Legislator Case Law & Legislation
620/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling recognizing property rights via long-term possession and good faith.

Case Number 620/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Government's appeal against the First Instance Court's judgment recognizing the plaintiff's property rights. The lower court found that the plaintiff's ancestors acquired the land through continuous possession and good faith since 1845, satisfying the requirements of Byzantine-Roman law. The Court upheld this decision, rejecting the Government's arguments that the evidence was insufficient or the legal application erroneous.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 552, 553, 556, 558, 560, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the lower court correctly applies historical property acquisition rules based on continuous possession and good faith.

Keywords

AI generated
property rights recognition long-term possession good faith acquisition Byzantine-Roman law appeal dismissal title by prescription civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 560, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 51 of the Code of Civil Procedure
Articles 7, 9, 2, 6, 76, 7 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 620 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 620/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αναστασία Καραμανίδου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παναγούλα Λαγκαδίτη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Δ. Μ. του Γ., το γένος Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κούτση, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ..-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: …/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 419/2022 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από ….-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Με την από …2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 419/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία έγινε δεκτή η από ..-2021 έφεση της αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. ../2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που απέρριψε ως αόριστη την από ..-2019 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης περί αναγνώρισης της κυριότητάς ακινήτου και διόρθωση κτηματολογικής εγγραφής και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνώρισε ότι η δικαιοπάροχος της ενάγουσας Ο. συζ. Γ. Μ. ήταν κατά την πρώτη κτηματολογική εγγραφή κυρία του επιδίκου ακινήτου και διέταξε τη διόρθωση της αρχικής εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σ…, προκειμένου η ανωτέρω να καταχωριστεί αποκλειστική κυρία αυτού (επιδίκου ακινήτου) με τίτλο κτήσης το αναφερόμενο και νομίμως μεταγραμμένο συμβόλαιο αγοράς. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558, 560, 564 παρ. 1 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Είναι συνεπώς παραδεκτή (577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙ) Κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Εισ.Ν.Α.Κ., έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν (πριν από τις 23-2-1946) , ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δημόσια δάση ή δασικές εκτάσεις.

Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο και χωρίς νόμιμο τίτλο, αλλ' απλώς με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με τη κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν.20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16) τη συνδρομή της οποίας, ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφ' όσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προς εκείνες του ν.

ΔΞΗ /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, και ακόμη του άρθρου 21 του ν. δ. της 22.4 /26.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1 539 /1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", με τις οποίες απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού από τις 26.5.1926 και εφεξής, συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι και τα δημόσια δάση, είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σ' αυτά με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915 (Ολ.

Α.Π. 75/1987). Εφόσον δε, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, αποκτήθηκε κυριότητα σε δάσος ή σε δασική έκταση με έκτακτη χρησικτησία μέχρι τις 11.9.1915, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 παρ. 1 του ν.998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", με την οποία ορίζεται ότι "σε κάθε φύσεως αμφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες μεταξύ του Δημοσίου και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή όχι, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων κ.λ.π., το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματος του" (Α.Π. 1142/2015, Α.Π. 52/2014, Α.Π.975 /2008).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 92 ΕισΝΑΚ, οι σχέσεις κληρονομικού δικαίου, αν ο κληρονομούμενος απεβίωσε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κρίνονται και στο εξής κατά το ως τώρα δίκαιο, ενώ από τις διατάξεις των νόμων 12 Πανδ. (28,7), 14 παρ.8 Πανδ. (11.7), 69 Πανδ. (29.2) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, προκύπτει ότι για την κτήση της κληρονομιάς, εκτός από την επαγωγή, χρειαζόταν και υπεισέλευση σε αυτήν, δηλαδή, ρητή ή σιωπηρή αποδοχή της κληρονομιάς από τον κληρονόμο, συναγόμενη από τη συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομιά για ανάδειξη σ' αυτή και απόκτησή της, εκτός αν πρόκειται περί κατιόντων του κληρονομουμένου, που τελούσαν υπό την άμεση πατρική του εξουσία (sui), οι οποίοι αποκτούν αυτοδικαίως την κληρονομιά με επαγωγή (ΑΠ 201/2002).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194 και 1198 ΑΚ, προκύπτει ότι, αποκτά κάποιος κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, εφόσον η σχετική συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, επίσης, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε. Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, κατ' άρθρο 1051 ΑΚ.

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σε αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει (Α.Π 1296/2020). Από τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων στοιχείων και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς.

Σε περίπτωση δε που δεν περιέχεται στο δικόγραφο της αγωγής το προαναφερθέν στοιχείο ή αυτό περιέχεται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την υπό του δικαστηρίου της ουσίας απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας. Ειδικότερα από το συνδυασμό της προαναφερόμενων διατάξεων με εκείνες των άρθρων 1,3,4 παρ.1, 6 παρ.1-2-3, 9, 10 και 11 Ν. 2664/1998 που ρυθμίζει τη λειτουργία του Εθνικού Κτηματολογίου προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της αγωγής διόρθωσης ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο ως δικαιούχου κυριότητας γεωτεμαχίου, με επικαλούμενη αιτία κτήσης από τον ενάγοντα- πραγματικό κύριο κυριότητας τον παράγωγο τρόπο ή την έκτακτη χρησικτησία, η οποία (αγωγή) είναι πρωτίστως αναγνωριστική κυριότητας με παρεπόμενο το διαπλαστικό αίτημα περί διόρθωσης των κτηματολογικών εγγραφών, απαιτείται να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο για μεν τον παράγωγο τρόπο, ότι ο πραγματικός δικαιούχος κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου για ορισμένη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός του ήταν αληθής κύριος του μεταβιβασθέντος ακινήτου, για δε τον πρωτότυπο τρόπο ότι ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατά το χρονικό διάστημα πριν την έναρξη του Εθνικού Κτηματολογίου σε μια περιοχή και ότι είχε αυτή (κυριότητα) στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο (της έναρξης λειτουργίας του Ε.Κ.).

Αρκεί δε για την επίκληση της κυριότητας που στηρίζεται σε έκτακτη χρησικτησία, να αναφέρεται ότι ο ενάγων επί εικοσαετία μέχρι την έναρξη λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου στην περιοχή όπου κείται το επίδικο, συνεχώς ασκεί τη φυσική εξουσίαση επί του επιδίκου με διάνοια κυρίου, δηλαδή να αναφέρει τις υλικές και εμφανείς πράξεις νομής, με τις οποίες φανερώνεται η βούλησή του να το έχει σαν δικό του, δυνάμενος να συνυπολογίσει, όπως ήδη προαναφέρθηκε, στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, περιγραφή του επιδίκου γεωτεμαχίου και δη αναφορά του ΚΑΕΚ (Κωδικός

Αριθμός Εθνικού Κτηματολογίου) και την ανακριβή εγγραφή που περιέχεται στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του επιδίκου γεωτεμαχίου και συγκεκριμένα ότι στις πρώτες εγγραφές αναγράφεται ως δικαιούχος κυριότητας "άγνωστος". Ως προς την περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, απαιτείται προσδιορισμός αυτού κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, αν δε αυτό φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, απαιτείται ο προσδιορισμός της θέσης του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο και των ορίων του.

Δεν απαιτείται όμως για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου, ούτε να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα στο οποίο να εμφαίνεται (Α.Π. 1133/2020). Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του Κ.Πολ.Δ (Α.Π. 571/2023, Α.Π 771/2021 1125/2018).

ΙΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ επισκόπηση του διαδικαστικού εγγράφου της ένδικης από 20-5-2019 αναγνωριστικής κυριότητας και διόρθωσης της ανακριβούς πρώτης εγγραφής ακινήτου αγωγή της αναιρεσίβλητης, η οποία στρεφόταν κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, η ενάγουσα εξέθετε ότι τυγχάνει κυρία ενός ειδικότερα περιγραφομένου κατά θέση, έκταση και όρια ακινήτου, το οποίο απέκτησε λόγω κληρονομικής εξ αδιαθέτου διαδοχής της αποβιωσάσης την 10-12-2017 μητέρας της Ο.

συζ. Γ. Μ., το γένος Ε. Ε. , με την αναφερόμενη νομίμως καταχωρημένη δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, ότι η δικαιοπάροχός της απέκτησε το επίδικο ακίνητο με αγορά από τη Γ. ή Κ. Ε. με το αναφερόμενο και νόμιμα μεταγραμμένο συμβόλαιο, ότι η τελευταία είχε αποκτήσει τούτο ομοίως με αγορά δυνάμει του αναφερομένου και νομίμως μεταγραμμένου συμβολαίου από την Ε.

Κ., η οποία είχε αγοράσει ευρύτερη έκταση 95.987 τ.μ. με το αναφερόμενο συμβόλαιο που μεταγράφηκε νόμιμα και ότι όλοι οι δικαιοπάροχοί της, που κατονομάζει ειδικότερα απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής άλλως έκτακτης χρησικτησίας και με προσμέτρηση του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους, τους οποίους διαδέχθηκαν στη νομή του, οι οποίοι ασκούσαν σε αυτό τις αναφερόμενες πράξεις φυσικής εξουσίασης, συνεχώς και αδιαλείπτως, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου από το έτος 1850 .

Ειδικότερα το επίδικο ακίνητο περιγράφεται στην αγωγή ως ένα αγροτεμάχιο, εκτάσεως 280 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "…" επί της Χερσονήσου "…" της περιφέρειας Α…, είναι καταχωρημένο στα οικεία κτηματολογικά γραφεία με κωδικό αριθμού Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) …, που εμφαίνεται στον αριθμό .. του .. Οικοδομικού Τετραγώνου στο από Ιουλίου 1961 σχεδιάγραμμα του Μηχανικού Γ..

Ο..... και συνορεύει βόρεια, επί πλευράς μήκους είκοσι (20) μέτρων με αγροτεμάχιο του ίδιου τετραγώνου και σχεδιαγράμματος με αριθμό ΚΑΕΚ …, ανατολικά επί πλευράς-πρόσοψης μήκους δεκατεσσάρων (14) μέτρων με ιδιωτική οδό με αριθμό ΚΑΕΚ …, νότια επί πλευράς μήκους είκοσι (20) μέτρων με ιδιοκτησία με αριθμό ΚΑΕΚ …..

και δυτικά επί πλευράς μήκους δεκατεσσάρων (14) μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου με αριθμό ΚΑΕΚ …... Ότι κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής αυτό καταχωρίστηκε εσφαλμένα ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου (εναγομένου), με συνέπεια να προσβάλλεται το δικαίωμα κυριότητας της δικαιοπαρόχου μητέρας της επ' αυτού.

Με βάση τα ανωτέρω ζήτησε να αναγνωριστεί η ανωτέρω μητέρα της κυρία του επιδίκου ακινήτου με αιτία κτήσης το προαναφερόμενο συμβόλαιο αγοράς και ακολούθως η ίδια, με αιτία κτήσης την επαχθείσα σε αυτήν κληρονομιά και να διαταχθεί η αντίστοιχη διόρθωση της ανωτέρω ανακριβούς εγγραφής. Έχοντας το ανωτέρω περιεχόμενο η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, περιέχοντας όλα τα αναγκαία στοιχεία που θεμελιώνουν την κτήση κυριότητας στο πρόσωπο της δικαιοπαρόχου μητέρας της ενάγουσας μέχρι τον χρόνο έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή Δ.Δ.

Α… Αττικής (6-10-2005), τον τρόπο κτήσεως αυτής (παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, με την αναφορά πράξεων νομής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του επιδίκου, που διενήργησαν τόσο αυτή όσο και οι δικαιοπάροχοί της με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και την ιδιότητα της ενάγουσας ως κληρονόμου της μητέρας της και την εκ μέρους ης αποδοχή της κληρονομίας με νομίμως καταχωρημένη συμβολαιογραφική πράξη, ενώ η ως άνω περιγραφή του επιδίκου, που φέρεται ως αυτοτελές ακίνητο, με δικό του ΚΑΕΚ, που αποτελεί και την κτηματολογική του ταυτότητα, το οποίο και αναφέρεται, όπως αναφέρονται και τα ΚΑΕΚ των όμορων ακινήτων, είναι αρκούντως ορισμένη, καθώς ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ως προς την ταυτότητα και τη θέση αυτού.

Η προσβαλλομένη συνεπώς απόφαση που έκρινε ομοίως και απέρριψε το σχετικό περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο μη απόρριψης της αγωγής ως απαράδεκτης και ως εκ τούτου, ο σχετικός από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο υποστηρίζει το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙV)Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, Α.Π. 238/2017).

V) Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 419/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, προκύπτει ότι τούτο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα αγροτεμάχιο, στη θέση Κ..

της κτηματικής περιφέρειας Α.., με ΚΑΕΚ .., εκτάσεως 280 τμ κατά τον αρχικό τίτλο του με αριθμό …/1968 συμβολαίου αγοράς του Συμβολαιογράφου Αθηνών, Α. Ζ., 275,92 τμ κατά τον τίτλο του με αριθμό ../…- 1999 συμβολαίου αγοράς της συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Π., και 279 τμ κατά την μέτρηση του Κτηματολογίου και τα αναφερόμενα στο κτηματολογικό φύλλο του.

Αυτό φαίνεται στον αριθμό οκτώ (..) του .. Οικοδομικού Τετραγώνου στο από Ιουλίου 1961 σχεδιάγραμμα του Μηχανικού Γ.. Ο., αντίγραφο του οποίου είναι προσαρτημένο στο με αριθμό …/1961 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών, Α. Ζ., και συνορεύει ΒΟΡΕΙΑ με πλευρά μήκους 20μ. με το αγροτεμάχιο του ιδίου τετραγώνου με αριθμό ΚΑΕΚ …, ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ με πλευρά-πρόσοψη μήκους 14 μ.

με ιδιωτική οδό με αριθμό ΚΑΕΚ …, ΝΟΤΙΑ με πλευρά μήκους 20 μ. με ιδιοκτησία μου με αριθμό ΚΑΕΚ … και ΔΥΤΙΚΑ με πλευρά 14 μ. με ιδιοκτησία αγνώστου με αριθμό ΚΑΕΚ …., σύμφωνα με το απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος. Αποτελεί τμήμα μείζονος έκτασης, αρχικής επιφάνειας 111.987 τ.μ, συνορευόμενης Ανατολικά με ακίνητο κληρονόμων Π….., Δυτικά με ακίνητο κληρονόμων Μ…, Κ… κλπ., Βόρεια με θάλασσα (Κόλπο Α….) και ακίνητα αγνώστων, και Νότια με θάλασσα Σ…, την οποία οι απώτατοι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας, Α.

ή Α. Σ., πατέρας του Π. Σ., και ο αδελφός του, Ι. Σ., πατέρας των Γ. και Δ. Σ., νέμονταν καλόπιστα, δηλαδή με ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλουν δικαίωμα τρίτου, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, και συγκεκριμένα αφενός τη χρησιμοποιούσαν ως βοσκότοπο, έχοντας εγκαταστήσει εντός αυτής ποιμνιοστάσια, και αφετέρου καλλιεργούσαν τα καλλιεργήσιμα τμήματα της, και δη πριν το έτος 1845 [οπότε ολοκληρώθηκαν στην Σ….

οι εργασίες της αρμοδίας επί των διαφιλονικούμενων δασών Επιτροπής, η οποία, με την υπ' αριθ. … /…- 1845 απόφαση της αναγνώρισε τα δάση ως ιδιωτικά (πλην των ανηκόντων στη διαλελυμένη Ιερά Μονή Αγίου ..…. και όσων είχαν καταχωθεί στα βιβλία δημοσίων κτημάτων), στα οποία, όμως, ακίνητα (της διαλελυμένης Ιεράς Μονής Αγίου …..και καταχωρηθέντα στα βιβλία δημοσίων κτημάτων) δεν συμπεριλαμβανόταν και το προπεριγραφόμενο μείζον ακίνητο (εμβαδού 111.987 τμ), όπως τούτο προκύπτει από το υπ' αριθ.

… /…-1845 έγγραφο του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σ….,-Γ. Κ.] (βλ. σχετικά τη με αριθμό ΑΠ 1133/2020 προσκομιζόμενη απόφαση). Ακολούθως, η ανωτέρω έκταση περιήλθε στη νομή του Π. Σ. του Α.., κατά μεν ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ' αριθ. …/1908 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σ…, Σ..

Π., νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο .. των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σ… στον αριθμό .., με αγορά από τους Γ. και Δ. Σ., συγκληρονόμους του αδελφού του πατέρα του, Ι…., που είχαν καταστεί συννομείς του ακινήτου κατά την ως άνω ιδανική μερίδα του αποβιώσαντος πατέρα τους, αναμειχθέντες στη κληρονομιά του, νεμόμενοι αυτό κατά τον ίδιο τρόπο με ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλουν δικαίωμα τρίτου, και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, λόγω κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος το έτος 1899 πατέρα αυτού, Α.

ή Α., με βάση τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ως μοναδικός ενήλικος κληρονόμος του, αναμιχθείς στην κληρονομιά του, ο οποίος συνέχισε να ασκεί επ'αυτού τις ίδιες ως άνω διακατοχικές πράξεις με καλή πίστη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλει δικαίωμα τρίτου. Αυτός το έτος 1925 πώλησε τμήμα της ανωτέρω έκτασης, επιφάνειας 16.000 τμ στον Α.

Θ. ενώ διατήρησε στην αποκλειστική νομή του την υπόλοιπη έκταση, επιφάνειας 95.897 τμ, μέχρι τον επισυμβάντα το έτος 1932 θάνατο του, οπότε κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο του Π…, κατά εξ αδιαιρέτου ποσοστό 450/1800, και τα τέκνα του, Α. Σ., Δ. Σ., Ν. Σ., Σ. Σ., Λ. Σ., Α. Σ., Φ. συζ. Π.. Π., Ε., συζ. Ε.. Β., Π. συζ. Κ./νου Σ. και Α.

συζ. Ν.. Γ., κατά εξ αδιαιρέτου ποσοστό 135/1800 έκαστο, που αναμίχθηκαν στην κληρονομιά του ασκώντας τις υλικές πράξεις νομής, που προσιδίαζαν στη φύση του ακινήτου, όπως επίβλεψη, οριοθέτηση, παραχώρηση δικαιώματος ξύλευσης και βόσκησης, με καλή πίστη και την πεποίθηση, ότι δεν προσβάλλουν δικαίωμα τρίτου.

Το έτος 1937 απεβίωσε η Π. Σ. και τα ανωτέρω τέκνα αυτής και του Π. Σ., κατέστησαν συγκληρονόμοι αυτής στο από 450/1800 ποσοστό της και συννομείς του ακινήτου κατά ποσοστό 180/1800 εξ αδιαιρέτου έκαστος, λόγω κληρονομικής διαδοχής με βάση τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, αναμειχθέντες στην κληρονομιά αυτής και ασκώντας καλόπιστα τις ίδιες παραπάνω πράξεις νομής.

Ακολούθως, κατά το έτος 1951 απεβίωσε ο Σ. Σ. του Π., χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλείποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς του, και ως εκ τούτου εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τη σύζυγο του Ζ. Σ., το γένος Ν. Φ., και τα πέντε (5) τέκνα του: 1) Π. Σ., 2) Π. Σ., 3) Φ. Σ., 4) Α. Σ., και 5) Ν. Σ., οι οποίοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά, συγκείμενη από το 180/1800 εξ αδιαιρέτου ποσοστό του κληρονομούμενου Σ.

Σ. επί του ανωτέρω ακινήτου, δυνάμει της υπ'αριθ. …/1961 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σ.., και κατέστησαν συννομείς αυτού, κατά ποσοστό 45/1800, 27/1800, 27/1800, 27/1800, 27/1800 και 27/1800 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, ασκώντας καλοπίστως έκτοτε όλες τις υλικές πράξεις, που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του, όπως οριοθέτηση, επίβλεψη, άτυπη παραχώρηση σε τρίτους προς βόσκηση και ξύλευση.

Κατά το έτος 1952, απεβίωσε ο Α. Σ. του Π., χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλείποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς του, και ως εκ τούτου εξ αδιαθέτου κληρονόμους τους, τη σύζυγο του Λ. Σ., το γένος Μ. Π., και τα έξι (6) τέκνα του: 1) Π. συζ. Γ. Φ., 2) Π. Σ., 3) Μ. Σ., 4) Α. Σ., 5) Κ. Σ., και 6) Π. Σ., ενώ, κατά το έτος 1954 απεβίωσε και ο υιός του Π.

Σ. (6ος ), χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλείποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς του, και ως εκ τούτου εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τη μητέρα του Λ. Σ., και τα πέντε (5) αδέλφια του, Π. συζ. Γ. Φ., Π. Σ., Μ. Σ., Α. Σ. και Κ. Σ., οι οποίοι αποδέχθηκαν, καταρχήν, την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά του συζύγου και πατέρα τους, Α.

Σ., για λογαριασμό τους, αλλά και για λογαριασμό του μεταποβιώσαντος υιού τους και αδελφού, αντίστοιχα, Π. Σ.υ, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, συγκείμενη από το 180/1800 εξ αδιαιρέτου ποσοστό του κληρονομούμενου Α. Σ.υ επί του ανωτέρω ακινήτου, δυνάμει της υπ' αριθ. …/1961 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.

Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σ…, και κατέστησαν συννομείς αυτού, κατά ποσοστό 45/1800, 22,50/1800, 22,50/1800, 22,50/1800, 22,50/1800, 22,50/1800 και 22,50/1800 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, και ακολούθως, αποδέχτηκαν την επαχθείσα κληρονομιά του υιού και αδελφού τους, Π. Σ.υ, συγκείμενη από το 22,50/1800 εξ αδιαιρέτου ποσοστό του επί του ανωτέρω ακινήτου, δυνάμει της υπ' αριθ.

…./1961 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών, Γ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σ.., και έτσι το ποσοστό συννομής τους επί του ακινήτου αυτού, ανήλθε σε 48,75/1800 (48,75/1800 = 45/1800 + 3,75/1800, όπου 3,75/1800 = 22,50/1800 : 6), 26,25/1800 (26,25/1800 = 22,50/1800 + 3,75/1800, όπου 3,75/1800 = 22,50/1800 : 6), 26,25/1800, 26,25/1800, 26,25/1800 και 26,25/1800 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, στο οποίο πλέον, από το χρόνο θανάτου των κληρονομούμενων συζύγου και πατρός τους και υιού και αδελφού τους (1952 και 1954), αντίστοιχα, ασκούσαν καλόπιστα τις ίδιες ως άνω υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του.

Κατά το έτος 1958, απεβίωσε ο Λ. Σ. του Π., χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλείποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς του, και ως εκ τούτου εξ αδιαθέτου κληρονόμους τους, τη σύζυγο του Ε. Σ., το γένος Ι. Ζ., τα επτά (7) εν ζωή αδέλφια του: 1) Α. Σ. του Π., 2) Δ. Σ. του Π., 3) Ν. Σ. του Π., 4) Φ. συζ. Π. Π., 5) Ε. συζ. Ε. Β., 6) Π. συζ. Κ. Σ., και 7) Α.

συζ. Ν. Γ., τα πέντε (5) τέκνα του προαποβιώσαντος (1951) αδελφού του Σ. Σ. του Π.: α) Π. Σ. του Σ., β) Π. Σ. του Σ., γ) Φ. Σ. του Σ., δ) Α. Σ. του Σ., και ε) Ν. Σ. του Σπ., και τα πέντε (5) τέκνα του προαποβιώσαντος (1952) αδελφού του Α. Σ.υ του Π.: α) Π. συζ. Γ. Φ., β) Π. Σ. του Α., γ) Μ. Σ. του Α., δ) Α. Σ. του Α., και ε) Κ. Σ. του Α., οι οποίοι αποδέχτηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά, συγκείμενη από το 180/1800 εξ αδιαιρέτου ποσοστό του κληρονομούμενου Λ.

Σ. επί του ανωτέρω ακινήτου, δυνάμει της υπ' αριθ. 2…/1961 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών, Γ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σ.., και έτσι κατέστησαν συννομείς αυτού, κατά ποσοστό 90/1800, 190/1800 (190/1800 = 180/1800 + 10/1800, όπου 10/1800 = 180/1800 : 2 : 9), 190/1800, 190/1800, 190/1800, 190/1800, 190/1800, 190/1800, 29/1800 (29/1800 = 27/1800 + 2/1800, όπου 2/1800 = 10/1800: 5), 28,25/1800 (28,25/1800 = 26,25/1800 + 2/1800, όπου 2/1800 = 10/1800 : 5), 28,25/1800, 28,25/1800, 28,25/1800 και 28,25/1800 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, νεμόμενοι αυτό με καλή πίστη κατά τον ίδιο τρόπο.

Κατά το έτος 1960, απεβίωσε η Α. συζ. Ν. Γ. χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλείποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς του, και ως εκ τούτου εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, το σύζυγο της, Ν. Γ. του Ι., και τα πέντε (5) τέκνα της: 1) Ι. Γ. του Ν., 2) Μ. συζ. Α. Δ., 3) Π. Γ. του Ν., 4) Γ. Γ. του Ν., και 5) Μ. Γ. του Ν., οι οποίοι αποδέχτηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά, συγκείμενη από το 190/1800 εξ αδιαιρέτου ποσοστό της κληρονομούμενης Α.

συζ. Ν. Γ. επί του ανωτέρω ακινήτου, δυνάμει της υπ' αριθ. …/1961 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών, Γ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σ.., και κατέστησαν συννομείς αυτού, κατά ποσοστό 47,50/1800, 28,50/1800, 28,50/1800, 28,50/1800, 28,50/1800 και 28,50/1800 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, συνεχίζοντας να ασκούν έκτοτε σε αυτό με καλή πίστη τις ίδιες διακατοχικές πράξεις με τους δικαιοπαρόχους τους.

Στη συνέχεια, δυνάμει του υπ' αριθ. …/1961 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σ… στον τόμο .. με αύξοντα αριθμό …, οι ανωτέρω συννομείς του ακινήτου, δηλαδή οι: 1) Α. Σ. του Π. (190/1800), 2) Δ. Σ. του Π. (190/1800), 3) Ν. Σ. του Π. (190/1800), 4) Φ. συζ. Π. Π. (190/1800), 5) Ε.

συζ. Ε. Β. (190/1800), 6) Π. συζ. Κ. Σ. (190/1800), 7) Ζ.. χήρα Σ. Σ., το γένος Ν…φ.. (45/1800), 8) Π. Σ. του Σ. (29/1800), 9) Π. Σ. του Σ. (29/1800), 10) Φ. Σ. του Σ. (29/1800), 11) Α. Σ. του Σ. (29/1800), 12) Ν. Σ. του Σ. (29/1800), 13) Λ. χήρα Α.. Σ..υ, το γένος Μ. Π. (48,75/1800), 14) Π. συζ. Γ. Φ. (28,25/1800), 15) Π. Σ. του Α. (28,25/1800), 16) Μ. Σ. του Α. (28,25/1800), 17) Α. Σ. του Α. (28,25/1800), 18) Κ. Σ. του Α. (28,25/1800), 19) Ε.

χήρα Λ. Σ., το γένος Ι. Ζ. (90/1800), 20) Ν. Γ. του Ι. (47,50/1800), 21) Ι. Γ. του Ν. (28,50/1800), 22) Μ. συζ. Α. Δ. (28,50/1800), 23) Π. Γ. του Ν. (28,50/1800), 24) Γ. Γ. του Ν. (28,50/1800), και 25) Μ. Γ. του Ν. (28,50/1800), μεταβίβασαν, λόγω πώλησης, το ανωτέρω ακίνητο των 95.987 τ.μ., στην Ε συζ. Ι. Κ., το γένος Γ. Μ., και της παρέδωσαν τη νομή αυτού. Η τελευταία μετά την αγορά της εν λόγω έκτασης προέβη σε κατάτμηση, ρυμοτόμηση και πώληση τμημάτων αυτής, μεταξύ των οποίων και το επίδικο.

Επισημαίνεται ότι τα ανωτέρω έχουν γίνει δεκτά και με πλείστες αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου, εκ τις οποίες αναφέρονται ενδεικτικά οι με αριθμό ../2017, …./2017 και …/ 2018 αποφάσεις (ήδη αμετάκλητες μετά την απόρριψη των αναιρέσεων που άσκησε το νυν εφεσίβλητο, Ελληνικό Δημόσιο, κατά αυτών με τις με αριθμούς …/2020 , …/ 2020,…/ 2020 αποφάσεις του Αρείου Πάγου), που έκριναν επί αγωγών με ταυτόσημο περιεχόμενο και αντικείμενο, και επίδικα άλλα τμήματα της κατατμηθείσας από την Ε.

Κ. ως άνω μείζονος έκτασης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τόσο η Ε. Κ. όσο και οι ως άνω απώτεροι δικαιοπάροχοι της ουδέποτε αποβλήθηκαν ή έστω οχλήθηκαν κατά την άσκηση της νομής τους στην ευρύτερη έκταση από το εναγόμενο. Συγκεκριμένα, το εναγόμενο ουδέποτε εξέδωσε πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής σε βάρος της Ε.

Κ. από τη μείζονα έκταση, τμήμα της οποίας αποτελεί και το επίδικο ακίνητο ενώ, περαιτέρω αναφορικά με τα επικαλούμενα από το αντίδικο, Ελληνικό Δημόσιο, πρωτόκολλα αποζημίωσης (μισθώματος) που εκδόθηκαν από τον Οικονομικό Έφορο σε βάρος του Σ. Σ.υ του Π. για τα έτη 1928-1939, αποδείχθηκε ότι αυτά ακυρώθηκαν δυνάμει της υπ' αριθ. ../...1940 απόφασης του Ειρηνοδίκη Σ.., ο οποίος δέχθηκε ότι η επίδικη έκταση ανήκε στον παππού του ανακόπτοντος, Α..

Σ., που την κατείχε και τη νεμόταν επί 50 έτη μέχρι τον θάνατο του και ακολούθως περιήλθε στην κυριότητα του πατέρα του, Π. Σ. και μετά τον θάνατο αυτού το έτος 1932 στον ίδιο τον ανακόπτοντα .....Ακόμη αποδείχθηκε ότι η τότε κοινότητα Σ.. άσκησε την υπ' αριθ. καταθ. ../…-1963 αγωγή κατά της Ε. Κ. ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία εξέθετε, ότι ήταν κυρία δύο ακινήτων, εμβαδού 456,250 στρεμμάτων και 6 στρεμμάτων αντιστοίχως, την κυριότητα επί των οποίων είχε αποκτήσει κατά τη σύσταση αυτού ο Δήμος Σ..

και εν συνεχεία η ιδία ως καθολική διάδοχος του, και ότι αυτά είχαν αποτυπωθεί διά του από έτους 1936 Κτηματολογίου της, το οποίο είχε καταρτισθεί βάσει της από 5-2-1936 αμετάκλητης απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου Κτηματολογίου του Νομού Αττικής, και ζητούσε για τον λόγο αυτό να αναγνωρισθεί κυρία του αναλυτικώς περιγραφέντος τμήματος, εμβαδού 15.600 τμ, (που αποτελούσε τμήμα της έκτασης, που η Ε.

Κ. αγόρασε κατά τα ανωτέρω με το με αριθμό …/ 1961 συμβόλαιο), το οποίο, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, η τελευταία είχε καταλάβει άνευ νομίμου δικαιώματος, και να υποχρεωθεί αυτή να της αποδώσει τη νομή του. Εκτός δε της ως άνω αγωγής η ίδια Κοινότητα άσκησε και την υπ' αριθ. καταθ. ../..-1965 αγωγή ομοίου περιεχομένου.

Οι ως άνω αγωγές ουδέποτε συζητήθηκαν. Επί πλέον και η τότε Κοινότητα Α… άσκησε κατά της Ε. Κ. την υπ' αριθ. καταθ/ .. /..- 1964 διεκδικητική αγωγή ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιώς, με ταυτόσημο περιεχόμενο, που αφορούσε έκταση εμβαδού 90 στρεμμάτων περίπου, που ομοίως περιέχεται στο προαναφερόμενο συμβόλαιο αγοράς, την οποία βάσει των αναφερόμενων στη αγωγή η εναγομένη είχε καταλάβει άνευ νομίμου δικαιώματος.

Η επί της τελευταίας ως άνω αγωγής δίκη καταργήθηκε βάσει του υπ'αριθ. ../ 1969 (εξωδίκου) συμβιβασμού ενώπιον του Συμβολαιογράφ ου Πειραιώς, Σ. Π., που εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. ../1969 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου της ως άνω Κοινότητος (όπως τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ. ../1969 όμοια απόφαση) και την υπ' αριθ.

πρωτ. ../..- 1969 απόφαση της Νομαρχίας Πειραιώς (που τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ. πρωτ. ../..-1970 όμοια απόφαση). Ακολούθως δε η μεν Κοινότητα Α.. παραιτήθηκε του δικαιώματος της ως άνω αγωγής και συνήνεσε στη διαγραφή αυτής από τα οικεία βιβλία διεκδικήσεων, η δε Ε. Κ. ανέλαβε την υποχρέωσιν να καταβάλει τμηματικώς το ποσό των 200.000 δραχμών.

Ακολούθως, όπως αποδείχθηκε, η τελευταία με το με αριθμό …/1968 νομίμως μεταγραμμένο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών, Α. Ζ., πώλησε το επίδικο ακίνητο στην Γ. ή Κ. Ε., η οποία με τη σειρά της το μεταβίβασε δυνάμει του με αριθμό ../1999 νομίμως μεταγραμμένου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Π. Π., στην μητέρα της ενάγουσας, Ο.

συζ. Γ. Μ., το γένος Ε. Ε.. Η τελευταία απεβίωσε στις …-2017 και με την από .. 2017 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε με το με αριθμό …/ …-2018 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Πειραιά, κατέστησε μοναδική κληρονόμο της την ενάγουσα, η οποία με την υπ' αριθ. ../ .-2019 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Πειραιά, Γ.

Χ., που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του κτηματολογίου Σ…, αποδέχθηκε νόμιμα την επαχθείσα σε αυτήν κληρονομιά, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο. Με βάση τα προεκτεθέντα, αποδείχθηκε, ότι, ήδη πριν το έτος 1845, επί του αρχικού μείζονος ακινήτου (εμβαδού 111.987 τμ), που από το έτος 1925 περιορίστηκε σε εμβαδό 95.987 τμ. (μετά την πώληση τμήματος, επιφάνειας 16.000 τμ.

στον Α. Θ. του Π.) και του οποίου εδαφικό τμήμα αποτελεί και το επίδικο ακίνητο, χρησιδέσποσαν καλόπιστα οι προαναφερθέντες απώτεροι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας (από τους Α. ή Α. Σ. και Ι. Σ. έως την Ε. σύζυγο Ι. Κ.), οι οποίοι ουδέποτε αποβλήθηκαν από τη νομή του, όπως άλλωστε ουδέποτε αποβλήθηκε από αυτήν και η μητέρα της, Ο.

Μ.. Επομένως, ακόμη και υπό την εκδοχή ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε δημόσιο κτήμα (αν και ουδόλως αποδείχθηκε ότι αυτό ανήκε σε Οθωμανούς ή ότι υπήρξε λιβάδι ή βοσκότοπος κατά την ημερομηνία της 3/15-12-1833 ή δάσος κατά το έτος 1836 , ή ότι ήταν αδέσποτο, ή ότι περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με έκτακτη ή τακτική χρησικτησία) κατά την κρίσιμη ημερομηνία της 11ης Σεπτεμβρίου 1915 ο απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας, Π.

Σ. του Α. ή Α. είχε καταστεί κύριος του ακινήτου αυτού διά παραγώγου τρόπου και συγκεκριμένα λόγω κληρονομικής διαδοχής και πώλησης βάσει των διατάξεων του βυζαντινορρρωμαϊκού δικαίου, αλλά σε κάθε περίπτωση, και διά πρωτοτύπου τρόπου και δη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, αφού κατά την συγκεκριμένη ημερομηνία είχε συμπληρώσει διά προσμετρήσεως του χρόνου χρησικτησίας των αμέσων δικαιοπαρόχων του, τους οποίους διαδέχθηκε κατά την νομή, τριακονταετή καλόπιστη νομή επ' αυτού.

Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι το εν λόγω ακίνητο έχει καταχωρηθεί ως τμήμα του δημοσίου κτήματος υπό ΑΒΚ … και ως τμήμα δασικής εκτάσεως υπό ΔΑ…, αφού η απλή πράξη καταχωρήσεως αυτού, δεν δύναται να αναιρέσει την αδιαμφισβήτητη κατά τα προαναφερθέντα, νομή των απωτέρων δικαιοπαρόχων της ενάγουσας σε αυτό.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η προβαλλόμενη από το εναγόμενο ένσταση ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου. Τέλος, αποδείχθηκε, ότι κατά την διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής της νήσου Σ.., το επίδικο ακίνητο καταχωρήθηκε ανακριβώς ως ανήκον στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου παρά το γεγονός ότι κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του Κτηματολογίου στο Δημοτικό Διαμέρισμα Α..

με την υπ' αριθ. ../.. /ΦΕΚ Β'../… απόφαση του GKXE ανήκε στην δικαιοπάροχο, μητέρα της, Ο. Μ., με συνέπεια να προσβάλλεται το δικαίωμα κυριότητας της τελευταίας επ' αυτού. Επομένως, η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι η Ο. συζ. Γ. Μ., το γένος Ε. Ε., ήταν κατά την πρώτη κτηματολογική εγγραφή αποκλειστική κυρία του ως άνω επιδίκου γεωτεμαχίου, εμβαδού 279 τ.μ., στη θέση Κ..

της χερσονήσου Κ.. ήΚ., με ΚΑΕΚ .,και 2) να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σ., ώστε να αναγραφεί αυτή αντί του Ελληνικού Δημοσίου, ως αποκλειστική κυρία κατά ποσοστό 100% του επιδίκου με τίτλο κτήσης το νομίμως μεταγραμμένο με αριθμό …/ 1999 συμβόλαιο αγοράς της συμβολαιογράφου Αθηνών, Π.

Π..". Με τις κρίσεις του αυτές, το Εφετείο στήριξε την παραδοχή της ένδικης αγωγής περί αναγνωρίσεως της κυριότητας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και της δικαιοπαρόχου μητέρας της επί του επιδίκου ακινήτου (αγροτεμαχίου) και διορθώσεως της ανακριβούς πρώτης εγγραφής αυτού στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, στις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ως προς τον παράγωγο (κληρονομιά) και πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) απόκτησης της κυριότητας των απωτέρων δικαιοπαρόχων τους, δεχθέν ότι στην κληρονομιά των Α.

ή Α. Σ. και Ι. Σ.υ, οι οποίοι νεμόταν το επίδικο ακίνητο σε μείζονα έκταση 111.987 τ.μ. κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος ως βοσκότοπο και καλλιεργώντας τα καλλιεργήσιμα τμήματα αυτού προ του έτους 1845, υπεισήλθαν για τον μεν πρώτο αποβιώσαντα το έτος 1899, το τέκνο του Π. Σ. και για τον αποβιώσαντα δεύτερο τα τέκνα αυτού Γ.

και Δ. Σ., λόγω κληρονομικής διαδοχής με βάση τις διατάξεις του ΒΡΔ ως μοναδικοί κληρονόμοι τους, που αναμείχθηκαν ενεργά στη νομή του και ακολούθως την νομή επί του επιδίκου από το έτος 1908 ασκούσε ως αποκλειστικός νομέας και κύριος ο Π. Σ., μετά την αγορά του 1/2 εξ αδιαιρέτου από τα τέκνα του Ι. Σ.υ Γ.και Δ.

με το αναφερόμενο συμβόλαιο, συνεχίζοντας την με καλή πίστη και ειλικρινή πεποίθηση μη προσβολής δικαιώματος τρίτου νομή του, ότι στη νομή του μείζονος ακινήτου σε έκταση πλέον 95.987 τ.μ., μετά την πώληση στον αναφερόμενο τρίτο των 16.000 τ.μ., υπεισήλθαν μετά τον επισυμβάντα το έτος 1832 θάνατό του η σύζυγός του Π.

Σ. και τα αναφερόμενα τέκνα του, μετά δε και τον θάνατο της ανωτέρω το έτος 1937 τα αναφερόμενα ως άνω τέκνα αυτής και του Π. Σ., συζύγου της, ότι οι κατονομαζόμενοι κατά τα άνω κληρονόμοι τους υπεισήλθαν με την, υποδηλούσα, σιωπηρή αποδοχή αυτής (κληρονομιάς), διενέργεια πράξεων νομής, που φανερώνουν την πρόθεσή τους για ανάμειξη σ' αυτή και απόκτησή της.

Από την παραδοχή δε αυτή συνάγεται ευθέως το συμπέρασμα ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι κανένας από αυτούς δεν ήταν ανήλικο τέκνο των θανόντων και δεν τελούσε υπό την άμεση πατρική εξουσία, ώστε να αποκτήσει αυτοδικαίως την κληρονομιά με την επαγωγή, ενώ ως προς την δια έκτακτης χρησικτησίας κτήση της κυριότητας του επιδίκου κατά το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, δέχεται ειδικότερα ότι το επίδικο ακίνητο που είναι αγροτεμάχιο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης εδαφικής εκτάσεως εμβαδού 95.987 τ.μ., της οποίας την κυριότητα απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης- ενάγουσας Α.

ή Α. Σ., Ι. Σ., Γ. Σ., Δ. Σ. και Π. Σ., και ακολούθως οι κληρονόμοι του τελευταίου, νεμόμενοι αυτό με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι δια της κτήσεως της νομής δεν προσέβαλαν τα δικαιώματα κυριότητας τρίτων, από του έτους 1845 αδιαλείπτως μέχρι την 11-9-1915, αλλά και μετά το έτος αυτό, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση της διακατοχικές πράξεις, τις οποίες με σαφήνεια μνημονεύει (οριοθέτηση, επίβλεψη, ξύλευση, παραχώρηση σε τρίτους, κατασκευή ποιμνιοστασίων, καλλιέργεια των γόνιμων τμημάτων), με την βούληση να την εξουσιάζουν ως συγκύριοι, χωρίς να είναι απαραίτητη και η περαιτέρω εξειδίκευση των επί μέρους πράξεων νομής σε κάθε μέρος της μείζονος ως άνω εκτάσεως και ειδικότερα σε ποιο τμήμα αυτής ασκούνταν διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν σε αγροτεμάχιο και σε ποιο τμήμα εκείνες που προσιδιάζουν σε βοσκότοπο, αφού πρόκειται περί ενιαίας εκτάσεως και ο φυσικός εξουσιασμός των άνω δικαιοπαρόχων και το πνευματικό στοιχείο της νομής επεκτεινόταν σε όλη την ως άνω έκταση των 95.987 τ.μ., εντός της οποίας εμπίπτει, κατά τις σχετικές παραδοχές, και το επίδικο εδαφικό τμήμα.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και έτσι, όπως έκρινε, δεν στέρησε την απόφαση του νομίμου βάσεως, αφού εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα εκ των αποδεικτικών μέσων προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, που πληρούν το πραγματικό των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων, ώστε καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας των, ως προς την κτήση της κληρονομιάς με μονομερή (σιωπηρή) δήλωση της βούλησης των κληρονόμων για την αποδοχή αυτής, καθώς και εκείνων για την κτήση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου (αγροτεμαχίου) με έκτακτη χρησικτησία, που εφάρμοσε, μνημονεύοντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του επιδίκου, ως τμήματος της μείζονος εκτάσεως των 95.987 τ.μ., πράξεις νομής των απωτέρων δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης ενάγουσας, καθώς και τη συνδρομή του στοιχείου της καλής πίστεως αυτών (δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης), τόσο κατά την έναρξη της νομής το έτος 1845, όσο και μεταγενέστερα, ενώ δεν ήταν απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας και η περαιτέρω εξειδίκευση των περιστατικών από τα οποία το Εφετείο συνήγαγε τη δικανική κρίση περί της συνδρομής του στοιχείου της καλής πίστεως υπό την προαναφερόμενη έννοια.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που προβάλλονται με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμες και απορριπτέες.

VΙ)Συνακόλουθα εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της 419/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος, ελλείψει σχετικού αιτήματος εκ μέρους της αναιρεσίβλητης που νίκησε (άρθρα 176 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από ..-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 419/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ