Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing lack of new evidence and abuse of process.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the first-instance judgment regarding a property dispute. The appellants argued that the lower court failed to consider specific evidence and imposed excessive legal costs, but the court found no grounds for retrial. Consequently, the appeal was rejected, the case costs were assigned to the losing party, and the appeal fee was remitted to the state treasury.
Legislator headnote
AI generatedArticles 564, 294, 295, 296, 561, 176, 178, 183, 191, 495 of the Code of Civil Procedure: An appeal must be based on new facts or evidence not previously presented; if the lower court's decision is fully reasoned and no new grounds exist, the appeal is inadmissible, and the court retains discretion over cost allocation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 620 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 620/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 18η Δεκεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Σ. Α. Π., κατοίκου ... 2.Ε. Β.Γ., συζύγου Σ. Α. Π., κατοίκου ... οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Κυπριώτη.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Π. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 2.Δ. Μ. του Μ., ο οποίος δεν εμφανίσθηκε, 3.Α. Μ. του Μ., κατοίκου .... Στο σημείο αυτό παραστάθηκε η πληρεξούσια δικηγόρος Ιφιγένεια Μάνθου, η οποία δήλωσε ότι ο ως άνω 2ος αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 6-8-2018 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι του α) Β. χήρα Δ. Μ., το γένος Π. Μ., κάτοικος ..., β) Μ. Μ. του Δ., κάτοικος ..., γ) Μ. Μ. του Δ., κάτοικος ... Άπαντες οι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την ως άνω δικηγόρο Ιφιγένεια Μάνθου και τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Χλούπη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-5-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1154/2017 οριστική του παραπάνω Δικαστηρίου, 714/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα η έφεση κατά της ανωτέρω απόφασης του Πρωτοδικείου, καταργήθηκε η δίκη. Την αναίρεση της 1154/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-3-2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολΔ η προθεσμία άσκησης αναίρεσης (αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα) είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης και κατ' άρθρ. 144 παρ.1 ίδιου κώδικα η προθεσμία αυτή αρχίζει από την επομένη της επίδοσης ημέρα. Περαιτέρω, η κατ' άρθρ. 294 και 296 ΚΠολΔ παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, που εφαρμόζεται και στα ένδικα μέσα, γίνεται (και) με δήλωση του παραιτουμένου στο ακροατήριο (πριν αυτός προχωρήσει στη συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης), που καταχωρίζεται στα πρακτικά (ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου ή με δήλωση στις προτάσεις).
Η τοιαύτη δε παραίτηση, (όπως όταν ο εκκαλών παραιτείται από το δικόγραφο της έφεσής του) έχει ως αποτέλεσμα την τελεσιδικία της εκκληθείσας απόφασης. Προσέτι, κατά την ορθή ερμηνεία του άρθρου 295 παρ. 1α ΚΠολΔ, πρέπει να θεωρηθεί, ότι η ανακληθείσα διαδικαστική πράξη λογίζεται μη γενόμενη και ανύπαρκτη, ως μη ασκηθείσα, όχι κατά την υπόστασή της, αλλά μόνο, κατά τις δεκτικές παραίτησης έννομες συνέπειές της.
Από τα άρθρα δε 294-299 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι με αυτά δεν σκοπήθηκε ο παραιτηθείς από το δικόγραφο της έφεσης να στερηθεί αυτόματα του δικαιώματος της άσκησης αναίρεσης, εάν είχαν παρέλθει μέχρι την παραίτηση αθροιστικά οι προς έφεση και αναίρεση προθεσμίες. Κατ' ακολουθία των προαναφερθέντων, η προθεσμία της άσκησης αναίρεσης κατά πρωτοβάθμιας απόφασης, κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση, από το δικόγραφο της οποίας, πριν από τη συζήτησή της κατά τη νόμιμα ορισθείσα δικάσιμο, παραιτήθηκε ο εκκαλών (με επίδοση σχετικού δικογράφου στον αντίδικό του), αρχίζει από την επομένη της επίδοσης της παραίτησης από αυτήν ή από την επομένη της δήλωσης παραίτησης που καταχωρίζεται στα πρακτικά και όχι από την επομένη της επίδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
Η εν λόγω παραίτηση, καθιστά την απόφαση αυτή τελεσίδικη και αυτή έκτοτε υπόκειται σε αναίρεση από την επομένη της επίδοσης της παραίτησης, εφόσον πρόδηλα στην περίπτωση αυτή, δεν υφίσταται προθεσμία προς άσκησή της (Ολ ΑΠ 473/1983). Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες, στη συζήτηση της από 2-5-2017 έφεσής τους ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, κατά τη δικάσιμο της 1-3-2018, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της ασκηθείσας στις 3/5/2017 έφεσής τους κατά της 1154/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά η οποία είχε επιδοθεί στους εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες στις 4/4/2017.
Η απόφαση δε του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, 714/2018, με την οποία η πιο πάνω έφεση (των αναιρεσειόντων) θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα και καταργήθηκε η (έκκλητη αυτή) δίκη, επιδόθηκε στους αναιρεσιβλήτους στις 21-12-18, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή (του Εφετείου Αθηνών) Δ. Ζ.
στο αντίγραφο της πιο πάνω απόφασης. Περαιτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε με κατάθεση του δικογράφου αυτής στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά στις 30-3-2018. Ήτοι, η άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης είναι νομότυπη, διότι έγινε μετά την τελεσιδικία της αναιρεσιβαλλόμενης, 1154/17 οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (κατά της οποίας δεν υπήρχε πλέον προθεσμία για άσκηση έφεσης) και είναι εμπρόθεσμη, διότι έλαβε χώρα εντός της από το άρθ. 564 παρ. 1 ΚΠολΔ τασσόμενης 30νθήμερης προθεσμίας που άσκησε από την επομένη της κατά τα ως άνω δήλωσης παραίτησης από το δικόγραφο της εμπρόθεσμης έφεσης.
Γι' αυτό, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, απορριπτόμενης της περί του αντιθέτου ένστασης των αναιρεσιβλήτων, με την οποία αυτοί αντιτάσσονται κατά του παραδεκτού (λόγω εκπρόθεσμης, κατ' αυτούς, άσκησης) της αίτησης αναίρεσης. IΙ. Κατ' άρθρ. 937 ΑΚ, η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση (εδ.α).
Περαιτέρω κατ' άρθρ. 262 ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν (εδ. α). Έτι περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο η πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να μνημονεύεται η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη. Έτι δε ειδικότερα, όταν στην αναιρεσιβαλλομένη αποδίδεται η αιτίαση, ότι απέρριψε την από το άρθρ. 937 ΑΚ ένσταση παραγραφής, των αγωγικών από αδικοπραξία αξιώσεων, πρέπει (μεταξύ των άλλων) να καθορίζονται (κατ' άρθρ. 937 ΑΚ, 262 ΚΠολΔ) οι φερόμενες ως παραγεγραμμένες αξιώσεις, ειδάλλως ο λόγος είναι αόριστος.
Εξετέρου, κατ' άρθρ. 321 ΚΠολΔ, όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο. Κατά δε το άρθρο 324 ΚΠολΔ, δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.
Ωσαύτως, η καταψήφιση του ηττηθέντος διαδίκου στη δικαστική δαπάνη δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού είναι συνέπεια της αρχής της ήττας που καθιερώνει το άρθρ. 176 ΚΠολΔ, ενώ η κατανομή των δικαστικών εξόδων ανάλογα με το μέγεθος της νίκης ή της ήττας κάθε διαδίκου κατά το άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠολΔ ή ο συμψηφισμός τους εν όλω ή εν μέρει, κατά το άρθρο 179 του ίδιου κώδικα λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας κατά την ερμηνεία του κανόνα δικαίου, που εφαρμόστηκε, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, αφού αφορά σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και δεν ελέγχεται συνεπώς αναιρετικά (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), εφόσον στην απόφαση βεβαιώνεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις των ως άνω άρθρων (ΑΠ 1515/2007).
III. Ο από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Σύμφωνα δε με τον άνω αρ. του ίδιου άρθρου εδ. β, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτικών πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου.
Ο προαναφερόμενος λόγος δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή, με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει με βάση αυτά την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτικά περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ ΑΠ 8/2005).
Περαιτέρω, κατά τον αρ.11γ του ίδιου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.
Έτι περαιτέρω, κατά τον αρ. 16 του άνω άρθρου, δημιουργείται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα, από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Αν όμως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη δεδικασμένου, τότε δεν ιδρύεται ο ως άνω από τον αρ. 16 λόγος αναίρεσης.
Προσέτι, κατά την έννοια του αρ.19 του ίδιου άρθρου, η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 24/1992).
Οι παραπάνω από τους αρ. 1 και 19 του άνω άρθρου λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
IV. Η απόφαση 1154/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, (η οποία, όπως προαναφέρθηκε, έχει τελεσιδικήσει και εδώ είναι προσβαλλόμενη, μετά την παραίτηση των αναιρεσειόντων από το δικόγραφο της κατ' αυτής έφεσης και την κατάργηση της έκκλητης δίκης με την 714/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά), επιτρεπτώς επισκοπούμενη, έχει ως εξής: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν με την επιμέλεια των διαδίκων στο ακροατήριο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και εμπεριέχονται στα ταυτάριθμα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ως άνω Δικαστηρίου, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζονται μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους, εκ των οποίων (εγγράφων) ορισμένα λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη σημείωση κατωτέρω, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, μεταξύ των οποίων και οι φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται από τους αντιδίκους τους και οι οποίες θεωρούνται ιδιωτικά έγγραφα (ΑΠ 378/1997 ΕλλΔνη 1997.1789, άρθρα 444 αριθ. 3, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 ΚΠολΔ), τα διδάγματα της κοινής λογικής και πείρας, που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη (336 παρ. 4 ΚΠολΔ), τις από Αυγούστου 2007 και Σεπτεμβρίου 2007 (αρχική και συμπληρωματική) εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης - με τα συνημμένα σ'αυτές τοπογραφικά διαγράμματα, σκαριφήματα και φωτογραφίες - της τοπογράφου μηχανικού Κ.
Α., η οποία διορίστηκε πραγματογνώμονας με την υπ'αριθμ. 677/2006 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Πειραιά, την από 20-6-2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης - με τα συνημμένα σ'αυτήν τοπογραφικά διαγράμματα - του διπλωματούχου αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Ν. Α., ο οποίος διορίστηκε με την υπ'αριθμ. 5638/2007 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες:
α) υπ'αρ. ...-3-2009 και ...15-9-2010 ένορκες βεβαιώσεις των Ν. Π. και Χ. Τ. αντίστοιχα, που εξετάστηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά με την επιμέλεια των εναγόντων, οι οποίες λήφθηκαν μετά νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων (βλ υπ' αρ. .../12- 5-2008 και .../12-5-2008 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ.
Κ. για την υπ'αριθ. ...2009 ένορκη βεβαίωση και υπ' αριθμ. .../22-7-2009 εκθέσεις επίδοσης του αυτού δικαστικού επιμελητή Γ. Κ. για την υπ' αριθμ. ...2010 ένορκη βεβαίωση) και β) υπ'αριθμ. .../2004, .../2005, .../2006 και ...2006 ένορκες βεβαιώσεις των Θ. Γ., Δ. Ε., Χ. Τ. και Θ. Ε. αντίστοιχα, που εξετάστηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά και οι οποίες δόθηκαν στα πλαίσια άλλων δικών, καθώς και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία, αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Δυνάμει του υπ'αριθμ. .../1973 συμβολαίου του συμβ/φου Καλαυρίας Α. Λ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα, οι δύο πρώτοι των εναγόντων αγόρασαν κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ένα αγροτικό ακίνητο, το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Τροιζήνας, έχει έκταση 14.390 τμ, περιέχει ελιές και ορισμένα άλλα δένδρα, απεικονίζεται με τα περιμετρικά στοιχεία ...
στο από Μαρτίου 1971 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Γ. Σ., που είναι συνημμένο στο παραπάνω συμβόλαιο, και συνορεύει κατ' αυτό δυτικά σε πλευρά 36 μ. με ιδιοκτησία Γ. Σ., ανατολικά σε πλευρά 64,22 μ. με ιδιοκτησία κληρονόμου Δ. Γ. (ήδη ιδιοκτησίας Β. Σ.), βόρεια σε πλευρά 125 μ., 47 μ. και 77 μ. με αιγιαλό και πέραν αυτού με θάλασσα, και νότια σε πλευρά 140 μ.
με τη δημόσια οδό .... Το ακίνητο αυτό, όπως αναφέρεται και στον πιο πάνω τίτλο κτήσεως των εναγόντων, διασχίζεται από μιαν αγροτική οδό (ημιονική ατραπό - μονοπάτι), η οποία απεικονίζεται στο προαναφερόμενο σχεδιάγραμμα του Γ. Σ. και βαίνει σχεδόν παράλληλα προς την οδό ... και για την οποία θα γίνει λόγος πιο κάτω.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι το 1977 καθένας από τους δύο πρώτους ενάγοντες μεταβίβασε λόγω δωρεάς το ήμισυ της ιδανικής του μερίδας στο εν λόγω ακίνητο στον τρίτο εξ αυτών με το υπ'αριθμ. .../1977 συμβόλαιο της συμβ/φου Πειραιά Κ. Φ., το οποίο, επίσης, έχει μεταγραφεί νόμιμα, και έτσι καθένας από τους ενάγοντες έχει έκτοτε το 1/3 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου.
Αφότου οι ενάγοντες απέκτησαν το παραπάνω ακίνητο, το κατείχαν με διάνοια συγκυρίων κατά το προαναφερόμενο ποσοστό, ασκώντας επ'αυτού τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του. Πιο συγκεκριμένα, οι ενάγοντες και κυρίως ο πρώτος εξ αυτών, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό και των υπολοίπων, το επόπτευαν και το επιτηρούσαν με τακτικές επισκέψεις, συνέλεγαν τους καρπούς των δένδρων που υπήρχαν σ'αυτό, το εμβαδομετρούσαν και απέτρεπαν κάθε επ' αυτού επέμβαση τρίτων.
Επίσης, αυτοί υπέβαλαν στις αρμόδιες αρχές αιτήσεις και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, προκειμένου να γίνει οριοθέτηση του αιγιαλού και της παραλίας στην υπόψη περιοχή και να λάβουν τις κατά νόμο άδειες για να κατασκευάσουν στο εν λόγω ακίνητο ξενοδοχειακή μονάδα. Οι εναγόμενοι τυγχάνουν συγκύριοι όμορου προς τα δυτικά ακινήτου, το οποίο απέκτησαν το 2001.
Το ακίνητο αυτό νότια συνορεύει με τον προαναφερόμενο αγροτικό δρόμο - μονοπάτι, που διασχίζει την ιδιοκτησία των εναγόντων και ο οποίος είναι επίδικος. Ο εν λόγω δρόμος παλαιότερα είχε μήκος πολλών χιλιομέτρων, διερχόταν μέσα από αγρούς και δασικές εκτάσεις και διακλαδιζόταν προς εξωκκλήσια, παραλίες και αγροικίες, εξυπηρετώντας τους κατοίκους των γειτονικών οικισμών και τους ιδιοκτήτες των ακινήτων της περιοχής.
Το μέσο πλάτος του δρόμου αυτού, όπως σαφώς συνάγεται από τα τμήματά του, που δεν έχουν διαπλατυνθεί κατά τα τελευταία έτη με μηχανικά μέσα, δεν υπερέβαινε τα 2,00 μέτρα. Ήταν, δηλαδή, κατάλληλος μόνο για την κυκλοφορία πεζών ανθρώπων και ζώων και για το λόγο προφανώς αυτόν στους χάρτες της Γ.Υ.Σ. χαρακτηρίζεται ως ημιονικός δρόμος.
Όσον αφορά το τμήμα του, που εξυπηρετούσε τις ιδιοκτησίες των διαδίκων, πριν από τις κατωτέρω περιγραφόμενες ενέργειες των εναγομένων, είχε αφετηρία τη δημόσια οδό ... και κατεύθυνση βορειοδυτική, διερχόταν αρχικά μέσα από τη γειτονική ιδιοκτησία Δ. Γ. και ήδη Β. Σ., διέσχιζε το ακίνητο των εναγόντων από ανατολικά προς δυτικά, βαίνοντας σχεδόν παράλληλα και σε απόσταση 40 περίπου μέτρων από τον άξονα της οδού ..., και συνέχιζε τη διαδρομή της δυτικότερα, διερχόμενη νοτίως και σε επαφή με το νότιο όριο της ιδιοκτησίας των εναγομένων.
Από τη δεκαετία ωστόσο του 1950, οπότε διανοίχθηκε η κεντρική ασφαλτοστρωμένη ήδη οδός ..., η οποία εξυπηρετεί καλύτερα τους κατοίκους και κτηματίες της περιοχής, η επίμαχη αγροτική οδός περιέπεσε σταδιακά σε αχρησία, χωρίς όμως να απολέσει τον κοινόχρηστο χαρακτήρα της με κάποιο νόμιμο τρόπο. Σημειώνεται ότι κατά τα έτη 1994 - 1995, η κυρία του ομόρου προς ανατολάς ακινήτου Β.
Σ. ανήγειρε στο όριο του ακινήτου της με το ακίνητο των εναγόντων μανδρότοιχο και εκτέλεσε στο ακίνητό της διάφορες οικοδομικές εργασίες και έτσι απέκοψε και ενσωμάτωσε στην ιδιοκτησία της το τμήμα της επίδικης οδού, μήκους 37 μ. περίπου, το οποίο άρχιζε από τη δημόσια οδό ... και έφθανε στο όριο των παραπάνω ιδιοκτησιών.
Και ενώ έτσι είχαν τα πράγματα, το 2002 οι εναγόμενοι, σκοπεύοντας να κατασκευάσουν στην ιδιοκτησία τους οικοδομή και μη έχοντας τη δυνατότητα να την προσεγγίσουν με αυτοκίνητα λόγω του μικρού πλάτους της επίδικης οδού αλλά και του γεγονότος ότι το περιγραφόμενο αμέσως πιο πάνω τμήμα της, το οποίο τη συνέδεε με την οδό ..., είχε αποκοπεί και ενταχθεί στην ιδιοκτησία της Β.
Σ., εκτέλεσαν στο ακίνητο των εναγομένων, χρησιμοποιώντας τα κατάλληλα μηχανήματα, τις εξής χωματουργικές εργασίες: α) αρχικά διένοιξαν στο νοτιοανατολικό άκρο της ιδιοκτησίας των εναγόντων αφενός ένα πλάτωμα, το οποίο χρησιμοποιούσαν για τη στάθμευση και τους ελιγμούς των οχημάτων τους και αφετέρου ένα συνεχόμενο με το πλάτωμα αυτό (νέο) δρομίσκο, μήκους 33 μέτρων και πλάτους 3-4 μέτρων, με το οποίο συνέδεσαν ξανά την επίδικη οδό με την οδό ....
Το πλάτωμα και ο δρομίσκος έχουν συνολικό μήκος 356,26 τμ. β) Στη συνέχεια διαπλάτυναν την επίδικη οδό - μονοπάτι κατά το τμήμα της που εμπίπτει στο ακίνητο των εναγόντων και σε μήκους 166,54 μέτρων με εκσκαφές και επιχώσεις και δημιούργησαν έτσι οδό που έχει μέσο συνολικό πλάτος χωμάτινου οδοστρώματος (συμπεριλαμβανομένου του πλάτους του παλαιού μονοπατιού) 4 μέτρων.
Με τον τρόπο αυτό προσέθεσαν στην επίδικη οδό και άλλο τμήμα της ιδιοκτησίας των εναγόντων, συνολικής έκτασης 778,54 τμ, πλέον του τμήματος που καταλαμβάνουν τα αναφερόμενα πιο πάνω πλάτωμα και νέος δρομίσκος [βλ για όλα τα παραπάνω μεγέθη αναλυτικά τις από Αυγούστου 2007 και Σεπτεμβρίου 2007 (αρχική και συμπληρωματική) εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης με τα συνημμένα σ'αυτές τοπογραφικά διαγράμματα, σκαριφήματα και φωτογραφίες της τοπογράφου μηχανικού Κ.
Α.). Επομένως, η συνολική επιφάνεια της ιδιοκτησίας των εναγόντων, στην οποία εκτέλεσαν οι εναγόμενοι τις προπεριγραφόμενες χωματουργικές εργασίες, ανέρχεται σε 1.130,80 τμ (ήτοι 352,26 + 778,54). Όλα τα παραπάνω έχουν κριθεί τελεσίδικα πλέον με την υπ' αριθμ. 541/2006 οριστική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο δίκασε, όπως προαναφέρεται, επί προηγούμενης αγωγής περί διατάραξης της συννομής μεταξύ των αυτών διαδίκων, η οποία (απόφαση) επικυρώθηκε, εν συνεχεία, από την υπ'αριθμ. 1070/2007 οριστική απόφαση του Εφετείου Πειραιά (με την οποία, σημειωτέον, κρίθηκε ότι η επίδικη έκταση, επί της οποίας οι εναγόμενοι διαταράσσουν τη νομή των εναγόντων έχει - κατ'ορθότερη και επακριβέστερη εμβαδομέτρηση - συνολική επιφάνεια 1.130,80 τμ) και δεσμεύουν το παρόν Δικαστήριο, το οποίο οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από τις ως άνω αποφάσεις.
Εντούτοις, οι εναγόμενοι, οι οποίοι αρνούνται να αποδεχθούν την υφιστάμενη πραγματική κατάσταση επί του επιδίκου τμήματος, συνεχίζουν να διαταράσσουν τη συννομή των εναγόντων επ'αυτού. Ειδικότερα, κατά χρονικό διάστημα από Απρίλιο του 2006 έως Μάρτιο του 2008, οι ίδιοι και οι προστηθέντες από αυτούς υπάλληλοι - εργάτες άλλοτε διέρχονταν παράνομα και υπαίτια πεζή και με αυτοκίνητα - βαρέα μηχανήματα από την άνω επίδικη οδό και άλλοτε προέβαιναν σε διαμορφώσεις αυτής (οδού) με τη χρήση σκαπτικών μηχανημάτων, με αποτέλεσμα να προκληθούν σωρεία έντονων επεισοδίων μεταξύ των διαδίκων.
Μάλιστα, κατά το χρονικό διάστημα από τις 10-5-2007 έως 31-5-2007, οι εναγόμενοι τοποθέτησαν παράνομα και αυθαίρετα εντός του οικοπέδου των εναγόντων σωλήνα, αρχόμενο από την επαρχιακή οδό ..., πλησίον του ανατολικού ορίου και σε απόσταση προς δυσμάς από το εκκλησάκι που φαίνεται στο σχεδιάγραμμα No 1 της άνω πραγματογνώμονα εξ (6) μέτρα από το δυτικό τοίχο αυτού, εκτεινόμενο προς τη θάλασσα εντός του οικοπέδου των εναγόντων σε παράλληλη κατεύθυνση με τα όρια του οικοπέδου της όμορης ιδιοκτήτριας Β.
Σ. και σε απόσταση έξι μέτρων από αυτά σε μήκος 50 μέτρα, όπου ενώνεται με την σωλήνα που οι ίδιοι είχαν τοποθετήσει κατά το έτος 2003 και με κατεύθυνση προς δυσμάς, δηλ. προς το κτήμα τους, σε βάθος εντός του χώματος 0,70 μ, διερχόμενο μέσα από τον νεοανοιγέντα δρόμο και πλάτωμα. Συνακόλουθα, οι εναγόμενοι πρέπει να αφαιρέσουν το σωλήνα αυτό, παραλείποντας - λόγω του κινδύνου επανάληψης - να διαταράσσουν στο μέλλον τη συννομή των εναγόντων επί του επιδίκου τμήματος με παρόμοιες πράξεις.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι κατά το χρονικό διάστημα από 15 Μαϊου του 2003 έως τα τέλη του 2003 οι εναγόμενοι, προκειμένου να διευκολυνθούν στην κατασκευή της οικοδομής τους και στη διάνοιξη χαντακιού πλάτους 1-1,5 μέτρων, όπου και τοποθέτησαν το πρώτον υδρευτικούς σωλήνες, κατά τα προεκτεθέντα, έκοψαν και ξερίζωσαν, παράνομα και αυθαίρετα, 70 περίπου δένδρα της επίδικης έκτασης (ήτοι 30 ελαιόδενδρα, 20 κερασιές και 20 αμυγδαλιές), τα οποία και εκτιμώνται στα 300 ευρώ το καθένα, ήτοι συνολικά στο ποσό των 21.000 ευρώ (300 χ 70), ζημία την οποία προκάλεσαν υπαίτια οι εναγόμενοι και συνεπώς πρέπει να αποκαταστήσουν.
Επιπλέον, οι ενάγοντες - λόγω της ως άνω υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων - στερήθηκαν, κατά το χρονικό διάστημα από μήνα Μάιο του έτους 2003 έως το χρόνο κατάθεσης της αγωγής, το καρπό των προαναφερόμενων 30 ελαιοδένδρων, γεγονός που δεν αμφισβητούν ειδικά οι εναγόμενοι. Η αξία δε αυτού (καρπού), λαμβάνοντας υπόψη τα διδάγματα της κοινής εμπειρίας, έχει ως εξής:
Ένα (1) ελαιόδενδρο αποδίδει περί τα τέσσερα (4) τσουβάλια ελιές χ πενήντα (50) κιλά ελιές το τσουβάλι = διακόσια (200) κιλά ελιές ανά ελαιόδενδρο. Με δεδομένο ότι τα πέντε (5) κιλά ελιές αποδίδουν περί το ένα (1) κιλό λάδι, τα διακόσια (200) κιλά αποδίδουν σαράντα (40) κιλά λάδι (ήτοι 200 : 5) χ 6 ευρώ το κιλό = διακόσια σαράντα (240) ευρώ σε λάδι αποδίδει κάθε ελαιόδενδρο χ τριάντα (30) ελαιόδενδρα = 7.200 ευρώ χ 5 έτη (σ.σ.
εσφαλμένα οι ενάγοντες υπολογίζουν το χρονικό αυτό διάστημα σε έξι έτη) = 36.000 ευρώ.
Συνεπώς, οι ενάγοντες ζημιώθηκαν κατά το άνω ποσό των τριάντα έξι χιλιάδων ευρώ (36.000), ποσό το οποίο αντιστοιχεί στα κέρδη που θα αποκόμιζαν με πιθανότητα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν δεν μεσολαβούσε η ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, γενόμενου εν μέρει δεκτού ως ουσία βάσιμου του σχετικού αγωγικού κονδυλίου.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ομοιομορφία του τοπίου διαταράχθηκε από τα αυθαίρετα έργα διαπλάτυνσης του παλαιού μονοπατιού, που διασχίζει το κτήμα των εναγόντων, και συνίστανται στην διεξαγωγή εκσκαφών επ'αυτού καθώς και στην κατασκευή πλατώματος στην είσοδο του μονοπατιού από τον επαρχιακό δρόμο Ναυπλίου - Καλλονής για διαμόρφωση χώρου στάθμευσης και ελιγμών των οχημάτων, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα ανωτέρω.
Έτσι, για την αποκατάσταση του μονοπατιού και του διαμορφωμένου πλατώματος στην προτέρα τους κατάσταση, ώστε με την πάροδο κάποιου χρονικού διαστήματος να αποκατασταθεί στο μέγιστο βαθμό το φυσικό τοπίο, απαιτείται επιχωμάτωση του πλατώματος, των πρανών και της επιφάνειας κυκλοφορίας του μονοπατιού καθώς και μείωση του πλάτους αυτού από τα 4,00 μέτρα, που είναι σήμερα μετά τις αυθαίρετες εκσκαφές, στα 2,00 μέτρα, πλάτος με το οποίο προϋπήρχε πριν το 1945.
Σημειωτέον, με βάση την από Απριλίου 2008 τεχνική έκθεση (υπολογισμού δαπάνης αποκατάστασης του παλαιού μονοπατιού) του τοπογράφου μηχανικού Ε. Κ., που προσκομίζουν μετ'επικλήσεως οι ενάγοντες, από επιτόπια αυτοψία εκτιμήθηκε ποσοστό βραχώδους εκσκαφής 80% και γαιώδους 20%, ενώ το μήκος του ορύγματος θεμελίου υπολογίστηκε σε 107 μέτρα.
Σύμφωνα δε με τον πίνακα προϋπολογισμού, που συνοδεύει την ως άνω τεχνική έκθεση, οι δαπάνες για τις αναγκαίες επιμέρους εργασίες έχουν αναλυτικά ως εξής:
Συνεπώς, η συνολική δαπάνη για τις άνω εργασίες, η οποία - αν και μελλοντική - είναι σαφώς προσδιορισμένη, ανέρχεται στο ποσό των 24.536 ευρώ (ήτοι 55 + 1.290 + 3.210 + 5.993 + 4.972 + 1.100 + 2.420 + 4.950 + 546). Αντιθέτως, όσον αφορά το κονδύλιο των 3.680,40 ευρώ, το οποίο μνημονεύεται στον αυτό πίνακα ως έξοδα με τον τίτλο "...%", απορρίπτεται ως αβάσιμο, αφού δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένη κατ'είδος δαπάνη αλλά ενέχει γενικόλογη και ασαφή αιτιολογία.
Το αυτό ισχύει και για το κονδύλιο των 5.078,952 ευρώ, το οποίο χαρακτηρίζεται ως "Γενικά έξοδα και εργολαβικό όφελος 18%" αφού ουδόλως αποδεικνύεται σε ποια συγκεκριμένη δαπάνη αναφέρονται τα γενικά αυτά έξοδα με αποτέλεσμα να καθίσταται έτσι ανέφικτος ο υπολογισμός από το Δικαστήριο και του εργολαβικού οφέλους.
Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση και την έκταση της ιδιοκτησίας των εναγόντων σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής λογικής και εμπειρίας, αποδείχθηκε ότι η εμπορική αξία ολόκληρου του ακινήτου (επιφανείας 14.390 τμ), κατά τον κρίσιμο χρόνο συζήτησης της υπό κρίση αγωγής (ΑΠ 802/2013 ΔΕΕ 2014.61), κατά τον οποίο (χρόνο) η αγοραστική αξία των ακινήτων έχει μειωθεί δραστικά λόγω της γενικότερης οικονομικής κρίσης που μαστίζει την Ελλάδα τα τελευταία έτη και της επιγενόμενης μείωσης του αγοραστικού ενδιαφέροντος, ανέρχεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο ποσό των 900.000 ευρώ.
Συνεπεία της φύσης και της έκτασης των ζημιών που υπέστη το επίδικο τμήμα από τις αυθαίρετες επεμβάσεις των εναγομένων [οι οποίες (ζημιές) δεν θα αποκατασταθούν άμεσα και σε όλη τους την έκταση με τις ανωτέρω εκτιθέμενες εργασίες αποκατάστασης], μειώθηκε η ανωτέρω εμπορική αξία της ιδιοκτησίας, κατά την έννοια της εμπορικής υπαξίας, που συνίσταται στη μείωση της μεταπωλητικής της αξίας, το Δικαστήριο δε καθορίζει τη μείωση αυτή σε ποσοστό 10%, ήτοι στο ποσό 90.000 ευρώ (900.000 χ 10%) γενόμενου εν μέρει δεκτού ως ουσία βάσιμου του σχετικού αγωγικού κονδυλίου.
Τέλος, οι ενάγοντες από την παραπάνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, έχουν δοκιμάσει μεγάλη ψυχική, ηθική και σωματική ταλαιπωρία, που έχει αντίκτυπο στην οικογενειακή - προσωπική ζωή τους, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται εύλογη, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (989 εδ.
β', 914, 299, 932 ΑΚ). Ειδικά, όμως, όσον αφορά τον πρώτο ενάγοντα, σημειώνεται ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ανωτέρω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων και των προβλημάτων υγείας που ο ίδιος αντιμετωπίζει, τα όσα δε περί αντιθέτου αυτός ισχυρίζεται απορρίπτονται ως ουσία αβάσιμα.
Λαμβανομένων δε υπόψη των τιθέμενων περιστατικών (συνθηκών τέλεσης αδικοπραξίας, βαθμού πταίσματος εναγομένων, είδους και διάρκειας προσβολής, περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των μερών), η χρηματική αυτή ικανοποίηση πρέπει να προσδιοριστεί στο ποσό των 5.000 ευρώ για έκαστο των εναγόντων, κατά μερική αποδοχή ως ουσία βάσιμου του σχετικού αιτήματος της αγωγής.
Συνεπώς, οι ενάγοντες - λόγω της ανωτέρω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων - δικαιούνται για τις παραπάνω αιτίες το συνολικό ποσό των 186.536 ευρώ (ήτοι 21.000 + 36.000 + 24.536 + 90.000 + 15.000), έκαστος δε εξ αυτών δικαιούται το ποσό των 62.178,66 ευρώ (ήτοι 186.536 : 3).
Συνακόλουθα, η ένδικη αγωγή, καθ'ο μέρος κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αφαιρέσουν το σωλήνα, που παράνομα έχουν τοποθετήσει, σε αντικατάσταση του παλαιού σωλήνα, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας, και να παραλείπουν να διαταράσσουν τη συννομή των εναγόντων στο μέλλον με παρόμοιες πράξεις".
Μετά ταύτα το δικαστήριο αυτό, κατά παραδοχή εν μέρει της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, (από τους οποίους ο 2ος στις 6-8-18 αποβίωσε και τη δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι του), υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να αφαιρέσουν τοποθετηθέντα από τους ίδιους σωλήνα, να παραλείπουν μελλοντική διατάραξη της συννομής των αναιρεσιβλήτων στο ακίνητό τους και αναγνώρισε την εις ολόκληρον υποχρέωση των αναιρεσειόντων να καταβάλουν τα αναφερόμενα σε έκαστο των αναιρεσιβλήτων χρηματικά ποσά για αποζημίωση της προκληθείσας από αυτούς (αναιρεσείοντες) ζημίας και χρηματική ικανοποίηση της ηθικής τους (αναιρεσιβλήτων) βλάβης.
V. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το α' μέρος αυτού, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται, ότι το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στην κατ' άρθρ. 559 αρ.1α ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι: Την προβληθείσα με τις προτάσεις τους ένσταση, κατ' άρθρ. 937 ΑΚ, ότι η φερόμενη αγωγική σε βάρος τους αξίωση αποζημίωσης (των αναιρεσιβλήτων), που απορρέει από την αδικοπρακτική συμπεριφορά τους, εξαιτίας της δήθεν διάνοιξης δρόμου κατά τον Φεβρουάριο 2002, είναι παραγεγραμμένη, την απέρριψε ως αόριστη, γιατί δεν είχαν αναφέρει, (όπως έκρινε η προσβαλλομένη), το χρόνο που γεννήθηκε η αξίωση, το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής και το χρόνο επίδοσης της αγωγής.
Εν τούτοις, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες η ένστασή τους ήταν ορισμένη, αφού ισχυρίσθηκαν τα ακόλουθα: Ότι η αγωγική αξίωση για αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας για παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά τους (αναιρεσειόντων) σε βάρος τους (αναιρεσιβλήτων), που δήθεν έλαβε χώρα το Φεβρουάριο 2002, έχει υποπέσει στην κατ' άρθρ. 937 ΑΚ πενταετή παραγραφή, αφού η επικαλούμενη από τους αναιρεσιβλήτους 1070/07 απόφαση του Εφετείου Πειραιά παράγει δεδικασμένο, μόνο όμως για τα θέματα που κρίθηκαν με αυτήν, σε κανένα σημείο της οποίας δεν γίνεται λόγος για υπαίτια συμπεριφορά τους (αναιρεσειόντων) σε βάρος των αναιρεσιβλήτων.
Ο λόγος, κατά το μέρος αυτό, είναι αβάσιμος, διότι, όπως επισκοπήθηκε, στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται για το αντίστοιχο ζήτημα η αιτιολογία, ότι ο σχετικός ισχυρισμός είναι απορριπτέος λόγω αοριστίας, καθόσον ειδικότερα, δεν αναφέρεται ο χρόνος, κατά τον οποίο γεννήθηκε η αξίωση, το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής και ο χρόνος επίδοσης της αγωγής, προκειμένου να διαπιστωθεί αν, με αφετηρία το ανωτέρω χρονικό σημείο και μέχρι την επίδοση της αγωγής, από την οποία διακόπτεται η παραγραφή, συμπληρώθηκε ο χρόνος αυτής.
Επομένως, με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, δεν υπέπεσε στην πιο πάνω αποδιδόμενη πλημμέλεια, αφού τα ενώπιόν του προαναφερόμενα, που οι αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν για να στηρίξουν την ένσταση αυτή, δεν περιέχουν τα αναγκαία για το ορισμένο της ένστασής τους στοιχεία, όπως δέχθηκε και η προσβαλλομένη, η οποία, συνεπώς, δεν παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή) την πιο πάνω ουσιαστική διάταξη (937 ΑΚ), παρά τα όσα αντίθετα καταλογίζουν οι αναιρεσείοντες.
Με τον ίδιο λόγο κατά το β' μέρος του οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Πρωτοδικείο ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 1α του ίδιου άρθρου, διότι παραβίασε (κατ' εκτίμηση με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή) τις διατάξεις του αρθ. 2 παρ.1 α.ν. 1539/1938 (περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, αφού επί αδέσποτων δεν υπάρχουν ιδιωτικά δικαιώματα, αλλά νομέας είναι το Δημόσιο, έστω και αν ουδεμία ενήργησε πράξη νομής) και των άρθρ. 974-998 ΑΚ περί νομής.
Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ότι οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά στην άσκηση της κριθείσας αγωγής για ικανοποίηση αξιώσεων, όπως το επιδικασθέν ποσό υπαξίας της δήθεν ιδιοκτησίας τους σε ουδεμία πράξη νομής προέβησαν επί του επιδίκου, που εμφανίζει δασική βλάστηση.
Ο λόγος, κατά το αντίστοιχο μέρος, είναι αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε λανθασμένη προϋπόθεση. Ήτοι: Καθόσον αφορά στην περί παραβίασης του α.ν. 1539/38 αιτίαση, διότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε (ανελέγκτως) ότι είναι αγροτικό το επίδικο. Επίσης, σε σχέση με την αποδιδόμενη παραβίαση των περί νομής διατάξεων, το Πρωτοδικείο στην κρινόμενη υπόθεση δεν ερεύνησε το ζήτημα της νομής, των αναιρεσιβλήτων διότι είχε κριθεί με δύναμη δεδικασμένου από την 541/2006 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά την εκδίκαση της από 8-11-04 αγωγής διατάραξης της συννομής τους (των αναιρεσιβλήτων).
Με τον ίδιο λόγο, μέρος γ', οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι παραβιάστηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας κι ότι έτσι το δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια υπ' αρ. 1β του άνω άρθρου, διότι ειδικότερα: Κατά τον υπολογισμό της αξίας ενός εκάστου των δένδρων που αυτοί (αναιρεσείοντες) φέρονται ότι κατέστρεψαν, το δικαστήριο δέχτηκε την αόριστη αναφορά στο δικόγραφο της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, ότι αποκόπηκαν περί τα 70 δένδρα (30 ελιές, 20 κερασιές και 20 αμυγδαλιές), αξία εκάστου 300€, ισχυρισμό που έπρεπε να απορρίψει ως αόριστο, καθώς, όπως είναι γνωστό, τα διάφορα δένδρα δεν έχουν την ίδια ανεξαιρέτως αξία, αλλά αυτή υπολογίζεται από ειδικότερες ιδιότητες αυτών, όπως το είδος τους, η ηλικία τους, το μέγεθός τους και η παραγωγή τους, ιδίως δε, ως προς τον τρόπο υπολογισμού της δήθεν απώλειας λαδιού των αναιρεσιβλήτων, για την οποία η προσβαλλομένη επιδίκασε σε βάρος τους (αναιρεσειόντων) το ποσό των 36.000 €, πέραν των ανωτέρω αναφερόμενων για την ανυπαρξία συστηματικής καλλιέργειας που αυτοί (αναιρεσείοντες) απέδειξαν και ουδόλως το δικαστήριο έλαβε υπόψη του δεχθέν την ανά ελαιόδενδρο παραγωγή 200 Kgr* ελιών, 40 Kgr* λάδι και 240 € σε λάδι χ 30 ελαιόδενδρα=7.200 €.
Πλην όμως, όπως ωσταύτως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, αυτός ο τρόπος υπολογισμού είναι αόριστος, αφού δεν μνημονεύονται οι επιμέρους ιδιότητες των ελαιοδένδρων, ήτοι η ηλικία και το μέγεθός τους, καθώς η παραγωγή λαδιού ποικίλλει από δένδρο σε δένδρο, ανάλογα με τα δύο αυτά στοιχεία. Ο λόγος, κατά το μέρος αυτό είναι απαράδεκτος, διότι τα υπό το περιεχόμενό του εκτιθέμενα περιστατικά δεν αποτελούν διδάγματα κοινής πείρας αλλά ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομική σκέψη, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, μέρος α', οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 16 του άνω άρθρου, διότι: Απέρριψε εσφαλμένα τους ισχυρισμούς τους, ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν είναι νομείς της επίδικης έκτασης, καθώς αυτή ήταν ανέκαθεν δημόσια δασική.
Ισχυρίζονται, ακόμη, αυτοί, ότι ήδη κατά το χρόνο συζήτησης της κριθείσας αγωγής των αναιρεσιβλήτων ουδόλως είχε ξεκαθαρίσει το ζήτημα του δασικού ή μη χαρακτήρα του επιδίκου, (που επηρεάζει όχι μόνο τη νομή των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο, αλλά και την ύπαρξη των δένδρων, που τους αποδίδεται (στους αναιρεσείοντες) η καταστροφή τους).
Η δε προσβαλλομένη, κατά τους αναιρεσείοντες, δεν έπρεπε να απορρίψει τους ανωτέρω ισχυρισμούς τους (αναιρεσειόντων), αλλά να εξετάσει εκ νέου αυτούς, υπό το πρίσμα των νέων δεδομένων, ισχυρισμούς που επιβεβαιώνονται με την ανάρτηση των δασικών χαρτών. Ο λόγος αυτός, κατά το αντίστοιχο μέρος, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και δη:
Κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, με την προσβαλλόμενη απόφαση το επίδικο είναι αγροτικό ακίνητο, για το οποίο η διατάραξη της επ' αυτού συννομής των αναιρεσιβλήτων από τους αναιρεσείοντες κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, μετά την τελεσίδικη ευδοκίμηση της από 8-11-04 αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατά των αναιρεσειόντων κατά τα ως άνω.
Ήδη, δε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 324 ΚΠολΔ, ήχθη προς επανάκριση το ζήτημα αυτό (με την ένδικη αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου), με ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες. Με τον ίδιο λόγο κατά το β' μέρος αυτού, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται, ότι η προσβαλλομένη εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και, ιδίως, την προσκομισθείσα από 20-6-2009 πραγμ/νη του Ν.
Α., με την παραδοχή, ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) κατέστρεψαν περί τα 70 δένδρα, επιδικάζοντας σε βάρος τους αποζημίωση, αν και ο ανωτέρω πραγμ/νας καταλήγει, ότι το τμήμα των 11.390 τ.μ. δεν εμπίπτει στους τίτλους ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων και ουδέποτε καλλιεργήθηκε. Έτσι δε κατά τους αναιρεσείοντες καταδεικνύεται το αναληθές του αγωγικού ισχυρισμού περί καλλιέργειας και χρησικτησίας του επιδίκου από τους αναιρεσιβλήτους και τους δικαιοπαρόχους τους.
Προσέτι, οι αναιρεσείοντες εκθέτουν, ότι ο παραπάνω πραγμ/νας στο από Ιούνιο 2009 τοπογραφικό διαγραμμά του φωτοερμηνείας επί της αεροφωτογραφίας με χρόνο λήψης το 2000 αναφέρει, ότι το τμήμα των 11.390 τ.μ. καλύπτεται από δασικά είδη, χωρίς την ύπαρξη συστηματικών καλλιεργειών, ενώ στην φωτοερμηνεία αεροφωτογραφίας του 2007 αναφέρει, ότι η δασική βλάστηση δεν έχει διαφοροποιηθεί και δεν εμφαίνεται καταστροφή δασικών ειδών εκατέρωθεν του παλιού επαρχιακού δρόμου, ώστε να έχουν υποστεί την οποιαδήποτε ζημία σε καλλιέργειες οι αναιρεσίβλητοι, όπως αναληθώς ισχυρίζονται.
Ο λόγος, κατά το μέρος αυτό, είναι απαράδεκτος, γιατί πλήττει την περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο δικαστήριο της ουσίας, ότι με την προσβαλλομένη υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 11γ, διότι δεν καθίσταται απόλυτα βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη τα ουσιώδη έγγραφα για την έκβαση της δίκης και δη:
Α) Η ...04 Βεβαίωση του Δήμου Τροιζήνας, ότι η σύνδεση με το δίκτυο ύδρευσης έγινε το Μάϊο 2002. Αναφέρουν δε περαιτέρω οι αναιρεσείοντες, ότι και στις από 17-9-10 προτάσεις τους είχαν προβάλει τον ισχυρισμό, ότι οι αναιρεσίβλητοι στην από 8-11-04 αγωγή τους είχαν καταλογίσει σε αυτούς (αναιρεσείοντες) ότι είχαν τοποθετήσει σωλήνες ύδρευσης το 2003, ισχυρισμό που το Εφετείο Πειραιά (με την 1070/2007 απόφασή του) σιωπηρά απέρριψε κι έτσι η σχετική αξίωση των αναιρεσιβλήτων έχει παραγραφεί, αφού δεν βεβαιώνεται με τελεσίδικη απόφαση.
Β) Η έγγραφη καταγγελία στο Α.Τ. Δρυόπης του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτών (αναιρεσειόντων) και το σχετικό αντίγραφο του Βιβλίου Συμβάντων (για την εργασία σκαψίματος από εργάτη για λογαριασμό των αναιρεσιβλήτων προκειμένου να βρει σωλήνα νερού που οι τελευταίοι, είχαν καταγγείλει ότι είχαν βάλει αυτοί (αναιρεσείοντες υπόγεια), καθώς και η σχετική κατάθεση του μάρτυρά τους, που εμπεριέχεται στα 1110/2011 πρακτικά του Πολ/λούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
Γ) Η 505/1987 γνωμοδότηση της νομικής δ/νσης του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και η έκθεση της πραγματ/να Α. για το ότι η ανωτέρω (φερόμενη) ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων ήταν ανέκαθεν χωρισμένη σε δύο γήπεδα, λόγω της ύπαρξης του παλαιού δημόσιου δρόμου, γεγονός απομείωσης της εμπορικής της αξίας. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι όχι μόνο στην εισαγωγική σκέψη του αποδεικτικού πορίσματος αναφέρεται, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν αλλά και από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιη η λήψη υπόψη των πιο πάνω εγγράφων.
Με τον τέταρτο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης κατά το α' μέρος αυτού, οι αναιρεσείοντες ψέγουν το δικαστήριο της ουσίας, ότι υπέπεσε στην υπ' αρ. 19 πλημμέλεια, διότι χωρίς ειδική αιτιολογία δέχθηκε, ότι οι αναιρεσίβλητοι (οι οποίοι, κατά τους αναιρεσείοντες, δεν έχουν τη σχετική ενεργητική νομιμοποίηση), υπέστησαν ηθική βλάβη και επιδίκασε σε αυτούς (αναιρεσείοντες) χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάστασή της.
Ο λόγος, κατά το μέρος αυτό, είναι αβάσιμος, διότι, όπως καταδεικνύεται από την επισκόπηση της προσβαλλομένης, αυτή περιέχει σαφή και πλήρη αιτιολογία ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα και δη, ότι από την παραπάνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων οι αναιρεσίβλητοι έχουν δοκιμάσει μεγάλη ψυχική ηθική και σωματική ταλαιπωρία, που έχει αντίκτυπο στην οικογενειακή-προσωπική ζωή τους, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Με τον ίδιο λόγο, μέρος β', οι αναιρεσείοντες αιτιώνται, ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. (κατ' εκτίμηση) 1α, διότι παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή) την (ουσιαστικού δικαίου) διάταξη 176 ΚΠολΔ και επέβαλε σε αυτούς (αναιρεσείοντες) δικαστική δαπάνη ποσού 7.300 €, που είναι ποσό ιδιαίτερα υψηλό, αν και οι αναιρεσίβλητοι είχαν περιορίσει σε καταψηφιστικό το 20% των αγωγικών κονδυλίων και η δική τους δικαστική δαπάνη, ιδίως ως προς την καταβολή του δικαστικού ενσήμου, δεν υπερβαίνει τα 1.000 €.
Εν τούτοις, εφόσον το δικαστήριο βεβαιώνει, ότι συντρέχει περίπτωση του 178 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο λόγος, κατά το μέρος αυτό, είναι απαράδεκτος, καθόσον η κατανομή των δικαστικών εξόδων ανάλογα με το μέγεθος της νίκης ή της ήττας κάθε διαδίκου απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, αφού αφορά σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και δεν ελέγχεται συνεπώς αναιρετικά (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), εφόσον στην απόφαση βεβαιώνεται (όπως εδώ) ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του ως άνω άρθρου, σύμφωνα και με τη νομική σκέψη που προαναφέρθηκε.
VI. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθεί στους ηττώμενους αναιρεσείοντες η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του αιτήματός τους (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2, 495 παρ.3 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-3-2018 αίτηση των Σ. Π. και Ε. Γ. για αναίρεση της 1154/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που το ποσό ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαρτίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ