Supreme Court annuls first instance decision and dismisses lawsuit against municipality for illegal salary increase.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the first-instance judgment against the Koridallos Municipality regarding an illegal salary increase. The court held that the municipality's refusal to extend the salary increase to all employees violated the principle of equality. Consequently, the lawsuit was dismissed as the underlying claim was found to be unlawful.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The administrative body's discretionary power to extend salary increases is not absolute, and a refusal to apply a benefit granted to some employees to others violates the constitutional principle of equality, rendering the administrative act unlawful.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 620 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 620/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Κορυδαλλού, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Πενταγιώτη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Γ. Γ., … και 14)Δ. Τ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/7/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 873/2011 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείον δήμος με την από 19/2/2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 27/11/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Περαιτέρω στο άρθρο 6Α του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων, περί δικών του Δημοσίου", που προστέθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 46 του ν. 4305/31.10.2014 ορίζονται τα εξής: "1. Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:
α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητο τους, β) στον δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνση τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, έκτος εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.
Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις. 2. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται ανάλογα και για επιδόσεις που διενεργούνται, κατ' εφαρμογή κείμενων διατάξεων, από τη Γραμματεία οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή τις Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές.".
Ως δικηγόρος του διαδίκου, στον οποίο μπορεί εγκύρως να γίνει επίδοση, κατά τη σαφή έννοια της ως άνω διατάξεως, θεωρείται εκείνος ο οποίος εκπροσώπησε τον διάδικο στην τελευταία συζήτηση που εκπροσωπήθηκε αυτός από δικηγόρο ή υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο που κατατέθηκε εγκύρως για λογαριασμό του, υπογεγραμμένο από δικηγόρο, κατά την διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, εφόσον ο δικηγόρος αυτός δεν έχει αντικατασταθεί κατά τον αναφερόμενο στην διάταξη αυτή τρόπο (ΑΠ 405/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. Δ760/5.10.2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ξ. Κ., προκύπτει ότι, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Δήμου Κορυδαλλού, που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω απ' αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση για συζήτηση της υποθέσεως για την αρχική δικάσιμο της 8.12.2015, κατά την οποία αναβλήθηκε, από το πινάκιο, η συζήτηση για τη δικάσιμο της 19.1.2016, στη συνέχεια για τη δικάσιμο της 19.1.2016, ακολούθως για τη δικάσιμο της 17.5.2016 και τέλος για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής (14.2.2017), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην δικηγόρο Μ.
Γ., η οποία είχε εκπροσωπήσει τους αναιρεσιβλήτους, κατά τη συζήτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ενώπιον του οποίου δικάστηκε η αγωγή των αναιρεσιβλήτων και εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθ. 873/2011 απόφαση (βλ. την προσβαλλομένη απόφαση). Η εν λόγω δικηγόρος δεν προκύπτει ότι αντικαταστάθηκε με οποιονδήποτε τρόπο.
Επομένως, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλαν την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση και εφόσον για την παρούσα δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή τους, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 575 του ΚΠολΔ), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
H διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, διότι εάν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι' αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη Διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Ειδικότερα, όταν παρέχεται από τον νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατ' αρχήν, δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για τον χρόνο έκδοσης αυτής, ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της Διοίκησης.
Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει, είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.
Εξάλλου, με τις διατάξεις του Ν. 2738/1999 (Κεφάλαιο Α') εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού, η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών.
Στο άρθρο 13 με τον τίτλο "Συλλογικές συμφωνίες", προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 τα ακόλουθα: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού, κ.λπ.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.
Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α., α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια με το άρθρο 14 με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" του ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις", ορίσθηκαν τα εξής: "1.Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση τους... 5. 6.
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός, δεν είχαν υποχρέωση, αλλ' απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει, τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις, εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.
Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω Υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ' εκτίμηση, επίσης, της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ.
Δηλαδή, προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 14 του ν. 3016/20002 και του σκοπού της ρύθμισης, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.
Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό (των 176 ευρώ), ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω ποσό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της Διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.
Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του Ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων, για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των 176 ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων, του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της Διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής, σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.
Εάν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ' αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια, υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις, να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγηση της.
Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1.1.2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α' 110) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του".
Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με τον νόμο αυτόν δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στον νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεων του και με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι, "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου.
Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου... Μετά την 31.12.2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...".
Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, καθώς και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ, για να μη χειροτερεύσει η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων από 1.1.2004, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι την 31.12.2003 την ειδική παροχή των 176 ευρώ, με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή, ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των 176 ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημιώσεως ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 3336/2005, με τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005" που ορίζει ότι, "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1.1.2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 14 του Ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπική διαφοράς με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.
Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1.1.2005", προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση ως προσωπικής διαφοράς, της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1.1.2004 σε Υπηρεσίες που διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των 176 ευρώ, είναι να τη λαμβάνει το προσωπικό των Υπηρεσιών αυτών, καθώς και η νόμιμη χορήγηση της στο προσωπικό αυτό, διότι αν το τελευταίο λαμβάνει την προσωπική διαφορά χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψη της, μεταξύ των οποίων είναι να μη λαμβάνει άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ, που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή, οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις Υπηρεσίες αυτές δεν τη δικαιούνται από 1.1.2005, με βάση την αρχή της ισότητας, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ενόσω ίσχυε, και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 και 176 ευρώ από 1.7.2002, σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου του Ελληνικού Δημοσίου των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ., χωρίς να εξαρτάται η χορήγηση της παροχής αυτής από τη μη καταβολή πρόσθετων μισθολογικών παροχών (ολ.
ΑΠ 16 και 17/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από το δεύτερο εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΥ" (Ο.Τ.Α) στις 12.2.2001 (οι πρώτος, τέταρτος, πέμπτη, έκτη, έβδομος, όγδοος, ένατη, δέκατη, δέκατη τρίτη, δέκατος τέταρτη), 5.4.2001 (οι δεύτερος, τρίτος, δωδέκατος) και 1.4.2001 (η δέκατη πέμπτη), συνδεόμενοι με αυτό (νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου) με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αρχικά ορισμένου χρόνου και στη συνέχεια, δυνάμει της υπ' αριθ. 6/2005 απόφασης της Ολομέλειας του ΑΣΕΠ, αορίστου χρόνου.
Οι ενάγοντες υπηρετούν στον εναγόμενο Δήμο, στην κατηγορία ΔΕ, με την ειδικότητα του σχολικού φύλακα από το χρόνο προσλήψεως τους. Ο τρόπος αμοιβής τους ρυθμίζεται από τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος ενιαίου μισθολογίου και ειδικότερα για το διάστημα από 1.1.2002 μέχρι 31.12.2003 από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997, ενώ για το διάστημα από 1.1.2004 και εντεύθεν από τις διατάξεις του Ν. 3205/2003.
Εξάλλου κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 εκδόθηκαν πλείστες κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (Κ. Υ. Α), όπως οι υπ' αρ. 2/40326/0022/2002, 2/3836/0022/2002, 2/4189010022/ 2002 κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης - Πολιτισμού, με τις οποίες προβλεπόταν η χορήγηση πρόσθετης μηνιαίας μισθολογικής αμοιβής ύψους 88 ευρώ από 1.1.2002 μέχρι 30.6.2002 και από 1.7.2002 αντίστοιχη αμοιβή 176 ευρώ μηνιαίως, σε πολλές κατηγορίες υπαλλήλων της Δημόσιας Διοίκησης και κυρίως των κεντρικών υπηρεσιών του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, στους υπαλλήλους των Ν.Π.Δ.Δ.
και οργανισμών που εποπτεύονται από αυτό, αλλά και στους εν αποσπάσει τελούντες υπαλλήλους στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις, καθώς ουδεμία μνεία έγινε τόσο στην, εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002, όσο και στις ανωτέρω Κ.Υ.Α για ειδική αιτιολόγηση της καταβολής της επίδικης πρόσθετης παροχής, αναγόμενη στο είδος ή την ένταση ή τις εν γένει εργασιακές δραστηριότητες των ρητώς κατονομαζομένων, ως δικαιούχων της παροχής.
Ειδικότερα οι ενάγοντες υπαγόμενοι, όπως ήδη αναφέρθηκε, στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, τους Ο.Τ.Α και τα Ν.Π.Δ.Δ., όπως αυτό καθιερώθηκε και ισχύει από 1.1.1984 και εντεύθεν με τον Ν. 1505/1984, από 1.1.1997 και εφεξής με τον Ν. 2470/1997 και από 1.1.2004 και μέχρι σήμερα με τον Ν. 3205/2003, δικαιούνται όλες τις προβλεπόμενες και χορηγούμενες εκ του νόμου παροχές ανεξάρτητα από το δικαίωμα τους στην απόληψη των ειδικών επιδομάτων και λοιπών αμοιβών ή παροχών, που λόγω των ειδικών και ιδιαζουσών συνθηκών εργασίας τους δικαιολογημένα καταβάλλονται μόνο στους εργαζόμενους στους Ο.Τ.Α και στα υπαγόμενα σε αυτούς νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού, δικαίου.
Το δικαίωμά τους αυτό καθίσταται εμφανέστερο για το λόγο ότι η επίδικη παροχή έχει χορηγηθεί σε ευρείες και ανόμοιες κατηγορίες μισθωτών επί σχέσει δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, σε πλείστες κατηγορίες της Δημόσιας Διοίκησης και Ν.Π.Δ.Δ., χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς οποιαδήποτε συνάρτηση με το είδος ή το εύρος της παρεχόμενης εργασίας, με αποτέλεσμα η χορήγηση της να έχει προσλάβει λόγω της εν γένει κανονιστικής αντιμετώπισής της χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας, ήτοι γενικής προσαυξήσεως των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων σωρευτικά με την ενιαία και απρόσβλητη μισθολογική βάση των Ν. 2470/1997 και Ν. 3.205/2003.
Κατά συνέπεια η εξαίρεση κατηγορίας εργαζομένων, που τελούν υπό τις αυτές μισθολογικές συνθήκες, από την απόληψη της παροχής αυτής, στερούμενη αιτιολογικού ερείσματος, συνιστά αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση αυτών αντί των ρητώς κατονομαζομένων ως δικαιούχων υπαλλήλων και οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της αρχής της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος), για την αποκατάσταση των οποίων πρέπει να εφαρμοστεί και για εκείνους σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση η διάταξη που ισχύει για τις κατηγορίες των εργαζομένων υπέρ των οποίων θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη.
Το γεγονός δε ότι, όπως αναφέρουν οι ενάγοντες στην υπό κρίση αγωγή τους, καταβάλλονται σε αυτούς τυχόν άλλα επιδόματα (π.χ. επίδομα ειδικής αποζημίωσης, έξοδα κίνησης κ.λπ.), δεν εμποδίζει τη γέννηση της ένδικης αξίωσης του σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002 καθώς οι εν λόγω παροχές είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας τους και συνεπώς τυγχάνουν απολύτως και καταφανώς ετεροειδείς με την επίδικη, η οποία αποτελεί γενική μισθολογική προσαύξηση και ως εκ τούτου είναι ανεπίδεκτη αλληλοκάλυψης και συμψηφισμού κατά την ειδική έννοια του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο έκρινε, ότι έκαστος των εναγόντων δικαιούται την ένδικη παροχή για το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 μέχρι 30.6.2002, ανερχομένης αυτής (παροχής) για τον καθένα από αυτούς στο ποσό των 528 ευρώ (6 μήνες Χ 88 ευρώ = 528 ευρώ) και για το διάστημα από 1.7.2002 έως 30.6.2009 το ποσό των 14.784 ευρώ (84 μήνες Χ 176 ευρώ = 14.784 ευρώ), συνολικά δε το ποσό των 15.312 ευρώ (14.784 + 528 = 15.312 ευρώ) και δεχόμενο την αγωγή επιδίκασε σε έκαστον των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων το ποσό αυτό.
Με την κρίση του αυτή και με βάση τα προεκτεθέντα, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 14 του Ν. 3016/2002 και 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003, καθόσον η παροχή του άρθρου 14 δεν συνιστά (προβλεπόμενη από τον νόμο) ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων (των με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου) του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αλλά παρέχεται μόνο, εάν η Διοίκηση ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια, μετά συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να εκδώσει κανονιστική πράξη για επέκταση της χορήγησης της παροχής αυτής σε υπαλλήλους, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002, ανεξαρτήτως αν η παροχή αυτή χορηγείται παρανόμως σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων, διότι δεν μπορεί να θεμελιωθεί στη συνταγματική αρχή της ισότητας δικαίωμα των διοικουμένων και αντίστοιχη υποχρέωση της Διοίκησης για την επέκταση μη νόμιμης δράσης της Διοίκησης, αδιαφόρως αν αυτή ασκείται με ατομικές ή κανονιστικές πράξεις.
Επομένως, o από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολ.Δ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη παραβίαση των διατάξεων αυτών, είναι βάσιμος. Πρέπει, λοιπόν, κατά παραδοχή τoυ λόγου αυτού, να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της το οποίο αφορά τον αναιρεσείοντα Δήμο, κατά το οποίο και προσβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως.
Mετά την παραδοχή του παραπάνω λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καλύπτει στο σύνολό του τo προσβαλλόμενo με αυτούς ως άνω κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καθίσταται, προεχόντως, αλυσιτελής η εξέταση του δευτέρου λόγου αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια ότι παραβίασε την διάταξη του 90 παρ.3 του ν. 2362/1995, με το να δεχθεί ότι για την ένδικη αξίωση των αναιρεσιβλήτων ισχύει πενταετής παραγραφή και το σύνολο των επί μέρους περιοδικών παροχών που ζητούσαν με την αγωγή τους, δεν έχει υποκύψει σε παραγραφή.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ.1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".
Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της αγωγής των αναιρεσιβλήτων. Από τις αιτιολογίες, που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του λόγου αναιρέσεως, που ευδοκίμησε, προκύπτει ότι η αγωγή, κατά το μέρος της που είχε γίνει δεκτή με την προσβαλλομένη απόφαση, είναι μη νόμιμη. Επομένως, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και να απορριφθεί η αγωγή, ως μη νόμιμη. Τέλος, πρέπει να συμψηφισθoύν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων λόγω του δυσερμήνευτου των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ'αριθ. 873/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ΚΡΑΤΩΝΤΑΣ την υπόθεση. ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ επί της αγωγής. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ένδικη, από 1.7.2009 με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως 142936/4058/30.7.2009 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά του αναιρεσείοντος. Και ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Απριλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ