Supreme Court dismisses appeal against eviction judgment for procedural defects and failure to address fraud claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's eviction judgment. The appellant argued the lower court erred by accepting a fraud objection regarding the lease dates without proper evidence, violating procedural rules. The court rejected this claim because the First Instance Court had already considered and rejected the fraud allegation, rendering the appeal grounds inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 457, 460, 352 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on a claim that the court of first instance failed to examine a specific objection is inadmissible if that objection was already raised and rejected by the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 621 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 621/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Χ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γαβριήλ Κερμανίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης - καθ' ης η κλήση: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΟΕ", που εδρεύει στις …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μπαλάνο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 623/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 2-6-2015 αίτησή της, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 4-3-2016, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 2-12-2016, οπότε ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 14-3-2017 κλήση της καλούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Παναρίτης διάβασε την από 19-2-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Γεωργίου Χοϊμέ, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 2-6-2015 και με αριθμό κατάθεσης 166/2015 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 623/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε συνεπεία ασκήσεως εφέσεως, εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, κατά της υπ' αριθμ. 66/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, που είχε δικάσει τη με αριθμό 1944 ΕΙΔΧΠ 77/2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ. ΚΠολΔ), ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Συνεπώς είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η με αριθμό κατάθεσης 70/10-7-2013 έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφανίσθηκε η 66/2013 εκκαλούμενη απόφαση κατά το κεφάλαιό της που αφορά αξιώσεις της αναιρεσίβλητης (δαπάνες της ως μισθώτριας) κατά της αναιρεσείουσας, που προέρχονταν από τη μεταξύ τους σύμβαση μίσθωσης ακινήτου και είχε κριθεί με την εκκαλουμένη απόφαση ότι είχαν υποπέσει στην εξάμηνη παραγραφή του άρθρου 603 του ΑΚ. Ακολούθως το Εφετείο κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να της καταβάλει το ποσό των 16.000 ευρώ.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 251 ΑΚ, "η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της", ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 252 του ίδιου Κώδικα, "αν για την απαίτηση της παροχής απαιτείται προηγούμενη όχληση, η παραγραφή αρχίζει από τότε που η όχληση είναι δυνατή.
Αν εκτός από την όχληση απαιτείται και η παρέλευση προθεσμίας, η παραγραφή αρχίζει από τότε που ήταν δυνατή η όχληση και πέρασε η προθεσμία". Με τη θεμελιακή πιο πάνω διάταξη του άρθρου 251 ΑΚ καθορίζονται οι προϋποθέσεις έναρξης της παραγραφής, οι οποίες είναι η γέννηση της αξίωσης και το εναγώγιμό της, δηλαδή το δικαστικά επιδιώξιμο αυτής, που πρέπει να συρρέουν αθροιστικά.
Η αξίωση θεωρείται γεννημένη με την συμπλήρωση-συντέλεση των γεγονότων που συνιστούν τους όρους ύπαρξης του δικαιώματος από το οποίο απορρέει αυτή και, σε κάθε περίπτωση, αφότου δημιουργηθεί κατάσταση που είναι αντίθετη με το δικαίωμα. Στις αξιώσεις από ενοχικά δικαιώματα, αν πρόκειται για θετικές (προς πράξη), η αξίωση γεννιέται από τότε που ο δικαιούχος μπορεί να αξιώσει την παροχή, χωρίς να ασκεί επιρροή η έλλειψη υπερημερίας.
Απαιτείται επιπροσθέτως όπως προαναφέρθηκε, η αξίωση να είναι δικαστικά επιδιώξιμη (εναγώγιμη), γιατί μπορεί αυτή να γεννηθεί αλλά από διάφορα κωλύματα να μην είναι δυνατή η σε δίκη καταγωγή της. Αποκλείεται η δυνατότητα αυτή μόνο από την ύπαρξη νομικών κωλυμάτων και όχι πραγματικών (ΑΠ 901/2014, ΑΠ 509/2012, ΑΠ 679/2008).
Αυτά υπάρχουν, όταν, είτε από τον νόμο (π.χ. 1858 ΑΚ) είτε με τη βούληση του δικαιούχου, ο υπόχρεος δικαιούται να αρνηθεί την εκπλήρωση της αξίωσης για ορισμένο χρονικό διάστημα από τη γέννησή της, λόγω συμφωνημένης αναβλητικής αίρεσης ή προθεσμίας, η οποία έχει ως αναγκαίο, κατά νόμο, αποτέλεσμα τον αποκλεισμό της δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης για ορισμένο χρόνο, με συνέπεια να μην τρέχει η παραγραφή (ΑΠ 901/2014, ΑΠ 509/2012).
Έτσι επί ενοχικών δικαιωμάτων, αν υπάρχει (συμφωνημένη) προθεσμία, μολονότι η αξίωση είναι γεννημένη, η παραγραφή αρχίζει από την παρέλευση της προθεσμίας, οπότε και καθίσταται δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξίωσης (ΑΠ 738/1975). Ο χρόνος αυτός της προθεσμίας είναι άσχετος προς την παραγραφή, δεν είναι χρόνος παραγραφής.
Με την προθεσμία αυτή δεν επιμηκύνεται ο χρόνος παραγραφής και, συνεπώς δεν προσκρούει στον απαγορευτικό κανόνα που προβλέπεται στο άρθρο 275 ΑΚ, κατά τον οποίο "δικαιοπραξία που αποκλείει την παραγραφή ή καθορίζει χρόνο συντομότερο ή μακρύτερο από τον νόμιμο ή που γενικά κάνει τους όρους της παραγραφής βαρύτερους ή ελαφρύτερους είναι άκυρη" (ΑΠ 2212/2013).
Εξάλλου, στον κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ, εκτός από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στις διατάξεις των άρθρων 252-254 του ιδίου Κώδικα, με ειδικές διατάξεις ορίζεται για ορισμένες έννομες σχέσεις άλλος αφετήριος χρόνος παραγραφής, όπως στην ΑΚ 603, κατά την οποία "οι αξιώσεις του μισθωτή για δαπάνες παραγράφονται ύστερα από έξι μήνες αφότου έληξε η μίσθωση".
Στην παραγραφή αυτή υπόκεινται οι εν λόγω αξιώσεις του μισθωτή, εφόσον οι δαπάνες είναι αποδοτέες από τον εκμισθωτή, είτε κατά το νόμο, είτε κατά τη σύμβαση, ανεξάρτητα από το χαρακτήρα τους ως αναγκαίων ή επωφελών. Στις εξαιρέσεις, πάντως, αυτές από τον κανόνα της ΑΚ 251, δεν θίγεται η αρχή ότι για την έναρξη της παραγραφής απαιτείται η γέννηση και το εναγώγιμο της αξίωσης.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στη περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει.
Δεν έχει, όμως εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ώστε στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 623/2015 απόφασή του, δέχτηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το μέρος που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη: "...η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία (ήδη αναιρεσίβλητη)... έχει ως σκοπό, κατά το από 1-9-2008 καταστατικό της, όπως αυτό τροποποιήθηκε...
το χονδρικό και λιανικό εμπόριο μεταχειρισμένων αυτοκινήτων..., τη διατήρηση γραφείου ενοικιάσεως αυτοκινήτων... Ήδη, όμως, από τον Φεβρουάριο του έτους 2008, ήτοι πριν από την... κατάρτιση του από 1-9-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού συστάσεως της ενάγουσας, ομόρρυθμης εταιρίας και τη νόμιμη δημοσίευση του καταστατικού της (του αρχικού στις 2-9-2008 και του τροποποιητικού στις 26-9-2008), οι εταίροι αυτής Π.
Τ., Ε. Π. και Ν. Κ. είχαν συμφωνήσει εγκύρως τη σύσταση της ενάγουσας εταιρίας με τον προαναφερόμενο σκοπό, λειτουργώντας δε ως εν τοις πράγμασι (de facto) ομόρρυθμη εταιρία, αφού κατά τον ανωτέρω χρόνο δεν είχαν τηρηθεί οι προβλεπόμενες από τον ΕμπΝ διατυπώσεις δημοσιότητας... προχώρησε για τις ανάγκες της εμπορίας της σε προφορική συμφωνία με την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), για τη μίσθωση του ακινήτου της, εκτάσεως 4.300 τ.μ.
με το επ' αυτού κατάστημα συνολικού εμβαδού 538 τ.μ., που βρίσκεται στο 10ο χιλιόμετρο της ΕΟ ..., προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως επαγγελματική στέγη και συγκεκριμένα το ισόγειο, εμβαδού 140 τ.μ. ως βουλκανιζατέρ και αποθηκευτικό χώρο και από τον πρώτο όροφο, συνολικού εμβαδού 398 τ.μ., 360 τ.μ. για χονδρική και λιανική πώληση αυτοκινήτων, ελαστικών, τροχόσπιτων, φορτηγών αυτοκινήτων και ανταλλακτικών λαδιών και 30 τ.μ.
ως υπηρεσία ενοικιάσεως αυτοκινήτων. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε για χρονικό διάστημα δώδεκα (12) ετών, το δε μηναίο μίσθωμα συμφωνήθηκε να ανέρχεται, ενόψει του ότι ο ένας από τους εταίρους και δη ο Π. Τ. ήταν σύζυγος της εναγομένης, στο ποσό των 500 ευρώ. Το, πιο πάνω, μίσθιο κατά τον προαναφερόμενο μήνα (Φεβρουάριο του έτους 2008), κατά τον οποίο και συμφωνήθηκε η μίσθωση του, ήταν ημιτελές...
ειδικότερα δε ήταν στο στάδιο εκτελέσεως των εργασιών επιχρισμάτων. Για τον λόγο αυτό συμφωνήθηκε, καταρχήν προφορικά, μεταξύ των διαδίκων να καταβάλει η ενάγουσα εταιρία τις δαπάνες για την, υπό επιμέλεια και την εποπτεία της εναγόμενης, εκτέλεση των εργασιών αποπεράτωσης του μισθίου, μέχρι του ποσού των 140.000 ευρώ, που απαιτούνταν, κατά τους υπολογισμούς τους, για τον σκοπό αυτό, το οποίο (ποσό) και συμφωνήθηκε να συμψηφιστεί με τα μισθώματα.
Σε περίπτωση δε κατά την οποία για οποιοδήποτε λόγο η ενάγουσα, μισθώτρια εταιρία, αποχωρούσε από το μίσθιο, το υπόλοιπο ποσό συμφωνήθηκε να το επιστρέψει η εναγόμενη εκμισθώτρια σε χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών... Σε εκτέλεση της, ως άνω συμφωνίας, η ενάγουσα, μισθώτρια εταιρία, παρέδωσε στο ομόρρυθμο μέλος της και σύζυγο της εναγόμενης, Π.
Τ. του Α., τις κάτωθι μεταχρονολογημένες επιταγές συνολικού ποσού 27.000 ευρώ και δη.....
Το, πιο πάνω, συνολικό ποσό των 27.000 ευρώ που καταβλήθηκε από την ενάγουσα με τις προαναφερόμενες τραπεζικές επιταγές, διατέθηκε, κατά τα συμφωνηθέντα, για την εκτέλεση των εργασιών αποπερατώσεως του προεκτεθέντος μισθίου ακινήτου της εναγομένης, εκμισθώτριας... Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, την 1-9-2008, οπότε συντάχθηκε το μισθωτήριο συμβόλαιο και παραδόθηκε στην ενάγουσα η χρήση του μισθίου ακινήτου, αυτό ήταν πράγματι αποπερατωμένο, μετά την, κατά τα ανωτέρω, εκτέλεση των αναγκαίων εργασιών με δαπάνες της ενάγουσας, αμέσως δε μεταφέρθηκαν σε λειτουργία εντός του μισθίου οι επιχειρήσεις της τελευταίας που αφορούσαν τις ενοικιάσεις αυτοκινήτων (rent a car), βουλκανιζατέρ και εμπορίας ελαστικών αυτοκινήτων και λαδιών...
η, ως άνω προγενέστερη προφορική συμφωνία περιελήφθη ως όρος (υπ' αριθμ. 4) και στο συνταχθέν την 1-9-2008 μισθωτήριο συμβόλαιο ("οι μισθωτές έχουν αναλάβει την αποπεράτωση του μισθίου μέχρι του ποσού των 140.000 ευρώ το οποίο θα αποσβεστεί από τα ενοίκια που θα καταβάλουν"), πράγματι δε, παρότι η επίδικη μίσθωση λειτούργησε, κατά τα εκτιθέμενα πιο κάτω, μέχρι το θέρος του έτους 2010, δεν προσκομίζονται αποδείξεις πληρωμής του συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθώματος των 500 ευρώ, ούτε η ίδια η εναγόμενη επικαλείται ότι εισέπραξε έστω και ένα μηνιαίο μίσθωμα.
Περαιτέρω, από τα ίδια, πιο πάνω, αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι, λόγω οικονομικών προβλημάτων και μειωμένης επαγγελματικής δραστηριότητας από την γνωστή "τοις πάσι" οικονομική κρίση της Ελλάδος που έπληξε και την επιχείρηση της ενάγουσας, μισθώτριας εταιρίας, στα τέλη του μηνός Ιουλίου του έτους 2010 αποφασίστηκε μεταξύ των διαδίκων η λύση της μίσθωσης πριν από τη συμβατική λήξη της και η ενάγουσα κατά τον ανωτέρω χρόνο (τέλη Ιουλίου 2010) αποχώρησε από το μίσθιο...
Πέραν των ανωτέρω, η λύση της μίσθωσης στα τέλη Ιουλίου του έτους 2010, κατόπιν συμφωνίας μάλιστα των διαδίκων, προκύπτει και από την με ημερομηνία 28-3-2013 εξώδικη απάντηση του Α. Χ., δικηγόρου …., προς την ενάγουσα, η οποία μάλιστα έχει ιδιαίτερη σημασία και βαρύτητα εν προκειμένω, αφού αυτός εκπροσωπούσε την τελευταία, κατά το κρίσιμο έτος 2010...
Βέβαια, η εναγόμενη επικαλείται και προσκομίζει το με ημερομηνία 16-6-2010 δακτυλογραφημένο ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης μίσθωσης ακινήτου, που φέρει τις υπογραφές των διαδίκων, στο οποίο αυτοί φέρονται να συμφωνούν ότι η μίσθωση λήγει "ανυπερθέτως" στις 21 Ιουνίου του έτους 2010 (οι ημερομηνίες 16-6 και 21 Ιουνίου είναι συμπληρωμένες χειρογράφως), πλην όμως, ενόψει των ανωτέρω σαφών και κατηγορηματικών καταθέσεων των άνω μαρτύρων της ενάγουσας και της από 28-3-2013 εξωδίκου απαντήσεως του δικηγόρου ….Α.
Χ., στην οποία μάλιστα αναφέρονται επί λέξει.... δεν μπορεί να γίνει δεκτός από το Δικαστήριο αυτό ο ισχυρισμός της εναγομένης περί λύσεως της μίσθωσης στις 21-6-2010.... Όπως αποδείχθηκε, το πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης μίσθωσης, το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, συντάχθηκε από τον δικηγόρο ….. Α. Χ., υπογράφηκε μεν από τους διαδίκους, ήταν, όμως, κατόπιν απαιτήσεως των εταίρων της ενάγουσας, κενό ημερομηνιών για λογιστικούς λόγους, ήτοι προκειμένου να χρησιμοποιηθεί αναλόγως από τον λογιστή της εταιρίας, δεδομένου ότι γίνονταν συζητήσεις για λύση και εκκαθάριση της ενάγουσας εταιρίας (βλ.
την από 28-3-2013 εξώδικη απάντηση του Α. Χ.). Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι στο ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό ο εκ των εταίρων Π. Τ. τον Αύγουστο του έτους 2010 συμπλήρωσε μόνος του αντισυμβατικά και χωρίς τη συναίνεση των λοιπών εταίρων ως ημερομηνία σύνταξης του εγγράφου την 16-6- 2010 και ως ημερομηνία λύσης της μίσθωσης την 21-6-2010, όπως αβασίμως υποστηρίζει η ενάγουσα εταιρία...
Επομένως, η ένσταση πλαστογραφίας που πρόβαλε παραδεκτά η ενάγουσα το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου αυτού Δικαστηρίου με τον δεύτερο λόγο της ένδικης έφεσής της, κατονομάζοντας ως πλαστογράφο τον Π. Τ., αναφέροντας ως μάρτυρα τον Σ. Β. και προσκομίζοντας τα αναφερόμενα αναλυτικά σ' αυτή έγγραφα του πληρεξουσίου δικηγόρου της, έχοντος ειδική, κατ' άρθρο 98 ΚΠολΔ, πληρεξουσιότητα προς τούτο...
είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατ' 'ακολουθίαν των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και σύμφωνα με τον προαναφερθεντα όρο (υπ' αριθμ. 5) του μισθωτηρίου συμβολαίου, κατά τον οποίο, σε περίπτωση αποχώρησης για οποιοδήποτε λόγο της μισθώτριας, ενάγουσας εταιρίας, το εναπομένον, μετά τον συμψηφισμό των μισθωμάτων ποσό που θα καταβαλλόταν στην ενάγουσα εταιρία σε χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών, η εναγόμενη, εκμισθώτρια, οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των (27.000 - (22 μήνες χ 500 ευρώ = 11.000)=) 16.000 ευρώ.
Η, ως άνω, αξίωση της ενάγουσας δεν έχει υποπέσει στην εξάμηνη παραγραφή του άρθρου 603 ΑΚ, όπως αβασίμως υποστηρίζει η εναγόμενη. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 251 ΑΚ "η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της", κατά δε το άρθρο 252 του ιδίου Κώδικα, "αν για την απαίτηση της παροχής απαιτείται προηγούμενη όχληση, η παραγραφή αρχίζει από τότε που η όχληση είναι δυνατή.
Αν εκτός από την όχληση απαιτείται και η παρέλευση προθεσμίας, η παραγραφή αρχίζει από τότε που ήταν δυνατή η όχληση και πέρασε η προθεσμία". Με την, προβλεπόμενη από την, πιο πάνω, διάταξη του άρθρου 252 εδ. β' ΑΚ, προθεσμία δεν επιμηκύνεται ο χρόνος παραγραφής, αλλά ρυθμίζεται η έναρξή της.... Στην προκειμένη περίπτωση με τον προαναφερόμενο όρο με αριθμό 5 του μισθωτηρίου συμβολαίου οι διάδικοι συμφώνησαν ότι η εναγόμενη είχε υποχρέωση να καταβάλει το άνω οφειλόμενο από αυτήν ποσό για την παραπάνω αιτία σε χρονικό διάστημα έξι μηνών από την αποχώρηση της μισθώτριας ενάγουσας εταιρίας από το μίσθιο, που, κατά τα προεκτεθέντα, έλαβε χώρα στις 30-7-2010.
Πριν από την πάροδο της, κατά τα ανωτέρω, συμφωνηθείσας προθεσμίας των έξι (6) μηνών η εναγόμενη δεν ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει την οφειλή της, κατέστη δε αυτή υπερήμερη περί την καταβολή της από το τέλος του άνω εξαμήνου, οπότε αρχίζει η παραγραφή το άρθρου 603 ΑΚ, καθόσον από τότε καθίσταται απαιτητή και δικαστικώς επιδιώξιμη η ως άνω αξίωση της ενάγουσας...
Σημειωτέον ότι στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται, όπως εκτίθεται και ανωτέρω, για συμφωνία των διαδίκων περί μεταβολής του χρόνου παραγραφής και καθορισμού μακροτέρου χρόνου από αυτόν που προβλέπεται στο άρθρο 603 ΑΚ, αφού, ούτως ή άλλως, τέτοια συμφωνία είναι άκυρη, κατ' άρθρο 275 ΑΚ, αλλά περί παροχής προθεσμίας με την οποία ρυθμίζεται η έναρξη της σχετικής παραγραφής με την συμπλήρωση της, πιο πάνω, προθεσμίας των έξι (6) μηνών.
Υπό τις παραπάνω νομικές παραδοχές και αφού αποδείχθηκε η λύση της μίσθωσης και ότι η αποχώρηση της ενάγουσας μισθώτριας εταιρίας από το μίσθιο έλαβε χώρα στα τέλη Ιουλίου του έτους 2010, η άνω παραγραφή των έξι μηνών που ορίζεται στο άρθρο 603 ΑΚ άρχισε την επομένη ημέρα, ήτοι στις 31 Ιανουαρίου του έτους 2011 και συμπληρώθηκε στις 31 Ιουλίου του έτους αυτού (2011).
Όπως προκύπτει, όμως, από την ….02/18-7-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Σερρών Σ. Γ. και συνομολογεί και η εναγόμενη, η κρινόμενη αγωγή επιδόθηκε στην τελευταία στις 18-7-2011, ήτοι προ της συμπληρώσεως της ως άνω παραγραφής, η οποία και εκ του λόγου τούτου διακόπηκε. Επομένως, η ένσταση παραγραφής που πρόβαλε η εναγόμενη είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού απέρριψε την αντέφεση που άσκησε η αναιρεσείουσα, με τις από 3-11-2014, προτάσεις της, και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την από 10-7-2013 έφεση της αναιρεσίβλήτης κατά της πρωτόδικης 66/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών (ειδικής διαδικασίας μισθωτικών διαφορών), εξαφάνισε την απόφαση αυτή και, δικάζοντας επί της από 30-6-2011 αγωγής της αναιρεσίβλητης, έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή, απορρίπτοντας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη τη σχετική ένσταση παραγραφής, κατ' άρθρο 603 ΑΚ, που είχε προτείνει η αναιρεσείουσα, και υποχρέωσε αυτή να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το χρηματικό ποσό των 16.000 ευρώ, για την προαναφερόμενη αιτία.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, τις προπαρατιθέμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 251, 275 και 603 του ΑΚ, καθόσον δεν πρόκειται για συμφωνία των διαδίκων, αρχικά προφορική και ακολούθως με βάση τον πέμπτο όρο του μεταξύ τους από 1-9-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης ακινήτου (κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας), για επιμήκυνση του χρόνου παραγραφής, κατά παράβαση των όσων ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 275 ΑΚ, δεδομένου ότι συμφωνήθηκε η παρέλευση ορισμένης προθεσμίας για να καταστεί δυνατή η δικαστική επιδίωξη της γεννημένης αξίωσης της αναιρεσίβλητης για τις επίδικες δαπάνες, αφότου αρχίζει και η παραγραφή της αξίωσης, σύμφωνα με την αρχή ότι για την έναρξη της παραγραφής απαιτείται όχι μόνο η γέννηση αλλά και το εναγώγιμο της αξίωσης, σύμφωνα και με όσα στην οικεία νομική σκέψη αναφέρονται, η οποία (αρχή) δεν θίγεται στις εξαιρέσεις του κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ, άρα και σε εκείνη του άρθρου 603 ΑΚ.
Περαιτέρω στην πληττόμενη απόφαση περιέχεται παραδοχή ότι η λήξη της μίσθωσης συμφωνήθηκε από τους διαδίκους για το τέλος Ιουλίου του έτους 2010, οπότε η αναιρεσίβλητη αποχώρησε από το μίσθιο ακίνητο (σελ. 25 - 28 της αναιρεσιβαλλόμενης) και, επομένως, το Εφετείο δεν συνέδεσε το χρόνο έναρξης της παραγραφής μόνο με το γεγονός της αποχώρησης της τελευταίας από το μίσθιο αλλά και με τη λήξη της μίσθωσης που ταυτίζονται χρονολογικά.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, ως προς το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση τις παραπάνω πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, ως προς το τρίτο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του παραπάνω άρθρου, είναι επίσης αβάσιμος, διότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, η παραδοχή της ότι με τη συμφωνημένη προθεσμία για το δικαστικά επιδιώξιμο της ένδικης αξίωσης, δεν επιμηκύνεται ο χρόνος παραγραφής, αλλά ρυθμίζεται απλώς η έναρξή της, δεν είναι αντιφατική με την παραδοχή της ότι η συμφωνία για μεταβολή του χρόνου παραγραφής και καθορισμό μακρότερου χρόνου από εκείνον που προβλέπεται στο άρθρο 603 ΑΚ είναι άκυρη κατ' άρθρο 275 ΑΚ.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 445, 457 παρ. 1, 2 και 458 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει ισχυρισμό του διαδίκου ως προς τη γνησιότητα του εγγράφου. Εφόσον η γνησιότητα αναγνωρισθεί ή αποδειχθεί, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς το ότι η δήλωση, που περιέχει, προέρχεται από τον εκδότη του.
Αντίθετα, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της δηλώσεως, επιτρέπεται ανταπόδειξη, ακόμη και χωρίς να προσβληθεί το έγγραφο ως πλαστό (ΑΠ 1930/2013, ΑΠ 891/2012). Περαιτέρω, οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται μόνο σε περίπτωση που ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε είναι ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις για τη μη τήρησή τους.
Αντίθετα, δεν ιδρύονται οι λόγοι αυτοί, αν παραβιάσθηκαν κανόνες του δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνες που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικής προστασίας. Υπό την έννοια αυτή, δεν είναι κανόνες ουσιαστικού δικαίου οι διατάξεις των άρθρων 432, 435, 446, 457 και 460 επομ. για τις αποδείξεις (ΑΠ 1140/2005).
Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που καθορίζει ο νόμος, δεσμευτικά γι' αυτά.
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, ως προς το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας ευθέως και εκ πλαγίου, τις διατάξεις των άρθρων 445, 457 παρ. 1-3 και 460 επ.
ΚΠολΔ. Και τούτο, διότι το Εφετείο ανεπίτρεπτα δέχθηκε ότι η μίσθωση λύθηκε στις 30-7-2010, ενώ προηγουμένως είχε απορρίψει, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την ένσταση πλαστογραφίας, που, έστω νομίμως, πρότεινε η αναιρεσίβλητη, αναφορικά με το από 16-6-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό και ειδικότερα ως προς την αναγραφόμενη χρονολογία λύσης της μίσθωσης, δηλαδή 21-6-2010, με συνέπεια το έγγραφο αυτό να αποδεικνύει πλέον πλήρως, όχι μόνο ότι προέρχεται από αυτούς που το υπέγραψαν, αλλά και την αλήθεια του περιεχομένου των δικαιοπρακτικών δηλώσεών τους, άρα και ότι η μίσθωση λύθηκε στις 21-6-2010.
Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, καθόσον οι αναφερόμενοι κανόνες που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, με την επισήμανση ότι, αν το δικαστήριο παραβιάσει τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των εγγράφων, ιδρύεται ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος (ΑΠ 1590/2005, ΑΠ 1086/2004 και, πριν το άρθρο 40 παρ. 2 του ν. 3994/2011, με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 445 ΚΠολΔ - ΑΠ 1283/1993).
Αλλά και ως αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός (δεύτερος κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του) είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το δικαστήριο της ουσίας, αφού ερεύνησε τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης ότι η αναγραφόμενη, στο από 16-6-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης μίσθωσης ακινήτου, ημερομηνία (21-6-2010) λύσης της εν λόγω μίσθωσης, συμπληρώθηκε εκ των υστέρων και δεν είναι ορθή, έκρινε ελευθέρως και μάλιστα με εμπεριστατωμένη αιτιολογία, μετά από εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων, ότι η ως άνω ημερομηνία λύσης της μίσθωσης (21-6-2010), δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια αφού συμπληρώθηκε εκ των υστέρων και ότι η πραγματική ημερομηνία λύσης αυτής είναι η 30-7-2010, για όσους λόγους αναλύει στις παραδοχές της.
Να σημειωθεί ότι η απόρριψη κατ' ουσία της ένστασης πλαστότητας που προβλήθηκε από την αναιρεσίβλητη, δεν σημαίνει γνησιότητα του από 21-6-2010 εγγράφου και ως προς το περιεχόμενό του και ειδικότερα ως προς τον χρόνο λύσεως της μίσθωσης, όπως αβάσιμα διατείνεται η αναιρεσείουσα, αφού κατά τις σαφείς παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης η ένσταση πλαστότητας με φερόμενο πλαστογράφο τον Π.
Τ. απορρίφθηκε γιατί κατά τις παραδοχές της "δεν αποδείχθηκε ότι ο παραπάνω προέβη στην επικαλούμενη από την αναιρεσίβλητη πλαστογραφία", γεγονός όμως που δεν αποκλείει τη συμπλήρωση της ημερομηνίας αυτής από κάποιο άλλο, πλην του παραπάνω, πρόσωπο.
Ο λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όπως είναι και οι δικονομικές ενστάσεις, με τις οποίες στηρίζονται δικονομικά αιτήματα (ΑΠ 1357/2002), όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν δικαιούται να απαντήσει (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013).
Επομένως τον πιο πάνω λόγο στοιχειοθετεί και η παραδοχή ένστασης που δεν προτάθηκε καθόλου ή νομίμως, εκτός αν πρόκειται για ένσταση που μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως (Ολ.ΑΠ 11/2003). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2004, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421-425/2009).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, με το ίδιο δεύτερο πιο πάνω λόγο της αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι εσφαλμένα δέχθηκε, ως ένσταση πλαστότητας, τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, με τον οποίο η τελευταία αμφισβήτησε μόνο τις ημεροχρονολογίες που αναγράφονται στο από 16-6-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό, υποστηρίζοντας (η αναιρεσίβλητη) ότι οι ημεροχρονολογίες αυτές (16-6-2010 και 21-6-2010) τέθηκαν αυθαίρετα, χωρίς την ύπαρξη συμφωνίας, μεταγενέστερα του χρόνου κατάρτισης του εγγράφου αυτού, από τον Π.
Τ. και συνακόλουθα, δεν προβλήθηκε, παραδεκτή και νόμιμη, ένσταση πλαστότητας, με συνέπεια το Εφετείο να παραβιάσει τις διατάξεις των άρθρων 457, 460 και 352 ΚΠολΔ και να υποπέσει στην πλημμέλεια των αριθμ. 8 περ. α', 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι 1) όσον αφορά την αιτίαση από τον αριθμό 8 περ.
α', ο παραπάνω ισχυρισμός για πλαστότητα του εγγράφου απορρίφθηκε, σε κάθε περίπτωση, από το δικαστήριο της ουσίας και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, κατά τα εκτεθέντα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη και 2) όσον αφορά τις επικαλούμενες πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19, για την ίδια αιτία που διαλαμβάνεται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας απόφασης, αναφορικά με το ότι οι πιο πάνω κανόνες που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου.
Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό περί τούτου αίτημα (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-6-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 623/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο που κατατέθηκε για την ως άνω αίτηση αναίρεσης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ