Supreme Court dismisses appeal on contract debt liability, ruling payment to third parties is not a prerequisite for claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's judgment regarding contractual debt liability. The appellant argued that the defendant's right to claim damages depended on the defendant first paying third-party debts to the tax authority and state. The court rejected this, holding that the defendant's liability to the plaintiff arises independently of whether they have settled those external obligations. Consequently, the appeal was found baseless, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 361 and 478 of the Civil Code; The liability of a party to pay damages to another for breach of contract is established independently of whether that party has satisfied their own debts to third parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 620 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 620/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό - Εισηγητή, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κανελλόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Μηλιαράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 266/2002 μη οριστική και 5145/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2229/2009 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 268/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθμ. 2229/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος και παρέπεμψε κατά το αναιρούμενο μέρος την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1720/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-10-2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την ένδικη (από 22-5- 2000) αγωγή του, ισχυρίσθηκε, ότι: 1) δυνάμει συμβάσεως που συνήφθη εγγράφως, την 17-9-1997, μεταξύ του ιδίου και των εναγομένων, ήδη αναιρεσιβλήτων, ο πρώτος εναγόμενος ανέλαβε τη λειτουργία, για το χρονικό διάστημα από 17- 9-1997 έως 30-4-1998, του νυκτερινού κέντρου διασκεδάσεως, με την επωνυμία "...", που βρίσκεται ...
και ο ενάγων το κατείχε ως μισθωτής από την ιδιοκτήτρια εταιρεία, με την επωνυμία "Δ... Α.Ε.", της οποίας ο ίδιος είναι Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος. Ειδικότερα, συμφωνήθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος θα αναλάμβανε την όλη φροντίδα της οικονομικής διαχειρίσεως, την πρόσληψη προσωπικού και γενικότερα την επιμέλεια της εκμεταλλεύσεως του εν λόγω καταστήματος, εισπράττοντας τα εκ της λειτουργίας του κέρδη και βαρυνόμενος αντιστοίχως με τις δαπάνες και ζημίες αυτής.
Ως αντάλλαγμα για την παραχώρηση της χρήσεως της εν λόγω επιχειρήσεως συμφωνήθηκε η καταβολή στον ενάγοντα, την 30-4-1998, του ποσού των 28.000.000 δραχμών και επί πλέον του ποσού που αντιστοιχεί στο 25% ημερησίως επί των εισπράξεων της "γκαρνταρόμπας" του κέντρου, ήτοι της καταναλώσεως ανθέων, 2) αν και συμφωνήθηκε με ειδικό όρο του συνταχθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού, ότι η επιχείρηση θα εξακολουθούσε να λειτουργεί τυπικά, για τις έναντι τρίτων υποχρεώσεις της, στο όνομα του ενάγοντος, με σιωπηρή συναίνεση των συμβαλλομένων μερών και με τη σύμφωνη απόφαση του Δ.Σ.
της ιδιοκτήτριας, ως άνω, ανωνύμου εταιρείας έγινε αποδεκτό η επιχείρηση να λειτουργήσει τυπικά στο όνομα της τελευταίας, 3) ο δεύτερος εναγόμενος, με την υπογραφή του στο προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό, εγγυήθηκε για λογαριασμό του πρώτου εναγόμενου, την καλή εκτέλεση της συμβάσεως, ευθυνόμενος εις ολόκληρον μετ' αυτού, για όλες τις έννομες εξ αυτής συνέπειες, παραιτούμενος της ενστάσεως της διζήσεως και της διαιρέσεως, 4) η διάρκεια της συγκεκριμένης συμβάσεως παρετάθη σιωπηρώς για ένα ακόμη έτος (δηλαδή μέχρι 30-4-1999), με τους ιδίους όρους και συμφωνίες, όμως ο πρώτος εναγόμενος, μολονότι εκμεταλλεύθηκε την επιχείρηση αυτή και εισέπραξε τα εξ αυτής κέρδη, δεν κατέβαλε, τα κατά την συμφωνία των, βαρύνοντα αυτόν χρέη της, τα οποία βεβαιώθηκαν στο όνομα της ιδιοκτήτριας, ως άνω, εταιρείας και τα οποία ουσιαστικώς εβάρυναν τον ενάγοντα, με βάση συμφωνία μεταξύ αυτού και της εταιρείας, υπό την ρηθείσα διττή ιδιότητά του, 5) έτσι προέκυψαν σε βάρος του οι κατωτέρω οφειλές που βάρυναν τον ενάγοντα, και ειδικότερα δραχμές:
α) 59.237.601 για ασφαλιστικές εισφορές του ΙΚΑ του απασχοληθέντος προσωπικού, β) 8.365.979 για αναλογούντα ΦΠΑ έτους 1998, γ) 13.871.231 για αναλογούντα ΦΠΑ, με βάση την εκκαθαριστική δήλωση του έτους 1999, δ) 1.500.184 για Φόρο Μισθωτών Υπηρεσιών (ΦΜΥ) για τη χρονική περίοδο Νοεμβρίου Δεκεμβρίου 1998, δ) 734.402, 704.204 και 15.914 για ΦΜΥ για τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο και Μάρτιο 1999 αντιστοίχως ε) 3.960.000 για Φόρο Ελευθέρων Επαγγελμάτων (ΦΕΕ) για το πρώτο δίμηνο του έτους 1999.
Εζήτησε δ' ακολούθως ο ενάγων, με βάση το ανωτέρω ιστορικό, και κατά μετατροπή του αρχικού καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί, ότι οι εναγόμενοι έχουν υποχρέωση να του καταβάλλουν νομιμοτόκως και εις ολόκληρον έκαστος το συνολικό ποσό των 88.389.515 δραχμών, με βάση τη σύμβαση, άλλως δε κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη αρχικώς η υπ' αριθμ. 266/2002 προδικαστική απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και μετά την διεξαγωγή των δι' αυτής διαταχθεισών αποδείξεων η υπ' αριθμ. 5145/2007 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, ερήμην των εναγομένων, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος προς τον ενάγοντα, το χρηματικό ποσό των 259.397 ευρώ.
Επί των εφέσεων που ασκήθηκαν κατά της ανωτέρω αποφάσεως, παρ' αμφοτέρων των διαδίκων μερών εξεδόθη η υπ' αριθμ. 2229/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη κατ' ουσίαν η έφεση του ενάγοντος, ως προς τον δεύτερο των εναγομένων, Κ. Κ., ενώ έγιναν δεκτές, κατά τα λοιπά, οι ασκηθείσες εφέσεις και εξηφανίσθη η πρωτόδικη απόφαση.
Ακολούθως δε το Εφετείο , δικάζοντας κατ' ουσίαν την υπόθεση απέρριψε στο σύνολο της την αγωγή ως προς τον δεύτερο των εναγομένων, και δη ως μη νόμιμη για τις αξιώσεις που αφορούν στο διάστημα μετά την 1-5-1998 και ως αόριστη για τις προγενέστερες της 1-5-1998 αξιώσεις, απέρριψε ως αόριστη την αγωγή ως προς τον πρώτο εναγόμενο για τα υπό στοιχ.
α', γ' και δ' κονδύλια, ύψους 59.237.601, 13.871.231 και 1.500.184 δραχμών αντιστοίχως και δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη κατά τα λοιπά κονδύλιά της την αγωγή ως προς τον πρώτο των εναγομένων, αναγνωρίζοντας ότι αυτός έχει υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 24.551,66 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής έως εξοφλήσεως.
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Εφετείου, ο ενάγων άσκησε αναίρεση, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή με την υπ' αριθμ. 268/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου (Α2 Πολιτικό Τμήμα) και αναιρέθηκε εν μέρει η εν λόγω απόφαση και συγκεκριμένα κατά το μέρος που απέρριψε ως προς τον πρώτο των εναγομένων την αγωγή, ως αόριστη ως προς τα υπό στοιχεία α' και δ' κονδύλιά της, ποσού 59.237.601 και 1.500.184 δραχμών, που αφορούν αντιστοίχως ασφαλιστικές εισφορές του απασχοληθέντος προσωπικού προς το Ι.Κ.Α και πληρωμή Φόρου Μισθωτών Υπηρεσιών (Φ.Μ.Υ.), κρίνοντας ότι η αγωγή, ως προς τα κονδύλια αυτά, είναι αρκούντως ορισμένη.
Έτσι η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος της παρεπέμφθη στο Εφετείο, το οποίο με την ήδη προσβαλλομένη απόφασή του, δεχόμενο τύποις και ουσία την έφεση του ενάγοντος και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, εχώρησε στην κατ' ουσίαν εκδίκαση της υποθέσεως, κατά το αναιρεθέν μέρος της αποφάσεως και δέχθηκε την αγωγή, ως προς τα κριθέντα ορισμένα, ως άνω κονδύλιά της.
Η τελευταία αυτή απόφαση πλήττεται ήδη με την υπό κρίση αίτηση από τον δεύτερο των εναγομένων.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
ΑΠ 27 και 28/1998, Α.Π.282/2010, 1756/2011). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως εδέχθη ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Α.Π. 43/2013, 335/2012).
Περαιτέρω , κατά το άρθρο 478 Α.Κ. "αν τρίτος υποσχέθηκε στον οφειλέτη ότι θα καταβάλει το χρέος του, ο δανειστής, σε περίπτωση αμφιβολίας, δεν αποκτά δικαίωμα από τη σύμβαση αυτή". Η διάταξη αυτή θέτει ερμηνευτικό κανόνα, κατά τον οποίο αν δεν προκύπτει από τη σύμβαση τι θέλησαν τα μέρη, τότε η σχέση λειτουργεί μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων, δημιουργείται δηλαδή μεταξύ των ενοχική σχέση εσωτερικού χαρακτήρος.
Η σύμβαση αυτή, καλουμένη σύμβαση ελευθερώσεως, είναι υποσχετική δικαιοπραξία, από την οποία απορρέει αυτοτελής ενοχή, μπορεί δε να συναφθεί και ως αμφοτεροβαρής σύμβαση, οπότε εξαρτάται από τη συμφωνία των μερών το περιεχόμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εκάστου (Α.Π. 1230/2010, 1752/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής: "Με έγγραφη σύμβαση, που καταρτίστηκε στις 17-9-1997, μεταξύ του ενάγοντος (ήδη αναιρεσιβλήτου), ... και του πρώτου των εναγομένων (ήδη αναιρεσείοντος)... ο τελευταίος...ανέλαβε τη λειτουργία, με δική του επιμέλεια...
απόλυτη ευθύνη, για το χρονικό διάστημα από 17-9- 1997 έως 30-4-1998, του νυχτερινού κέντρου διασκέδασης με τον διακριτικό τίτλο "...", κειμένου επί της οδού ..., ..., που ο ενάγων είχε μισθώσει από την ιδιοκτήτρια εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε.", της οποίας ο ίδιος ήταν πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος. Ειδικότερα συμφωνήθηκε ότι ο πρώτος των εναγομένων θα ανελάμβανε "όλη την φροντίδα της οικονομικής διαχείρισης, την πρόσληψη καλλιτεχνικού, υπαλληλικού και εργατικού προσωπικού και γενικότερα την επιμέλεια της εκμετάλλευσης" του πιο πάνω νυχτερινού κέντρου διασκέδασης, εισπράττοντας αποκλειστικά ο ίδιος τα κέρδη από τη λειτουργία του και βαρυνόμενος αντίστοιχα με τις δαπάνες και ζημίες αυτής, ως αποκλειστικός υπεύθυνος και υπόχρεος του καταστήματος αυτού.
Ως αντάλλαγμα για τη χρήση αυτή συμφωνήθηκε η καταβολή στον ενάγοντα του ποσού των είκοσι οκτώ εκατομμυρίων (28.000.000) δραχμών, που θα γινόταν κατά την 30-4-1998 και επί πλέον ποσού είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) ημερησίως επί των εισπράξεων της γκαρνταρόμπας του κέντρου, δηλαδή της κατανάλωσης λουλουδιών. Αν και συμφωνήθηκε, επίσης, με ειδικό όρο του ως άνω εγγράφου ιδιωτικού συμφωνητικού, ότι η επιχείρηση θα εξακολουθούσε να λειτουργεί τυπικά στο όνομα του ενάγοντος, για τις έναντι τρίτων υποχρεώσεις της (αγορανομικές, φορολογικές κλπ.) τελικά με σιωπηρή συναίνεση των συμβληθέντων μερών και με τη σύμφωνη γνώμη του Δ.Σ.
της πιο πάνω ανώνυμης εταιρίας του ενάγοντος, έγινε αποδεκτό η επιχείρηση να λειτουργήσει τυπικά στο όνομα της τελευταίας, δηλαδή της εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.". Ειδικώς σε σχέση με την ευθύνη του πρώτου των εναγομένων στο άνω ιδιωτικό συμφωνητικό περιελήφθησαν, μεταξύ των άλλων, τα εξής: "1.Η παρούσα σύμβαση δεν αποτελεί μίσθωση ούτε της αιθούσης, η οποία ...
ανήκει στην εταιρία, ούτε της αδείας λειτουργίας του κέντρου .... αλλά συνεργασία των συμβαλλομένων για την επωφελέστερη λειτουργία και εκμετάλλευση του νυκτερινού κέντρου διασκεδάσεως "...", η φροντίδα του οποίου ανατίθεται κατά τα άνω στον Β. Κ.. 2. Η επιχείρηση για τις υποχρεώσεις της οποίας (αγορανομικές, φορολογικές, απαιτήσεις τρίτων φυσικών και Νομικών προσώπων, οργανισμών κοινής ωφελείας Δημόσιες, Δημοτικές, Αστυνομικές κ.λ.π.) είναι αποκλειστικά υπεύθυνος και υπόχρεος ο εκ των συμβαλλομένων Β.
Κ.. Ο Δ. Α. ευθύνεται μόνο για την καταβολή του μισθώματος που είχε συμφωνήσει στην ανώνυμη εταιρεία.3. Όλη τη φροντίδα της οικονομικής διαχείρισης, την πρόσληψη καλλιτεχνικού, υπαλληλικού και εργατικού προσωπικού και γενικότερα την επιμέλεια της εκμετάλλευσης του νυκτερινού κέντρου, θα έχει ο Β. Κ.ς, ο οποίος και θα αποφασίζει επί παντός ζητήματος, που θα αφορά την εκμετάλλευση αυτή και μόνο αυτός θα εισπράξει τα κέρδη εκ της εκμεταλλεύσεως ή θα υποστεί αντίστοιχα τις τυχόν ζημίες από αυτή, για τις οποίες έναντι παντός θα είναι μόνος και αποκλειστικός υπόχρεος και υπεύθυνος".
Η παραπάνω συμφωνία, εξάλλου, παρατάθηκε σιωπηρά, με προφορική συμφωνία μεταξύ του ενάγοντος και του πρώτου των εναγομένων, για ένα ακόμη έτος, δηλαδή μέχρι τις 30-4-1998, με τους ίδιους όρους και συμφωνίες. Ο πρώτος των εναγομένων, ωστόσο, μολονότι εκμεταλλεύθηκε κατά τα ως άνω την επιχείρηση αυτή και εισέπραξε τα προερχόμενα από τη λειτουργία της κέρδη, δεν κατέβαλε, μεταξύ των άλλων χρεών, περί των οποίων έχει αποφανθεί το Δικαστήριο τούτο, ήδη αμετακλήτως κατόπιν των ανωτέρω, με την υπ' αριθμ. 2229/2009 απόφασή του, και τις παρακάτω οφειλές, οι οποίες βεβαιώθηκαν τυπικά στο όνομα της παραπάνω ανώνυμης εταιρίας και οι οποίες ουσιαστικά βάρυναν τον ίδιο τον ενάγοντα, με βάση συμφωνία του ιδίου και της εταιρίας, υπό την παραπάνω διττή ιδιότητά του, και δη:
α)Οφειλή ύψους πενήντα εννέα εκατομμυρίων διακοσίων τριάντα επτά χιλιάδων εξακοσίων μίας (59.237.601) δραχμών, δηλαδή ήδη εκατόν εβδομήντα τριών χιλιάδων οκτακοσίων σαράντα τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτών (173.844,75 ευρώ), για ασφαλιστικές εισφορές στο Ι.Κ.Α. του απασχοληθέντος προσωπικού, κατά την άνω χρονική περίοδο, 1997-1999.
Οι εισφορές αυτές, ειδικότερα, έπρεπε να καταβληθούν, κατά περίπτωση και κατά το αντίστοιχο μέρος τους, την δεκάτη ημέρα κάθε επόμενου, σε σχέση με την πραγματοποιηθείσα απασχόληση, ημερολογιακού μηνός. Κατόπιν, δε, της υπ' αριθμ. …8/1999 αίτησης του ενάγοντος εκδόθηκε σχετικώς η από 30-6-1999 Αρχική Απόφαση Ρύθμισης του Δ/ντή του Α' Ταμείου Εισπράξεων Εσόδων ΙΚΑ Αθηνών, για συνολικό ποσό οφειλής ανερχόμενο στο παραπάνω ύψος, δηλαδή σε πενήντα εννέα εκατομμύρια διακόσιες τριάντα επτά χιλιάδες εξακόσιες μία (59.237.601) δραχμές (ήδη 173.844,75 ευρώ).
β) Οφειλή ύψους ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων εκατόν ογδόντα τεσσάρων (1.500.184) δραχμών, ήτοι ήδη τεσσάρων χιλιάδων τετρακοσίων δύο ευρώ και πενήντα εννέα λεπτών (4.402,59 ευρώ), για Φόρο Μισθωτών Υπηρεσιών (Φ.Μ.Υ.) αναφορικά με τη χρονική περίοδο Νοεμβρίου - Δεκεμβρίου 1998, το οποίο αναλύεται ως εξής:
Ένα εκατομμύριο εκατόν τριάντα οκτώ χιλιάδες διακόσιες δύο (1.138.202) δραχμές για παρακρατηθέντα ήδη από τους εργαζομένους Φόρο συν εκατόν ογδόντα χιλιάδες εννιακόσιες ενενήντα μία (180.991) δραχμές ως τέλος χαρτοσήμου εργαζομένου, συν εκατόν ογδόντα χιλιάδες εννιακόσιες ενενήντα μία (180.991) δραχμές ως τέλος χαρτοσήμου εργοδότη, βάσει της από Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 1998 υποβληθείσας μισθοδοτικής κατάστασης, στην οποία αναφέρονται τα ονόματα των μισθωτών που εργάστηκαν, η ειδικότητα αυτών και το ποσό των φόρων που βάρυναν τον εργοδότη κατά μισθωτό και στο σύνολο, και η οποία (μισθοδοτική κατάσταση) έχει ως ακολούθως:...
Για τις παραπάνω οφειλές ο πρώτος των εναγομένων ευθύνεται έναντι του ενάγοντος δυνάμει όσων μεταξύ τους, κατά τα ανωτέρω, συμφωνήθηκαν. Η κατάρτιση, σημειωτέον, της από 17-9-1997 σύμβασης, που αφορούσε στη χρονική περίοδο από 17-9-1997 έως 30-4-1998, η παράταση της συμφωνίας αυτής και για το επόμενο έτος, ήτοι μέχρι τις 30-4- 1999, καθώς και το ότι ο πρώτος των εναγομένων ήταν το πρόσωπο που εκμεταλλεύθηκε αντιστοίχως, κατά τα συμφωνηθέντα, το νυκτερινό κέντρο διασκέδασης κατά την περίοδο από 17-9-1997 έως 30-4-1998 και την επόμενο χρονικά περίοδο, που διήρκεσε μέχρι τις 30-4-1999, έχουν κριθεί ήδη με δύναμη δεδικασμένου με τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια της υπ' αριθμ. 2229/2009 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου...Επομένως, προβάλλονται αλυσιτελώς, κατά την προκείμενη δίκη, και είναι απορριπτέα όσα ο πρώτος των εναγομένων, αρνούμενος την αγωγή, υποστήριξε πρωτοδίκως και ήδη με την έφεσή του, ισχυριζόμενος ότι δικαιούχος των ένδικων αξιώσεων, αν υποτεθεί ότι αυτές υφίστανται, δεν είναι ο ενάγων, αλλά η εταιρία "Δ...
Α.Ε.", ότι δεν κατάρτισε με τον ενάγοντα (ή την αμέσως προαναφερόμενη ανώνυμη εταιρία) τις πιο πάνω συμφωνίες και ότι, σε κάθε περίπτωση, κατά μεν την περίοδο (σεζόν) 1997 - 1998 το παραπάνω κατάστημα (νυκτερινό κέντρο) κατά την περίοδο (σεζόν) 1997 - 1998 εκμεταλλεύθηκε τρίτο πρόσωπο, και συγκεκριμένα ο Α. Π., κατόπιν ακύρωσης της αρχικής συμφωνίας και αποχώρησης εξαρχής του ιδίου (πρώτου των εναγομένων) από την εκμετάλλευση του καταστήματος, ενώ κατά την επόμενη χρονικά περίοδο (σεζόν) 1998 - 1999, ναι μεν υπήρξε, και δη για πρώτη φορά συνεργασία του με τον ενάγοντα, όμως αυτή περιορίστηκε στην ανάθεση σ' αυτόν (πρώτο των εναγομένων), έναντι μεριδίου του στα κέρδη και τις ζημίες, της επιμέλειας του καλλιτεχνικού σχήματος του νυκτερινού κέντρου, και όλες τις λοιπές υποχρεώσεις του καταστήματος, μεταξύ αυτών την πληρωμή των προμηθευτών, των ασφαλιστικών και εργοδοτικών εισφορών, του Φ.Π.Α., των λοιπών φόρων, τελών κλπ.
ανέλαβε ο ενάγων. Και ναι μεν, περαιτέρω, ο πρώτος των εναγόμενων διατείνεται, επιπροσθέτως των παραπάνω, και ότι ουδεμία συμβατική υποχρέωση ή ευθύνη περί καταβολής των συγκεκριμένων οφειλών τον βαρύνει, ο δε ενάγων δεν προέβη σε οποιαδήποτε καταβολή αναφορικά με τις φερόμενες αυτές οφειλές. Τα κατά τα αμέσως προαναφερόμενα υποστηριζόμενα, ωστόσο, σύμφωνα με όσα ήδη γίνονται δεκτά, κρίνονται επίσης απορριπτέα, και δη ως αβάσιμα.
Στην κρίση δε περί της κατά τα συμφωνηθέντα ευθύνης του πρώτου των εναγομένων από την εκμετάλλευση του καταστήματος (νυκτερινού κέντρου), πρέπει να σημειωθεί, συνηγορούν, μεταξύ των άλλων στοιχείων, και όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες που εξετάστηκαν, με επιμέλεια του ενάγοντος, ... αμφότεροι οι μάρτυρες αυτοί, και δη ο Ν.
Σ. του Α., συνεταίρος του ενάγοντος σε συναφείς επιχειρηματικές δραστηριότητες (εκμετάλλευση εστιατορίου, καφέ κλπ.), και ο Α. Θ. του Δ., ασχολούμενος με ναυτιλιακές επιχειρήσεις, που σχετίζεται επαγγελματικά με τον αδελφό του ενάγοντος, αφού ανέφεραν ότι ο πρώτος των εναγομένων εκμεταλλεύθηκε, κατόπιν της ως άνω συμφωνίας του, το ως άνω νυκτερινό κέντρο κατά τις δύο επίμαχες χρονικές περιόδους, κατέθεσαν περαιτέρω ότι δεν κατέβαλε, ανάμεσα σε άλλα χρέη και παρά τα μεταξύ των διαδίκων συμφωνηθέντα, τις επίμαχες, για την προκείμενη μετ' αναίρεση δευτεροβάθμια δίκη, οφειλές.
Ο δε δεύτερος από τους πιο πάνω μάρτυρες... ανέφερε ότι ήταν παρών σε συζητήσεις μεταξύ του ενάγοντος και του πρώτου των εναγομένων, που αφορούσαν τις οφειλές του δευτέρου προς τον πρώτο και κατά τις οποίες, παρά τις διαφωνίες των διαδίκων ως προς το συνολικό ύψος των οφειλόμενων, ο πρώτος εναγόμενος παραδεχόταν ότι χρωστά τα οικεία ποσά, επίσης δε και ότι ο εν λόγω εναγόμενος, και σε προσωπικές με αυτόν (μάρτυρα) συζητήσεις, παραδεχόταν την ευθύνη του έναντι του ενάγοντος.
Απορριπτέα, εξάλλου, με βάση όσα ήδη πιο πάνω γίνονται δεκτά, είναι και τα υποστηριζόμενα από τον...πρώτο των εναγομένων ότι ο ενάγων δεν δικαιούται ν' ασκήσει τις ένδικες αξιώσεις, αφού, όπως ήδη αναφέρεται, αυτόν, προσωπικά, υπό την ως άνω διττή ιδιότητά του, βαρύνουν οι οικείες υποχρεώσεις, ενώ, περαιτέρω, έναντι του ενάγοντος, ατομικά, ανέλαβε την αντίστοιχη ευθύνη για την καταβολή των οφειλών αυτών ο ...
πρώτος εναγόμενος με την επίμαχη σύμβαση. Τέλος, τα υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα... ότι ο ενάγων δεν κατέβαλε τις επίμαχες, για την προκείμενη δίκη, οφειλές, ήτοι τα ποσά των πενήντα εννέα εκατομμυρίων διακοσίων τριάντα επτά χιλιάδων εξακοσίων μίας (59.237.601) δραχμών και ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων εκατόν ογδόντα τεσσάρων (1.500.184) δραχμών, για ασφαλιστικές εισφορές, προς το Ι.Κ.Α., του απασχοληθέντος προσωπικού, για το διάστημα 1997 - 1999, και για Φόρο Μισθωτών Υπηρεσιών (Φ.Μ.Υ.), για τη χρονική περίοδο Νοεμβρίου - Δεκεμβρίου 1998, αντίστοιχα, και ότι, συνεπώς, ο ίδιος δεν δικαιούται να αξιώνει τα συγκεκριμένα αγωγικά (υπό στοιχ.
α' και δ') κονδύλια, αυτά προβάλλονται αλυσιτελώς και ως μη έδει περί της καταβολής των ποσών τάχθηκε σχετικώς θέμα απόδειξης με την υπ' αριθμ 266/2002 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Και τούτο, διότι η καταβολή των ποσών αυτών δεν αποτελεί, κατά την άνω σύμβαση και όσα, συνακόλουθα και αναφορικά με αυτήν, εκτίθενται στην αγωγή, προϋπόθεση της ευθύνης του εκκαλούντος - πρώτου των εναγομένων έναντι του ενάγοντος (βλ.
σχετ. και όσα, περί του περιεχομένου της αγωγής, γίνονται δεκτό και με την υπ' αριθμ. 268/2012 απόφαση του Α2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου). Για την ευθύνη δε αυτή αρκεί, κατά την εν λόγω σύμβαση, τα σχετικά χρέη να βαρύνουν τον ενάγοντα, υπό την ως άνω διττή ιδιότητά του, και η προϋπόθεση αυτή εν προκειμένω πληρούται.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, η ως αγωγή ως προς τα συγκεκριμένα κονδύλια πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και ν' αναγνωριστεί ότι ο πρώτος των εκκαλούντων - εναγομένων υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα τα ποσά αυτά των πενήντα εννέα εκατομμυρίων διακοσίων τριάντα επτά χιλιάδων και εξακοσίων μίας (59.237.601) δραχμών και ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων εκατόν ογδόντα τεσσάρων (1.500.184) δραχμών, δηλαδή ήδη των εκατόν εβδομήντα τριών χιλιάδων οκτακοσίων σαράντα τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτών (173.844,75 ευρώ) και τεσσάρων χιλιάδων τετρακοσίων δύο ευρώ και πενήντα εννέα λεπτών (4.402,59 ευρώ), αντίστοιχα, και συνολικά εκατόν εβδομήντα οκτώ χιλιάδες διακόσια σαράντα επτά ευρώ και τριάντα τέσσερα λεπτά [178.247,34 ευρώ (173.844,75 ευρώ + 4.402,59 ευρώ)],...με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα που έγινε η επίδοση της αγωγής...".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως , η οποία είχε δεχθεί κατά τα αντίστοιχα κονδύλια την ένδικη αγωγή, δέχθηκε όμως την αντίθετη έφεση του αναιρεσιβλήτου, κατά το μοναδικό της λόγο που αφορούσε την σιγή απόρριψη του περί τοκοδοσίας αιτήματος του και εξαφάνισε, για το ενιαίο του τίτλου εκτελέσεως, εξολοκλήρου ως προς τα συγκεκριμένα αγωγικά κονδύλια, την πρωτόδικη απόφαση.
Δικάζοντας δ' ακολούθως κατ' ουσίαν την υπόθεση, ως προς το αντίστοιχο μέρος της, έκρινε νόμιμη την αγωγή, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 361, 340, 345 Α.Κ. και 70 Κ.ΠολΔ, και δέχθηκε αυτήν κατά τα προαναφερόμενα κονδύλιά της ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του πρώτου εναγομένου , ήδη αναιρεσείοντος, να καταβάλει στον ενάγοντα ήδη αναιρεσίβλητο τα ποσά των κονδυλίων αυτών , ήτοι 173.844,75 και 4.402,59 ευρώ) και συνολικώς 178.247,34 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής έως εξοφλήσεως Έτσι , κρίνοντας το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την προδιαληφθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 361 του Α.Κ., η οποία και τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω, ως ανταποκρινομένη, στο περιεχόμενο της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, που αναφέρεται στην απόφαση, κατά το οποίο για την θεμελίωση της ευθύνης του αναιρεσείοντος έναντι του αναιρεσιβλήτου προς καταβολή των χρεών του ενσωματώνονται στα αντίστοιχα αγωγικά κονδύλια, αρκεί τα χρέη αυτά να βαρύνουν τον τελευταίο υπό την ως άνω είρηται διττή ιδιότητά του, μη απαιτουμένης επιπροσθέτως και της καταβολής των χρεών τούτων από τον ίδιο στους προς ους οφείλονται τρίτους (Ι.Κ.Α.
και Ελληνικό Δημόσιο). Επομένως ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος της κρινομένης αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, πλημμέλεια , συνισταμένη στην παραβίαση της εφαρμοσθείσης ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 361 Α.Κ. και της μη εφαρμοσθείσης τοιαύτης του άρθρου 478 Α.Κ., τυγχάνει αβάσιμος.
Ειδικότερα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η συναφθείσα μεταξύ αυτού και του αναιρεσιβλήτου, σύμβαση εμπίπτει στη νομική μορφή της συμβάσεως ελευθερώσεως ή αναδοχής εκπληρώσεως, η δε πληρωμή των επιδίκων χρεών προς το Ι.Κ.Α. για ασφαλιστικές εισφορές του απασχοληθέντος προσωπικού και προς την αρμόδια Δ.Ο Υ.
για το Φόρο Μισθωτών Υπηρεσιών (Φ.Μ.Υ.), συνιστά προϋπόθεση για την γένεση του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου να αξιώσει παρ' αυτού αποζημίωση για την εκ μέρους παραβίαση της σχετικής συμβατικής του υποχρεώσεως να τον απαλλάξει από τα αλλότρια χρέη του. Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμος, ως αλυσιτελής, αφού ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της μετά του αναιρεσιβλήτου συμφωνίας του , το περιεχόμενο αυτής, το οποίο μάλιστα έχει κριθεί και μετά δυνάμεως δεδικασμένου, από την προηγηθείσα απόφαση του Εφετείου, η οποία δεν ανηρέθη κατά το αντίστοιχο μέρος της, δεν εξαρτά την γένεση της κατ' αυτού ενδίκου αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου, από την προηγουμένη καταβολή από τον τελευταίο των αντιστοίχων χρηματικών ποσών προς τους δικαιούχους τρίτους (Ι.Κ.Α.
και Δημόσιο).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί επί πλέον ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Οκτωβρίου 2016 αίτηση του Β. Κ. του Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ.1720/2016 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε Αθήνα τις 20 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ