Legislator Case Law & Legislation
621/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to prosecutor's absence and rejects substantive forest land arguments.

Case Number 621/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a First Instance Court decision regarding a forest land dispute. The appellant argued that the lower court improperly examined the land's non-forest status and violated specific forest code provisions, but the court found these arguments baseless. The decision was grounded in the prosecutor's failure to appear, which triggered a procedural review confirming the appeal's inadmissibility.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 of the Code of Civil Procedure; Articles 1192 and 1193 of the Civil Code: When a defendant fails to appear at the Supreme Court's hearing, the court proceeds as if they were present if legally summoned, and the appeal is inadmissible if the summons was defective.

Keywords

AI generated
procedural default absence of prosecutor inadmissible appeal forest land status civil procedure code supreme court review legal summons

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Articles 1192 and 1193 of the Civil Code
Article 280 paragraph 3 of the Forest Code
Article 12 of Law 248/1976
Article 15 of Law 3889/2010
Article 10 paragraph 1 and 3 of Law 3208/2003
Article 13 of Presidential Decree 533/1963
Article 791 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 60 paragraph 1 and 280 paragraph 3 of the Forest Code
Article 72 paragraphs 1 to 6 of Law 998/1979

Cited Case Law

AI generated
Case 289/1999

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 621 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 621/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. (K.) Κ. (K.) του Β. (V.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Μαργαρίτη.

Του αναιρεσιβλήτου: Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-5-2009 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4430/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 662/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-7-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Χυτήρογλου διάβασε την από 20-2-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθ. 705/2014 αιτήσεως αναιρέσεως της 662/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον αναιρεσείοντα 8063Δ/19-12-2014 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου για την σημειούμενη στην αρχή της παρούσας με κλήση να παραστεί κατ' αυτήν επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο ο οποίος δεν εμφανίστηκε όταν αυτή εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου. Πρέπει, συνεπώς, κατ' εφαρμογή της άνω διάταξης, να προχωρήσει η έρευνα της υπόθεσης ως εάν ήταν αυτός παρών.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1192 και 1193 ΑΚ προκύπτει, ότι στο γραφείο μεταγραφών της περιφέρειας του ακινήτου μεταγράφονται οι περιοριστικά αναφερόμενες στο πρώτο από αυτά πράξεις. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 13 του β.δ. 533/ 1963 περί εκτέλεσης του άρθρου 10 του ν.δ. 4201/1961, σε περίπτωση υλικής ή τοπικής αναρμοδιότητας του υποθηκοφύλακα, σχετικά με τη ζητούμενη καταχώριση ή σημείωση, όπως επίσης όταν δεν έχουν υποβληθεί όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά ή δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του δικαιούχου ή του ακινήτου, καθώς και όταν τα έγγραφα που υποβλήθηκαν δεν δικαιολογούν τη ζητούμενη καταχώριση ή σημείωση, ο υποθηκοφύλακας πρέπει να απορρίψει την αίτηση που υποβλήθηκε με αιτιολογημένη πράξη που καταχωρίζεται πάνω στην αίτηση και να ειδοποιήσει σχετικώς τον αιτούντα για να του παραδώσει τα συνημμένα έγγραφα.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 791 § 1 του ΚΠολΔ, ο υποθηκοφύλακας αν αρνείται να ενεργήσει όπως του ζητείται, οφείλει το αργότερο, μέσα στην επόμενη από την υποβολή της αίτησης, ημέρα, να σημειώσει, περιληπτικά, στο σχετικό βιβλίο την άρνηση και τους λόγους της. Η εκκρεμότητα που δημιουργείται με την άρνηση αίρεται με απόφαση του Δικαστηρίου στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει εκείνος που τηρεί τα βιβλία με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον.

Οι μεταγραπτέες πράξεις μεταγράφονται, εφόσον είναι έγκυρες. Αν είναι άκυρες, δεν παράγουν αποτελέσματα και επομένως είναι περιττή η μεταγραφή, αφού αυτή δεν είναι ικανή να θεραπεύσει την ακυρότητα. Άκυρη δικαιοπραξία και αν ακόμη μεταγραφεί, παραμένει άκυρη και επομένως δεν παράγει τα αποτελέσματά της (άρθρο 180 ΑΚ).

Έτσι, ο μεταγραφοφύλακας μπορεί να αρνηθεί τη μεταγραφή άκυρης, (μεταγραπτέας κατ` αρχήν), πράξης. Η άρνηση της μεταγραφής πάντως δικαιολογείται μόνο, αν δεν προσκομίζονται τα αναγκαία σε κάθε περίπτωση έγγραφα, ή, αν η ακυρότητα της πράξης είναι τυπικά εμφανής και ο μεταγραφοφύλακας μπορεί να σχηματίσει βεβαιότητα γι` αυτή, χωρίς να μπορεί να επεκταθεί σε ουσιαστικό έλεγχο εγγράφων και να προβεί σε έλεγχο της βασιμότητας του μεταβιβασθέντος ή αναγνωρισθέντος δικαιώματος.

Ενόψει, όμως, των διατάξεων των άρθρων 24 § 1 και 117 §§ 3 και 4 του ισχύοντος Συντάγματος για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και του αμετάβλητου της μορφής και του χαρακτήρα των δασών και των δασικών εκτάσεων, δημόσιων ή ιδιωτικών, ανατίθενται στους μεταγραφοφύλακες, (όπως και στους συμβολαιογράφους), πρόσθετες τυπικές υποχρεώσεις για να μην επέρχονται κατά τις μεταβιβάσεις ανεπίτρεπτες και ποινικά αξιόλογες καταπατήσεις δημόσιων δασών και δασικών εκτάσεων με εικονικές ή απατηλές μεταβιβάσεις ανύπαρκτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, στις οποίες δεν συμμετείχε το δημόσιο (άρθρο 280 § 1 του ν.δ. 86/1969, όπως ισχύει εν προκειμένω μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 13 του ν.δ. 996/1971) ή ανεπίτρεπτες κατατμήσεις ιδιωτικών δασικών εκτάσεων ερήμην του Δημοσίου.

Οι υποχρεώσεις αυτές καθιερώνονται με τις διατάξεις των άρθρων 60 § 1 και 280 § 3 του δασικού κώδικα (ν.δ. 86/1969) και 72 §§ 1 έως και 6 του ν. 998/1979 και έχουν ως αναγκαία προϋπόθεση την ιδιότητα του μεταβιβαζομένου ακινήτου ως δάσους ή δασικής έκτασης, όπως αυτή οριοθετείται εν προκειμένω από τη διάταξη του άρθρου 3 § 1 του ν. 998/1978, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 1 του νόμου 3208/2003.

Ειδικότερα, με το άρθρο 60 § 1 του δασικού Κώδικα (ν.δ. 86/1969) απαγορεύεται η κατάτμηση δασικής ιδιοκτησίας, είτε με διανομή μεταξύ των εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτητών ή διακατόχων, είτε με πώληση, είτε με οποιαδήποτε άλλη πράξη, χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπουργού Γεωργίας, με συνέπεια την απόλυτη ακυρότητα της σχετικής δικαιοπραξίας.

Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι είναι άκυρη, χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπουργού Γεωργίας, κάθε πράξη από την οποία επέρχεται κατάτμηση δασικής έκτασης. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 280 § 3 του δασικού Κώδικα, που ορίζει ότι σε περίπτωση μεταβίβασης κυριότητας ή οποιουδήποτε εμπράγματου δικαιώματος σε δάσος ή δασική έκταση, με αιτία την πώληση, δωρεά ή άλλη πράξη, ο μεταβιβάζων υποχρεούται κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου ή του οριστικού συμβολαίου να προσκομίσει, με ποινή απόλυτης ακυρότητας της δικαιοπραξίας, στο συμβολαιογράφο, που υποχρεούται να κάνει μνεία στο συμβόλαιο, δήλωση του ν.δ. 105/1969 (και ήδη του άρθρου 8 του νόμου 1599/1986), στην οποία να δηλώνεται ότι το Δημόσιο ουδέποτε είχε διεκδικήσει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σ` αυτή και εφόσον είχε εγερθεί τέτοια διεκδίκηση ή αμφισβήτηση να δηλώνεται ότι η κυριότητα του μεταβιβάζοντος έχει κριθεί έναντι του Δημοσίου είτε με απόφαση της Διοίκησης, είτε, με απόφαση τελεσίδικη των τακτικών δικαστηρίων και ότι σε περίπτωση υποβολής από τον μεταβιβάζοντα δήλωσης στην οποία αναφέρεται ότι υπάρχει διεκδίκηση ή αμφισβήτηση του Δημοσίου, ο συμβολαιογράφος είναι υποχρεωμένος να μη συντάξει το συμβόλαιο, με απειλή ποινικής κύρωσης, προκύπτει ότι είναι άκυρη (ΑΚ 174) η μεταβίβαση δάσους ή δασικής εκτάσεως, χωρίς την τήρηση των νομίμων προϋποθέσεων που ορίζονται στην παραπάνω διάταξη, δηλαδή χωρίς την προσκόμιση της πιο πάνω δήλωσης.

Η εφαρμογή της διάταξης αυτής από τον μεταγραφοφύλακα έχει ως αναγκαία προϋπόθεση, ανεξάρτητα από το εάν περατώθηκε αμετάκλητα η ενδικοφανής διοικητική διαδικασία του άρθρου 14 του ν. 998/1971, ότι, από τα υποβαλλόμενα σ` αυτόν σχετικά έγγραφα, που συνοδεύουν την αίτηση μεταγραφής, (π.χ. απόφαση ή τοπογραφικό διάγραμμα), προκύπτει, σαφώς, ότι το ακίνητο που αφορά η προς μεταγραφή πράξη είναι δάσος ή δασική έκταση κατά την προαναφερθείσα έννοια ή ότι το ίδιο ακίνητο κατά τη μία πλευρά του τουλάχιστον κατά την περιγραφή του ή του συνυποβαλλόμενου τοπογραφικού διαγράμματος, συνορεύει με δάσος ή δασική έκταση.

Αλλά και στην περίπτωση που δεν συντρέχουν οι προαναφερθείσες περιγραφικές τυπικές προϋποθέσεις αλλά συντρέχει στο πρόσωπο του μεταγραφοφύλακα ουσιαστική βεβαιότητα για το δασικό χαρακτήρα του ακινήτου, προερχόμενη από προσωπική του γνώση των συνθηκών της περιοχής του ακινήτου, που μπορεί να συνδυάζεται και με τη μεταγραφή από αυτόν στο παρελθόν άλλων συμβολαίων ή αποφάσεων της ίδιας περιοχής και πάλι ο μεταγραφοφύλακας είναι υποχρεωμένος, στο πλαίσιο των διαγραφόμενων πιο πάνω υποχρεώσεών του, να μη μεταγράψει την πράξη χωρίς την τήρηση της πιο πάνω προϋπόθεσης, δηλαδή, την προσκόμιση της πιο πάνω δήλωσης.

Εφόσον δε προσκομισθεί τελικά από τον ενδιαφερόμενο για τη μεταγραφή η δήλωση αυτή, δεν μπορεί ο μεταγραφοφύλακας να αρνηθεί πλέον τη μεταγραφή, μπορεί, όμως, ως περιλαμβανόμενος στις υπηρεσίες του δημόσιου τομέα να ελέγξει την ακρίβεια της δήλωσης με διασταύρωσή της, με το αρχείο άλλων υπηρεσιών (π.χ.

αρμόδιων δασικών), με βάση τη διάταξη του άρθρου 8 § 4 του ν. 1599/1986 ώστε το Δημόσιο να ασκήσει τα οποιαδήποτε δικαιώματά του με άσκηση αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής ως δάσους (ΑΠ 1330/2008).

Κατά τη διάταξη του άρθ. 29 παρ. 5 ν. 3937/2011, δασικοί χάρτες που έχουν καταρτιστεί με βάση τις καταργούμενες διατάξεις του άρθ. 10 περ. θ' τμημ. Ι του ν. 3208/2003 θεωρούνται και αναρτώνται ως έχουν κατά τις διατάξεις του ν. 3889/2010. Εκτάσεις οι οποίες στους αναρτώμενους δασικούς χάρτες αποτυπώνονται ως μη δασικές κατ' εφαρμογή των καταργούμενων διατάξεων υπόκεινται υποχρεωτικά στις αντιρρήσεις του άρθ. 15 ν. 3889/2010 αν κατά την κρίση της οικείας διεύθυνσης Δασών έχουν δασικό χαρακτήρα.

Οι αντιρρήσεις υποβάλλονται ατελώς από τον Γενικό Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Εκτάσεις ή τμήματά τους που απώλεσαν το δασικό χαρακτήρα από επεμβάσεις οι οποίες έγιναν σε εκτέλεση διοικητικών πράξεων εκδοθεισών κατ' εφαρμογή των καταργούμενων διατάξεων δεν υπάγονται στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας μόνο ως προς το μέρος τους που καταλαμβάνεται από τις πράξεις αυτές.

Δεν επανεξετάζεται στα πλαίσια εφαρμογής του άρθ. 14 του ν. 998/1979 ή της κατάρτισης των δασικών χαρτών ο χαρακτήρας των εκτάσεων ή τμημάτων αυτών: α) για τις οποίες είχαν εκδοθεί από τις αρμόδιες δασικές αρχές διοικητικές πράξεις, κατά τη διάρκεια ισχύος και κατ' εφαρμογή των καταργηθέντων διατάξεων της περίπτωσης α' της παρούσας παραγράφου 5 ή β) εφόσον πρόκειται για κοινόχρηστες και διαθέσιμες εποικιστικές εκτάσεις που απώλεσαν τη δασική βλάστηση κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Αγροτικού Κώδικα.

Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων προκύπτει ότι, η αμφισβήτηση του μη δασικού χαρακτήρα των εκτάσεων που περιλήφθηκαν ως τέτοιες στους προσωρινούς δασικούς χάρτες που καταρτίστηκαν υπό το καθεστώς των καταργηθεισών διατάξεων του άρθ. 10 περ. θ' τμημ. Ι ν. 3208/2003 γίνεται κατά την διοικητική διαδικασία, με αντιρρήσεις που προβάλλονται από τον Γενικό Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, εφόσον κατά την κρίση της οικείας Διεύθυνσης Δασών αυτές έχουν δασικό χαρακτήρα, ενώ, σε κάθε περίπτωση, αρμόδιος να κρίνει επί του δασικού ή μη χαρακτήρα αυτών είναι ο ακυρωτικός δικαστής (ΣτΕ 300/2012) ενώ τα δικαστήρια που επιλήφθησαν στα πλαίσια του καταργηθέντος άρθ. 12 ν. 248/1976, επί αμφισβητήσεων κατά του αναρτηθέντος προσωρινού δασικού πίνακα, έχουν περιορισμένη αρμοδιότητα, εντοπισμένη, μόνο, στην επίλυση αμφισβητήσεων περί την ύπαρξη ιδιωτικών δικαιωμάτων επί των ακινήτων τής υπό κτηματογράφηση περιοχής, προκειμένου να περατωθεί η οικεία διοικητική διαδικασία, όχι δε για την επίλυση αμφισβητήσεων περί του δασικού ή μη χαρακτήρα των ακινήτων τούτων, για την οποία αρμόδιος όπως προαναφέρθηκε είναι μόνο ο ακυρωτικός δικαστής, ούτε για την αναγνώριση εμπραγμάτων δικαιωμάτων που υπάγονται στην τακτική διαδικασία των πολιτικών δικαστηρίων τα οποία, μόνον, παρεμπίπτουσα κρίση μπορούν να εκφέρουν ως προς το δασικό ή μη χαρακτήρα των εκτάσεων αυτών, από την οποία όμως δεν παράγεται δεδικασμένο, οι εκδιδόμενες δε κατά την διαδικασία κτηματογραφήσεως πολιτικές αποφάσεις δημιουργούν προσωρινό δεδικασμένο μόνο για την ύπαρξη ή μη των προβαλλομένων ιδιωτικών δικαιωμάτων.

Μόνο οι οριστικοί δασικοί χάρτες, μετά τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καθίστανται οριστικοί και έχουν πλήρη αποδεικτική ισχύ σε κάθε διοικητική ή δικαστική αρχή για όλα τα τμήματα που αποτυπώνονται με πράσινο περίγραμμα και πράσινη διαγράμμιση (όχι δασικές).

Συνεπώς, και το Δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται επί άρνησης του υποθηκοφύλακα να μεταγράψει μία πράξη διότι, λόγω του δασικού χαρακτήρα της μεταβιβαζομένης έκτασης, δεν έχουν τηρηθεί οι απαιτούμενες διαδικασίες, δεν εμποδίζεται από τις πιο πάνω διατάξεις να κρίνει παρεμπιπτόντως, ως προς τον δασικό ή μη χαρακτήρα της περιοχής που περιλαμβάνεται στην υπό μεταγραφή συμβολαιογραφική πράξη, αφού αυτή είναι απαραίτητη για την δικαστική εξέλιξη της υπόθεσης και της υποχρέωσης του υποθηκοφύλακα να την μεταγράψει στα οικεία βιβλία μεταγραφών. Αντίθετα, όπως σημειώνεται και στην αρχή της παρούσας, ενόψει της διατάξεως των άρθρων 24 § 1 και 117 §§ 3 και 4 του ισχύοντος Συντάγματος, για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και του αμετάβλητου της μορφής και του χαρακτήρα των δασών και των δασικών εκτάσεων, δημόσιων ή ιδιωτικών, ανατίθενται στους μεταγραφοφύλακες, (όπως και στους συμβολαιογράφους), πρόσθετες τυπικές υποχρεώσεις, για να μην επέρχονται, κατά τις μεταβιβάσεις, ανεπίτρεπτες και ποινικά αξιόλογες καταπατήσεις δημόσιων δασών και δασικών εκτάσεων, με εικονικές ή απατηλές μεταβιβάσεις ανύπαρκτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, στις οποίες δεν συμμετείχε το δημόσιο, (άρθρο 280 § 1 του ν.δ. 86/1969, όπως ισχύει εν προκειμένω μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 13 του ν.δ. 996/1971), ή ανεπίτρεπτες κατατμήσεις ιδιωτικών δασικών εκτάσεων, ερήμην του Δημοσίου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε, ως κατ' ουσία αβάσιμη, αίτηση του αναιρεσείοντα, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η Υποθηκοφύλακας Γλυφάδας να εγγράψει στα οικεία βιβλία μεταγραφών την πράξη μεταβίβασης του σ' αυτήν αναφερομένη ακινήτου (οικοπέδου), διότι, αν και κατά την, ανέλεγκτη, παρεμπίπτουσα κρίση του αυτή ήταν δασική δεν είχε προσκομιστεί στο συμβολαιογραφικό έγγραφο η απαιτούμενη για την εγκυρότητα της πράξης μεταβίβασης άδεια του Υπουργού Γεωργίας που επέτρεπε την κατάτμηση της ευρύτερης δασικής έκτασης στην οποία περιλαμβάνεται και το μεταβιβαζόμενο ακίνητο, όσο και υπεύθυνη δήλωση του άρθ. 8 ν. 1599/1986 με περιεχόμενο τα διαλαμβανόμενα στην διάταξη του άρθ. 280 παρ. 3 του Δασικού Κώδικα.

Ο αναιρεσείων προσβάλει την απόφαση αυτή για πλημμέλεια 1) εκ του αριθμού 1 άρθ. 559 ΚΠολΔ υποστηρίζοντας ότι, το δικαστήριο, κρίνοντας, με την άνω απόφασή του, παρεμπιπτόντως τον δασικό χαρακτήρα της επίδικης έκτασης παραβίασε την διάταξη του άρθ. 29 παρ. 5 ν. 3937/2011 η οποία προβλέπει ότι μόνη αρμόδια να αμφισβητήσει τον μη δασικό χαρακτήρα της επίδικης έκτασης η οποία είχε ως τέτοια (μη δασική) αναρτηθεί στους δασικούς πίνακες (άρθ. 12 επ.

ν. 248/1976) είναι η οικεία διεύθυνση δασών με αντιρρήσεις κατά την διαδικασία του άρθ. 15 ν. 3889/2010 και όχι το δικαστήριο και 2) των διατάξεων των άρθ. 10 παρ. 1 και 3 ν. 3208/ 2003 ο οποίος προβλέπει ότι δεν επανεξετάζεται ο δασικός χαρακτήρας εκτάσεων, όπως η επίδικη, που έχει κριθεί με αμετάκλητες αποφάσεις κατά την διαδικασία των άρθ. 12 επ.

ν. 248/1976 ο χαρακτηρισμός της ως μη δασικής παραμένει ισχυρός και δεν επανεξετάζεται από τον οικείο δασάρχη ή τις κατά το άρθ. 10 παρ. 3 του ν. 998/1979 επιτροπές επιλύσεως δασικών αμφισβητήσεων ή άλλο αρμόδιο όργανο προβλεπόμενο από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Ο λόγος αυτός και υπό τα δύο σκέλη του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας δεν δεσμεύονται τα πολιτικά δικαστήρια να αποφανθούν παρεμπιπτόντως περί του δασικού ή μη χαρακτήρα μιας εδαφικής έκτασης, ανεξαρτήτως της περί αυτής κρίσεως των οργάνων που επιλήφθηκαν στα πλαίσια της δασικής νομοθεσίας, όταν η κρίση αυτή συνδέεται με το κύριο αίτημα, ήτοι, την υποχρέωση του υποθηκοφύλακα για μεταγραφή της ένδικης συμβολαιογραφικής πράξης.

Απορριπτέος είναι και ο λόγος αναίρεσης για πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 άρθ. 559 ΚΠολΔ με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται παραβίαση των διατάξεων των άρθ. 13 του ΒΔ 533/1963, 791 παρ. 1 ΚΠολΔ, 60 παρ. 1 και 280 παρ. 3 του Δασικού Κώδικα και 72 παρ. 1 έως 6 του ν. 998/1979 διότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και έγγραφα τα οποία απαγορεύεται να ληφθούν υπόψη, προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν προσδιορίζει από ποιά των άνω διατάξεων απαγορεύεται στο δικαστήριο που επιλαμβάνεται επί αιτήσεως, με την οποία ζητείται να υποχρεωθεί η αρνούμενη την μεταγραφή υποθυκοφύλαξ, να λάβει υπόψη του, για την διαμόρφωση της δικανικής του πεποίθησης, έγγραφα, εκτός από εκείνα που μνημονεύονται στο συμβόλαιο ή επισυνάφθηκαν σ' αυτό, ενώ, σε κάθε περίπτωση, το δικαστήριο δικαιούται, δικάζοντας κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, να λάβει υπόψη του και ερευνήσει όλα τα από τους διαδίκους προσκομιζόμενα έγγραφα και αν ακόμη αυτά δεν πληρούν τις προϋποθέσεις των νομίμων αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 289/1999, ΝΟΜΟΣ).

Με βάση όλα τα ανωτέρω πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, διατασσομένης της εισαγωγής των παραβόλων στο δημόσιο ταμείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 705/2014 αίτηση αναιρέσεως της 662/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Και

Διατάσσει την εισαγωγή των παραβόλων στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ