Legislator Case Law & Legislation
620/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court decision due to insufficient reasoning on contract application.

Case Number 620/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a final labor court judgment regarding unpaid wages. The appellant argued the lower court failed to clarify which of two employment contracts governed the dispute, rendering its reasoning insufficient. The Court agreed that the lower court's decision lacked a legal basis for this specific issue, necessitating a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580, 583 of the Code of Civil Procedure; A labor court decision is void if it fails to provide adequate reasoning on the application of substantive law, particularly when multiple contracts exist, requiring remand for further examination.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal insufficient reasoning multiple employment contracts remand for retrial unpaid wages claim substantive law application legal basis requirement

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 580, 583 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 620 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 620/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου ..., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Κ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Χ. Π., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1092/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-11-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 19.11.2021 και με αριθμό κατάθεσης ..., αίτηση αναίρεσης της, κατ' έφεση ηττηθείσας εφεσιβλήτου (εναγομένης) ανώνυμης εταιρίας, κατά της, εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, 6044/03.11.2020 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε κατ' ουσίαν την, από 23.08.2019 και με αριθμό κατάθεσης ..., έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος) κατά της 1092/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει (ως αόριστη ως προς την επικουρική βάση και ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την κυρία βάσης της) την, από 19.07.2013 και με αριθμό κατάθεσης ..., αγωγή αυτού (ήδη αναιρεσιβλήτου) κατά της ήδη αναιρεσείουσας, περί επιδίκασης δεδουλευμένων αποδοχών και συμβατικής αποζημίωσης κατά την απόλυση, με βάση την, από 26.05.2008, έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ των διαδίκων και επικουρικώς με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση και ακολούθως, αφού κράτησε και δίκασε την ουσία της υπόθεσης, δέχθηκε εν μέρει και ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, ως προς την κυρία της, εκ της συμβάσεως, βάση αναφορικά με τις δεδουλευμένες αποδοχές, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 945/2019, 119/2014, 765/2008).

Επομένως, ο έβδομος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αιτίαση για αοριστία της ένδικης αγωγής, χωρίς να αναφέρεται στην προκειμένη περίπτωση ποιο είναι το ακριβές περιεχόμενο αυτής (αγωγής) και σε τι συνίσταται το σφάλμα της προσβαλλόμενης σε σχέση με τις παραδοχές της είναι προεχόντως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι η ένδικη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, περιέχουσα όλα τα, υπό των άρθρων 106, 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' του ΚΠολΔ, αναγκαία στοιχεία. Και τούτο διότι ως προς την κυρία βάση της για επιδίκαση στον ενάγοντα μισθωτό των οφειλόμενων σε αυτόν κατά τη σύμβαση αποδοχών (που αφορά ο λόγος αναίρεσης), στο οικείο δικόγραφο αναφέρονται α) η κατάρτιση της, από 26.05.2008, έγγραφης, σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ των διαδίκων, με χρόνο έναρξης την 01η.06.2008, βάσει της οποίας προσλήφθηκε ο ενάγων από την εναγομένη ως διευθυντής διαχείρισης προγραμμάτων (...) αναφορικά με το αναφερόμενο έργο αυτής (δημιουργίας αιολικού πάρκου) στη Φλώρινα, με τα ειδικώς αναφερόμενα καθήκοντα και η, εκ μέρους αυτού, παροχή της εργασίας του, β) ο συμβατικά καθορισθείς μισθός του με αναφορά σε ακαθάριστες (μικτές) μηνιαίες αποδοχές 7.556,54 ευρώ (και καθαρές 3.900 ευρώ), καταβλητέες την τελευταία ημέρα κάθε μήνα και γ) το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούν οι οφειλόμενες, επίδικες, αποδοχές, από 01.06.2008 έως 11.07.2011, και οι οποίες προσδιορίζονται συνολικά, με μαθηματικό υπολογισμό, και τις οποίες ζητεί ο ενάγων, βάσει της ως άνω σύμβασης, κυρίως με βάση τις ακαθάριστες αποδοχές και επικουρικώς με βάση τις καθαρές.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 651, 652 και 653 Α.Κ. προκύπτει ότι στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως εργοδότης θεωρείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αφενός δικαιούται να αξιώσει από τον εργαζόμενο την παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και αφετέρου υποχρεούται να καταβάλει σε αυτόν τον συμφωνημένο μισθό.

Συνήθως ο εργοδότης είναι το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον εργαζόμενο κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας, προσλαμβάνοντας αυτόν. Τούτο όμως δεν είναι πάντοτε απαραίτητο, αφού την άνω ιδιότητα του εργοδότη έχει το νομικό ή φυσικό πρόσωπο στην υπηρεσία του οποίου παρέχει την εργασία του ο μισθωτός.

Αν τυχόν υφίσταται αμφισβήτηση ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, για τον προσδιορισμό της πιο πάνω ιδιότητας λαμβάνεται υπόψη πρώτα το πρόσωπο προς το συμφέρον του οποίου παρέχεται η εργασία και αυτός είναι ο φορέας της επιχείρησης όπου απασχολείται ο μισθωτός, και περαιτέρω το πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που φέρει τις δαπάνες και τους κινδύνους της επιχείρησης.

Όταν οι ρόλοι αυτοί είναι κατανεμημένοι σε περισσότερα του ενός πρόσωπα ή ασκούνται από περισσότερα του ενός πρόσωπα, αποτελεί ζήτημα πραγματικό αν την ιδιότητα του εργοδότη έχουν περισσότεροι του ενός ή αν εργοδότης είναι μόνο ένας, στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνονται οι κυριότεροι από τους ως άνω ρόλους, ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα έχουν δευτερεύουσα και νομικώς μη αξιόλογη συμμετοχή στη σχέση που έχει αναπτυχθεί (ΑΠ 2041/2022, 1308/2022, 186/2019).

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 361 και 651 του ΑΚ συνάγεται ότι είναι δυνατόν με συμφωνία ή συναίνεση του εργαζόμενου οι υπηρεσίες του τελευταίου να παρέχονται για ορισμένο χρόνο σε άλλο εργοδότη (δανεισμός εργασίας). Στην περίπτωση αυτή, εφόσον δεν υπάρχει ειδικότερη συμφωνία μεταξύ αρχικού εργοδότη, εργαζόμενου και τρίτου, η οποία να ρυθμίζει κατά τρόπο διαφορετικό τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις, αντισυμβαλλόμενος παραμένει ο αρχικός εργοδότης' η εργασιακή σχέση εξακολουθεί να υφίσταται με τον αρχικό εργοδότη, στην εξουσία του οποίου ανήκει το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης, αυτός δε βαρύνεται συγχρόνως με όλες τις υποχρεώσεις από τη σύμβαση εργασίας, δηλαδή την καταβολή του μισθού, των αποδοχών αδείας, επιδομάτων εορτών κλπ (ΑΠ 1308/2022, 755/2020, 800/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 2/2019, 8/2018, 1/1999, ΑΠ 844/2022, 473/2022).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το, κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, 8/2018, ΑΠ 473/2022, 844/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: "Ο ενάγων- εκκαλών (ήδη αναιρεσίβλητος), κατά το έτος 2008, εργαζόταν στην ελληνική πρεσβεία στο ..., στο τομέα της παροχής υπηρεσιών ασφάλειας, και διατηρούσε φιλική σχέση με τον Γ.

Λ., επίσης, κάτοικο .... Ο τελευταίος, μαζί με τον C. Z. ήταν διευθύνοντες σύμβουλοι και πρόεδροι εταιρειών, οι οποίες δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα και στη ..., στην κατασκευή και εκμετάλλευση εγκαταστάσεων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και στην εμπορία της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας, και οι οποίες (εταιρείες) ανήκαν στον όμιλο ...

ο οποίος δραστηριοποιούταν στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στον οποίο (όμιλο) περιλαμβάνονταν πλήθος εταιρειών, με παρόμοιο αντικείμενο και δραστηριότητα και στις λοιπές χώρες της Ευρώπης. Λόγω της φιλικής επαφής που είχε ο ενάγων με το Γ. Λ. και του ότι ο ενάγων είχε μεγάλο κύκλο κοινωνικών και φιλικών επαφών με κρατικούς και κοινωνικούς παράγοντες στην Ελλάδα, ο Γ.

Λ. του πρότεινε να συνεργαστούν, προκειμένου ο ενάγων να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον πιο πάνω όμιλο, ως εργαζόμενος στον τομέα της επικοινωνίας και των επαφών με τους κρατικούς και κοινωνικούς φορείς, τις αρμόδιες αρχές κλπ. Στο πλαίσιο της συνεργασίας αυτής, καταρτίστηκαν, στην Αθήνα, οι εξής έγγραφες συμβάσεις ... :

α) η από 5 Μαΐου 2008 "σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου", μεταξύ αφενός της ...., νόμιμα εκπροσωπούμενης, και αφετέρου του ενάγοντος αυτοπροσώπως, σύμφωνα με την οποία ο τελευταίος ανέλαβε τη θέση του Γενικού Διευθυντή της αφενός συμβληθείσας εταιρείας, αντί καθαρών τακτικών μηνιαίων αποδοχών ποσού 3.100 ευρώ και με χρόνο έναρξης από 5-5-2008, β) η από 26 Μαΐου 2008 "σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου", μεταξύ αφενός της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας (ήδη αναιρεσείουσας), νόμιμα εκπροσωπούμενης, και αφετέρου του ενάγοντος αυτοπροσώπως, σύμφωνα με την οποία ο τελευταίος ανέλαβε τη θέση του Διευθυντή Διαχείρισης Συγκεκριμένων Προγραμμάτων (...) της εταιρείας, με τις αρμοδιότητες, τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα που εξειδικεύονται στους επιμέρους όρους της, αντί καθαρών τακτικών μηνιαίων αποδοχών ποσού 3.900 ευρώ (και ακαθάριστων 7.556,54 ευρώ), γ) Η από 28 Μαΐου 2008 "σύμβαση δανεισμού διοικητικού προσωπικού", μεταξύ αφενός της ...., εκπροσωπούμενης από το Γ.

Λ., ως Αντιπρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, αφετέρου της εναγομένης, εκπροσωπούμενης από τον C. Z., εξουσιοδοτηθέντα ειδικά από το ΔΣ, Σύμβουλο αυτής, και εκ τρίτου του ενάγοντος, αυτοπροσώπως, ως "μισθωτού", σύμφωνα με την οποία έγινε αμοιβαία αποδεκτό ότι, η αφενός συμβληθείσα θα δάνειζε προσωρινά στην αφετέρου συμβληθείσα, ένα μέρος του διοικητικού προσωπικού της το οποίο δεν προσδιορίζεται μεν σαφώς στο κείμενο της σύμβασης, αλλά συνάγεται ότι πρόκειται για τον εκ τρίτου συμβληθέντα δηλαδή, τον ενάγοντα, λόγω και.

της αναφερόμενης ιδιότητας του, με την οποία υπέγραψε τη σύμβαση, δηλαδή, ως ο "μισθωτός", ερμηνεία την οποία αποδέχεται και προτάσσει και η εναγομένη. Σύμφωνα με τους όρους της τελευταίας αυτής σύμβασης, ο ενάγων (προφανώς) θα παρείχε καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της (από 11-7-2008 έως 10-7-2018), λογιστικές, φορολογικές οικονομικές ή και άλλες διοικητικής φύσεως υπηρεσίες στην εναγομένη, διατηρώντας, ωστόσο, άπαντα τα δικαιώματά του έναντι της αφενός συμβληθείσας, τα οποία απέρρεαν από την υφιστάμενη εργασιακή σχέση με αυτήν και η οποία θα "εξακολουθούσε καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της παρούσης να παραμένει ο φορέας της υποχρεώσεως για την καταβολή στο ως άνω διοικητικό προσωπικό των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων και εισφορών".

Από τα δικαιοπρακτικά αυτά κείμενα, προκύπτει σαφώς η βούληση των ήδη διαδίκων μερών να λάβουν, η μεν εναγόμενη τη θέση του εργοδότη (αυτό καταδεικνύεται από τη διπλή δικαιοπρακτική δέσμευσή της να τον απασχολεί, δυνάμει των από 26-5-2008 συμβάσεων, ως άνω υπό β' και γ', σε συνδυασμό με τα κάτωθι αποδεικνυόμενα περιστατικά περί πραγματικής απασχόλησής του για λογαριασμό της και προς το συμφέρον της), ο δε ενάγων τη θέση του εργαζομένου-μισθωτού.

Όσον αφορά στο ζήτημα του ποιος ήταν υπεύθυνος για την καταβολή των αποδοχών του ενάγοντος, παρότι με την από 28-5-2008 "σύμβαση δανεισμού εργαζομένου" δηλώνεται η βούληση της αρχικής εργοδότριάς του, ..., να παραμείνει ο φορέας της προαναφερθείσας υποχρέωσης, τούτο δεν αποκλείεται με σαφήνεια για την ήδη εναγομένη, η οποία, μάλιστα, έχει αναλάβει προηγουμένως και αυτοτελώς, με την από 26-5-2008 ως άνω σύμβαση, την ίδια υποχρέωση και η ίδια, έτσι ώστε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, οι δυο εταιρείες να συνεχίζουν αλληλεγγύως υπόχρεες για την καταβολή των πάσης φύσεως αποδοχών του ενάγοντος (οι οποίες, μάλιστα, δεν ταυτίζονται κατά ποσό στις δυο συμβάσεις).

Η με διαφορά δύο μόλις ημερών κατάρτιση των δυο αυτών συμβάσεων δεν φαίνεται να έχει άλλο δικαιολογητικό λόγο παρά αυτόν που αναφέρθηκε, καθώς επίσης και τη διευκρίνιση κάθε αμφισημίας που θα μπορούσε να ανακύψει από τη παράλληλη ύπαρξη των δυο πρώτων συμβάσεων, ως άνω υπό α' και β', εφόσον, σε διαφορετική περίπτωση, η από 26-5-2008 σύμβαση εργασίας που είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων θα μπορούσε να ανακληθεί, να λυθεί ή ρητά να τροποποιηθεί με τη μεταγενέστερη σύμβαση δανεισμού.

Στο πλαίσιο όλων αυτών, ο ενάγων ξεκίνησε να παρέχει τις υπηρεσίες του στην εναγόμενη (και αυτό ανεξάρτητα από το εάν παρείχε εργασία και σε άλλες εταιρείες του ομίλου, καθότι δεν αποκλείεται ούτε απαγορεύεται). Ειδικότερα, εκτελούσε καθήκοντα οργάνωσης, εποπτείας και επίβλεψης των έργων της εταιρείας σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, τη διεύθυνση της επιχείρησης στην Αθήνα, κάνοντας, πιο συγκεκριμένα, κάθε απαραίτητη ενέργεια προκειμένου οι αρμόδιες αρχές να χορηγήσουν τις απαιτούμενες άδειες κατασκευής και λειτουργίας των αιολικών πάρκων.

Είχε τις αναγκαίες συναναστροφές και έκανε τις απαιτούμενες επαφές με κρατικούς παράγοντες και κοινωνικές ομάδες που σχετίζονται με τη διαδικασία υλοποίησης και ολοκλήρωσης των αιολικών πάρκων. Ενδεικτικά, να αναφερθεί η σύναψη του από 5-7-2009 συμφωνητικού μίσθωσης, με τον "Αναγκαστικό Συνεταιρισμό Δασοκτημόνων Πισοδερίου Δήμου Πρεσπών" (ως εκμισθωτή), στην υπογραφή της οποίας προέβη ο ίδιος για λογαριασμό της εναγομένης εταιρείας (ως μισθώτριας) δυνάμει.

εξουσιοδότησης που του χορηγήθηκε με το από 29-6-2009 πρακτικό συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της. Εξάλλου, με την από 30-6-2008 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της εναγόμενης, ενάγων εξελέγη και μέλος του Διοικητικού της Συμβουλίου. ... Το γεγονός δε, της εκλογής του ενάγοντος στη θέση Συμβούλου του ΔΣ της εναγομένης δεν επιδρά στο κύρος της επίδικης σύμβασης εργασίας του, εφόσον επισυνέβη της κατάρτισης της, δηλαδή, έγινε μεταγενέστερα τόσο της από 26-5-2008 πρωτογενούς σύμβασης εργασίας όσο και της από 28-5-2008 σύμβασης δανεισμού του (...), και ο σχετικός ισχυρισμός της εναγομένης, περί ακυρότητας της επίδικης εργατικής σύμβασης, για το λόγο αυτό, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Ως αβάσιμος, δε, πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός της ότι δεν είναι αυτή υπεύθυνη για την καταβολή των μισθών του ενάγοντος, αλλά η άλλη εταιρεία του ομίλου, δηλαδή, η ...., ως η δανείστρια του εργαζομένου, διότι, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, στην προκειμένη περίπτωση, αποδείχθηκε παράλληλη ισχυρή σύμβαση με βάση την οποία, αντίθετα από τα συνήθως ισχύοντα (βλ.

νομική σκέψη...), έχει αναλάβει και η ίδια, αυτοτελώς, την υποχρέωση να καταβάλλει στον ενάγοντα τις αποδοχές που (ειδικά) συμφώνησε μαζί του για την παροχή της εργασίας του προς όφελος και για λογαριασμό της .... Επομένως, εφόσον αποδεικνύεται ότι: α) μεταξύ των διαδίκων έχει καταρτιστεί έγκυρη σύμβαση εργασίας, β) ο ενάγων πράγματι προσέφερε την εργασία του στην εναγόμενη κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και γ) η εναγόμενη, κατ' εξαίρεση όσων προβλέπονται στη σύμβαση "δανεισμού" του ενάγοντος, είχε αναλάβει και η ίδια, παραλλήλως, την υποχρέωση καταβολής των αποδοχών του, η αγωγή, κατά το μέρος της κατά το οποίο αφορά στις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές του ενάγοντος, είναι (και) ουσιαστικά βάσιμη ...

και πρέπει οι αιτούμενοι συμβατικοί μισθοί του ενάγοντος να επιδικαστούν." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε την έφεση του ενάγοντος ως βάσιμη κατ' ουσίαν, κατά το μέρος αναφορικά με τις δεδουλευμένες αποδοχές του, και εξαφάνισε κατά τούτο την εκκαλούμενη απόφαση (που είχε απορρίψει την αγωγή) και, αφού κράτησε την υπόθεση για κατ' ουσίαν έρευνα ως προς το ανωτέρω μέρος, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει στον ενάγοντα, δεδουλευμένους μικτούς μισθούς (εξ 7.556,54 € μηνιαίως) του επιδίκου χρονικού διαστήματος (από 01.06.2008 έως 11.07.2011, ήτοι τριάντα επτά μηνών και έντεκα ήμερων) συνολικού ποσού 282.085 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 1η μέρα κάθε επόμενου μηνά από εκείνον στο όποιο αφόρα κάθε επιμέρους μηνιαίος μισθός.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 648 και 651 ΑΚ, καθότι με ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες δέχτηκε ότι εργοδότης του ενάγοντος κατά τις ως άνω διατάξεις είναι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα. Ειδικότερα δέχτηκε :

Α) ότι στο πλαίσιο της συνεργασίας των διαδίκων, καταρτίστηκαν, στην Αθήνα, οι : α) η από 5 Μαΐου 2008 "σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου", μεταξύ αφενός της ...., νόμιμα εκπροσωπούμενης, και αφετέρου του ενάγοντος αυτοπροσώπως, σύμφωνα με την οποία ο τελευταίος ανέλαβε τη θέση του Γενικού Διευθυντή της αφενός συμβληθείσας εταιρείας, αντί καθαρών τακτικών μηνιαίων αποδοχών ποσού 3.100 ευρώ και με χρόνο έναρξης από 5-5-2008, β) η από 26 Μαΐου 2008 "σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου", μεταξύ αφενός της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας (ήδη αναιρεσείουσας), νόμιμα εκπροσωπούμενης, και αφετέρου του ενάγοντος αυτοπροσώπως, σύμφωνα με την οποία ο τελευταίος ανέλαβε τη θέση του Διευθυντή Διαχείρισης Συγκεκριμένων Προγραμμάτων (...) της εταιρείας, με τις αρμοδιότητες, τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα που εξειδικεύονται στους επιμέρους όρους της, αντί καθαρών τακτικών μηνιαίων αποδοχών ποσού 3.900 ευρώ (και ακαθάριστων 7.556,54 ευρώ) και γ) Η από 28 Μαΐου 2008 "σύμβαση δανεισμού διοικητικού προσωπικού", μεταξύ αφενός της ...., αφετέρου της εναγόμενης, και εκ τρίτου του ενάγοντος, αυτοπροσώπως, ως "μισθωτού", σύμφωνα με την οποίαν η αφενός συμβληθείσα θα δάνειζε προσωρινά στην αφετέρου συμβληθείσα τον εκ τρίτου συμβληθέντα δηλαδή, τον ενάγοντα και ότι ο ενάγων θα παρείχε καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της (από 11-7-2008 έως 10-7-2018), λογιστικές, φορολογικές οικονομικές ή και άλλες διοικητικής φύσεως υπηρεσίες στην εναγόμενη, διατηρώντας, ωστόσο, άπαντα τα δικαιώματά του έναντι της αφενός συμβληθείσας, τα οποία απέρρεαν από την υφιστάμενη εργασιακή σχέση με αυτήν και η οποία θα "εξακολουθούσε καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της παρούσης να παραμένει ο φορέας της υποχρεώσεως για την καταβολή στο ως άνω διοικητικό προσωπικό των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων και εισφορών" και περαιτέρω ότι στα πλαίσια όλων αυτών ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγόμενη, ήτοι εκτελούσε καθήκοντα οργάνωσης, εποπτείας και επίβλεψης των έργων της εταιρείας σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, τη διεύθυνση της επιχείρησης στην Αθήνα, κάνοντας, πιο συγκεκριμένα, κάθε απαραίτητη ενέργεια προκειμένου οι αρμόδιες αρχές να χορηγήσουν τις απαιτούμενες άδειες κατασκευής και λειτουργίας των αιολικών πάρκων, είχε τις αναγκαίες συναναστροφές και έκανε τις απαιτούμενες επαφές με κρατικούς παράγοντες και κοινωνικές ομάδες που σχετίζονται με τη διαδικασία υλοποίησης και ολοκλήρωσης των αιολικών πάρκων, χωρίς να εξειδικεύονται τα ειδικότερα καθήκοντα του ενάγοντος με βάση την ένδικη από 26.05.2008 σύμβαση εργασίας ως Διευθυντής Διαχείρισης Συγκεκριμένων Προγραμμάτων (...) και αν τα μνημονευόμενα ως άνω στην προσβαλλόμενη απόφαση απέρρεαν από την εν λόγω ιδιότητά του και εντάσσονταν στα πλαίσια της εκτέλεσής της (ένδικης σύμβασης), ενόψει και της σύναψης της προαναφερόμενης υπό στοιχείο (γ) σύμβασης δανεισμού.

Και Β) ότι με την από 28.05.2008 "σύμβαση δανεισμού εργαζόμενου" (ανωτέρω γ) δηλώνεται η βούληση της αρχικής εργοδότριας του ενάγοντος ... να παραμείνει ο φορέας για την καταβολή των αποδοχών του, όμως "τούτο δεν αποκλείεται με σαφήνεια για την ήδη εναγόμενη, η οποία, μάλιστα, έχει αναλάβει προηγουμένως και αυτοτελώς, με την, από 26.5.2008, ως άνω σύμβαση, την ίδια υποχρέωση και η ίδια, έτσι ώστε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, οι δύο εταιρείες να συνεχίζουν αλληλεγγύως υπόχρεες για την καταβολή των πάσης φύσεως αποδοχών του ενάγοντος (οι οποίες, μάλιστα, δεν ταυτίζονται κατά ποσό στις δύο συμβάσεις)", ενώ περαιτέρω απέρριψε τον ισχυρισμό της εναγόμενης ότι δεν είναι αυτή υπεύθυνη για την καταβολή των μισθών του ενάγοντος, αλλά η ...

ως η δανείστρια του εργαζόμενου, καθότι "αποδείχτηκε παράλληλη ισχυρή σύμβαση με βάση την οποίαν, αντίθετα με τα συνήθως ισχύοντα έχει αναλάβει και η ίδια αυτοτελώς, την υποχρέωση να καταβάλλει στον ενάγοντα τις αποδοχές που (ειδικά) συμφώνησε μαζί του για την παροχή της εργασίας του προς όφελος και για λογαριασμό της", χωρίς να προκύπτει με σαφήνεια ποια σύμβαση τελικά εφαρμόστηκε (γ ή β) για την καταβολή των ενδίκων αξιώσεων, ενόψει και της κατά τις ως άνω παραδοχές, διπλής δικαιοπρακτικής δέσμευσης της εναγόμενης να απασχολεί τον ενάγοντα δυνάμει των από 26.05.2008 και 28.05.2008 συμβάσεων εργασίας και της μη ταύτισης των προβλεπόμενων απ' αυτές αποδοχών, καθώς και της αλληλέγγυας ευθύνης της για την καταβολή των πάσης φύσεως αποδοχών του ενάγοντος από τις ίδιες ως άνω συμβάσεις, και με ποια ιδιότητα ο ενάγων και δη ως μισθωτός με βάση την ένδικη σύμβαση εργασίας ή ως δανειζόμενος μισθωτός με βάση την, από 28.05.2008, σύμβαση εργασίας παρείχε την εργασία του στην εναγόμενη και δικαιούται τις επιδικασθείσες αποδοχές.

Ενισχυτικό δε της ασάφειας αυτής συνιστά και το ότι το Εφετείο, κατά την απόρριψη του ισχυρισμού της εναγομένης περί ακυρότητας της επίδικης εργατικής σύμβασης λόγω της εκλογής του ενάγοντος ως μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της, δέχεται ότι η εκλογή αυτή δεν επιδρά στο κύρος της επίδικης σύμβασης εργασίας, εφόσον επισυνέβη της κατάρτισής της, επεξηγώντας περαιτέρω ότι έγινε μεταγενέστερα τόσο της από 26.05.2008 σύμβασης εργασίας (επίδικης) όσο και της από 28.05.2008 σύμβασης δανεισμού του, ήτοι αμφοτέρων των άνω συμβάσεων (β και γ).

Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση ως προς το ανωτέρω ζήτημα, διότι διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και συνεπώς οι πρώτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, κατ' ορθήν εκτίμηση του περιεχομένου τους, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά παραδοχή των παραπάνω λόγων αναίρεσης, και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, δεδομένου ότι η αναιρετική εμβέλεια των ως άνω λόγων εκτείνεται και στους υπόλοιπους λόγους, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που πλήττεται με την αναίρεση και αφορά τις δεδουλευμένες αποδοχές, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου (Εφετείου), του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ, κατά το μέρος αυτό, την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ