Legislator Case Law & Legislation
620/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to consider evidence, ruling appellate court properly evaluated all submitted documents.

Case Number 620/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding the management of co-owned property. The appellant argued the appellate court ignored a specific private agreement submitted as evidence, claiming a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court rejected this claim, noting the appellate judgment explicitly confirmed it had examined and weighed all submitted documents, including the disputed agreement, alongside other evidence. Consequently, the appeal was found inadmissible as it sought to challenge the unreviewable substantive findings of the lower court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure: An appeal alleging that the appellate court failed to consider specific evidence is inadmissible if the appellate judgment explicitly confirms that all submitted documents were examined and weighed in forming its substantive decision.

Keywords

AI generated
appellate review evidence consideration co-owned property procedural error substantive judgment Code of Civil Procedure inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 620 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 620/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Γ. του Κ. και Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Χριστιά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Φ. Γ. του Κ. και Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σπανό και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-1-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1402/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4246/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-9-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης, κατά τα σημεία που ενδιαφέρουν την αναιρετική δίκη, διαδικαστικής διαδρομής: Ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος Φ. Γ. με την απευθυνόμενη, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ,από 09/01/2017 αγωγή, επικαλούμενος ότι είναι (συγ)κύριος με τον εναγόμενο ήδη αναιρεσείοντα, αδελφό του, Ν.

Γ., κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, του περιγραφόμενου ακινήτου, μετά των επ'αυτού βιομηχανικών εγκαταστάσεων, ζήτησε να καθορισθεί από το Δικαστήριο η διοίκηση (εκμετάλλευση-χρήση) του επικοίνου με το υποδεικνυόμενο από αυτόν τρόπο. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 1402/2018 απόφαση έκρινε ότι ο πλέον πρόσφορος, για τους διαδίκους κοινωνούς, τρόπος διοίκησης του επίκοινου ακινήτου είναι ο διορισμός τρίτου προσώπου, ως διαχειριστή τούτου, κατόπιν δε αυτού δέχθηκε κατ'ουσίαν την ένδικη αγωγή και διόρισε διαχειριστή του κοινού ακινήτου την εκτιμήτρια ακινήτων Μ.

Β., με αρμοδιότητες να εκμισθώνει το επίκοινο είτε στους διαδίκους είτε σε τρίτους, είτε ως ενιαίο ακίνητο είτε τμηματικά, έναντι του μεγίστου δυνατού μισθώματος και έναντι αμοιβής της 15% από το εισπραττόμενο μίσθωμα, να καταβάλει δε το υπόλοιπο αυτού (μισθώματος) στους διαδίκους κατά την αναλογία των μερών τους.

Κατά της απόφασης αυτής ο εναγόμενος άσκησε την από 19/06/2018 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 4246/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Κατά της απόφασης αυτής ο εκκαλών - εναγόμενος άσκησε την από 20/09/2020 αίτηση αναίρεσης, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).

Α1. Κατά το άρθρο 790 του ΑΚ, αν η διοίκηση και η χρησιμοποίηση κοινού πράγματος δεν καθορίστηκε με κοινή συμφωνία ή με πλειοψηφία (των κοινωνών), καθένας από τους κοινωνούς έχει δικαίωμα να ζητήσει να την κανονίσει το δικαστήριο με τον τρόπο που είναι ο πιο πρόσφορος και συμφέρει περισσότερο σε όλους τους κοινωνούς.

Αν υπάρχει ανάγκη, το δικαστήριο μπορεί να διορίσει διαχειριστή. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 786 του ανωτέρω Κώδικα, κατά την οποία κάθε κοινωνός έχει ανάλογη μερίδα στους καρπούς του κοινού αντικειμένου, συνάγεται ότι το δικαστήριο μπορεί να ρυθμίσει τη χρήση του κοινού πράγματος, έτσι ώστε αυτή να περιέλθει εξολοκλήρου σε έναν ή περισσότερους από τους κοινωνούς και να επιβάλει σ' αυτούς την υποχρέωση καταβολής ανταλλάγματος στους λοιπούς ανάλογα με το μερίδιό τους και την απ' αυτό ωφέλεια των ποιούμενων χρήση του κοινού πράγματος.

Η ρύθμιση αυτή, δεν τείνει στη διάγνωση ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά αποτελεί ρυθμιστική παρέμβαση του δικαστηρίου, που αποβλέπει στην εξεύρεση, με βάση τις εκάστοτε κρατούσες συνθήκες, του περισσότερο πρόσφορου και επωφελούς για όλους τους κοινωνούς τρόπου διοίκησης και χρησιμοποίησης του κοινού πράγματος, ισχύει για αόριστο χρονικό διάστημα, ήτοι ενόσω υφίσταται η κοινωνία, και μπορεί να τροποποιηθεί μόνο με συμφωνία όλων των κοινωνών (και όχι της πλειοψηφίας αυτών) ή με νέα δικαστική απόφαση σε περίπτωση μεταβολής των συν-θηκών (ΑΠ 1369/2008, ΑΠ 1769/1988 ), η δε εξουσία του δικαστηρίου περιορίζεται στα όρια της εξουσίας που έχει και η πλειοψηφία των κοινωνών κατά την ΑΚ 789, ήτοι σε θέματα τακτικής διοίκησης και δεν μπορεί να αποφασίσει για θέματα για τα οποία απαιτείται ομοφωνία των κοινωνών.

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τον τρόπο διοίκησης και εκμετάλλευσης του κοινού που προτείνει ο ενάγων, τον οποίο δεν υποχρεούται να αποδεχθεί, αλλά μπορεί να καθορίσει διαφορετικό τρόπο διοίκησης του κοινού, στη δε διακριτική του ευχέρεια εναπόκειται ο διορισμός διαχειριστή, οφείλει όμως να μην παραβαίνει τις διατάξεις του νόμου (ΑΠ825/2004). 2.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο όρος "επιδίκασε" του εν λόγω άρθρου νοείται με την ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε για μη αιτηθέν ή περισσότερο από το αιτηθέν. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 17 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δημιουργείται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις.

Για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης με βάση την εν λόγω διάταξη πρέπει η αντίφαση, μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης, να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται εξαιτίας αυτής αδύνατη η εκτέλεσή της, ή να εμποδίζεται η παραγωγή και ενέργεια του δεδικασμένου(ΑΠ759/2016, ΑΠ1153/2010). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ,από τον αριθμό 9 α'του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια συνισταμένη στο ότι το Εφετείο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε από τον ενάγοντα με την ένδικη αγωγή και συγκεκριμένα κρίνοντας ότι ο πλέον πρόσφορος, για τους διαδίκους κοινωνούς, τρόπος διοίκησης του επίκοινου ακινήτου είναι ο διορισμός τρίτου προσώπου, ως διαχειριστή τούτου, προέβη στο διορισμό του.

Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, και, τούτο, διότι ο διορισμός διαχειριστή εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου (790 ΑΚ), μη υποχρεουμένου τούτου να αποδεχθεί τον προτεινόμενο από τον ενάγοντα τρόπο διοίκησης και εκμετάλλευσης του κοινού (ΑΠ160/2008).

Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με το δεύτερο αναιρετικό λόγο μέμφεται το Εφετείο ότι υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 17 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη διαλαμβάνει αντιφατικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός πρέπει, προεχόντως, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι επικαλούμενες πλημμέλειες - αντιφάσεις, αναφέρονται στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης, η δε αιτίαση αυτή δεν ιδρύει κατά τα αναφερόμενα στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, που προϋποθέτει αντίφαση στο διατακτικό και μόνο της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία, όπως προκύπτει από την από την παραδεκτή, κατ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της στο διατακτικό της έχει μία και μόνο διάταξη και ως εκ τούτου δεν νοείται η ύπαρξη αντίφασης (ΑΠ 1022/2004) και δη έχει διάταξη απορριπτική της ασκηθείσας εφέσεως, κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ.1402/2018 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ΑΠ87/2013).

Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 2/2019, 8/2018, ΟλΑΠ 1/1999).

Για την πληρότητα των άνω λόγων πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ120/2017, 261/2016), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 621/2020, ΑΠ 1040/2010, 651/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης, 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005).Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ 1265/2017, ΑΠ674/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την επίκληση ότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος εξαιτίας της αοριστίας του, καθόσον, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ο κανόνας ή οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου με τον άνω τρίτο αναιρετικό λόγο, και μάλιστα ενάριθμα ορισμένο άρθρο ορισμένου νόμου (ΑΠ Ολ18/2005), καθώς επίσης δεν παρατίθενται, καθόλου, οι παραδοχές της προσβαλλομένης.

Γ. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.

Α.Π. 2/2008). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Για την πληρότητα του λόγου αυτού πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη, χωρίς να προσκομισθούν ή δεν έλαβε αυτά υπόψη ενώ προσκομίστηκαν νόμιμα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1110/2020, ΑΠ1185/2010, ΑΠ333/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα, μέμφεται το Εφετείο ότι, κατέληξε στην κρίση του για το ουσία βάσιμο της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, χωρίς να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει με τις λοιπές αποδείξεις και το από 18/05/2004 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης καταστατικού ΟΕ, το οποίο είχε προσκομίσει με επίκληση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και <<..... όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι ...>> , σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το πιο πάνω έγγραφο, το οποίο ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε νομίμως, κάνοντας, μάλιστα, ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση αυτού (σελ. 14η και 15η αναιρεσιβαλλομένης).

Οι λοιπές αιτιάσεις του ίδιου λόγου, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη <<και τα υπόλοιπα έγγραφα>> είναι απαράδεκτες ως αόριστες, αφού δεν εξειδικεύονται καθόλου τα εν λόγω έγγραφα, δεν προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και δεν αναφέρεται ότι έγινε επίκλησή τους από τον αναιρεσείοντα κατά τη συζήτηση μετά από την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση (ΑΠ1491/2009).Σε κάθε δε περίπτωση οι διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι με το πρόσχημα της πιο πάνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος στο σύνολό του. Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (βλ. πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, της 01/12/2021, άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20/09/2020 αίτηση του Ν. Γ. του Κ. για αναίρεση της 4246/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ