Legislator Case Law & Legislation
621/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on payment order regarding insurance debt and seizure of assets.

Case Number 621/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a payment order and asset seizure. The lower court determined the appellant's debt to the insurance company was significantly higher than claimed, yet the seizure order remained valid because the appellant had not offered to fulfill the debt. The court ruled that the appellant's argument regarding the debt amount did not invalidate the seizure proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 623, 626, 112, 873, 176, 183, 191, 495 of the Code of Civil Procedure; The seizure of assets based on a payment order remains valid even if the debtor contests the exact debt amount, provided they do not offer to fulfill the confirmed obligation.

Keywords

AI generated
payment order procedure asset seizure validity insurance company debt appeal dismissal civil litigation costs

Cited Legislation

AI generated
Article 623 of the Code of Civil Procedure
Article 626 of the Code of Civil Procedure
Article 112 of the Insurance Law
Article 873 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 621 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 621/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη - Εισηγητή, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κωστή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Κεφαλά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-10-2007 ανακοπή και τους από 9-1-2007 πρόσθετους λόγους ανακοπής του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37194/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 131/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1808/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ’ αριθμ. 131/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ’ αριθμ.1003/2015 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-2-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 623 ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, τα έγγραφα δε αυτά, από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό αυτής, πρέπει, κατά τη διάταξη του άρθρου 626 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, να επισυνάπτονται στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής.

Εξάλλου, η διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού, η κίνηση, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού. Αν κατά το περιοδικό ή ενδιάμεσο κλείσιμο του λογαριασμού (άρθρ. 112 ΕισΝΑΚ) αναγνωρισθεί από τον οφειλέτη, κατά τους όρους του άρθρου 873 ΑΚ, το προσωρινό υπόλοιπο που προέκυψε, αυτό αποτελεί το πρώτο κονδύλιο του λογαριασμού της νέας περιόδου, με συνέπεια, κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, να μην απαιτείται εκκαθάριση αυτού και παράθεση στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής του οριστικού υπολοίπου των κονδυλίων του λογαριασμού για την περίοδο στην οποία αναφέρεται η πιο πάνω αναγνώριση.

Στην περίπτωση αυτή αρκεί η έγγραφη απόδειξη της αναγνωρίσεως αυτής και των κονδυλίων που καταχωρίσθηκαν μετά από αυτήν. Με αναγνώριση του τελικού καταλοίπου ισοδυναμεί και η πλασματική αναγνώριση που επέρχεται, σε εκτέλεση σχετικής έγκυρης συμφωνίας των διαδίκων μερών, με την παρέλευση της εύλογης προθεσμίας που θέτει η Τράπεζα στον πιστούχο, χωρίς ο τελευταίος να αντιλέξει κατά του γνωστοποιηθέντος καταλοίπου.

Τέλος, η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια Τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων είναι, ως δικονομική σύμβαση, έγκυρη.

Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, το αντίγραφο δε αυτού έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβεια τούτου βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (άρθρ. 449 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Σε περίπτωση, εξάλλου, εμπορικών βιβλίων που τηρούνται μηχανογραφικά, η εκτύπωση του αποσπάσματος με σχετική βεβαίωση γνησιότητας αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο, και συνεπώς μπορεί, σε συνδυασμό με την έγγραφη σύμβαση της πιστώσεως, να στηρίξει κατά νόμο την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά του πιστούχου, ο οποίος μπορεί απλώς να αμφισβητήσει το ύψος των περιεχομένων στο απόσπασμα κατ’ ιδίαν κονδυλίων πιστοχρεώσεως, φέροντας όμως αυτός το βάρος της αποδείξεως των σχετικών ισχυρισμών (ΑΠ 1472/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δικάζοντας μετ’ αναίρεση ανακοπή κατά της εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως, που είχε επιβάλει η αναιρεσίβλητη σε εκτέλεση διαταγής πληρωμής σε ακίνητα του αναιρεσείοντος, με την ιδιότητά του ως εγγυητή πιστώσεως αλληλόχρεου λογαριασμού, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Μεταξύ της καθής η ανακοπή (και ήδη αναιρεσίβλητης) ...

η οποία μετέρχεται την άσκηση ασφαλιστικών εργασιών διαφόρων κλάδων, και της Χ. Π., ασφαλιστικής συμβούλου ... καταρτίσθηκε στη Θεσσαλονίκη η από 9-6-2006 σύμβαση αόριστης διάρκειας, δυνάμει της οποίας ανατέθηκε στην τελευταία και ανέλαβε αυτή την υποχρέωση να επιδιώκει, εξασφαλίζει, λαμβάνει και διαβιβάζει, έναντι αμοιβής, στην καθής η ανακοπή αιτήσεις πελατών προς ασφάλιση κατά διαφόρων κινδύνων στην περιοχή του νομού Θεσσαλονίκης, με δικαίωμα είσπραξης ασφαλίστρων για λογαριασμό της καθής η ανακοπή.

Κατά τον 6° όρο της εν λόγω σύμβασης: "Οι εισπράξεις των ασφαλίστρων θα γίνονται σύμφωνα με τον τρόπο που ορίζει η εταιρεία σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου ή το κατά περίπτωση ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Ο ασφαλιστικός σύμβουλος υποχρεώνεται να καταθέτει τα εισπραχθέντα ασφάλιστρα στην εταιρεία ή σε τράπεζα στο όνομα της εταιρείας, το αργότερο στο τέλος της εβδομάδας από την είσπραξή τους, μετά την παρακράτηση της συμφωνηθείσας προμήθειας.

Τα ασφάλιστρα που εισπράττονται από τον ασφαλιστικό σύμβουλο θεωρούνται παρακαταθήκη και ο ίδιος θεματοφύλακας αυτών. ... Ειδικότερα, συμφωνείται ότι προκειμένου να ακυρωθεί ασφαλιστική σύμβαση, ο ασφαλιστικός σύμβουλος υποχρεώνεται να επιστρέψει στην εταιρία όλα τα σχετικά ασφαλιστήρια έγγραφα μέσα σε (2) δύο μήνες αφότου τα παρέλαβε, εκθέτοντας γραπτά τους λόγους μη είσπραξης των ασφαλίστρων και βεβαιώνοντας τη μη αναγγελία ζημίας.

Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, τα ασφάλιστρα και τα συνεισπραττόμενα ποσά θεωρούνται εισπραχθέντα και ο ασφαλιστικός σύμβουλος χρεώνεται με το ισόποσο και το νόμιμο τόκο υπερημερίας με αφαίρεση της προμήθειάς του. Αν η ακύρωση οφείλεται σε λόγους συνδεόμενους με την από μέρους του ασφαλιστικού συμβούλου παράβαση των υποχρεώσεών του, που απορρέουν από τη σύμβαση αυτή, ο ασφαλιστικός σύμβουλος χρεώνεται με κάθε φορολογική επιβάρυνση της σύμβασης που ακυρώνεται.

Σε περίπτωση κατά την οποία τα ασφάλιστρα καταβάλλονται τμηματικά κατά νόμο από τον ασφαλισμένο, η καθυστέρηση της ληξιπρόθεσμης καταβολής δίνει το δικαίωμα στην εταιρία για καταγγελία της σύμβασης ασφάλισης. Στην προκείμενη περίπτωση ο ασφαλιστικός σύμβουλος οφείλει να επιστρέψει τα σχετικά ασφαλιστήρια έγγραφα και να ενημερώσει την εταιρία για την καθυστέρηση της καταβολής κι αυτή με τη σειρά της να γνωστοποιήσει εγγράφως στον ασφαλισμένο ότι η περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής των ασφαλίστρων θα επιφέρει μετά πάροδο ενός (1) μηνός από την κοινοποίηση της δήλωσης, τη λύση της σύμβασης ασφάλισης...

Διαφορετικά η εταιρία δεν θα ακυρώσει την ασφαλιστική σύμβαση και ο ασφαλιστικός σύμβουλος χρεώνεται με τα ασφάλιστρα και κάθε συνεισπραττόμενο με αυτά ποσό". Σύμφωνα εξάλλου, με τον 7° όρο της ίδιας σύμβασης: "Ο ασφαλιστικός σύμβουλος υποχρεούται, διατηρουμένων όλων των άλλων υποχρεώσεών του που πηγάζουν από τη σύμβαση αυτή, το ν.δ.400/70, το π.δ.298/86 και το ν.2496/97, όπως κάθε φορά ισχύουν, να ενημερώνει έγκαιρα την εταιρία για την καθυστέρηση των εισπρακτέων ασφαλίστρων και να καταθέτει στην εταιρία ή σε τράπεζα στο όνομα της εταιρίας, τα ασφάλιστρα που εισπράττει, το αργότερο στο τέλος κάθε εβδομάδας, μετά από αφαίρεση των προμηθειών του και των τυχόν, κατ’ εντολή της εταιρίας πληρωθέντων απ’ αυτόν, για λογαριασμό της εξόδων ή αποζημιώσεων.

Στο πρώτο δεκαήμερο κάθε διμήνου ο ασφαλιστικός σύμβουλος αποδίδει στην εταιρία αναλυτικό λογαριασμό των εισπραχθέντων ασφαλίστρων κα L της διαχείρισης γενικά του προηγούμενου διμήνου και της καταβάλει κάθε πλεόνασμα, αφαιρουμένων αντίστοιχα των όσων έχει καταβάλε ι κατ’ εντολή της εταιρίας. Εάν το παραπάνω πλεόνασμα δεν έχει καταβληθεί μέχρι το τέλος του μήνα, κατά τον οποίο πρέπει να αποδοθεί αναλυτικός λογαριασμός, οι απαιτήσεις της εταιρίας θεωρούνται ληξιπρόθεσμες και υπολογίζεται ο νόμιμος τόκος υπερημερίας".

Τέλος, με τον 8° όρο της σύμβασης ορίσθηκε ότι : "Η εταιρία κάθε μήνα δικαιούται αλλά δεν υποχρεούται να εκδίδει λογαριασμό, ο οποίος θα εμφανίζει το υπόλοιπο οφειλής του ασφαλιστικού συμβούλου μέχρι της ημέρας έκδοσης του λογαριασμού. Αντίγραφο του λογαριασμού εις διπλούν μπορεί να αποστέλλει στον ασφαλιστικό σύμβουλο, ο οποίος υποχρεούται να επιστρέψει αμέσως και μέσα σ’ ένα μήνα το δεύτερο αντίγραφο, υπογεγραμμένο για το σύμφωνο του λογαριασμού ή με τις τυχόν παρατηρήσεις του.

Η μη επιστροφή από τον ασφαλιστικό σύμβουλο του παραπάνω λογαριασμού υπογεγραμμένου, αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας εκ μέρους της εταιρίας της σύμβασής του. Η τυχόν αδράνεια της εταιρίας να καταγγείλει αμέσως τη σύμβαση, δεν σημαίνει ότι αυτή αποδέχεται τις παραβάσεις ή παραλείψεις του ασφαλιστικού συμβούλου, αλλά ότι επιφυλάσσεται του δικαιώματος της να καταγγείλει τη σύμβαση σε χρόνο που η ίδια θα θεωρήσει κατάλληλο.

Επίσης σε περίπτωση που ο ασφαλιστικός σύμβουλος δεν αποστείλει υπογεγραμμένο το παραπάνω αντίγραφο του λογαριασμού ή σε περίπτωση που για κάποιο λόγο δεν το λάβει και δεν το γνωστοποιήσει εγγράφως στην εταιρία τότε με την πάροδο του επόμενου μήνα θεωρείται ότι αποδέχεται το υπόλοιπο ως έχει. Το υπόλοιπο θα αποδεικνύεται πλήρως από τα υπογεγραμμένα από τον ασφαλιστικό σύμβουλο αντίγραφα αυτού ή από τα αντίγραφα που θα τηρεί η εταιρία ή από απόσπασμα επισήμων στοιχείων της εταιρίας, όπου θα φαίνεται η κίνηση του λογαριασμού".

Την τήρηση των όρων της ανωτέρω σύμβασης εκ μέρους της ασφαλιστικής συμβούλου εγγυήθηκε προς την ασφαλιστική εταιρία ο ανακόπτων...Δ. Π. του Α., ως εις ολόκληρον συνοφειλέτης με την πρωτοφειλέτιδα ασφαλιστική σύμβουλο, δυνάμει της από 9-6-2006 σύμβασης εγγύησης, που καταρτίσθηκε στη Θεσσαλονίκη μεταξύ αυτού και της καθής η ανακοπή.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η υπόψη ασφαλιστική σύμβαση λειτούργησε μέχρι τις 22-9-2006, οπότε η καθής η ανακοπή, επικαλούμενη αθέτηση της συμβατικής υποχρέωσης της ασφαλιστικής συμβούλου απόδοσης των εισπραχθέντων ασφαλίστρων εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας της μίας εβδομάδας από της είσπραξής τους, κατήγγειλε αυτήν με την από 19-9-2006 έγγραφη δήλωσή της, που επιδόθηκε στον ανακόπτοντα καθώς και στην ασφαλιστική σύμβουλο στις 22-9-2006, τους οποίους και κάλεσε να καταβάλουν, εις ολόκληρον, το ποσό των 564.849,92 ευρώ, στο οποίο ανερχόταν η οφειλή από τη μη απόδοση των εισπραχθέντων ασφαλίστρων μέχρι την 31-8-2006.

Η διαμόρφωση του ανωτέρω ποσού αποτυπωνόταν στα απσπάσματα του λογαριασμού κίνησης, που κάθε μήνα απέστελλε η καθής η ανακοπή στην ασφαλιστική σύμβουλο, μαζί με τα πινάκια παραγωγής, όπου αναγράφονταν όλα τα συμβόλαια που εκδόθηκαν στο μήνα που αφορούν, το ποσό προμηθειών ανά κλάδο και ανά συμβόλαιο, μαζί με τις καρτέλες ανάλυσης χρεοπίστωσης, με τα ποσά που καταβλήθηκαν ή εισπράχθηκαν από την καθής η ανακοπή, καθώς και τις παραλαβές και παραδόσεις επιταγών και με συγκεντρωτική καρτέλα, όπου εμφανίζονταν συγκεντρωτικά όλα τα παραπάνω και το υπόλοιπο ανά μήνα, που αφορούσε τη συγκεκριμένη ασφαλιστική σύμβουλο, προκειμένου αυτή, ο’ εκτέλεση των προαναφερομένων συμβατικών όρων, να υπογράψει το απόσπασμα του λογαριασμού και να επιστρέψει ένα αντίγραφο αυτού στην ασφαλιστική εταιρία και σε περίπτωση μη συμφωνίας της με τις καταχωρήσεις των πιστοχρεώσεων και το προκύψαν υπόλοιπο, ν’ αναγράψει στο πίσω μέρος αυτού τα σημεία διαφωνίας και τους λόγους αυτης".

Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού παραθέτει την κατά μήνα κίνηση του λογαριασμού αυτού, όπως προέκυψε από τα αντίστοιχα αποσπάσματα κατά το χρονικό διάστημα από Ιούνιο 2006 έως Ιανουάριο 2007, οπότε το υπόλοιπο αυτού διαμορφώθηκε στο ποσόν των 295.715,86 ευρώ, και ότι το ίδιο υπόλοιπο παρέμεινε κατά το μήνα Φεβρουάριο 2007, δέχεται περαιτέρω τα ακόλουθα: "Η καθής η ανακοπή, ως δικαιούχος της απαίτησης που απορρέει από την επίδικη ασφαλιστική σύμβαση, ...

επιδίωξε να την εισπράξει με ... αίτησή της ... προς έκδοση διαταγής πληρωμής. Προς απόδειξη της απαίτησής της η καθής η ανακοπή προσκόμισε: α) ... β) ... γ) ... δ) τα αποσπάσματα από τα βιβλία της καθής η ανακοπή στα οποία εμφανίζεται η κίνηση του λογαριασμού που τηρούνταν σε εξυπηρέτηση της επίδικης σύμβασης ασφαλιστικής συμβούλου μέχρι τις 28-2-2007, οπότε και έπαψε να καταχωρείται οποιαδήποτε εγγραφή σ’ αυτόν, και ε) τις από 31-8-2006, 31-1-2007 και 28-2-2007 έγγραφες αναλύσεις λογαριασμού που απεστάλησαν στην ασφαλιστική σύμβουλο, στην οποία έτσι γνωστοποιήθηκε το τελικό χρεωστικό εις βάρος της υπόλοιπο, όπως διαμορφώθηκε τόσο κατά τη διάρκεια λειτουργίας της επίδικης σύμβασης όσο και μετά τη λύση αυτής στις 22-9-2006 και μέχρι τις 28-2-2007.

Κατά το μετά τη λύση της άνω σύμβασης χρονικό διάστημα, οι καταχωρηθείσες εγγραφές αφορούσαν στο έργο της ασφαλιστικής συμβούλου που παρήχθη κατά τη διάρκεια της λειτουργίας αυτής και εντοπίζονταν και συνοψίζονταν στις ακυρώσεις συμβολαίων και καταβολές από την ασφαλιστική σύμβουλο έναντι του λογαριασμού της.

Ολες τις πραγματοποιηθείσες καταχωρήσεις στο λογαριασμό κίνησης που αφορούσε στη Χ. Π. μπορούσε αυτή να αμφισβητήσει και να εκθέσει τους λόγους διαφωνίας για συγκεκριμένες εγγραφές, ωστόσο ουδέποτε ενεργοποίησε αυτή τον 8° όρο της επίμαχης σύμβασης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αυτή, και ο οποίος όρος, εφόσον δεν προβλέφθηκε η ισχύς του μόνο και κατά το χρόνο μετά τη λύση αυτής και μόνο κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης, προφανώς ίσχυε για τις εγγραφές που αφορούσαν έργο παραχθέν κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της.

Επομένως, με την παρέλευση της εύλογης προθεσμίας (πάροδος του επόμενου μήνα από της αποστολής του λογαριασμού), που τέθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη, χωρίς η ασφαλιστική σύμβουλος να αντιλέξει κατά του γνωστοποιηθέντος υπολοίπου, η οποία λαμβάνεται ως συμφωνία που προσδίδει στη σιωπή της ασφαλιστικής συμβούλου το νόημα αποδοχής της πρότασης, που προέρχεται από την καθής η ανακοπή ασφαλιστική εταιρεία, προς κατάρτιση σύμβασης αναγνώρισης του υπολοίπου, πλασματικά αναγνώρισε η Χ.

Π. τα υπόλοιπα του παραπάνω δοσοληπτικού λογαριασμού. Τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία κατατέθηκαν σε ακριβή αντίγραφα, ελήφθησαν υπόψη από το δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ως νόμιμα ιδιωτικά έγγραφα και, αφού κρίθηκε ότι αποδεικνύεται η απαίτηση της αιτούσας ασφαλιστικής εταιρείας, εκδόθηκε η 5860/2007 διαταγή πληρωμής, με την οποία υποχρεώθηκε ο ανακόπτων να καταβάλει, εις ολόκληρον, με την πρωτοφειλέτιδα ασφαλιστική σύμβουλο Χ.

Π. ... στην καθής η ανακοπή, το συνολικό ποσό των 295.715,86 ευρώ, πλέον τόκων ... Επί τη βάσει της ανωτέρω διαταγής πληρωμής η καθής η ανακοπή επέσπευσε εις βάρος της ακίνητης περιουσίας του ανακόπτοντος (και ήδη αναιρεσείοντος) αναγκαστική εκτέλεση ... και προέβη στην κατάσχεση της ... περιουσίας αυτού, για την οποία συντάχθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. ...-5- 2007 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Θ.

Ι.. Την ακύρωση της πράξης αυτής εκτέλεσης διώκει ο ανακόπτων, προβάλλοντας ... τον ισχυρισμό ότι η απαίτηση της καθής η ανακοπή δεν ανέρχεται στο ποσό, το οποίο επιτάσσεται να καταβάλει, αλλά σ’ αυτό των 76.357,09 ευρώ, επικαλούμενος επιστροφή 4.625 ... συμβολαίων προς ακύρωση συνολικού ποσού 553.225 ευρώ. Ο ανακόπτων, προς απόδειξη του ισχυρισμού του, προσκομίζει με επίκληση:

α) ..." Το Εφετείο παραθέτει στη συνέχεια δεκαπέντε (15) καταστάσεις που απέστειλε προς την καθής η ανακοπή η ασφαλιστική σύμβουλος, στις περισσότερες των οποίων αναφέρονται ο αριθμός των προς ακύρωση συμβολαίων, ο αριθμός κυκλοφορίας του οχήματος, το ονοματεπώνυμο του ασφαλισμένου, η διάρκεια ισχύος και το ποσό του κάθε συμβολαίου και το συνολικό ποσό μικτών ασφαλίστρων, ενώ υπάρχουν και μερικές στις οποίες δεν περιλαμβάνονται όλα τα ως άνω στοιχεία, καθώς και δύο επιπλέον καταστάσεις, η μία των οποίων, με δύο υπογραφές, αναφέρει αριθμούς ακυρωμένων συμβολαίων, χωρίς άλλα στοιχεία, με ποσό μικτών ασφαλίστρων 418.032 ευρώ, και η άλλη με 124 συμβόλαια προς ακύρωση, τα οποία η καθής παρέλαβε τελικά στις 6-12-2006.

Και περαιτέρω δέχεται τα ακόλουθα: "Ολες οι ανωτέρω ... καταστάσεις αποτελούν έγγραφα, που δεν έχουν εκδοθεί από την καθής η ανακοπή, ώστε να αποδεικνύουν την παράδοση προς ακύρωση στην καθής ... και την ακύρωση ακολούθως των αναγραφομένων σ’ αυτές συμβολαίων, σε συνδυασμό όμως με τα λοιπά έγγραφα, και κυρίως με τις επίσημες καταστάσεις από τα βιβλία της καθής η ανακοπή, μπορεί το παρόν δικαστήριο ν’ ανεύρει την αλήθεια αναφορικά με το κυριαρχικής σημασίας ζήτημα της ακύρωσης ή μη των επίμαχων συμβολαίων".

Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εκτιμά το περιεχόμενο των καταστάσεων, αποφαίνεται ότι ένας μεγάλος αριθμός συμβολαίων πράγματι ακυρώθηκε κατά διάφορες ημερομηνίες, πριν και μετά τη λύση της συμβάσεως ασφαλιστικής συμβούλου, κάποια συμβόλαια δεν ακυρώθηκαν, κάποια συμβόλαια αφορούσαν άλλο ασφαλιστικό σύμβουλο, ενώ ορισμένα είχαν αναγραφεί περισσότερες από μία φορές, χωρίς να γίνεται ειδικότερος προσδιορισμός των ποσών που αφορούσαν τα εν λόγω συμβόλαια.

Τέλος, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο λόγος μη ακύρωσης των ... συμβολαίων καθώς και ο λόγος ακύρωσης ορισμένων από αυτά σε χρόνο κατά πολύ μεταγενέστερο ... οφείλεται στην παράλειψη της ασφαλιστικής συμβούλου ή στην καθυστέρηση αυτής, κατά παράβαση της συμβατικής της υποχρέωσης, συνοδείας των επιστραφέντων συμβολαίων από:

α) γραπτή έκθεση των λόγων μη είσπραξης των ασφαλίστρων και β) γραπτή βεβαίωση της μη αναγγελίας της ζημίας, όπως ο ... 6ος όρος της επίμαχης σύμβασης επιτάσσει. Ετσι, για μεν τα συμβόλαια που συνοδεύονταν από τις ... σχετικές εκθέσεις και βεβαιώσεις η ακύρωση ελάμβανε χώρα αμέσως και η ασφαλιστική σύμβουλος δεν επιβαρυνόταν με σχετικά ασφάλιστρα, για δε τα λοιπά συμβόλαια ...

επιβαρύνθηκε αυτή με μέρος των δεδουλευμένων ασφαλίστρων, όπως η επιβάρυνση αυτή αποτυπώθηκε στις καταστάσεις από τα επίσημα βιβλία της καθής η ανακοπή και έλαβε γνώση για το ακριβές ύψος αυτής με τις αποστολές των παραπάνω εγγράφων. Ανέρχονται δε για το σύνολο των προαναφερθέντων συμβολαίων, τα μικτά ασφάλιστρα στο ποσό των 524.580 ευρώ, η προμήθεια στο ποσό των 73.798,94 ευρώ, ο φόρος στο ποσό των 14.745,56 ευρώ, οι ακυρώσεις στο ποσό των 313.091,35 ευρώ, η προμήθεια επί των ακυρωθέντων συμβολαίων στο ποσό των 44.711,78 ευρώ, ο φόρος επί των ακυρωθέντων συμβολαίων στο ποσό των 8.942,03 ευρώ και το υπόλοιπο της οφειλής της ασφαλιστικής συμβούλου Χ.

Π. στο ποσό των 188.205,02 ευρώ ... Εξάλλου, πέραν των παραπάνω συμβολαίων, με τη διαμεσολάβηση της Χ. Π., καταρτίσθηκαν και άλλες 2.073 συμβάσεις, για τις οποίες ουδεμία νύξη κάνει στην ένδικη ανακοπή του ... ο ανακόπτων, όπως αυτές εμφαίνονται στην ... κατάσταση της καθής η ανακοπή, και για τις οποίες συμβάσεις το συνολικό ποσό των μικτών ασφαλίστρων ανέρχεται στο ποσό των 288.362,56 ευρώ, η προμήθεια στο ποσό των 40.731,09 ευρώ, ο φόρος στο ποσό των 8.144,62 ευρώ, οι ακυρώσεις στο ποσό των 103.112,31 ευρώ, η προμήθεια επί των ακυρωθέντων συμβολαίων στο ποσό των 14.581,13 ευρώ, ο φόρος επί των ακυρωθέντων συμβολαίων στο ποσό των 2.916,52 ευρώ και το υπόλοιπο της οφειλής της ασφαλιστικής συμβούλου στο ποσό των 164.328,39 ευρώ ...

Από το συνολικό ποσό των 352.533,41 (188.205,02 + 164.328,39) ευρώ θα πρέπει να αφαιρεθούν οι καταβολές, στις οποίες προέβη η ασφαλιστική σύμβουλος, ανερχόμενες στο συνολικό ποσό των 58.710,15 ... ευρώ εντός του έτους 2006, και στο συνολικό ποσό των 24.640 ... ευρώ εντός του έτους 2007, καθώς επίσης και το ποσό των 86.075,99 ευρώ, το οποίο εισέπραξε η καθής η ανακοπή από το πλειστηρίασμα που επιτεύχθηκε στον πλειστηριασμό της ακίνητης περιουσίας του ανακόπτοντος, που διενεργήθηκε στις 31-12-2007 και για τον οποίο συντάχθηκε ...

πίνακας κατάταξης της επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου συμβολαιογράφου ... Η απαίτηση επομένως της καθής η ανακοπή εις βάρος της πρωτοφειλέτιδας Χ. Π., συνεπώς και εις βάρος του εγγυητή - ανακόπτοντος, ανέρχεται στο ποσό των 183.107,27 (352.533,41-169.426,14) ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Η μερική αυτή απόσβεση της απαίτησης της καθής η ανακοπή δεν επάγεται ακύρωση των πράξεων της επίμαχης αναγκαστικής εκτέλεσης ...

και η περαιτέρω διαδικασία αυτής δεν επηρεάζεται, εφόσον δεν προσφέρεται ο ανακόπτων στην εκπλήρωση του εκτελούμενου τίτλου κατά το ποσό που αυτός είναι έγκυρος, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων, και η μόνη συνέπεια που επέρχεται είναι η κατάταξη της επισπεύδουσας την εκτέλεση στον συνταχθησόμενο πίνακα κατάταξης κατά το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι ο δεύτερος λόγος της ανακοπής του αναιρεσείοντος και ο συναφής δεύτερος πρόσθετος λόγος αυτής ήταν αβάσιμοι και κατόπιν αυτού, αφού αντικατέστησε τις αιτιολογίες του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς το δεύτερο λόγο, που τον είχε απορρίψει ως απαράδεκτο, απέρριψε τους σχετικούς λόγους εφέσεως.

Ετσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σχετικά με το ζήτημα, αν οι έγγραφες αναλύσεις του λογαριασμού μεταξύ της ασφαλιστικής συμβούλου Χ. Π. και της αναιρεσίβλητης περιήλθαν πράγματι στην πρωτοφειλέτρια, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 873 και 874 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 112 ΕισΝΑΚ και 623 ΚΠολΔ, τις οποίες εφάρμοσε, και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, με σαφήνεια εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι από 31-8-2006, 31-1-2007 και 28-2-2007 έγγραφες αναλύσεις λογαριασμού απεστάλησαν στην ασφαλιστική σύμβουλο και έτσι γνωστοποιήθηκε το τελικό χρεωστικό εις βάρος της υπόλοιπο, όπως διαμορφώθηκε τόσο κατά τη διάρκεια λειτουργίας της ασφαλιστικής σύμβασης όσο και μετά τη λύση αυτής στις 22-9-2006 και μέχρι τις 28- 2-2007, σε άλλο δε σημείο αυτής εκτίθεται ότι η ασφαλιστική σύμβουλος για τα λοιπά συμβόλαια, που δεν έτυχαν άμεσης ακύρωσης, επιβαρύνθηκε με μέρος των δεδουλευμένων ασφαλίστρων, όπως η επιβάρυνση αυτή αποτυπώθηκε στις καταστάσεις από τα επίσημα βιβλία της καθής η ανακοπή και ότι η πρωτοφειλέτρια έλαβε γνώση για το ακριβές ύψος αυτής με τις αποστολές των παραπάνω εγγράφων.

Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, προβάλλοντας ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν εκτίθενται περιστατικά που να θεμελιώνουν ότι οι έγγραφες αναλύσεις του λογαριασμού που απέστειλε η αναιρεσίβλητη περιήλθαν πράγματι στην πρωτοφειλέτρια.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.

Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Με τον από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, και ειδικότερα ότι καταρτίσθηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της πρωτοφειλέτριας Χ. Π. σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους διά της σιωπηρής αποδοχής εκ μέρους της τελευταίας της προτάσεως που διατυπώθηκε σ’ αυτήν με την αποστολή των έγγραφων αναλύσεων λογαριασμού, εξέλαβε δε το Εφετείο ότι η αναιρεσίβλητη πρότεινε τον ισχυρισμό, -τον οποίο ωστόσο δεν είχε προτείνει-, ότι τα έγγραφα αυτά τα είχε παραλάβει η πρωτοφειλέτρια, ο ισχυρισμός δε αυτός ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού με βάση την επίκληση της συνάψεως συμβάσεως αναγνωρίσεως χρέους το Εφετείο απέρριψε το λόγο εφέσεως και τον αντίστοιχο λόγο της ανακοπής του.

Ο λόγος είναι απαράδεκτος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. Ειδικότερα, το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι με την αποστολή των έγγραφων αναλύσεων λογαριασμού υπήρξε πρόταση της αναιρεσίβλητης για την κατάρτιση συμβάσεως αναγνωρίσεως χρέους, ώστε να τίθεται ζήτημα παραλαβής της προτάσεως εκ μέρους της πρωτοφειλέτριας, αλλά αντιθέτως, ότι στα πλαίσια της λειτουργίας συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού με αφορμή τη μεταξύ τους σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου, συμφωνήθηκε εγκύρως, αφενός μεν η πλασματική αναγνώριση του καταλοίπου με την παρέλευση της εύλογης προθεσμίας που θέτει ο πιστωτής στον πιστούχο, χωρίς ο τελευταίος να αντιλέξει κατά του γνωστοποιηθέντος καταλοίπου, αφετέρου δε ότι η οφειλή αυτή του πιστούχου θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών του βιβλίων.

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, ότι ως δικαστήριο της παραπομπής αφενός μεν δεν συμμορφώθηκε προς την 1808/2013 αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου, αφετέρου δε διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι ενώ με την ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η 131/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης για ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τον τρόπο ακυρώσεως των ασφαλιστικών συμβολαίων, τον αριθμό αυτών που πράγματι ακυρώθηκαν, το ποσό που αντιστοιχεί σ’ αυτά, την αιτία που δεν ακυρώθηκαν άλλα, που περιέχονται στις ίδιες καταστάσεις, και την πλασματική ή μη αποδοχή των επίμαχων λογαριασμών από την πρωτοφειλέτρια, το Εφετείο δεν συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, εφόσον διέλαβε εκ νέου ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα, αν για την απαλλαγή της πρωτοφειλέτριας από την πλασματική χρέωση των μη εισπραχθέντων ασφαλίστρων αρκούσε να αποδειχθεί ότι τα ασφαλιστικά συμβόλαια παραδόθηκαν στην αναιρεσίβλητη προς ακύρωση ή ήταν αναγκαίο να γίνει δεκτό ότι πράγματι η τελευταία τα ακύρωσε.

Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος. Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 579 παρ. 1, 581 παρ. 2 και 580 παρ. 4 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Αρειος Πάγος, με το λόγο αναιρέσεως που έκανε δεκτό.

Νομικό όμως ζήτημα δεν επιλύεται αν η αναιρετική απόφαση αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσεως (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ) και ειδικότερα για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ανεπάρκειας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού.

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αποφάσεως που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να εκτιμήσει αυτά διαφορετικά. Αν το δικαστήριο της παραπομπής εκτιμήσει διαφορετικά τα πραγματικά περιστατικά και αυτά επιδέχονται διαφορετικές νομικές λύσεις, ο παραμερισμός της νομικής λύσεως της παραπεμπτικής αναιρετικής αποφάσεως δεν θεμελιώνει τον προαναφερθέντα λόγο αναιρέσεως, γιατί το δικαστήριο της παραπομπής, στην περίπτωση αυτή, λειτουργεί αυτόνομα.

Οταν όμως η διαφορετική νομική λύση που δέχθηκε το δικαστήριο της παραπομπής στηρίζεται σε λανθασμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή στην αντίθετη περίπτωση, που δεν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου, μολονότι υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, επιτρέπεται αναίρεση κατά της αποφάσεώς του, για τον προβλεπόμενο όμως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο (ΑΠ 66/2004, 867/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, η 1808/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου αναίρεσε την 131/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης για αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του προέβη σε επανεξέταση της ουσίας της υποθέσεως, και κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν τίθεται ζήτημα συμμορφώσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως με την αναιρετική απόφαση.

Εξάλλου, με τις παραδοχές, όπως αυτές εκτέθηκαν παραπάνω κατά την έρευνα του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τις προϋποθέσεις για την απαλλαγή της πρωτοφειλέτριας από την πλασματική χρέωση των μη εισπραχθέντων ασφαλίστρων στην περίπτωση ακυρώσεως συμβολαίων.

Ειδικότερα με σαφήνεια εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι για μεν τα συμβόλαια που συνοδεύονταν από τις σχετικές εκθέσεις και βεβαιώσεις, που προβλέπονταν στον 6° όρο της συμβάσεως, η ακύρωση λάμβανε χώρα αμέσως και η ασφαλιστική σύμβουλος δεν επιβαρυνόταν με σχετικά ασφάλιστρα, για δε τα λοιπά που είχαν ελλείψεις επιβαρύνθηκε αυτή με μέρος των δεδουλευμένων ασφαλίστρων, όπως η επιβάρυνση αυτή αποτυπώθηκε στις καταστάσεις από τα επίσημα βιβλία της αναιρεσίβλητης και έλαβε γνώση η πρωτοφειλέτρια για το ακριβές ύψος αυτής με τις αποστολές των παραπάνω εγγράφων.

Κατά συνέπεια ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Με τον από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, ότι διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα ως προς το ύψος της εκτελούμενης απαίτησης της αναιρεσίβλητης, εφόσον με βάση την .../2007 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας επισπεύσθηκε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του, η απαίτηση αυτή ανέρχεται στο ποσό των 295.715,86 ευρώ, ενώ αντιθέτως το Εφετείο, εκτιμώντας τις καταστάσεις των προς ακύρωση συμβολαίων που παρέδωσε η πρωτοφειλέτρια και την επιβάρυνση αυτής, όπως αποτυπώθηκε στις καταστάσεις από τα επίσημα βιβλία της αναιρεσίβλητης και έλαβε γνώση αυτή με τις αποστολές των παραπάνω εγγράφων, δέχθηκε ότι η απαίτησή της έναντι της πρωτοφειλέτριας ανερχόταν στο ποσό των 352.533,41 ευρώ, με αποτέλεσμα να μη καθίσταται σαφές, ποια είναι η εκτελούμενη απαίτηση, και να παράγεται δυσμενές δεδικασμένο σε βάρος του.

Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως εκτέθηκαν παραπάνω κατά την έρευνα του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, σε συνδυασμό με τα διαδικαστικά έγγραφα, προκύπτουν τα ακόλουθα: Αντικείμενο της ένδικης υποθέσεως ήταν το κύρος της ...-5-2007 εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία επιβλήθηκε στην ακίνητη περιουσία του αναιρεσείοντος για το ποσόν των 295.715,86 ευρώ με βάση την .../2007 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Ο αναιρεσείων αμφισβήτησε το κύρος της κατασχέσεως, επικαλούμενος ότι η οφειλή του προς την αναιρεσίβλητη, ενόψει των καταβολών που εξέθετε στους πρόσθετους λόγους της ανακοπής του, δεν υπερβαίνει το ποσό των 76.357,09 ευρώ. Το Εφετείο από τον έλεγχο των εκατέρωθεν καταστάσεων και σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα εκτίμησε ότι η οφειλή της πρωτοφειλέτριας προς την αναιρεσίβλητη ανέρχεται στο ποσό των 352.533,41 ευρώ και μετ’ αφαίρεση των καταβολών εκ μέρους της ίδιας και του αναιρεσείοντος, συνολικού ποσού 169.426,14 ευρώ, περιορίσθηκε αυτή στο ποσό των 183.107,27 ευρώ, και κατόπιν αυτού αποφάνθηκε ότι η μερική αυτή απόσβεση της απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης δεν επάγεται ακύρωση των πράξεων της επίμαχης αναγκαστικής εκτελέσεως και ότι η περαιτέρω διαδικασία αυτής δεν επηρεάζεται, εφόσον δεν προσφέρεται ο αναιρεσείων στην εκπλήρωση του εκτελούμενου τίτλου κατά το ποσό που αυτός είναι έγκυρος, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων, και η μόνη συνέπεια που επέρχεται είναι η κατάταξη της επισπεύδουσας την εκτέλεση στον συνταχθησόμενο πίνακα κατάταξης κατά το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό.

Συνακόλουθα τούτων ούτε αντιφατικές αιτιολογίες διέλαβε το Εφετείο, ούτε κίνδυνος δυσμενούς δεδικασμένου για τον αναιρεσείοντα υπάρχει, εφόσον αντικείμενο της ένδικης δίκης ήταν το κύρος της εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως σε βάρος της περιουσίας του. Κατά συνέπεια ο τέταρτος λόγος είναι αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8 Φεβρουαρίου 2016 αίτηση του Δ. Α. Π. για αναίρεση της 1003/2015 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, και τα ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 13 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 27 Μαρτίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ