Supreme Court dismisses appeal on substantive law violation and jurisdictional error grounds regarding contract interpretation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Military Shareholding Fund against the First Instance Court's judgment. The appellant argued for a violation of substantive law and jurisdictional error, but the court found the lower court correctly applied contract interpretation principles and commercial lease rules. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(5) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on a substantive law violation requires a clear error in applying the law to proven facts, while a jurisdictional error appeal demands a specific mistake by the appellate court regarding its own jurisdiction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 620 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 620/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΣΤΡΑΤΟΥ (ΜΤΣ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοτσαλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΚΡΟΠΟΛ Χ. Ανώνυμος Εταιρία Εμπορική Κτηματική Τεχνική Ανάπτυξη Εμπορικών Κέντρων και Χώρων Στάθμευσης Υπηρεσιών και Συμμετοχική", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παραμυθιώτη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1634/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4557/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-9-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 19-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της 666/5-9-2014 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4557/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., παραβίαση των κανόνων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κενό ή ασάφεια, έστω και έμμεσα και εν τούτοις δεν προσέφυγε σ' αυτούς. Έμμεση διαπίστωση κενού στη σύμβαση ή αμφιβολία, σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων μερών, προκύπτει και όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση, περί της ανυπαρξίας αυτών, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, από την οποία αποκαλύπτεται ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία, σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αυτών.
Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει από το γεγονός ότι το δικαστήριο, για την αληθινή έννοια της σύμβασης, έλαβε υπόψη και άλλα στοιχεία, που βρίσκονται εκτός του κειμένου της σύμβασης ή χρησιμοποίησε επιχειρήματα. Επομένως, εάν το δικαστήριο της ουσίας, παρά την έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας, για την έννοια της σύμβασης (ή όρου αυτής), παραλείπει να προσφύγει στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, υποπίπτει στην ως άνω πλημμέλεια (ΑΠ 1170/2009).
Εξάλλου, στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων δεν είναι νοητό να υπάρχει και δεν υπάρχει numerus clausus των ενοχικών σχέσεων. Έτσι, στη συναλλακτική πρακτική συναντούμε, εκτός από τις ενώσεις δύο ή περισσότερων συμβάσεων και τις ανώνυμες συμβάσεις, τις αποκαλούμενες μικτές συμβάσεις. Μικτή σύμβαση είναι η ενιαία εκείνη σύμβαση, η οποία εμφανίζει μία άγνωστη στο νόμο σύνθεση στοιχείων, που ανήκουν σε διάφορους "τύπους" συμβάσεων (επώνυμων ή και ανώνυμων).
Οι μικτές συμβάσεις εμφανίζονται συνήθως με μία από τις ακόλουθες μορφές: 1. Συμβάσεις, όπου ο ένας συμβαλλόμενος οφείλει περισσότερες παροχές που ανήκουν η καθεμία τους σε διαφορετικό συμβατικό τύπο, αλλά η μία είναι (οικονομικώς και νομικώς) κύρια, ενώ οι άλλες παρεπόμενες (τυπικές συμβάσεις με παρεπόμενη παροχή διαφορετικού τύπου).
Στις συμβάσεις αυτού του τύπου εφαρμόζεται βασικά η μέθοδος της "απορρόφησης ή αφομοίωσης", κατά την οποία θα πρέπει να διαπιστώνεται κάθε φορά ποια είναι η οικονομικώς κύρια παροχή. Πάντως και εδώ θα πρέπει να εξετάζεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση μήπως ενδεχόμενη ανωμαλία σχετικά με την εξέλιξη μιας από τις οφειλόμενες παροχές (ακόμη και της παρεπόμενης) και η συνακόλουθη δημιουργία "καταργητικού λόγου" ως προς αυτήν (λ.χ.
δικαιώματος καταγγελίας, υπαναχωρήσεως, κ.λπ.) επηρεάζει την τύχη της όλης συμβάσεως. 2. Συμβάσεις, όπως οι παραπάνω, όπου όμως οι περισσότερες παροχές που οφείλει ο ένας συμβαλλόμενος είναι οικονομικώς ισοδύναμες μεταξύ τους και νομικώς κύριες ("δίδυμες") συμβάσεις. Στις συμβάσεις αυτού του τύπου εφαρμόζεται βασικά η "μέθοδος του συνδυασμού", κατά την οποία θα πρέπει να εφαρμοστούν παράλληλα για καθεμία από τις σωρευόμενες παροχές, οι κανόνες του συμβατικού τύπου, στον οποίο αυτή ανήκει, χωρίς όμως να παραβλέπεται και η ενότητα της μικτής συμβάσεως, ιδίως όταν μία ανωμαλία σε κάποια από τις παροχές δημιουργεί έναν "καταργητικό λόγο". 3.
Συμβάσεις, όπου ο ένας συμβαλλόμενος οφείλει (κύρια) παροχή που ανήκει σε ορισμένο συμβατικό τύπο (ή και περισσότερες παροχές που ανήκουν σε διαφορετικό συμβατικό τύπο η καθεμία), ενώ ο αντισυμβαλλόμενος του οφείλει αντιπαροχή που ανήκει σε άλλον συμβατικό τύπο. 4. Συμβάσεις, όπου η μία ενιαία παροχή του ενός συμβαλλόμενου περιέχει τα χαρακτηριστικά περισσότερων συμβατικών τύπων (συμβάσεις ενιαίας μικτής παροχής).
Στις συμβάσεις αυτών των τύπων υπό στοιχεία 3 και 4 εφαρμόζεται βασικά η παραπάνω "μέθοδος του συνδυασμού". Περαιτέρω, ο νόμος 813/1978 "περί εμπορικών και ετέρων τινών κατηγοριών μισθώσεων", ο οποίος κωδικοποιήθηκε στο π.δ. 34/1995, εισήγαγε ειδικό σύστημα ιδιαίτερης προστασίας της επαγγελματικής στέγης προς προαγωγή του συμφέροντος όχι μόνο του μισθωτή, αλλά και της εθνικής οικονομίας και ως εκ τούτου οι διατάξεις του, καθώς και οι διατάξεις των νόμων, που τροποποιούν ή συμπληρώνουν αυτόν ή περατώνουν αναγκαστικώς τη συμβατική διάρκεια των υπαγομένων στη ρύθμιση του μισθώσεων, είναι ειδικές και κατισχύουν άλλων διατάξεων, από την εφαρμογή των οποίων προκύπτουν έννομα αποτελέσματα αντίθετα ή διαφορετικά εκείνων, που απορρέουν από την εφαρμογή του εν λόγω νόμου, όπως είναι οι διατάξεις του π.δ/τος 715/1979, "Περί τρόπου ενεργείας υπό των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ), προμηθειών, μισθώσεων και εκμισθώσεων εν γένει, αγορών ή εκποιήσεων κινητών πραγμάτων, ως και εκτελέσεως εργασιών" (ΑΠ 758/2010, ΑΠ 885/2009).
Κατά δε το άρθρο 43 παρ. 1 και 3 του π.δ/τος 34/1995 "1. Ο μισθωτής μπορεί μετά την πάροδο ενός (1) έτους από την έναρξη της σύμβασης να καταγγείλει τη μίσθωση. Η καταγγελία γίνεται εγγράφως τα δε τα αποτελέσματά της επέρχονται μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από τη γνωστοποίησή της. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζημίωση ποσό ίσο με ένα (1) μηνιαίο μίσθωμα, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο καταγγελίας της μίσθωσης ... 3.
Το άρθρο 43 του π.δ. 34/1995 (ΦΕΚ 30 Α') εφαρμόζεται, κατ' απόκλιση από το άρθρο 4 παρ. 1 περίπτωση θ' του π.δ. 34/1995, και για την καταγγελία από τον μισθωτή σύμβασης μίσθωσης ορισμένου χρόνου που έχει συναφθεί για τις δραστηριότητες των άρθρων 1 και 2 του π.δ. 34/1995 για ακίνητο που έχει χαρακτηριστεί ως Διατηρητέο". Τέλος, η δημιουργούμενη με την έκδοση της εγγυητικής επιστολής τριμερής σχέση μεταξύ του οφειλέτη, του εγγυητή και του δανειστή αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση, που καταρτίζεται στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων (Α.Κ. 361) και διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 επ.
Α.Κ., εφόσον οι διατάξεις για την εγγύηση συμβιβάζονται με την εν λόγω σχέση. Με τη σύμβαση αυτή ο εγγυητής αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι του δανειστή να του καταβάλει οφειλή τρίτου, λόγω δε του ενδοτικού χαρακτήρα των περί εγγυήσεως διατάξεων δεν αποκλείεται να περιληφθεί στη σύμβαση ρήτρα, κατά την οποία ο εγγυητής θα καταβάλει το ποσό της εγγυήσεως σε πρώτη ζήτηση ή με άλλη ειδοποίηση ή δήλωση, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να ελέγξει το υπαρκτό και το νόμιμο του χρέους και να προβάλει την ένσταση διζήσεως.
Η εγγυητική επιστολή είναι εξασφαλιστική της βασικής σχέσης που συνδέει τον οφειλέτη και τον δανειστή και, συνεπώς, όταν η κύρια οφειλή αποσβεσθεί, ελευθερώνεται και ο εγγυητής, εκτός αν η απόσβεση επήλθε από δικό του πταίσμα (ΑΚ 864). Έτσι εξασφαλίζεται ο δανειστής εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται η εγγυητική επιστολή, με ρήτρα πληρωμής "σε πρώτη ζήτηση" ή "απλή ειδοποίηση" - που συνήθως εκδίδεται με τη μεσολάβηση τράπεζας - στην άμεση απόλαυση του ποσού αυτής, αφού η τράπεζα που ανέλαβε πλέον την υποχρέωση να πληρώσει σε πρώτη ζήτηση ή με απλή ειδοποίηση ή δήλωση δεν μπορεί να αρνηθεί την καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής προς τον δανειστή, επικαλούμενη ανυπαρξία ή πλημμέλεια της βασικής σχέσης, ή ακόμη και να αμφισβητήσει τον λόγο κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, πολύ δε περισσότερο να αντιτάξει από τη σχέση καλύψεως ενστάσεις του εντολέα της πρωτοφειλέτη, χωρίς βεβαίως να αποκλείεται η απόκρουση της πληρωμής από την εγγυήτρια τράπεζα με την προβολή ένστασης από την ΑΚ 281, ούτε αποκλείεται η μεταγενέστερη εκ μέρους του υπέρ ου η επιστολή, πρωτοφειλέτη και εντολέως, αναζήτηση του καταβληθέντος ποσού από τον λαβόντα τούτο δανειστή ή τον διάδοχο του τελευταίου, εάν ήθελε κριθεί ότι συνέτρεχαν οι όροι της καταπτώσεως, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του Α.Κ.
και, αν δεν υπάρχει ή δεν αποδεικνύεται αδικοπραξία, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού των άρθρων 904 επ. Α.Κ. Έτσι, στην περίπτωση εγγυητικής επιστολής με μία από τις παραπάνω ρήτρες, μετά την κατάπτωση αυτής και την καταβολή του ποσού της στον δανειστή υπέρ του οποίου δόθηκε, ο πρωτοφειλέτης, πελάτης της εγγυήτριας Τράπεζας, ο οποίος είναι αυτός που πράγματι θα καταβάλει το ποσό της εγγυητικής επιστολής, αφού η Τράπεζα το εισπράττει από αυτόν πραγματικά ή λογιστικά (αν έχει σε αυτή χρηματικό λογαριασμό), επικαλούμενος ότι δεν συντρέχει πραγματικός ή νομικός λόγος καταπτώσεως της εγγυητικής επιστολής, δικαιούται να στραφεί εναντίον του δανειστή, που εισέπραξε το ποσό της εγγυητικής επιστολής, και να ζητήσει ό,τι ο τελευταίος εισέπραξε χωρίς νόμιμη αιτία.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 1634/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή αγωγή της αναιρεσίβλητης, αναγνωρίσθηκε ότι η μεταξύ των διαδίκων από 30-10-2008 σύμβαση μίσθωσης του επί της οδού ...
και ... Μεγάρου ιδιοκτησίας Μ.Τ.Σ. λύθηκε στις 21-3-2011, συνεπεία της από 20-12-2010 καταγγελίας της ενάγουσας και υποχρεώθηκε το εναγόμενο - αναιρεσειον να αποδώσει στην ενάγουσα το σώμα της .../29-10-2008 εγγυητικής επιστολής της Τράπεζας Πειραιώς, ποσού 6.791.738 ευρώ, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την 16/14/22-06-2007 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ.
αποφασίσθηκε η "εκμίσθωση" ακινήτου ιδιοκτησίας του, δηλαδή ενός κτιρίου αποτελούμενου από δύο υπόγεια, ισόγειο, ημιώροφο και τέσσερις (4) ορόφους που βρίσκεται επί της οδού ... και ... στην Αθήνα, για είκοσι πέντε (25) έτη με υποχρέωση του μισθωτή να εκτελεί με δαπάνες του τις τυχόν αναγκαίες οικοδομικές κ.λπ.
εργασίες διαρρύθμισης και αναβάθμισής του και καθορίσθηκε η ελάχιστη ετήσια πρόσοδος του εναγομένου. Η πράξη αυτή εγκρίθηκε με την υπ' αριθμόν 5752/21-08-2007 απόφαση του Υφυπουργού Εθνικής Άμυνας. Το εναγόμενο διεξήγαγε, την 01-11-2007, διεθνή πλειοδοτικό διαγωνισμό κατ' εφαρμογή των διατάξεων της Οδηγίας 2004/18 ΕΚ, του π.δ. 60/2007 και της Οδηγίας 89/605 ΕΚ, ανάδοχος δε του διαγωνισμού αναδείχθηκε η ενάγουσα εταιρία.
Με το από 30-10-2008 συμφωνητικό μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε η παραχώρηση από το εναγόμενο στην ενάγουσα "ανάδοχο" έναντι συγκεκριμένων ανταλλαγμάτων της διαχείρισης και εκμετάλλευσης του ακινήτου ιδιοκτησίας του εναγομένου για χρονικό διάστημα είκοσι πέντε (25) ετών επ' ωφελεία της ενάγουσας και με έναρξη παραχωρήσεως την υπογραφή της σύμβασης.
Στο συμβατικό αντικείμενο συμφωνήθηκε ότι περιλαμβάνεται η χρηματοδότηση, μελέτη, βελτίωση - αναβάθμιση του κτιρίου, εντός προθεσμίας δέκα (10) μηνών από την υπογραφή της σύμβασης, η οποία έφερε τον τίτλο ως "Σύμβαση Παραχώρησης Διαχείρισης" (ΜΑΝΑGΕΜΕΝΤ) για ορισμένο χρόνο του μεγάρου ιδιοκτησίας ΜΤΣ στο Δήμο Αθηναίων, επί της οδού ...
και .... Με τον υπ' αριθμόν 6.2 όρο της συμβάσεως ορίσθηκε ότι το συμβατικό αντάλλαγμα θα προερχόταν από την παραχώρηση και εκμετάλλευση των χώρων του κτιρίου σε αντάλλαγμα της προσόδου προς το εναγόμενο από την ενάγουσα και της αναβάθμισης και βελτίωσης των κτιριακών εγκαταστάσεων που θα πραγματοποιούντο.
Με τον υπ' αριθμόν 6.6 όρο της συμβάσεως ορίσθηκε ότι η ενάγουσα θα κατέβαλε στο εναγόμενο ως ελάχιστη ετήσια αποζημίωση χρήσεως ποσά που εκτίθεντο στο άρθρο 6.8 της συμβάσεως. Ο τελευταίος αυτός όρος της συμβάσεως τιτλοφορείται "Καταβολή Ετήσιας Προσόδου" και προβλέπει ότι η ενάγουσα είχε υποχρέωση να καταβάλει στον εναγόμενο ετήσια πρόσοδο από την ημέρα της υπογραφής της συμβάσεως σε δώδεκα (12) ισόποσες δόσεις.
Η ετήσια αυτή πρόσοδος θα ανερχόταν κατά το πρώτο έτος της μισθώσεως στο ποσό των 1.524.000 ευρώ, με ποσοστό αναπροσαρμογής 4,5% επί του καταβαλλομένου ποσού στο αμέσως προηγούμενο έτος, με εφάπαξ καταβολή κατά την υπογραφή της συμβάσεως 200.000 ευρώ πέραν των καταβαλλομένων ποσών ετησίως και επιπλέον ποσοστό 7% επί των ακαθαρίστων κερδών της εκμεταλλεύσεως, το οποίο ποσό θα καταβαλλόταν την 31η Ιουλίου εκάστου έτους και θα αναφερόταν στα ακαθάριστα κέρδη της προηγούμενης οικονομικής χρήσεως.
Συμφωνήθηκε ακόμη (άρθρο 6.8.2) ότι οποιαδήποτε επιβάρυνση του ακινήτου με φόρους, τέλη και εισφορές υπέρ του Δημοσίου κ.λπ. θα βάρυνε αποκλειστικά την ενάγουσα, ότι η τυχόν εμπρόθεσμη καταβολή του μηνιαίου τιμήματος για την παραχώρηση (ετήσιας προσόδου) πέραν του πενθημέρου και η παράβαση από την ενάγουσα οποιουδήποτε από τους παραπάνω όρους που συμφωνήθηκαν όλοι ως ουσιώδεις θα παρείχε στο εναγόμενο το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση παραχώρησης και την άμεση αποβολή της ενάγουσας από την διαχείριση και εκμετάλλευση του ακινήτου, με τη διάλυση, δε, της συμβάσεως θα κατέπιπταν αυτοδίκαια υπέρ του εναγομένου οι εγγυήσεις καλής εκτελέσεως λόγω ποινικής ρήτρας και αποζημιώσεως.
Για την καλή εκτέλεση του "έργου" και την εν γένει πιστή τήρηση των όρων της συμβάσεως κατατέθηκε από την ενάγουσα, κατά την υπογραφή της συμβάσεως, εγγυητική επιστολή που ορίσθηκε στο ποσό των 6.791.738 ευρώ το οποίο αντιστοιχούσε στο 10% του συνόλου της αξίας της συμβάσεως, συμφωνήθηκε, δε, με τον υπ' αριθμόν 11.2 όρο της συμβάσεως ότι αυτή η εγγυητική θα παραδίδετο στην ενάγουσα άτοκα μετά τη λήξη της συμβάσεως.
Έτσι, κατά την υπογραφή της συμβάσεως, η ενάγουσα παρέδωσε στο εναγόμενο την υπ' αριθμόν .../25-10-2008 εγγυητική επιστολή της Τράπεζας Πειραιώς ποσού 6.791.738 ευρώ με ισχύ μέχρι τη λήξη της συμβατικής διάρκειας της συμβάσεως στις 31-10-2033, όπως, δε, προκύπτει από το μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενο από την ενάγουσα φωτοαντίγραφο αυτής, το πρωτότυπό της βρίσκεται εις χείρας του εναγομένου.
Το σχέδιο του ως άνω συμφωνητικού απεστάλη από το εναγόμενο στο Ελεγκτικό Συνέδριο για προληπτικό έλεγχο της νομιμότητάς του κατά το άρθρο 19 παρ. 7 του π.δ. 774/ 1980. Το αρμόδιο Ζ' κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου έκρινε ότι η ένδικη σύμβαση, την οποία χαρακτήρισε ως μικτή σύμβαση, συνίσταται στην παραχώρηση της χρήσεως του συγκεκριμένου ακινήτου στην ενάγουσα που θα το διαχειρίζεται, και θα το εκμεταλλεύεται, επ' ωφελεία του, με υποχρέωση καταβολής στο εναγόμενο προσδιορισμένης ετήσιας προσόδου, ότι, δηλαδή, η σύμβαση έχει προεχόντως χαρακτήρα μισθώσεως ακινήτου αφού κύριο κριτήριο επιλογής του αναδόχου ήταν η επίτευξη της μεγαλύτερης προσόδου για το εναγόμενο και, ως εκ τούτου, απείχε από τον έλεγχο νομιμότητας του σχεδίου, ως μη υποκείμενο σε τέτοιο έλεγχο νομιμότητας.
Ακολούθησε η έκδοση της υπ' αριθμόν 1505/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών που εξεδόθη επί αγωγής του εναγομένου κατά της προηγούμενης μισθώτριας του ακινήτου, δηλαδή, της εταιρίας με την επωνυμία "ΓΑΛΛΙΚΗ Εισαγωγική οικιακού εξοπλισμού Α.Ε." με την οποία (απόφαση) κρίθηκε ότι η πανομοιότυπη με την ένδικη σύμβαση που συνέδεε την ως άνω προηγούμενη μισθώτρια με το εναγόμενο ήταν σύμβαση μισθώσεως προσοδοφόρου αντικειμένου (ακίνητο προορισμένο για εκμίσθωση των χώρων του, του οποίου τη διαχείριση και εκμετάλλευση παραχώρησε το εναγόμενο στην εταιρία εκείνη έναντι ετήσιας προσόδου).
Το εναγόμενο στη συνέχεια, απέστειλε στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους το με ημερομηνία 29-06-2011 ερώτημά του για το αν η ένδικη σύμβαση με την ενάγουσα εμπίπτει ή όχι στις εμπορικές μισθώσεις ή αν πρόκειται για σύμβαση έργου. Επί του ερωτήματος αυτού, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους εξέδωσε την υπ' αριθμόν 463/2011 γνωμοδότησή του με την οποία γνωμοδότησε ότι η ένδικη σύμβαση "εν όψει του αντικειμένου της που είναι η παραχώρηση στην ανάδοχο της διαχείρισης και της εκμετάλλευσης του ακινήτου και η καταβολή από αυτή στο ΜΤΣ ετήσιου ανταλλάγματος, σε δώδεκα ισόποσες δόσεις και κατ' ουσία μηνιαίου μισθώματος και αφετέρου του σκοπού στον οποίο απέβλεψαν τα συμβαλλόμενα μέρη και είναι η αποδοτικότερη εκμετάλλευση του ακινήτου, προς όφελος και των δύο αποτελεί σύμβαση μισθώσεως ακινήτου και εμπίπτει στις διατάξεις προστασίας των εμπορικών μισθώσεων του π.δ. 34/1995.
Στη σύμβαση προέχει ο μισθωτικός χαρακτήρας της καθόσον οι κατασκευαστικές και λοιπές εργασίες έχουν παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με το κύριο αντικείμενό της και εντάσσονται στα πλαίσια της επωφελέστερης εκμεταλλεύσεως του ακινήτου. Η εν λόγω σύμβαση δεν έχει τον χαρακτήρα της σύμβασης υπηρεσιών, αφού ο ανάδοχος δεν θα παρέχει υπηρεσία κατά την έννοια του π.δ. 346/1998, ούτε δύναται να χαρακτηρισθεί ως σύμβαση έργου βασικός σκοπός της οποίας είναι η κατασκευή συγκεκριμένου δημοσίου έργου".
Για την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης τηρήθηκαν οι διατάξεις των Οδηγιών 2004/18 ΕΚ, 89/605 ΕΚ, του π.δ. 60/2007, η οποία όμως (σύμβαση) ως προς το περιεχόμενό της με την προσφυγή του Δικαστηρίου στις διατάξεις των άρθρων 173, 200 και 288 ΑΚ και λαμβάνοντας υπ' όψη την καλή πίστη και τους συνηθισμένους τρόπους ενέργειας σε τέτοιου είδους συναλλαγές, καθώς και το δικαιοπρακτικό σκοπό της βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών, αποτελεί κατά το αληθινό νόημα της δηλωθείσας βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών στο από 30-10-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό προεχόντως σύμβαση μισθώσεως και δη εμπορικής και όχι την κατά τη γραμματική διατύπωση της σύμβασης διαχειρίσεως.
Η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται από τη συνομολόγηση ετήσιου ανταλλάγματος καταβλητέου σε δώδεκα ισόποσες δόσεις, που συνιστούν κατ' ουσία μηνιαίο μίσθωμα, κάτι που δε συνηθίζεται σε συμβάσεις διαχείρισης αλλά και από το σκοπό στον οποίο απέβλεπαν τα μέρη, ο οποίος ήταν η παραχώρηση της χρήσεως του ακινήτου και η αποδοτικότερη εκμετάλλευση αυτού, με δυνατότητα μάλιστα της ενάγουσας μισθώτριας για περαιτέρω παραχώρηση της χρήσεώς του σε τρίτους, οι δε κατασκευαστικές εργασίες είχαν παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με το κύριο αντικείμενο της συμβάσεως μισθώσεως. Εξ άλλου, όπως προαναφέρθηκε και το Ελεγκτικό Συνέδριο απείχε από τον έλεγχο της νομιμότητας της ένδικης σύμβασης, χαρακτηρίζοντας αυτήν ως μισθωτική σύμβαση μη υποκείμενη σε έλεγχο νομιμότητας, ενώ και το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους με την προαναφερόμενη 403/2011 γνωμοδότησή του χαρακτήρισε την ένδικη σύμβαση ως εμπορική μίσθωση ακινήτου που εμπίπτει στις διατάξεις του π.δ. 34/1995 και όχι του π.δ. 715/1979. Με βάση τα παραπάνω η ένδικη σύμβαση ως εμπορική μίσθωση υπάγεται στις προστατευτικές διατάξεις του π.δ. 34/1995 και είχε κατ' αρχή νόμιμη διάρκεια 12 ετών μέχρι τις 31-10-2020 (άρθρο 5 του π.δ. 34/1995).
Στις 21 Δεκεμβρίου 2010, η ενάγουσα απέστειλε στο εναγόμενο την από 20-12-2010 εξώδικη καταγγελία με την οποία κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση με βάση τη διάταξη του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995, επικαλούμενη (ως εκ περισσού) την άκαμπτη στάση του εναγομένου σχετικά με το αίτημά της για αναδιαπραγμάτευση των όρων της συμβάσεως εξαιτίας της ριζικής και πρωτοφανούς για τη χώρα μεταβολής των οικονομικών και μισθωτικών συνθηκών, που είχε ανατρέψει βίαια την ισορροπία παροχής και αντιπαροχής και δήλωνε, αφ' ενός μεν ότι μετά τη λύση της συμβάσεως μετά την προθεσμία των τριών μηνών το εναγόμενο θα υπεισερχόταν χωρίς καμία άλλη διατύπωση στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μισθώσεων χώρων του κτιρίου που θα υφίσταντο κατά το χρόνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, αφ' ετέρου δε ζητούσε την επιστροφή (απόδοση) της εγγυητικής επιστολής που του είχε παραδώσει κατά την υπογραφή της συμβάσεως.
Η καταγγελία αυτής της συμβάσεως ήταν σύννομη, καθώς συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995, επιπλέον και αυτή της διατάξεως του άρθρου 3 του ίδιου π.δ/τος καθώς το επίδικο μίσθιο ήταν διατηρητέο και η σύμβαση μισθώσεως ήταν σύμβαση ορισμένου χρόνου. Επομένως, τα αποτελέσματα της εν λόγω καταγγελίας από την μισθώτρια ενάγουσα επήλθαν τρεις (3) μήνες από τη γνωστοποίησή της στο εναγόμενο, δηλαδή, στις 21-03-2011.
Την τελευταία αυτή ημερομηνία, η ενάγουσα - μισθώτρια κοινοποίησε στο εναγόμενο - εκμισθωτή την από 21-03-2011 εξώδικη γνωστοποίηση - πρόσκληση - δήλωση (όπως η επίδοση αυτής προκύπτει από την μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη από την ενάγουσα υπ' αριθμ. 1000Β'/2011 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...), με την οποία η ενάγουσα επεσήμανε την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, γνωστοποίησε τις υφιστάμενες συμβάσεις μισθώσεως στις οποίες μετά τη λύση της συμβάσεως είχε υπεισέλθει αυτοδικαίως το εναγόμενο ως εκμισθωτής, συνεπέδωσε, δε, και τα αντίστοιχα ιδιωτικά συμφωνητικά και κάλεσε το εναγόμενο να της αποδώσει το σώμα της εγγυητικής επιστολής, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι ασκεί το δικαίωμα επισχέσεως της οφειλόμενης αποζημιώσεως ενός μισθώματος του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995.
Κατόπιν αυτού, έλαβε χώρα, στις 16-05-2011, η παράδοση του μισθίου από την ενάγουσα στο εναγόμενο για την οποία συντάχθηκε το με την αυτή ημερομηνία πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής που υπεγράφη από τριμελή επιτροπή του εναγομένου, το οποίο, ωστόσο, επιφυλάχθηκε για κάθε νόμιμο δικαίωμά του με την επιφύλαξη της γνωμοδοτήσεως που αναμενόταν από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.
Παρόλα αυτά, μετά την έκδοση στις 15-11-2011, της εν λόγω γνωμοδοτήσεως του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου προέβη, στις 11-4-2012, στην έκδοση της υπ' αριθμ. 9/1/11-04-2012 αποφάσεώς του με την οποία κατήγγειλε τη σύμβαση επικαλούμενο αφερεγγυότητα της ενάγουσας και δηλώνοντας με αυτήν (απόφαση) ότι θα ζητούσε την κατάπτωση της δοθείσας εγγυητικής επιστολής, την οποία όμως ουδέποτε ζήτησε, ενώ η απόφαση αυτή επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 11-04-2012.
Στη συνέχεια η ενάγουσα άσκησε την από 11-04-2012 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία ζητούσε να απαγορευθεί προσωρινά η καταβολή στο εναγόμενο της δοθείσας εγγυητικής ετιστολής μέχρι εκδόσεως τελεσίδικης απόφασης επί της ένδικης αγωγής, ζήτησε δε και έλαβε προσωρινή διαταγή από τον Πρόεδρο Υπηρεσίας, με την οποία απαγορεύθηκε στην Τράπεζα Πειραιώς να καταβάλει προσωρινά στο εναγόμενο το ποσό της εγγυητικής επιστολής.
Επί της εν λόγω αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων εκδόθηκε στη συνέχεια η 9915/04-10-2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση της ενάγουσας και απαγορεύθηκε προσωρινά στην Τράπεζα Πειραιώς να καταβάλει στο εναγόμενο το ποσό της εγγυητικής επιστολής μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της κρινόμενης αγωγής.
Επομένως αφού η ένδικη σύμβαση μισθώσεως έληξε στις 21-03-2011, μετά τη νόμιμη καταγγελία εκ μέρους της ενάγουσας - μισθώτριας της συμβάσεως μισθώσεως, το εναγόμενο όφειλε σύμφωνα με τον υπ' αριθμόν 22.3 όρο της συμβάσεως να αποδώσει στην ενάγουσα το σώμα της υπ' αριθμόν .../29--10-2008 εγγυητικής επιστολής της Τράπεζας Πειραιώς ποσού 6.791.738 ευρώ, που του είχε παραδώσει η ενάγουσα κατά την υπογραφή της συμβάσεως για την πιστή τήρηση των όρων αυτής τους οποίους και πράγματι αυτή (ενάγουσα) τήρησε".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτών. Ειδικότερα, αφού διαπίστωσε κενό και ασάφεια, ως προς τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλόμενων μερών, προσέφυγε στους κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. για να ερμηνεύσει την ένδικη σύμβαση, με τη δοθείσα δε ερμηνεία, η οποία είναι σύμφωνη με τις αρχές της καλής πίστης και τα συναλλακτικά ήθη, αφού έλαβε υπόψη τη φύση της σύμβασης και το σκοπό στο οποίο απέβλεπαν τα μέρη, δεν παραβίασε τις διατάξεις των όρθρων 173 και 200. Περαιτέρω, ορθώς εφάρμοσε τις διατάξεις περί εμπορικών μισθώσεων, που εφαρμόζονται, ως ειδικές, και επί Ν.Π.Δ.Δ., και κρίνοντας νόμιμη την καταγγελία της μισθώτριας, καθώς και ότι αυτή τήρησε τους όρους της μίσθωσης, κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι το αναιρεσείον - εναγόμενο οφείλει να αποδώσει στην ενάγουσα το σώμα της επίδικης εγγυητικής επιστολής, που του είχε παραδώσει για την πιστή τήρηση των όρων της.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, που προσάπτει την από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 5 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας, εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο ως άνω λόγος αναίρεσης δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, συνιστάμενο σε παραδοχή υλικής αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ίδιου. Επομένως δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως που υπάγεται, κατά το όρθρο 19 του ΚΠολΔ, στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (Ολ.ΑΠ 5/2003, 30/ 1995, 3/1991). Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι εσφαλμένα κρίθηκε από το Εφετείο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ήταν καθ' ύλην αρμόδιο για την εκδίκαση της προκειμένης διαφοράς, ενώ όφειλε να αποφανθεί αυτεπαγγέλτως και να προσδιορίσει το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ως μόνο αρμόδιο, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται σε σφάλμα του Εφετείου σχετικά με τη δική του αρμοδιότητα.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Μετοχικό Ταμείο Στρατού στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που δεν κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.100 ευρώ (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 666/5-9-2014 αίτηση για αναίρεση της 4557/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ