεί σε καμιά περίπτωση να θεωρηθεί ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης της εργασίας της εγκύου, που οφείλεται στην εγκυμοσύνη. Περαιτέρω κατά το άρθρο 10 του π.δ. 176/1997 "μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων σε συμμόρφωση με την οδηγία 95/85/ΕΟΚ (ΦΕΚ Α' 150). "1.
Απαγορεύεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας των εργαζομένων γυναικών, κατά την έννοια του άρθρου 2 (δηλαδή των εγκύων, λεχώνων, γαλουχουσών - όπως το άρθρο 2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 2 του π.δ. 41/2003) σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 1483/1984. 2. Σε περίπτωση καταγγελίας της σχέσης εργασίας, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 1483/1984...".
Ως σπουδαίος λόγος για την καταγγελία, θεωρούνται ένα ή περισσότερα περιστατικά, τα οποία, κατ' αντικειμενική κρίση, καθιστούν, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, μη ανεκτή από τον εργοδότη την εξακολούθηση της εργασιακής σχέσης, ανεξαρτήτως από την ύπαρξη ή ανυπαρξία πταίσματος εκείνου κατά του οποίου γίνεται η καταγγελία.
Σημειώνεται δε ότι η καλή πίστη δεν απαιτείται με κάθε τίμημα και θυσία ανοχή της εργαζομένης μέχρι τη λήξη των παραπάνω προθεσμιών, αλλά θέτει ορισμένα όρια ανοχής, η υπέρβαση των οποίων δικαιολογεί την απαλλαγή από τη συμβατική δέσμευση. Το όριο της θυσίας το οποίο μπορεί ή δεν μπορεί ν' αξιωθεί ορίζεται από το δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ύστερα από ειδική εκτίμηση των ειδικών συνθηκών και τη στάθμη των συγκρουομένων συμφερόντων των μερών, αφού ληφθεί υπόψη ότι η σύμβαση εργασίας δημιουργεί σχέση προσωπικής συνεργασίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης, η έλλειψη των οποίων συνεπάγεται την ακαταλληλότητα της εργαζομένης για την εργασία που συμφωνήθηκε.
Έτσι, η ουσιώδης παράβαση των υποχρεώσεων αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας, χωρίς ν'απαιτείται αναγκαίως και υπαιτιότητα. Αρκεί και ένα μόνο περιστατικό, το οποίο αντικειμενικώς θεωρούμενο, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθιστά μη ανεκτή την περαιτέρω διατήρηση της εργασιακής σχέσης για τον εργοδότη.
Σε καμιά όμως περίπτωση δεν αποτελεί σπουδαίο λόγο η μειωμένη απόδοση της εργαζομένης, που οφείλεται στην εγκυμοσύνη της. Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 εδάφ. α' του ν. 2112/1920 "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι'ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη που γίνεται κατ' αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, ανεξάρτητα αν αυτή είναι επωφελής ή βλαπτική για τον εργαζόμενο. Για την εφαρμογή όμως της εν λόγω διάταξης απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία.
Σε περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της σύμβασης και γίνεται κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος προστατεύεται μόνο από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύεται την κατάχρηση δικαιώματος. Ειδικότερα ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης βάσει του διευθυντικού δικαιώματός του, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης.
Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών, αλλά άλλων, άσχετων με αυτούς, επιδιώξεων του εργοδότη τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος. Και τούτο γιατί η καλή πίστη επιβάλλει στον φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους.
Τούτο ιδίως επιβάλλεται επί συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας, καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπλήρωσης της παροχής από το μισθωτό αποτελεί μονομερή εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ο κοινωνικός ή ο οικονομικώς σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία αυτού στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών.
Από την προαναφερόμενη διάταξη σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648 και 652 ΑΚ, προκύπτει ότι στην περίπτωση της σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή, κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός του, προβεί, κατά κατάχρηση αυτού, στον προσδιορισμό της παροχής εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες:
α) Να αποδεχθεί τη μεταβολή οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) Να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία, εκ μέρους του, της εργασιακής σύμβασης και ν' απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης, που προβλέπεται από το ν. 2112/1920, γ) Να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας, ή, εκφράζοντας την αντίθεσή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους.
Στην προκείμενη υπόθεση το Πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Στις 7-12-2001 η αναιρεσείουσα, μετά από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη εταιρία, που τότε είχε την επωνυμία "........".
Σύμφωνα με τους όρους της από 15-12-2001 έγγραφης σύμβασης, η αναιρεσείουσα προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη εταιρία για να προσφέρει της υπηρεσίες της ως Γενική Διευθύντρια του Γυμναστηρίου (club) "......", που διατηρεί η αναιρεσίβλητη στο ...... Αττικής. Στα καθήκοντά της περιλαμβάνονται η εκπαίδευση του υπαλληλικού προσωπικού για προσέλευση συνδρομών, για ικανότητες διαπροσωπικών σχέσεων, επαγγελματική δεοντολογία, εξυπηρέτηση πελατών και συνεχή επαγγελματική επιμόρφωση, η αξιολόγηση και εκτίμηση της απόδοσης των εργαζομένων, η προετοιμασία και έγκριση της μισθοδοσίας των εργαζομένων κάθε μήνα και γενικά η υποχρέωση της διοίκησης και λειτουργίας του club.
Η εργασία αυτή θα παρεχόταν τουλάχιστον επί 45-50 ώρες εβδομαδιαίως, έναντι μηνιαίων αποδοχών ύψους 2.850 ευρώ, με πρόσθετα μηνιαία και ετήσια bonus ύψους 30% και 50% αντίστοιχα, επί του βασικού μισθού, ανάλογα με την απόδοσή της, για την επίτευξη των στόχων που κάθε φορά θα έθετε η εργοδότρια. Η αναιρεσείουσα πράγματι ανταποκρινόταν με επάρκεια στα καθήκοντά της, απασχολούμενη επί 10-12 ώρες ημερησίως και επιτυγχάνοντας, σε μεγάλο βαθμό τους οικονομικούς στόχους του Γυμναστηρίου, συμβάλλοντας έτσι αποφασιστικά στην αύξηση των ενεργών μελών του club, τα οποία το έτος 2003 ανήλθαν σε 3.500.
Στις 12-9-2003 η αναιρεσείουσα έλαβε άδεια τοκετού, με αναμενόμενη ημερομηνία τοκετού την 7-11-2003, ο οποίος όμως τελικά έλαβε χώρα στις 9-10-2003. Η ημερομηνία λήξης της άδειάς της ήταν η 12-1-2004. Ένα περίπου, μήνα μετά τον τοκετό και δη στις 21-11-2003, η Γενική Διευθύντρια της αναιρεσίβλητης ....... επικοινώνησε με την αναιρεσείουσα, για να ενημερωθεί σχετικά με το χρόνο που επρόκειτο να επιστρέψει ζητώντας μάλιστα να επανέλθει αμέσως στη θέση της.
Η αναιρεσείουσα αρνήθηκε να επιστρέψει στο Γυμναστήριο πριν από τη λήξη της άδειάς της, ενώ περαιτέρω ενημέρωσε την άνω Γεν. Διευθύντρια ότι σκεφτόταν να κάνει χρήση στη συνέχεια της επί πλέον άδειας άνευ αποδοχών, δικαίωμα που ο νόμος της παρείχε, με σκοπό την ανατροφή του βρέφους της και η οποία άδεια θα έληγε στις 27-4-2004.
Κατόπιν τούτων και ενόψει του ότι η αναιρεσίβλητη εταιρία δε μπορούσε επί όλους αυτούς τους μήνες να λειτουργεί το Γυμναστήριο με αναπληρωτή διευθυντή, διότι αφενός θα συσσωρεύονταν διάφορες εκκρεμότητες, αφετέρου θα δημιουργούνταν διάφορα προβλήματα με τη συμμόρφωση του προσωπικού στις εντολές του προσωρινού διευθυντή καθώς και με τη κατάρτιση και την εκτέλεση του προϋπολογισμού, ενώ περαιτέρω κανείς δεν δεχόταν ν' αναλάβει παρόμοιες ευθύνες προσκαίρως και στη συνέχεια με την επιστροφή της αναιρεσείουσας να υποβαθμιστεί και να μειωθούν οι αποδοχές του, αποφασίστηκε να τοποθετηθεί στη θέση της αναιρεσείουσας η μέχρι τότε αναπληρώτρια διευθύντρια ......., η οποία ανέλαβε τα καθήκοντα της Διευθύντριας του Γυμναστηρίου στις 26-11-2003.
Την αντικατάστασή της την πληροφορήθηκε η αναιρεσείουσα τις επόμενες ημέρες και επίσημα με την από ...... επιστολή της Γενικής Διευθύντριας, η οποία σημείωνε επί πλέον ότι, όταν επιστρέψει, θα πρέπει να συζητήσουν για την καταλληλότερη, ανάλογα με τις τότε συνθήκες, θέση απασχόληση της. Η αναιρεσείουσα με την από ....
επιστολή της απάντησε ότι δεν υπάρχει κάποιο θέμα προς συζήτηση και ότι θα επιστρέψει μετά την άδειά της στη θέση της. Στις 14-4-2004 σε συνάντηση της αναιρεσείουσας με τη Γενική Διευθύντρια η τελευταία πρότεινε στην πρώτη νέα θέση εργασίας και συγκεκριμένα την ανάληψη καθηκόντων Διευθύντριας Ανθρωπίνου Δυναμικού, με τόπο παροχής την Αθήνα (......).
Ειδικότερα η αναιρεσείουσα στη νέα θέση θα ήταν επιφορτισμένη με την ευθύνη όλου του ανθρώπινου δυναμικού της εταιρίας, δηλαδή τόσο των εργαζομένων στα κεντρικά γραφεία, όσο και εκείνων που εργάζονταν στα γυμναστήρια στο ...., στον ....., αλλά και σε αυτά που επρόκειτο ν' ανοίξουν στο προσεχές μέλλον, με βασικές αρμοδιότητες τη διαδικασία προσλήψεων, απολύσεων, την εκπαίδευση του προσωπικού, το πρόγραμμα εκπαίδευσης προσωπικού και τα προγράμματα επιβράβευσης προσωπικού τονίζοντας ότι η θέση αυτή ήταν ιδιαιτέρως νευραλγική για την εταιρία και αποτελούσε προαγωγή, ενώ οι αποδοχές της θα παρέμειναν αμετάβλητες.
Ως προς την επιστροφή στην παλαιά θέση κατέστη σαφές στην αναιρεσείουσα ότι τούτο ήταν αδύνατο. Στις 27-4-2004 η αναιρεσείουσα επέτρεψε στην εργασία της, αλλά, μετά από συνεννόηση με την αναιρεσίβλητη, έκανε χρήση της άδειας αναψυχής, και προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, όπου κατήγγειλε τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας της.
Στις 2-6-2004, κατά τη συζήτηση που έγινε στην Επιθεώρηση Εργασίας η αναιρεσίβλητη ενέμενε στις απόψεις της σχετικά με την αντικατάσταση της αναιρεσείουσας στη θέση της Διευθύντριας του άνω Γυμναστηρίου και την ανάθεση σ' αυτή των καθηκόντων που προαναφέρθηκαν με τη δήλωση επί πλέον ότι είναι πρόθυμη προς διευκόλυνση της αναιρεσείουσας να μεταφέρει την προτεινόμενη θέση σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο στο Γυμναστήριο ..... .
Από το άλλο μέρος η αναιρεσείουσα επέμεινε στην άποψή της περί υποβιβασμού της, άποψη την οποία είχε εκφράσει και με την από 9-5-2004 εξώδικη δήλωσή της προς την αναιρεσίβλητη και με την οποία επίσης ζητούσε από την αναιρεσίβλητη να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις μέσα σε δύο ημέρες. Στις 2-6-2004 η αναιρεσείουσα με νέα εξώδικη πρόσκληση - διαμαρτυρία δήλωνε ότι, αφού η ανωτέρω διήμερη προθεσμία παρήλθε άπρακτη και η αναιρεσίβλητη εμμένει στη βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης, δηλώνει ότι αυτή (αναιρεσίβλητη) προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας.
Σε απάντηση η αναιρεσίβλητη με το από 7-6-2004 έγγραφό της, που κοινοποίησε στην αναιρεσείουσα, αφού δήλωνε εμμονή στις απόψεις της την καλούσε να προσέλθει αμέσως στην εργασία της, προσφέροντας τις υπηρεσίες της άλλως θ' αναγκαζόταν να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, γεγονός που τελικώς έλαβε χώρα στις 27-10-2004, με επίδοση έγγραφης καταγγελίας, στην οποία η αναιρεσίβλητη ανέφερε μεταξύ άλλων ότι "έχετε καταγγείλει τη μεταξύ μας σύμβαση εργασίας.
Όλως επικουρικώς με την παρούσα σας δηλώνουμε ότι την καταγγέλουμε εμείς μάλιστα για σπουδαίο λόγο", ενώ ταυτόχρονα της προσέφερε και την αποζημίωση απόλυσης. Στη συνέχεια το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, με βάση τ' ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, οι ενέργειες της αναιρεσίβλητη δε συνιστούν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας της αναιρεσείουσας, αφού αυτές δεν της προκάλεσαν βλάβη υλική ή ηθική ούτε αποτελούν υποβιβασμό αυτής.
Ειδικότερα, η νέα θέση, που η αναιρεσίβλητη πρότεινε στην αναιρεσείουσα, ήταν μια νευραλγική για την εταιρία διευθυντική θέση με σαφείς και καθορισμένες αρμοδιότητες που δεν θα περιορίζονταν μόνο σε ένα γυμναστήριο, αλλά θα επεκτείνονταν σ' όλο το έμψυχο δυναμικό της εταιρίας και υπό αυτήν την έννοια ήταν ευρύτερες από τις προηγούμενες.
Το γεγονός ότι ως διευθύντρια του Γυμνασίου είχε απλώς διαφορετικά καθήκοντα, δε σημαίνει ότι οι νέες αρμοδιότητες που της ανατέθηκαν ήταν υποδεέστερες ποσοτικά και ποιοτικά. Περαιτέρω είχε διευκρινισθεί επαρκώς από την πλευρά της αναιρεσίβλητης ότι η αναιρεσείουσα θα διατηρούσε τις αποδοχές της τόσο τις σταθερές όσο και τις κυμαινόμενες, ενώ δεν ετίθετο θέμα ιεραρχικής υποβάθμισής της αφού δεν θα εκτελούσε τις εντολές των διευθυντών των γυμναστηρίων, αλλά θα αναφερόταν αποκλειστικά και μόνο απευθείας στη γενική διευθύντρια, όπως συνέβαινε και πριν τη λήψη των άνω αδειών.
Ως προς τον τόπο της παροχής της εργασίας της, τον οποίο η αναιρεσείουσα αναφέρει ως ένα επί πλέον μειονέκτημα και ως μία επί πλέον μεταβολή της όρων της εργασιακής σύμβασης, τονίζεται ότι, όταν της προτάθηκε η μεταφορά της σε ένα ειδικά διαμορφωμένο χώρο στο ....., αρνήθηκε και πάλι με το αιτιολογικό ότι θα διδόταν η εντύπωση στο προσωπικό και στους πελάτες, ότι για κάποιο λόγο δε μπορούσε ν' ανταποκριθεί στα καθήκοντά της γενικής διευθύντριας και για αυτό ανέλαβε καθήκοντα πολύ πιο περιορισμένα.
Αντίθετα με την αναιρεσίβλητη η οποία προσπάθησε και ν' ασκήσει το διευθυντικό της δικαίωμα στα πλαίσια του νόμου και παράλληλα να τοποθετήσει την αναιρεσείουσα κατά την επιστροφή της σε μια τουλάχιστον ισάξια αν όχι ανώτερη θέση από αυτή που κατείχε αρχικά η τελευταία με την εν γένει συμπεριφορά της, έδειξε έλλειψη πνεύματος συνεργασίας, απαιτώντας να παραμείνει στη συγκεκριμένη θέση με όποιο τίμημα και όποια θυσία και αν χρειαζόταν να γίνει από την πλευρά της αναιρεσίβλητης, ακόμη δηλαδή και αν χρειαζόταν να υπολειτουργεί η επιχείρηση.
Δεν δύναται βεβαίως να αμφισβητηθεί το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα καταρχήν άσκησε τα δικαιώματα που της παρέχει ο νόμος, απουσιάζοντας από την εργασία της για συνολικό χρονικό διάστημα επτά περίπου μηνών. Ταυτόχρονα όμως δε μπορεί να αμφισβητηθεί και το γεγονός ότι εξαιτίας της επιτελικής - νευραλγικής θέσεως που κατείχε και των ιδιαιτέρως αυξημένων απαιτήσεων της εργασίας αυτής, η αναιρεσίβλητη δεν ήταν σε θέση να αναμένει την επιστροφή της, διότι τούτο θα δημιουργούσε σοβαρή δυσλειτουργία στις υπηρεσίες της και θα είχε σημαντική επίπτωση στα οικονομικά συμφέροντα της.
Ειδικότερα η αναιρεσείουσα, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, αρνήθηκε να επιστρέψει άμεσα στην εργασία της, όπως άλλωστε είχε δικαίωμα ενημερώνοντας ταυτοχρόνως ότι μετά τη λήξη της άδειας τοκετού θα κάνει χρήση και της γονικής άδειας ανατροφής επισημαίνοντας μάλιστα ότι θα πρέπει να συζητηθεί και το ωράριο της εργασίας της, το οποίο εξαιτίας των αναγκών της μητρότητας έπρεπε κατά την επιστροφή της να είναι απολύτως σύννομο.
Ως προς το θέμα της θέσεως εργασίας της δε τόνισε ότι δεν είχε τίποτε να συζητήσει, αφού σύμφωνα με το νόμο και τη σύμβαση εργασίας η αναιρεσίβλητη όφειλε να τη διατηρήσει στη θέση της. Τελικά η αναιρεσείουσα αποχώρησε από την εργασία της, θεωρώντας ότι η εργασιακή σύμβασή της έχει καταγγελθεί από την αναιρεσίβλητη.
Πλην όμως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν οι ενέργειες της αναιρεσίβλητης δεν αποτελούν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας που είχε συνάψει με την αναιρεσείουσα και συνεπώς η τελευταία δε μπορεί ν' ασκήσει τα παρεχόμενα από τη διάταξη του άρθρου 7 του ν. 2112/1920 δικαιώματα. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη δεν περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας της αναιρεσείουσας και γι' αυτό απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 7-9-2004 αγωγή της τελευταίας με την οποία αυτή ζητούσε μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 27-10-2004 μέχρι 31-10-2005 καθώς και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη.
Κρίνοντας έτσι το Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των νόμων 1483/1984 και 2112/1920, του π.δ. 176/1997 και του Α.Κ. και τούτο διότι, ενόψει των προεκτιθέμενων συνθηκών και του χρόνου απουσίας της αναιρεσείουσας από τη θέση της διευθύντριας του Γυμναστηρίου, η τοποθέτηση από την αναιρεσίβλητη στην θέση αυτή άλλου προσώπου ήταν αναγκαία για την καλή λειτουργία και οικονομική πορεία του Γυμναστηρίου, ενώ, από το άλλο μέρος, η νέα διευθυντική θέση που προσφέρθηκε στην αναιρεσείουσα μετά το πέρας των αδειών της, με τις αποδοχές που εισέπραττε και στην προηγούμενη θέση, ήταν ισάξια με αυτή και δεν αποτελούσε βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης.
Περαιτέρω το Πρωτοδικείο με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, στο ανωτέρω πόρισμά του και συνεπώς δε στέρησε την απόφασή του αυτή νόμιμης βάσης. Κατόπιν τούτων οι πρώτος και δεύτερος λόγοι από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και γιαυτό πρέπει ν'απορριφθούν.
Επειδή, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης, μέρος τρίτο, από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Πρωτοδικείο ότι παραμόρφωσε την από 2-6-2004 εξώδικη δήλωσή της προς την αναιρεσίβλητη θεωρώντας ότι σ'αυτή περιέχεται δήλωσή της περί αποχωρήσεως από την εργασία της, ενώ αυτή δήλωσε ότι η αναιρεσίβλητη προέβη σε βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας της και είναι υπεύθυνη για τις συνέπειες εξαιτίας της μεταβολής αυτής. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας το περιεχόμενο ποιο πάνω εκτίθεται, το Πρωτοδικείο δεν δέχθηκε κάτι διαφορετικό σχετικά με την ανωτέρω δήλωση της αναιρεσείουσας. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικώς αναφέρεται: "Ακολούθως, στις 2-6-2004 η ενάγουσα (δηλ. η αναιρεσείουσα), με νέα εξώδικη πρόσκληση - διαμαρτυρία της, δήλωσε ότι αφού η ως άνω προθεσμία παρήλθε άπρακτη και η εναγόμενη εμμένει στη βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεώς της, δηλώνει ότι θεωρείται ότι η εναγόμενη προέβη σε καταγγελία της συμβάσεώς της, με όλες τις συνέπειες που έχει η καταγγελία αυτή".
Επειδή, το Πρωτοδικείο, σχετικά με την από 7-12-2004 δεύτερη αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζητούσε ν'αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 27-10-2004 καταγγελία της εργασιακής σύμβασης από μέρους της αναιρεσίβλητης διότι α) έλαβε χώρα σχεδόν αμέσως μετά την πάροδο του έτους από τον τοκετό (9-10-2003) και χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου και β) είναι καταχρηστική, διότι αποτελεί εκδικητική ενέργεια της αναιρεσίβλητης για το λόγο ότι αυτή (αναιρεσείουσα) άσκησε τα νόμιμα δικαιώματά της, μη αποδεχόμενη τη βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, απορρίπτοντας τους ανωτέρω αγωγικούς ισχυρισμούς, προεχόντως ότι "σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν η ενάγουσα αποχώρησε από την εργασία της τον Ιούνιο του έτους 2004, θεωρώντας ότι η σύμβασή της καταγγέλθηκε από την εναγόμενη, χωρίς όμως, όπως αποδείχθηκε, να έχει το σχετικό δικαίωμα και ως εκ τούτου δε μπορεί πλέον να εγγείρει νομίμως αξιώσεις κατά της εναγομένης".
Με την κρίση του αυτή το Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 15 του ν. 1483/84 και 281 ΑΚ και με σαφή και επαρκή αιτιολογία κατέληξε στο άνω πόρισμά του, αφού δέχθηκε ότι στις 27-10-2004 δεν υπήρχε ενεργός εργασιακή σύμβαση, και ότι προϋπάρξασα τέτοια σύμβαση είχε λυθεί τον Ιούνιο του 2004, με την αποχώρηση από αυτήν της αναιρεσείουσας.
Δηλαδή το Πρωτοδικείο δέχθηκε, κρίνοντας ορθώς, ότι η από 27-10-2004 καταγγελία της εργασιακής σύμβασης από την αναιρεσίβλητη δεν είχε αντικείμενο, αφού η σύμβαση είχε ήδη λυθεί. Επομένως οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-4-2007 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της 94/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ