Supreme Court dismisses appeal against insurance liability judgment regarding compensation for moral damages from car accident injury.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's final judgment on insurance liability. The appellant argued that the awarded compensation for moral damages was disproportionately low given his age, disability, and medical expenses. The court rejected this claim, finding the 10,000 euro award reasonable and within the bounds of judicial discretion based on common practice.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code; The court established that a compensation amount for moral damages must be reasonable and proportionate to the injury, and that the First Instance Court's discretion is not exceeded if the award aligns with common judicial practice.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 621 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 621/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Μ., κατοίκου Τυμπακίου Ηρακλείου Κρήτης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κουτσουβέλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σωτηρία Βελέντζα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2222/2017 μη οριστική και 5677/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 619/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-2-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 4.2.2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 8/1-2-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 619/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (ήτοι διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού, άρθρα 591 παρ. 1, 614 αριθμ. 6 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015). Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 56 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚπολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β` και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που, αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών συγκρουσθέντων οχημάτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος, ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων αυτών, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 90/2019, ΑΠ 49/2019, ΑΠ 301/2018).
Με το ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), θεσπίζονται κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνονται οι οδηγοί ώστε να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, αυτοκινητικά ατυχήματα. Κατά τα άρθρα 5 παρ. 8 εδ. α', 12 παρ. 1 εδ. β', 16 παρ. 4, 17 παρ. 3 περ. γ', 19 παρ. 1, 3 και 7 και 20 παρ. 1 και 21 παρ. 1 του ΚΟΚ, στους οδηγούς των οδικών οχημάτων απαγορεύεται:
α) να διαβαίνουν την εκ μιας ή δύο συνεχών γραμμών, κατά μήκος, διαγράμμιση, καθώς και να κινούνται στην αριστερή πλευρά αυτής (άρθρο 5 παρ. 8 εδ. α'). Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή...(άρθρο 12 παρ. 1 εδ. β'). Ο οδηγός δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί σε οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία...(άρθρο 16 παρ. 4).
Το προσπέρασμα απαγορεύεται γενικά στις εξής περιπτώσεις: α)...γ) όταν η λωρίδα κυκλοφορίας, την οποία θα χρησιμοποιήσει ο οδηγός κατά το προσπέρασμα, δεν είναι ελεύθερη σε αρκετή απόσταση μπροστά του, κατά τρόπο ώστε, λαμβανομένης υπόψη της διαφοράς ταχύτητας του οχήματός του, κατά το χρόνο του προσπεράσματος, και εκείνης των οχημάτων, τα οποία προτίθεται να προσπεράσει, να μην εκθέσει σε κίνδυνο ή παρεμποδίσει τους ερχόμενους αντίθετα (άρθρο 17 παρ. 3 περ.
γ'). Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κά8ε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς...ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του...και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας. Ο οδηγός οχήματος, το οποίο κινείται πίσω από άλλο, υποχρεούται να τηρεί αρκετή απόσταση για την αποφυγή σύγκρουσης αν, το προ αυτού κινούμενο όχημα, μειώσει ξαφνικά την ταχύτητά του ή διακόψει την πορεία του (19 παρ. 1, 3, 7).
Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση (άρθρο 20 παρ. 1). Ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο...(άρθρο 21 παρ. 1).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων Γ. Π., με την από 18-11-2016 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ισχυρίστηκε ότι η πρώτη εναγομένη Ά. Μ., οδηγώντας στις 29-6-2015 το ΙΕΙ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ανήκε στην κυριότητα της δεύτερης Σ.
Α. και ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη και ήδη αναιρεσίβλητη, ασφαλιστική εταιρεία "GENERALI HELLAS ΑΕ", προκάλεσε, από υπαιτιότητά της, φθορές και βλάβες στο ΟΖΕ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, της κυριότητάς του, καθώς και τον τραυματισμό του ίδιου, οδηγού, κατά τη σύγκρουση των εν λόγω οχημάτων που έγινε κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται σ' αυτή.
Ζήτησε δε, αφού παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής του ως προς τις δύο πρώτες εναγόμενες, να υποχρεωθεί η τρίτη να του καταβάλει, για τις προαναφερόμενες αιτίες, αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις βλάβες της μοτοσικλέτας του και τον τραυματισμό του. Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή εν μέρει με τη 2222/2017 εν μέρει οριστική και την 5677/2017 οριστική απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, κρίθηκε δε, εκτός άλλων, με την πρώτη των αποφάσεων ότι συνυπαίτιοι του ατυχήματος είναι η οδηγός του ασφαλισμένου στην εναγομένη αυτοκινήτου κατά ποσοστό 40% και ο ενάγων κατά ποσοστό 60% και με τη δεύτερη ότι ο τελευταίος δικαιούται ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τον τραυματισμό του το ποσό των 10.000 ευρώ.
Κατά των ως άνω αποφάσεων ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις και εκδόθηκε η προσβαλλομένη, 619/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, με την οποία το Εφετείο, κρίνοντας ομοίως με το πρωτοβάθμιο ως προς την υπαιτιότητα, απέρριψε την έφεση της εναγομένης, δέχτηκε την έφεση του ενάγοντος και αφού κράτησε και ερεύνησε εκ νέου την υπόθεση επιδίκασε στον τελευταίο, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, το συνολικό ποσό των 52.041,44 ευρώ, εκ των οποίων, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από τον τραυματισμό του, 10.000 ευρώ.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε, ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: "Την 29.6.2015 και περί ώρα 7:20 πμ ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) οδηγούσε το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ΟΖΕ... δίκυκλο όχημα του, κινούμενος εντός του χώρου του κεντρικού λιμένος Πειραιά με κατεύθυνση από την πύλη Ε3 προς την πύλη Ε2.
Η οδός αυτή (Κεντρικού Λιμένα Πειραιά) είναι διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, που διαχωρίζεται με διπλή διαχωριστική γραμμή. Η ως άνω οδός είναι ευθεία με πλάτος οδοστρώματος ανά κατεύθυνση 8,50 μ και κατά τον ανωτέρω χρόνο οι συνθήκες φωτισμού, ήταν επαρκείς (ημέρα), η ορατότητα δεν περιορίζονταν από σταθερά αντικείμενα, επικρατούσε καλοκαιρία και η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών αραιά.
Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας εντός του Λιμένα ανέρχεται σε 20 χ/ώρα. Στον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο η Ά. Μ., οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΙΕΙ ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της Σ. Α., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρεία και εκινείτο με ταχύτητα μικρότερη του επιτρεπομένου ορίου εντός του Κεντρικού Λιμένα Πειραιά, προς την ιδία κατεύθυνση (από την πύλη Ε3 προς Ε2) με το δίκυκλο όχημα που οδηγούσε ο ενάγων προπορευόμενη αυτού (ενάγοντος).
Κατά την χρονική στιγμή που η ως άνω οδηγός του αυτοκινήτου έφτασε στο ύψος του δρόμου που βρίσκεται ο κατάπλους (άφιξη) του πλοίου "BLUE ORIZON" και στο οποίο τοπικό σημείο (δρόμου) διακόπτεται η διπλή διαχωριστική γραμμή, έθεσε σε λειτουργία τον αριστερό δείκτη κατεύθυνσης προτιθέμενη να στρίψει αριστερά ώστε να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, και επιχείρησε τον προς αριστερά ελιγμό του οχήματος της.
Ο ενάγων την ιδία χρονική στιγμή, ο οποίος, κινούνταν ομόρροπα και όπισθεν του οχήματος που οδηγούσε η Ά. Μ. και με ταχύτητα μεγαλύτερη του προπορευόμενου Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας προκειμένου να προσπεράσει από τα αριστερά το ως άνω (προπορεύομενο) όχημα, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί ανέλεγκτα και αιφνιδίως στην πορεία αυτού (προπορευόμενου Ι.Χ.Ε) οχήματος, και συνεπεία τούτου να επιπέσει (προσκρούσει) το όχημα επί του δίκυκλου οχήματος.
Τα μέρη που συγκρούστηκαν είναι η εμπρόσθια αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου (μπροστινός προφυλακτήρας/αριστερό φτερό) με τη δεξιά πλευρά του δίκυκλου οχήματος. Αυτό εξηγείται γιατί η μεν οδηγός του Ι.Χ.Ε είχε ήδη αρχίσει την προς αριστερά στροφή και προβάλει στο άλλο ρεύμα κυκλοφορίας, ο δε ενάγων (οδηγός του δίκυκλου οχήματος) επιχειρώντας προσπέραση από τα αριστερά αυτού (οχήματος Ι.Χ.Ε) εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.
Από τη σύγκρουση αυτή ο ενάγων ανατράπηκε και "σύρθηκε περίπου τρία με τέσσερα μέτρα", (ο ενάγων) με αποτέλεσμα να τραυματιστεί (ο ενάγων) και να υποστεί "συντριπτικό κάταγμα δεξιού κνημιαίου plateau", το δε δίκυκλο όχημα κυριότητάς του τις αναφερόμενες πιο κάτω ζημίες και βλάβες.
Με βάση τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές το ένδικο ατύχημα οφείλεται στην συντρέχουσα αμέλεια και της οδηγού αυτοκινήτου και του οδηγού του δίκυκλου οχήματος. Ειδικότερα η οδηγός του αυτοκινήτου, η οποία προτίθετο να στρίψει αριστερά και έθεσε, ως όφειλε, σε λειτουργία τον αριστερό δείκτη κατεύθυνσης (φλας), δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή της, δεν έλεγξε να βεβαιωθεί ,ως όφειλε, ότι μπορεί να πραγματοποιήσει την αριστερή στροφή χωρίς κίνδυνο των λοιπών χρηστών της οδού που κινούνταν πίσω της, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους, ενέργειες και παραλείψεις που συνιστούν παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 21 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 και 330 εδ.β' ΑΚ.
Ο οδηγός του δίκυκλου οχήματος (ενάγων) από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός, υπό ανάλογες περιστάσεις, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ούτε ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαραίτητους χειρισμούς.
Συγκεκριμένα αυτός (ενάγων) κινούνταν με ταχύτητα που ναι μεν δεν διαπιστώθηκε, γιατί δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα ίχνη φρεναρίσματος, όμως σε κάθε περίπτωση δεν ήταν η ενδεδειγμένη και χωρίς να τηρεί αρκετή απόσταση από το προπορευόμενο όχημα που οδηγούσε η Ά. Μ., επιχείρησε να προσπεράσει αυτό από τα αριστερά χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το κάνει χωρίς κίνδυνο και χωρίς να προειδοποιήσει έγκαιρα γι' αυτό και αφού παραβίασε την διπλή διαχωριστική γραμμή εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, η οποία δεν ήταν ελεύθερη σε αρκετή απόσταση μπροστά του, αφού είχε ήδη αρχίσει να εισέρχεται το προπορευόμενο αυτού όχημα.
Οι ανωτέρω πράξεις στις οποίες προέβη ο οδηγός του δίκυκλου οχήματος επίσης από αμέλειά του συνιστούν παράβαση των άρθρων 5 παρ. 8, 12 παρ. 1,16 παρ. 4, 17 παρ. 3 και 4, 19 παρ. 1, 3 και 7, 20 παρ. 1 Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) και 330 ΑΚ, τελούν δε αυτές (πράξεις οδηγού δίκυκλου οχήματος/πράξεις οδηγού Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου) σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν βλαπτικό αποτέλεσμα ..., αφού αν έλλειπε μια από αυτές δεν θα επερχόταν το ζημιογόνο αποτέλεσμα, με τον τρόπο και τα αποτελέσματα που επήλθε.
Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η Ά. Μ. κινούνταν με το όχημά της στη δεξιά λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας της και ότι ταυτόχρονα με τη θέση σε λειτουργία του αριστερού δείκτη κατεύθυνσης (φλας), πραγματοποίησε και την αριστερή στροφή δεν είναι βάσιμος, ως προκύπτει από την προσήκουσα συνεκτίμηση των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων.
Στην ανωτέρω κρίση (περί συντρέχουσας αμέλειας) οδηγείται το Δικαστήριο: α) από την 29/6/2015 ένορκη εξέταση του αναφερομένου στην έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος αυτόπτη μάρτυρα Α. Π., η οποία είναι σαφής, ορισμένη και πειστική χωρίς να αναιρείται από την ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, Κ.
Μ., β)από τα σημεία σύγκρουσης των εμπλακέντων οχημάτων (εμπρόσθιος προφυλακτήρας: αριστερά ξεκούμπωμα και γδάρσιμο/εμπρός αριστερό φτερό-δεξιά πλευρά δίκυκλου οχήματος που οδηγούσε ο ενάγων), γ) από το γεγονός ότι δεν επικαλείται (ο ενάγων) ούτε αποδεικνύεται προσπάθεια αποφευκτικού ελιγμού προς αποφυγή της σύγκρουσης.
Περαιτέρω αν η οδηγός Ά. Μ. κινούνταν στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας από όπου "έβγαλε αριστερό φλας και κατευθύνθηκε προς τα αριστερά" αυτός (ενάγων) θα είχε τη δυνατότητα να επιχειρήσει επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, και να αποφύγει τη σύγκρουση με το όχημα που οδηγούσε η Ά. Μ. η οποία κινούνταν με ταχύτητα μικρότερη του δίκυκλου οχήματος του.
Το αμέσως ανωτέρω προαναφερθέν γεγονός ενισχύει και το συμπέρασμα, που προαναφέρεται ότι αυτός (ενάγων) κινούνταν με ταχύτητα που δεν ήταν ενδεδειγμένη, παρότι δεν διαπιστώθηκε γιατί δεν υπάρχουν, όπως προαναφέρθηκε, στο οδόστρωμα ίχνη φρεναρίσματος. Το ποσοστό της συνυπαιτιότητας προσδιορίζεται σε 60% για τον ενάγοντα οδηγό του δίκυκλου οχήματος και σε 40% για την οδηγό του αυτοκινήτου Ά.
Μ.". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πιο πάνω οδηγητικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του επελθόντος ατυχήματος και συνυπαιτιότητας αυτού στην πρόκλησή του, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, στο πραγματικό των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των διατάξεων των άρθρων 914, 297, 298, 300, 330 εδ.
β' του ΑΚ (σε συνδ. με εκείνες των προαναφερθέντων άρθρων του του ΚΟΚ) που εφάρμοσε και δικαιολογούν το διατακτικό της απόφασής του και, συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα το Εφετείο δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων, οδηγώντας στις 29-6-2015 και περί ώρα 07.20', το ΟΖΕ... δίκυκλο μοτοποδήλατό του, σε, διπλής κατευθύνσεως και με όριο ταχύτητας 20 χιλιόμετρα την ώρα, οδό εντός του χώρου του Κεντρικού Λιμένα Πειραιά, με κατεύθυνση από την πύλη Ε3 προς την πύλη Ε2, χωρίς σύνεση και τεταμένη την προσοχή, χωρίς να ασκεί τον απαιτούμενο έλεγχο και την εποπτεία του και με μη ενδεδειγμένη για την περιοχή ταχύτητα, επιχείρησε να προσπεράσει από αριστερά, καθ' υπέρβαση της διπλής διαχωριστικής γραμμής και εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα πορείας, το προπορευόμενο αυτού και με χαμηλότερη ταχύτητα κινούμενο, ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη ΙΕΙ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε η Ά. Μ., η οποία την ίδια χρονική στιγμή, έχοντας θέσει σε λειτουργία τον αριστερό δείκτη κατευθύνσεως του οχήματός της, επιχειρούσε στο ύψος που η διπλή διαχωριστική γραμμή διακοπτόταν, να πραγματοποιήσει ελιγμό αριστερά για να φθάσει στο σημείο κατάπλου του πλοίου "BLUE ORIZON", με αποτέλεσμα το μοτοποδήλατο να παρεμβληθεί στην πορεία του αυτοκινήτου και να επέλθει η σύγκρουση.
Οι αιτιολογίες αυτές της προσβαλλομένης αρκούσαν για να στηρίξουν το αποδεικτικό της πόρισμα περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος-αναιρεσείοντος. Οι φερόμενες ως ελλείψεις, σε σχέση με τη θέση των συγκρουσθέντων οχημάτων επί του οδοστρώματος πριν και κατά τη σύγκρουση, την ακριβή ταχύτητα του μοτοποδηλάτου, την απόσταση μεταξύ μοτοποδηλάτου και αυτοκινήτου, όταν η οδηγός του τελευταίου οχήματος έθεσε σε λειτουργία τον αριστερό δείκτη κατευθύνσεώς του και την απόσταση από την οποία μπορούσε να αντιληφθεί ο αναιρεσείων την προς τα αριστερά κίνηση του αυτοκινήτου, δεν εμποδίζουν τον αναιρετικό έλεγχο της εφαρμογής των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, ενώ ουδεμία αντίφαση προκύπτει εκ του ότι το Εφετείο δέχεται το μεν ότι η ταχύτητα του μοτοποδηλάτου ήταν μεγαλύτερη αυτής του αυτοκινήτου το δε ότι το αυτοκίνητο προσέκρουσε επί του μοτοποδηλάτου, ούτε υφίσταται ενδοιαστική διατύπωση σε σχέση με τη λωρίδα κίνησης των οχημάτων, που να καθιστά αμφίβολο το εξαχθέν ως άνω αποδεικτικό πόρισμα.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 και αληθώς από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με την επίφαση δε της αναιρετικής πλημμέλειας από τον λόγο αυτό, προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ' άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και τον καθορισμό του ποσοστού συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος σε 60%, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες ο αναιρεσείων έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, που εκτίθεται σαφώς ως προς το προαναφερθέν ζήτημα.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο. Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του πιο πάνω αποδεικτικού πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέντα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα α) την ΑΜ 1984/2018 απόφαση του Β' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, με την οποία, σε αντίθεση με την προσβαλλομένη, έγινε δεκτό ότι η οδηγός του ΙΕΙ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου Ά. Μ. επιχείρησε αιφνίδια να κινηθεί από το δεξιό στο άκρο αριστερό του οδοστρώματος, καταδικάστηκε δε σε ποινή φυλάκισης 5 μηνών για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια εις βάρος του και β) την από 3-7-2015 δήλωση ατυχήματος της ίδιας οδηγού προς την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, στην οποία δήλωσε ότι είναι υπαίτια του ατυχήματος, που είχε νομίμως επικαλεστεί με τις προτάσεις του και προσκομίσει ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλομένη (σελ. 14 αυτής) ότι λήφθηκαν υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, "όλα τα από τους διαδίκους νομίμως προσκομιζόμενα στην παρούσα συζήτηση έγγραφα, μεταξύ των οποίων και έγγραφα της ποινικής δικογραφίας", σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος περί συνυπαιτιότητας της πιο πάνω οδηγού του αυτοκινήτου στην πρόκληση του ατυχήματος (κατά ποσοστό 40%), δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και τα επικαλούμενα ως άνω έγγραφα.
Κατά το άρθρο 932 του ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτή χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολ 10/2017, 9/2015).
Και αυτό, γιατί μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Πειραιά, με την πληττόμενη απόφασή του, ως προς το κεφάλαιο της επιδίκασης της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης στον αναιρεσείοντα λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τον τραυματισμό του κατά το ένδικο ατύχημα, δέχτηκε τα εξής: "Ο ενάγων, μετά το ατύχημα, διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πειραιά "ΤΖΑΝΕΙΟ" και από εκεί αυθημερόν στην Δ' Ορθοπεδική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Αττικής "ΚΑΤ", όπου διαπιστώθηκε ότι έχει υποστεί συντριπτικό κάταγμα κνημιαίου plateau και υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση εξωτερικής οστεοσύνθεσης, μέρος της οποίας αφαιρέθηκε την 1-9-2015 από την ίδια ως άνω Κλινική και ακολούθως την 11-9-2015 εισήχθη εκτάκτως και νοσηλεύτηκε στην Χειρουργική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου "ΒΕΝΙΖΕΛΕΙΟ ΠΑΝΑΝΕΙΟ", όπου διαπιστώθηκε φλεβική θρόμβωση κάτω δεξιού άκρου και τέλος 6-11-2016 επανεισήχθη στο ΓΝΑ "ΚΑΤ", όπου υπεβλήθη σε επέμβαση αφαίρεσης υλικού οστεοσύνθεσης.
Νοσηλεύτηκε στην Δ' Ορθοπεδική Κλινική του ΓΝΑ "ΚΑΤ" από 29-6-2015 έως 13-7-2015, στη Χειρουργική Κλινική του Γ.Ν. Ηρακλείου "ΒΕΝΙΖΕΛΕΙΟ ΠΑΝΑΝΕΙΟ" από 11-9-2015 έως 14-9-2015 και στην ως άνω Κλινική του ΓΝΑ "ΚΑΤ" από 6-11-2016 έως 11-11-2016, ενώ χορηγήθηκαν διαδοχικές αναρρωτικές άδειες έως 11-1-2017... Κατά τη διάρκεια της θεραπείας του ...είχε ανάγκη στην οικία του από 14-7- έως 3-12-2015 βοήθειας τρίτου προσώπου λόγω της αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεώς του...Κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος εργαζόταν ως ναυτικός με την ειδικότητα του υποπλοιάρχου στο πλοίο "ΦΑΙΣΤΟΣ ΠΑΛΛΑΣ" της εταιρείας "ΜΙΜΩΪΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ν.Ε."...
Εξαιτίας του τραυματισμού του κατέστη ανίκανος για εργασία από 29-6-2015 έως 23-11-2016... Ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα... του είδους και της σοβαρότητας της σωματικής βλάβης που προκλήθηκε από αυτό στον ενάγοντα, του βαθμού του πταίσματος της οδηγού του ζημιογόνου οχήματος στην επέλευση του ατυχήματος και εντεύθεν τραυματισμού του ενάγοντος, της ηλικίας του κατά τον κρίσιμο χρόνο, 34 ετών, της αδυναμίας του να εργαστεί έως και τον χρόνο κατάθεσης της ένδικης αγωγής (29-6-2015 έως 23-11-2016), της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών (εκτός της ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική), το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη από τη στενοχώρια και τη θλίψη λόγω του τραυματισμού του και της συνακόλουθης προσβολής της σωματικής του ακεραιότητας και υγείας, για την αποκατάσταση της οποίας υπεβλήθη σε χειρουργικές επεμβάσεις, αναγκάστηκε να λάβει φαρμακευτική αγωγή και να υποβληθεί σε φυσικοθεραπείες, καθώς και από τις σωματικές και ψυχικές ταλαιπωρίες, στις οποίες υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του αρχικά στο νοσοκομείο και, στη συνέχεια, στην οικία του, όπου είχε ανάγκη από τη βοήθεια και την παροχή υπηρεσιών άλλου προσώπου για την εξυπηρέτηση των ατομικών του αναγκών.
Η εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη του ενάγοντος ανέρχεται σε 10.000 ευρώ". Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσείοντος στο ποσό των 10.000 ευρώ, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν είναι κατώτερο και μάλιστα καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο σχετικός τρίτος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 932 του ΑΚ, καθώς και εκείνων των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, επιδίκασε σ' αυτόν, ως εύλογη χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από τον τραυματισμό του ποσό δυσανάλογα μικρό σε σχέση με εκείνο που επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτει από τις συνθήκες της αδικοπραξίας, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφασή του προσδιοριστικά κριτήρια.
Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο τελευταίος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-2-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 133/8/2021) αίτηση για αναίρεση της 619/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ