Legislator Case Law & Legislation
621/2022 AI generated

Supreme Court quashes labor court decision for failing to apply Article 361 of the Civil Code regarding collective agreement terms.

Case Number 621/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a First Instance Court decision in a labor dispute. The appellant argued the lower court erred by rejecting the application of specific collective agreement terms under Article 361 of the Civil Code due to vagueness in the contract. The Court found the lower court's reasoning flawed because the contract explicitly referenced the collective agreement, making the terms binding without needing further proof of a separate agreement.

Legislator headnote

AI generated

Articles 361, 560 of the Civil Code; Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 580, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure: A lower court errs if it fails to apply Article 361 of the Civil Code when the employment contract explicitly incorporates specific terms of a collective agreement, rendering the terms binding without requiring proof of a separate specific agreement.

Keywords

AI generated
Article 361 Civil Code Collective Agreement Terms Labor Dispute Appeal Vague Contractual Terms Supreme Court Quashing Employment Contract Binding Specific Agreement Proof

Cited Legislation

AI generated
Article 361 of the Civil Code
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 621 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 621/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά-Εισηγήτρια και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Κωστίκα, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και με την νέα επωνυμία "..." και με τον νέο διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γάτσιο, ο οποίος ανακάλεσε την από 8/2/2021 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/06/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 8064/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/12/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 12/12/2019 αριθμ.καταθ.2787/23-12-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ'αριθμ.8064/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά παραδοχή της έφεσης με αριθμ.καταθ. 26/2019 της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ'αριθμ.65/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε κάνει κατά ένα μέρος δεκτή την από 21/6/2016, με αριθμ.καταθ.5569/1-7-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα στην συνέχεια δικάζοντας την ως άνω αγωγή, την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, διέταξε την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και υποχρέωσε τον εφεσίβλητο - ενάγοντα να επιστρέψει στην εκκαλούσα εναγόμενη το ποσό των 13.894,47 ευρώ, που του πλήρωσε με βάση την πρωτόδικη απόφαση.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα, αφού δε η προσβαλλόμενη επιδόθηκε στις 22-11-2019, και εμπρόθεσμα (άρθρ.552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των λόγων της (αρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για την θεμελίωσή της χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση του άρθρου 560 αριθ.1 ΚΠολΔ (αντίστοιχη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), εάν στρέφεται κατά αποφάσεως Πρωτοδικείου, που εκδόθηκε σε έφεση κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, στην περίπτωση που το δικαστήριο, για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα.

Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής υπάρχει εάν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελεγχόμενη ως παραβίαση του άρθρ.559 αριθ.14 ΚΠολΔ πλημμέλεια που δεν προβλέπεται στο άρθρο 560 ΚΠολΔ. Η νομική όμως αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής.

Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.5 ΚΠολΔ (αντίστοιχος του αριθμ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) λόγος αναίρεσης στην περίπτωση δηλαδή που δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός θεμελιωτικός του φερομένου προς διάγνωση δικαιώματος ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός που δικαιολογούσε τη νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής είχε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής (ΑΠ 1039/2019, ΑΠ 1120/2015, ΑΠ 167/2011).

Από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ.1, 8 παρ.2, 11 παρ.3 και 16 παρ.3 του ν.1876/1990, προκύπτει, ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας (ΣΣΕ) ή η διαιτητική απόφαση (ΔΑ) ισχύει, μόνο έναντι των μελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων, που την έχουν συνάψει, αν, όμως, η ισχύς της επεκτάθηκε με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η ισχύς της επεκτείνεται και πέραν από τα πρόσωπα αυτά και δη στους εργαζομένους και τους εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος, που αυτή αφορά, οι οποίοι θα μπορούσαν με τις δραστηριότητές τους να είναι μελή των οργανώσεων που μετείχαν στην σύναψη της, η επέκταση δε αυτή ισχύει από το χρόνο της δημοσίευσης της σχετικής, περί επέκτασης της ισχύος της, υπουργικής απόφασης. Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ιδιότητα του μέλους των ως άνω συνδικαλιστικών οργανώσεων, στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της ισχύος των ΣΣΕ ή ΔΑ αποτελεί προϋπόθεση της γένεσης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές και συνακόλουθα στοιχείο για τη θεμελίωση και το, κατ'άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, ορισμένο της αγωγής.

Αν ο εναγόμενος εργοδότης αμφισβητήσει, ειδικά την ιδιότητα αυτού ή του εργαζομένου, ως μελών των αντιστοίχων συνδικαλιστικών οργανώσεων, ο ενάγων εργαζόμενος δικαιούται και οφείλει να επικαλεσθεί, κατ'επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, με τις προτάσεις του, κατ'άρθρο 224 εδ.β'ΚΠολΔ, ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Τούτο όμως δεν απαιτείται, στην περίπτωση που η ισχύς της ΣΣΕ ή ΔΑ, στην οποία ο ενάγων στηρίζει την αγωγή του, έχει επεκταθεί, κατά τα πιο πάνω, με την κήρυξη της γενικής υποχρεωτικής με υπουργική απόφαση και πέραν από τα πρόσωπα που είναι μέλη των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων, που την έχουν συνάψει, οπότε αρκεί να αναφέρονται στην αγωγή τα πραγματικά γεγονότα, που επισύρουν την εφαρμογή της, όπως είναι η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, το είδος της ασκούμενης από τον εργοδότη επιχείρησης, το επάγγελμα ή η ειδικότερα του εργαζομένου και ο χρόνος, για τον οποίο αξιώνονται οι αποδοχές, ενώ, για το προηγούμενο της κήρυξης της ΣΣΕ ή Δ.Α. ως γενικής υποχρεωτικής, από τον χρόνο της κήρυξης της, κατά συνέπεια δε, στην περίπτωση αυτή η αγωγή ουδεμία πάσχει αοριστία (ΑΠ 132/2016, ΑΠ 723/2011, ΑΠ 1133/2010).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ.4 και 5 ν.1876/1990 που ορίζουν, αντίστοιχα, "οι κανονιστικοί όροι συλλογικής σύμβασης, που έληξε ή καταγγέλθηκε, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο και εφαρμόζονται και στους εργαζομένους που προσλαμβάνονται στο διάστημα αυτό, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ.2 του άρθρου 8" και μετά την πάροδο του εξαμήνου οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας", συνάγεται ότι μετά την λήξη της ΣΣΕ οι υφιστάμενοι κανονιστικοί όροι εργασίας αυτής εξακολουθούν να ισχύουν μετά την πάροδο του οριζομένου ως άνω εξαμήνου ως όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας μέχρι την έναρξη ισχύος της επόμενης ΣΣΕ (ΑΠ 723/2011).

Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 και 2 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι η καθιερούμενη ως άνω μετενέργεια των ΣΣΕ ισχύει πρωτίστως για τις ΕΓΣΣΕ, καθώς και για τις λοιπές ΣΣΕ ως προς εργοδότες και εργαζομένους που είναι μέλη των συμβαλλομένων αντίστοιχων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν ΣΣΕ με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 43 παρ.3 του νόμου αυτού, ενώ ως προς τους εργοδότες και εργαζομένους που δεν είναι μέλη αυτών (ισχύει), εάν αυτές είχαν κηρυχθεί γενικά υποχρεωτικές, όπως συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη που διατυπώνεται στο άρθρο 9 παρ.4 του ως άνω νόμου (ΑΠ 43/2017).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι για τη σύσταση η αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, απαιτείται σύμβαση, συνάγεται ότι με την ατομική σύμβαση εργασίας είναι δυνατόν εγκύρως να συμφωνηθεί μισθός με παραπομπή σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις, που κατ'αρχήν δεν δεσμεύουν τα συμβαλλόμενα μέρη, υπό την έννοια ότι στην περίπτωση αυτή ο εργαζόμενος θα αμείβεται με τις αποδοχές που καθορίζονται από τις ΣΣΕ ή ΔΑ, στις οποίες γίνεται παραπομπή, αν και αυτές καλύπτουν άλλη κατηγορία εργαζομένων ή θέτουν προϋποθέσεις που δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος μισθωτός αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο ή να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (Ολ.ΑΠ 1/2007).

Εκ τούτου έπεται ότι επί αγωγής για την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών είναι αρκετή για το ορισμένο αυτής (άρθρ.216 παρ.1 ΚΠολΔ) μόνη η επίκληση ότι οι αποδοχές έχουν συμφωνηθεί με την ατομική σύμβαση εργασίας δια παραπομπής σε ΣΣΕ ή ΔΑ, που κατ'αρχήν δεν είναι δεσμευτικές για τους διαδίκους, χωρίς να απαιτείται επιπλέον αναφορά του ότι οι διάδικοι ήταν μέλη των επαγγελματικών οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψη της ΣΣΕ ή στη διένεξη επί της οποίας εκδόθηκε η ΔΑ, αφού λόγω της συμβατικής παραπομπής αυτό παύει να είναι ουσιώδες (ΑΠ 1522/2018, ΑΠ 773/2017).

Για να καταστεί, όμως, όρος της ατομικής σύμβασης κανονιστικός όρος της ΣΣΕ, πρέπει η παραπομπή να γίνει σε συγκεκριμένη ΣΣΕ και όχι αορίστως στις εκάστοτε ισχύουσες στις σχέσεις του εργοδότη και μισθωτών ΣΣΕ, διότι στην τελευταία περίπτωση θα ισχύει η νεότερη ΣΣΕ (διαδοχή τάξεων) έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους μισθωτούς διατάξεις (ΑΠ 228/2014, ΑΠ 277/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων εκθέτει στην αγωγή ότι την 1-12-2008 προσελήφθη από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", η οποία κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής φέρει πλέον την επωνυμία "..., η οποία έχει έδρα στην οδό ... στην ..., όπου διατηρεί επιχείρηση με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών ασφαλείας, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως προσωπικό ασφαλείας, έχοντας την απαιτούμενη για την ειδικότητα αυτή με αριθμ.πρωτοκ.68/205173/6β άδεια εργασίας.

Ότι από τον χρόνο της πρόσληψής του και έως τις 27-2-2012, οπότε ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας του, προσέφερε συνεχώς και προσηκόντως την εργασία του στην επιχείρησή της. Ότι συγκεκριμένα το έτος 2011 απασχολήθηκε στην φύλαξη του "ΟΚΑΝΑ" υπό το καθεστώς της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας κατά τις ημέρες από Δευτέρα έως Παρασκευή, με ημερήσιο ωράριο είτε από τις 09.00 έως 14.00, είτε από τις 09.00 έως τις 22.00, τα δε σαββατοκύριακα εργαζόταν στην φύλαξη του Πολυτεχνείου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με ημερήσιο ωράριο από τις 06.00 έως τις 22.00.

Ότι από τις 18-6-2011 τα σαββατοκύριακα εργαζόταν στην φύλαξη της Εύξεινου Λέσχης με ημερήσιο ωράριο από τις 07.00 έως τις 19.00 και από τις 11.10.2011 εργαζόταν παράλληλα με την φύλαξη του ΟΚΑΝΑ με ημερήσιο ωράριο από τις 09.00 έως τις 14.00 και στη φύλαξη της αποθήκης Α στο λιμάνι με ημερήσιο ωράριο από τις 15.00 έως τις 23.00.

Ότι ο μηνιαίος μισθός, ως άγαμου με προϋπηρεσία 2-4 έτη, δυνάμει της από 8.4.2009 εθνικής κλαδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και συστημάτων ασφαλείας όλης της χώρας (πράξη κατάθεσης 23/25.5.2009 του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων) η εφαρμογή της οποίας περιλαμβάνονταν και ως όρος στην ατομική σύμβαση εργασίας του, ανέρχονταν στο ποσό των 967,96 ευρώ μικτά και στο ποσό των 893,68 ευρώ καθαρά.

Ότι η εναγομένη δεν του χορηγούσε εκκαθαριστικά σημειώματα για την μισθοδοσία του, του οφείλει τ'αναφερόμενα στην αγωγή, υπολογιζόμενα αναλυτικά σ'αυτήν, χρηματικά ποσά για το χρονικό διάστημα από 1/1/2011 έως τις 27/2/2012, ως διαφορές μεταξύ των νομίμων και των καταβαλλόμενων σ'αυτόν δεδουλευμένων αποδοχών του, την προσαύξηση για την εργασία του κατά τις ημέρες Κυριακής και αργίες, την αμοιβή του για την εργασία του κατά τις ημέρες Σαββάτου και Κυριακής ως έκτης και έβδομης ημέρες της εβδομάδας και για τις ώρες της νυκτερινής απασχόλησής του, την αμοιβή του για τις ώρες της υπερεργασίας του και της παράνομης υπερωρίας του, τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας, που ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 18.453,19 ευρώ.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, για τους άνω λόγους άλλως από τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού 18.453,19 ευρώ νομιμοτόκως.

Επί της αγωγής αυτής που δικάστηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών αντιμωλία των διαδίκων εκδόθηκε η απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης με αριθμό 65/2017, η οποία την δέχθηκε κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα 15.243,15 ευρώ με τους νόμιμους τόκους, κατά τα οριζόμενα στην απόφαση.

Στην συνέχεια κατόπιν ασκήσεως της υπ'αριθμ.26/2019 εφέσεως εκ μέρους της εκκαλούσας - εναγομένης εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ'αριθμ.8064/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εξαφάνισε την εκκαλούμενη και απέρριψε την αγωγή ως αόριστη με την εξής αιτιολογία κατά το ενδιαφέρον στην προκειμένη περίπτωση μέρος: "Η εκκαλούσα εταιρία, με την από 3-1-2019 (αριθ.καταθ. 667/561/2019), έφεση της, ισχυρίζεται, και συγκεκριμένα με τον πρώτο λόγο έφεσης ότι ενώ έχει χωρήσει εκ μέρους της ίδιας ευθεία αμφισβήτηση της υποχρεωτικότητας και εξ αυτής δέσμευσης της ως εργοδότριας, αφού η ίδια ναι μεν ήταν μέλος της εργοδοτικής συνδικαλιστικής οργάνωσης, που συμβλήθηκε από εργοδοτικής πλευράς κατά τη σύναψη των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και συστημάτων ασφαλείας, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος δε συμπλήρωσε στην αγωγή του αν είναι μέλος της αντίστοιχης εργατικής οργάνωσης, που συνεβλήθη, ως προς το σημείο αυτό.

Ο άνω λόγος έφεσης παραδεκτώς προβάλλεται, είναι νόμιμος και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω και κατ' ουσίαν. Ειδικότερα, ο άνω λόγος είναι βάσιμος, καθόσον, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, η ένδικη αγωγή κατέστη αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως και συνεπώς απορριπτέα, και τούτο, διότι ο ενάγων που θέτει ως βάση των μισθολογικών του αξιώσεων συγκεκριμένη κλαδική ΣΣΕ, δεν είναι αναγκαίο μεν να αναφέρει στο αγωγικό δικόγραφο ότι ο ίδιος και η εναγομένη εργοδότρια του τυγχάνουν μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων που κατήρτισαν τη ΣΣΕ αυτή, πλην όμως εάν η τελευταία προβάλει σχετική ειδική αμφισβήτηση, υποχρεούται, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής με τις προτάσεις του, να επικαλεσθεί και αποδείξει το στοιχείο αυτό, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη (βλ.

και ΑΠ 176/2001, ΕΕργΔ 2002, 728, ΕφΘεσ 1042/2008, Αρμ. 2008, 1074, ΕφΘεσ 1067/2002, Αρμ. 2003, 976, ΕφΑΘ8042/2002, ΕλλΔικ2004, 544). Στην προκειμένη περίπτωση, παρότι η εναγομένη προέβαλε παραδεκτά, με τις έγγραφες προτάσεις της και με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, την ένσταση μη δέσμευσης (μη εφαρμογής) από την από 8/4/2009 Εθνική Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και συστημάτων ασφαλείας όλης της χώρας για τα επίδικα έτη 2011 και 2012, η οποία δεν κηρύχθηκε υποχρεωτική (βλ.

την υπ' αριθμ. 212/2012 απόφαση του ΣΤΕ, ΔΕΝ 2013, σελ 305 επ). Ο ενάγων δεν επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της κρινομένης αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1,118 αριθμ. 4 και 224 ΚΠολΔ, ούτε βέβαια απέδειξε, ότι ο ίδιος και η εναγομένη ήταν μέλη των συμβληθεισών εργοδοτικών και εργατικών αντιστοίχως συνδικαλιστικών οργανώσεων της ανωτέρω από 08.04.2009 ΕΚΣΣΡ στην οποίο στηρίζει ο ενάγων τις αγωγικές του αξιώσεις.

Επιπλέον, ο εναγών δε στηρίζει την αγωγή του με σαφή και ξεκάθαρο, δηλαδή ορισμένο τρόπο σε συμβατική δέσμευση της εναγομένης (κατ' άρθρο 361 ΑΚ), απορρέουσα από ειδική συμφωνία των διαδίκων περί παραπομπής στους κανονιστικούς όρους της από 8.04.2009 ΕΚΣΣΕ, οπότε οι όροι αυτοί να έχουν καταστεί περιεχόμενο των εν λόγω ατομικών συμβάσεων εργασίας, σύμφωνα και με τα σχετικά διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη (βλ.

και ΜΠρΘεσ 3055/2017, αδημ.), καθώς στο δικόγραφο του αναφέρει αορίστως ότι "η εφαρμογή της ανωτέρω κλαδικής ΣΣΕ περιλαμβάνονταν και ως όρος της ατομικής μας σύμβασης εργασίας", αγωγικός ισχυρισμός από τον οποίο δε δύναται να συναχθεί ειδική μεταξύ των διαδίκων συμφωνία. Η εν λόγω δε αοριστία δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε με την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1296/1983, ΝοΒ 1984, σελ 1028), γιατί αντίκειται στις για την προδικασία διατάξεις του άρθρου 111 ΚΠολΔ, των οποίων η τήρηση ερευνάται επίσης αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, επομένως απαραδέκτως ο ενάγων επιχειρεί να επεξηγήσει το περιεχόμενο της αγωγής του και να θεραπεύσει την αοριστία του με το δικόγραφο των προτάσεων του και με παραπομπή στο περιεχόμενο των προσκομιζομένων απ' αυτόν και την αντίδικο του εγγράφων.

Εξάλλου, χωρίς τη ρητή επίκληση και απόδειξη ύπαρξης ειδικής συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, με την οποία να γίνεται ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης συλλογικής σύμβασης εργασίας, κάτι που δε συμβαίνει εδώ, μόνη η έγγραφη ενημέρωση του εργαζομένου, κατά τις διατάξεις του π.δ 156/1994, για τις ισχύουσες κατά τον χρόνο της ενημέρωσης συλλογικές ρυθμίσεις, δεν καθιστά αυτοδικαίως τους όρους της συγκεκριμένης ΣΣΕ και όρους της ατομικής σύμβασής του μισθωτού, αφού η ενημέρωση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρόταση του εργοδότη για κατάρτιση σύμβασης και συνακόλουθα, δεν νοείται η κατάρτιση οιασδήποτε σύμβασης με την από τους εργαζόμενους αποδοχή της παραπάνω ενημέρωσης, όπως αναφέρθηκε.

Ως εκ τούτου θα έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, ως προς την κύρια βάση της".

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή του ως αόριστη (απαράδεκτη) δεχθέν τον ισχυρισμό της εκκαλούσας - εναγομένης περί αοριστίας αυτής για τις μισθολογικές του αξιώσεις του επίδικου χρόνου, παραβιάζοντας ευθέως τα άρθρα 7 παρ.1, 8 παρ.2, 9 παρ.4 και 5, 11 παρ.2 του ν.1876/1990 και ευθέως το άρθρο 361 ΑΚ, ως προς την κύρια βάση της.

Έτσι που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, όσο αφορά την αιτίαση της παραβάσεως του άρθρου 361 ΑΚ (πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του), έσφαλε δεχθέν ότι "επί πλέον ο ενάγων δεν στηρίζει την αγωγή του με σαφή και ξεκάθαρο τρόπο, δηλαδή ορισμένο τρόπο σε συμβατική δέσμευση της εναγομένης (κατ'αρθρο 361 ΑΚ), απορρέουσα από ειδική συμφωνία των διαδίκων περί παραπομπής στους κανονιστικούς όρους της από 8-4-2009 ΕΚΣΣΕ, οπότε οι όροι αυτοί να έχουν καταστεί περιεχόμενο των εν λόγω ατομικών συμβάσεων εργασίας...,καθώς στο δικόγραφό του αναφέρει αορίστως ότι "η εφαρμογή της ανωτέρω κλαδικής ΣΣΕ περιλαμβανόνταν και ως όρος της ατομικής μας σύμβασης εργασίας", αγωγικός ισχυρισμός από τον οποίο δεν δύναται να συναχθεί ειδική μεταξύ των διαδίκων συμφωνία.

Η εν λόγω δε αοριστία δεν μπορεί να θεραπευθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε με την εκτίμηση των αποδείξεων...Εξ άλλου, χωρίς τη ρητή επίκληση και απόδειξη ύπαρξης ειδικής συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, με την οποία να γίνεται ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης συλλογικής σύμβασης εργασίας....δεν καθιστά αυτοδικαίως τους όρους της συγκεκριμένης ΣΣΕ και όρους της ατομικής σύμβασης του μισθωτού....", κατ'εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του άρθρου 361 ΑΚ αφού συνέτρεχαν στην προκειμένη περίπτωση, οι προϋποθέσεις εφαρμογής του και παρ'όλα αυτά δεν τον εφάρμοσε.

Τούτο γιατί στην αγωγή με σαφή και ορισμένο τρόπο αναφέρεται ότι η εφαρμογή της επικαλούμενης κλαδικής ΣΣΕ περιλαμβανόνταν και ως όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας του ενάγοντα, υπήρχε δηλαδή ρητή υπαγωγή της σ'αυτήν.

Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκανε δεκτή την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση με αριθμό 8064/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και έκρινε αόριστη την αγωγή υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ.

Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης ως βάσιμος κατά το σκέλος του που έγινε δεκτό ανωτέρω και ν'αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Η έρευνα δε των λοιπών λόγων της αίτησης αποβαίνει περιττή, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του πρώτου λόγου (δεύτερο σκέλος) που έγινε δεκτός να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή (αρθρ.580 παρ.3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντα, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ.176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αριθμ.8064/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, που ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιουνίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ