Supreme Court dismisses appeal against termination of employment contract due to serious breach of duty by bank employee.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision to terminate his employment contract with the National Bank of Greece. The appellant alleged the dismissal lacked a 'serious cause' under Article 672 of the Civil Code, while the bank argued his role as a senior accountant involved creating fictitious balances, threatening transaction security and the bank's reputation. The court upheld the dismissal, ruling that the objective facts of the alleged misconduct constituted a valid serious cause for termination without violating the principle of proportionality.
Legislator headnote
AI generatedArt. 672 A.C.; Art. 25(1) Constitution: The right to terminate an employment contract for a serious cause cannot be excluded by agreement, and objective facts that objectively render the continuation of the contract unacceptable under good faith and commercial ethics constitute a serious cause, provided the employer's action is not disproportionate.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 620 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 620/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ρήγο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Ιατρού-Νικητιάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/11/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 524/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8823/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/4/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 1/2/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 672 ΑΚ καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία.. Το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία. Σπουδαίο λόγο, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, αποτελούν πραγματικά περιστατικά τα οποία κατ' αντικειμενική κρίση καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλοντα τη συνέχιση της σύμβασης εργασίας.
Έτσι, η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του μισθωτού αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας. Αρκεί δε ακόμα και ένα περιστατικό, το οποίο αντικειμενικά θεωρούμενο, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να καθιστά μη ανεκτή την περαιτέρω διατήρηση της συμβατικής σχέσης για εκείνον που δικαιούται να την καταγγείλει.
Το δικαστήριο ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση με την άσκηση από τον εργοδότη του δικαιώματος απολύσεως παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκομένου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και της αρχής της μη καταχρήσεως των δικαιωμάτων και απορρέει από τη Συνταγματική αρχή του Κράτους δικαίου, έχει δε ήδη καθιερωθεί, κατά την πρόσφατη αναθεώρηση, στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση τα εξής: Ο αναιρεσείων προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη τράπεζα, ως υπάλληλος, δυνάμει της από .... συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και τοποθετήθηκε στο υποκατάστημα επί της οδού Σεβαστουπόλεως. Το 1983 τοποθετήθηκε στο κέντρο μηχανογραφίας της αναιρεσίβλητης και εντάχθηκε στο λογιστικό κλάδο του προσωπικού της, όπου και παρέμεινε μέχρι τις 31-12-1989.
Τον Οκτώβριο του 1990, τοποθετήθηκε σο υποκατάστημα της αναιρεσίβλητης στην οδό Σόλωνος, ως κεντρικός ταμίας και το Μάρτιο 1998 τοποθετήθηκε στο κατάστημα της οδού Σοφούλη, στη Νέα Σμύρνη, ως κεντρικός ταμίας. Αρχές του 2000, προήχθη σε προϊστάμενο ταμιολογιστών στο ίδιο υποκατάστημα, όπου και παρέμεινε μέχρι το 2003.
Από 31-1-2003, τοποθετήθηκε στο υποκατάστημα επί της οδού Αλκυόνης (Π. Φάληρο), ως εντεταλμένος. Τον Απρίλιο του 2004 τοποθετήθηκε στο κατάστημα της Βούλας, ως εντεταλμένος και από 1-6-2004 επανήλθε στο κατάστημα της οδού Αλκυόνης. Στις 19-10-2004, η αναιρεσίβλητη προέβη σε καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τα άρθρα 33 παρ. 1γ του κανονισμού αυτής και 672 ΑΚ, επικαλούμενη την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, ο οποίος συνίστατο, όπως αναγράφεται στην ως άνω έγγραφη καταγγελία, στη βαρύτατη και υπαίτια εκ μέρους του παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων έναντι της Τράπεζας, που διαπιστώθηκαν κατά τη γενόμενη τον Ιούλιο 2004 επιθεώρηση του καταστήματος της οδού Αλκυόνης.
Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων, εκμεταλλευόμενος τη θέση του ως προϊσταμένου λογιστών αρχικά του καταστήματος της οδού Σοφούλη και στη συνέχεια ως εντεταλμένου του καταστήματος της οδού Αλκυόνης α) πραγματοποίησε εικονική κατάθεση σε αποταμιευτικό λογαριασμό, προκειμένου να εμφανίσει στο οικείο βιβλιάριο πλασματικό υπόλοιπο (μεγαλύτερο του πραγματικού κατά 8055 ευρώ), αποκρύπτοντας έτσι τις αντικανονικές αναλήψεις που είχε διενεργήσει ο ίδιος σε προγενέστερο χρόνο, β) άνοιξε δύο τρεχούμενους λογαριασμούς υπέρ συγγενικού του προσώπου και έκανε ο ίδιος χρήση της ευχέρειας υπερανάληψης για την κάλυψη δικών του αναγκών, ενώ στα περισσότερα από τα σχετικά δικαιολογητικά καθώς και στα εντάλματα πληρωμής έθεσε ο ίδιος υπογραφές, κατά τρόπο που να φαίνεται ότι είχε υπογράψει ο πραγματικός δικαιούχος, γ) αναμίχθηκε σε πληθώρα δοσοληψιών με διάφορους πελάτες της Τράπεζας, σε λογαριασμούς των οποίων διενήργησε αναλήψεις (υπογράφοντας και σ' αυτές τις περιπτώσεις ο ίδιος εντάλματα πληρωμής με τον τρόπο που προαναφέρθηκε) και καταθέσεις διαφόρων ποσών.
Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ενήργησε αντικανονικά στις εξής περιπτώσεις: Α) Στις 6-6-2001, άνοιξε στο κατάστημα της οδού Σοφούλη ατομικό τρεχούμενο λογαριασμό με δικαίωμα υπερανάληψης 500000 δρχ. στο όνομα της μητέρας του, υπογράφοντας ο ίδιος όλα τα σχετικά έγγραφα (σύμβαση, καρτελίδιο ανοίγματος λογαριασμού, όροι κατάθεσης και αίτηση σύνδεσης και παραλαβής της ΕΘΝΟCASH), και κατά το χρονικό διάστημα από 6-6-2001 μέχρι 20-6-2001 έκανε χρήση της σχετικής ευχέρειας και ανέλαβε το ποσό των 500000 δρχ., υπογράφοντας ο ίδιος τα σχετικά εντάλματα πληρωμής.
Στο όνομα της μητέρας του αναιρεσείοντος υπήρχε και άλλος ένας τρεχούμενος λογαριασμός στο κατάστημα της οδού Σόλωνος, κοινός με τον αναιρεσείοντα, στον οποίο πιστωνόταν η σύνταξή της. Οι παραπάνω δύο λογαριασμοί, στις 8-8-2004, εμφάνιζαν χρεωστικά υπόλοιπα 1456,28 ευρώ και 1212,94 ευρώ αντίστοιχα, τα οποία είχαν δημιουργηθεί από τον ίδιο, καθό χρόνο υπηρετούσε στο εν λόγω κατάστημα και χρησιμοποιήθηκαν κυρίως για αγορές μετοχών.
Στις 19-1-20004, ο αναιρεσείων άνοιξε και ένα τρίτο τρεχούμενο λογαριασμό, με δικαίωμα υπερανάληψης 5000 ευρώ, στο όνομα της μητέρας του, υπογράφοντας ο ίδιος τα σχετικά έγγραφα και κατά το χρονικό διάστημα από 23-4-2004 έως 22-5-2004 ανέλαβε μέσω ΑΤΜ το ποσό των 4960 ευρώ. Λίγες μέρες μετά τον έλεγχο η μητέρα του αναιρεσείοντος εξόφλησε τους προαναφερόμενους δύο λογαριασμούς με χρήματα που δανείσθηκε από τους συγγενείς της.
Β) Η Γ1, φίλη της μητέρας του αναιρεσείοντος, τηρούσε ατομικό αποταμιευτικό λογαριασμό στο κατάστημα Καισαριανής, που εξοφλήθηκε στις 11-9-2001 και με το ισόποσο των 3303716 δρχ. ανοίχθηκε κοινός λογαριασμός αποταμιευτικός στο όνομα αυτής και της μητέρας του αναιρεσείοντος. Η συναλλαγή αυτή έγινε από το τερματικό του αναιρεσείοντος, ο οποίος είχε λάβει την υπογραφή της Γ1 στο ένταλμα πληρωμής και στο καρτελίδιο ανοίγματος λογαριασμού από την προηγουμένη ημέρα στην οικία της.
Από 11-9-2001 έως 27-9-2001, ο αναιρεσείων ανέλαβε, χωρίς βιβλιάριο, με εντάλματα πληρωμής, που υπέγραψε ο ίδιος, ολόκληρο σχεδόν το ποσό του λογαριασμού. Στις 12-9-2002, όταν η Γ1 έδωσε στον αναιρεσείοντα το βιλιάριό της για μετατροπή των δραχμών σε ευρώ, αυτός πραγματοποίησε εικονική κατάθεση 8950,27 ευρώ στο λογαριασμό και μετά την ενημέρωση των ακαταχώρητων εγγραφών (έξοδα, τόκοι κλπ), διαμόρφωσε υπόλοιπο 8962,96 ευρώ, ενώ το πραγματικό υπόλοιπο μετά τις αναλήψεις ήταν 12,69 ευρώ.
Στη συνέχεια, εξέδωσε δεύτερο βιβλιάριο με υπόλοιπο εκ μεταφοράς 8962,96 ευρώ, αλλά μετά από δύο ώρες ακύρωσε την εικονική κατάθεση στο παλιό βιβλιάριο και έκανε πραγματική κατάθεση 895,27 ευρώ, λαμβάνοντας την εκτύπωση στην οπίσθια όψη του παραστατικού αντί στο βιβλιάριο, προκειμένου να δικαιολογήσει την ακύρωση της εικονικής κατάθεσης, εμφανίζοντας έτσι αυτή ότι έγινε από παραδρομή.
Ακολούθως, στη Γ1 έδωσε το δεύτερο βιβλιάριο με υπόλοιπο 8962,96 αντί του πραγματικού 907,96 ευρώ. Στις 17-4-2003 έκανε ανάληψη 970 ευρώ από το λογαριασμό της μητέρας του με χρήση εξουσιοδοτικής επιστολής της, που όμως είχε υπογράψει ο ίδιος. Στις 2-9-2003, όταν τοποθετήθηκε στο κατάστημα της οδού Αλκυόνης ως εντεταλμένος, άνοιξε άλλο αποταμιευτικό λογαριασμό στο όνομα της Γ1 και της μητέρας του, υπογράφοντας ο ίδιος τα σχετικά έγγραφα και κατέθεσε το ποσό των 9142,96 ευρώ, το οποίο προήλθε κατά 905,71 ευρώ από τον προαναφερόμενο λογαριασμό που έκλεισε και από υπόλοιπα δικών του λογαριασμών.
Σε διάστημα 4 μηνών ανέλαβε μέσω ΑΤΜ ολόκληρο το ποσό της ως άνω κατάθεσης, εκτός από 910 ευρώ, που ανέλαβε στις 13-11-2003, με εντάλματα πληρωμής, που υπέγραψε ο ίδιος. Οι αναλήψεις αυτές έγιναν με κάρτα ΕΘΝΟCASH, που είχε εκδοθεί μόνο στο όνομα της μητέρας του και κατείχε ο ίδιος. Με το ανωτέρω ποσό πλήρωσε μία δόση δανείου των 191,69 ευρώ, κατέθεσε 510 ευρώ στην πιστωτική του κάρτα, ενώ ανέλαβε το υπόλοιπο ποσό των 208,31 ευρώ.
Στις 11-9-2001, υπογράφοντας ο ίδιος στη θέση "Ο Λαβών", εισέπραξε το ποσό των 5090 δρχ. ως επιστροφή φόρου της Γ1, το οποίο τελικά απέδωσε στη τελευταία. Περαιτέρω, στις 20-3-2003, ο αναιρεσείων ανέλαβε με βιβλιάριο αποταμιευτικό από λογαριασμό φίλων του το ποσό των 4600 ευρώ, υπογράφοντας ο ίδιος το σχετικό ένταλμα πληρωμής και το κατέθεσε σε δικό του λογαριασμό.
Στις 2-7-2003 φίλος του αναιρεσείοντος άνοιξε τρεχούμενο λογαριασμό στην αναιρεσίβλητη τράπεζα με δικαίωμα υπερανάληψης και στις 9-7-2003 ανέλαβε 1500 ευρώ, από τα οποία ποσό 500 ευρώ με την αμέσως επόμενη συναλλαγή κατατέθηκε στο λογαριασμό της πιστωτικής κάρτας του αναιρεσείοντος. Στις 2-7-2003 και στις 16-7-2003 ο ανωτέρω φίλος του και η σύζυγός του εισέπραξαν προσωπικά δάνεια, ύψους 2106,09 και 1406,09 ευρώ, τα οποία κατέθεσαν στις αντίστοιχες ημερομηνίες, στο λογαριασμό τους, στον οποίο ο αναιρεσείων κατέθεσε, επίσης, στις 16-7-2003 το ποσό των 500 ευρώ, μέσω ΑΤΜ με χρέωση του λογαριασμού μισθοδοσίας του.
Στις 1-10-2003, ο αναιρεσείων κατέθεσε 1200 ευρώ στο λογαριασμό των παραπάνω προσώπων, μέσω ΑΤΜ, χρεώνοντας ισόποσα το λογαριασμό της ανωτέρω Γ1 και της μητέρας του. Ακόμη στις 24-10-2003, 14-11-2003, και 24-11-2003 πραγματοποίησε καταθέσεις ύψους 1500, 250, 2900, 464 και 300 ευρώ σε λογαριασμούς του ίδιου ως άνω φίλου του, μέσω του τερματικού 729ΖΑ άλλου τέλερ, χωρίς να είναι σε θέση να εξηγήσει τη φύση των συναλλαγών και από που προήλθαν τα χρήματα.
Στις 22-3-2001, 25-4-2001, 2-5-2001, 7-8-2001, 16-11-2002, 13-3-2002 και 23-10-2002 ο αναιρεσείων ανέλαβε τα ποσά των 80000, 50000, 15000, 140000 και 192000 δραχμών και 4400 και 4400 ευρώ αντίστοιχα, από τον αποταμιευτικό λογαριασμό του κουνιάδου και της συζύγου του, υπογράφοντας ο ίδιος τα σχετικά εντάλματα πληρωμής, ενώ ορισμένες από τις πιο πάνω συναλλαγές διενεργήθηκαν από τις θυρίδες άλλων τέλερς.
Στις 7-3-2001 κατέθεσε στον παραπάνω λογαριασμό το ποσό των 142000 δρχ. με αντίστοιχη χρέωση του δικού του λογαριασμού, ενώ στις 9-8-2001, 26-6-2001 και 19-9-2002 κατέθεσε με μετρητά στον ίδιο λογαριασμό τα ποσά των 140000 δρχ. και 4445 και 2200 ευρώ αντίστοιχα, χωρίς να προκύπτει η προέλευση των χρημάτων. Στις 18-12-2002, ανέλαβε 4582 ευρώ από λογαριασμό του, ο οποίος είχε πιστωθεί με το προϊόν στεγαστικού δανείου για επισκευές ύψους 30000 ευρώ και κατέθεσε 2222 ευρώ στο λογαριασμό του κουνιάδου του.
Στις 22-11-2002, διέθεσε τα μισά από το ανωτέρω επισκευαστικό δάνειο για να αγοράσει μετοχές. Στις 21-10-2003, με τη μοναδική συναλλαγή που έκανε στο τερματικό του, εισέπραξε τη σύνταξη της πεθεράς του κουμπάρου του, ποσού 1446,55 ευρώ, έχοντας πάρει από την προηγουμένη την υπογραφή της σε λευκό ένταλμα πληρωμής και στις 29-10-2003 μετά από 8 ημέρες κατέθεσε 1146,55 ευρώ στο λογαριασμό της, μέσω άλλου τερματικού, με χρέωση του λογαριασμού του, ενώ απέδωσε τη διαφορά των 300 ευρώ, κατά δήλωσή του, στην ίδια με μετρητά.
Μετά τη διαπίστωση των ανωτέρω περιστατικών, η αναιρεσίβλητη προέβη, όπως προαναφέρθηκε, στην από 19-10-2004 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος για σπουδαίο λόγο. Οι παραπάνω ενέργειες του αναιρεσείοντος, συνιστάμενες σε αναλήψεις χρηματικών ποσών εν αγνοία καταθετών, στη χρησιμοποίηση μεθόδων απόκρυψης από αυτούς συναλλαγών, στην πλαστογράφηση υπογραφών και την αλλοίωση του υπολοίπου στα βιβλιάρια καταθέσεων με τη δημιουργία πλασματικών υπολοίπων, δεν αρμόζουν σε τραπεζικό υπάλληλο, που κατέχει τις υπεύθυνες θέσεις του προϊσταμένου λογιστών και του εντεταλμένου, κλονίζουν την ασφάλεια των συναλλαγών και το κύρος της αναιρεσίβλητης στο κοινό και βλάπτουν, οπωσδήποτε, έναντι των τρίτων πελατών της τράπεζας τη φήμη και την αξιοπιστία της ως μεγάλου χρηματοπιστωτικού οργανισμού, που έχει τη δυνατότητα να προστατεύει τα συμφέροντά τους, τουλάχιστον από πράξεις υπαλλήλων της.
Από την εν λόγω αντισυμβατική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος κλονίσθηκε πράγματι δικαιολογημένα η εμπιστοσύνη της αναιρεσίβλητης προς το πρόσωπό του, διαταράχθηκε η ομαλή συνεργασία των διαδίκων και εύλογα κατέστη μη επιθυμητή από την εναγομένη η συνέχιση της εργασιακής συμβάσεως του αναιρεσείοντος και δεν μπορούσε να αξιωθεί η διατήρησή του στην υπηρεσία της, κατά την καλή πίστη, αφού τα παραπάνω περιστατικά συνιστούν, κατ' αντικειμενική κρίση, σπουδαίο λόγο.
Ούτε ο γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη δεν επέλεξε ηπιότερο μέτρο, όπως έπραξε για άλλους υπαλλήλους της σε ανάλογες περιπτώσεις, δεν καθιστά καταχρηστική την για σπουδαίο λόγο απόλυση του αναιρεσείοντος. Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγή του αναιρεσείοντος για ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως του, λόγω ανυπαρξίας σπουδαίου λόγου.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, ούτε και στα πλαίσια της αναλογικότητας, τις πιο πάνω αναφερόμενες διατάξεις, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Τούτο διότι τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, μετά σαφηνείας, πληρότητας και χωρίς αντιφάσεις, συνιστούν κατ' αντικειμενική κρίση, σπουδαίο λόγο για την αναιρεσίβλητη προς καταγγελία της συνδέουσας αυτή με τον αναιρεσείοντα εργασιακής συμβάσεως, η οποία δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και στην οποία (καταγγελία) είχε δικαίωμα να προβεί κατά τις άνω διατάξεις.
Επομένως, ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 αντίστοιχα του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άνω διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από τη ρητή διαβεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, έχει λάβει υπόψη τις 15811, 15810, 15806, 15809, 15807 και 15808/2005 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 περ.
γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον προβάλλεται η μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των άνω βεβαιώσεων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, όπως απορριπτέα είναι και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 420/3-4-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 8823/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην
Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ