Legislator Case Law & Legislation
620/2007 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against lower court's finding of a gift due to insufficient evidence requirements.

Case Number 620/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a disputed gift. The appellant argued the lower court erred by accepting the existence of a gift without demanding statutory proof, while the appellee was absent from the hearing. The court rejected the appeal's grounds for admitting evidence and lack of legal basis, but found the third ground regarding the application of the law to be insufficiently detailed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a), 559(1)(b), 559(11)(b), 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal argument regarding the application of substantive law must specify the violated provisions and the nature of the error, while an argument regarding the lack of legal basis requires the factual premises necessary to justify the applied law.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal grounds gift formation evidence requirements legal basis deficiency partial remittal substantive law application

Cited Legislation

AI generated
Article 261(b) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 620 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 620/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βησσαρίωνα Κωνσταντούλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-4-1999 αγωγή των 1. ..., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και 2. του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31396/2000 προδικαστική, 7178/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 264/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 2-6-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 17-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα 8227Β/ 8-9-2005 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ..., η αναιρεσίβλητη κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, να παραστεί κατά την ορισθείσα για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο της υπόθεσης, με επίδοση κυρωμένου αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης, με την υπάρχουσα σ΄ αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου. Επομένως, εφόσον η εν λόγω διάδικος δεν εμφανίσθηκε κατ΄ αυτήν, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να δικαστεί σαν να ήταν παρούσα.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 261 εδ.β του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει, σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση, προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη αμφισβήτηση του ισχυρισμού αυτού, συνδυαζόμενη με την τυχόν άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων.

Επομένως, αν υπάρχει τέτοια αμφισβήτηση, η ύπαρξη ή μη της οποίας ελέγχεται από τον ΄Αρειο Πάγο, και παρά ταύτα το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία, υποπίπτει στην εκ του άρθρου 559 αριθ.11β ΚΠολΔ. πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψης υπόψη απόδειξης που δεν προσκομίσθηκε. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ.

β του ΚΠολΔ., συνάγεται ότι θεμελιώνεται ο προνοούμενος με αυτήν λόγος αναίρεσης, όταν από το δικαστήριο έγιναν δεκτά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμοί οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση τον δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να διαταχθεί απόδειξη γι αυτά, όπως συμβαίνει και όταν το Εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη ομολογίας από την εκτίμηση των προτάσεων ενώπιόν του, χωρίς να υπάρχει ομολογία.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, που δίκασε κατ΄ έφεση την περί νόμιμης μοίρας αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης -ήδη αναιρεσίβλητης, δέχθηκε ως νόμιμο τον εκ του άρθρου 1833ΑΚ αυτοτελή ισχυρισμό της τελευταίας, ο οποίος είχε απορριφθεί ως αόριστος πρωτοδίκως, περί συνυπολογισμού στη νόμιμη μοίρα του ενάγοντος ποσού 36.150.507 δραχμών το οποίο είχε ο κληρονομούμενος πατέρας τους, μαζί με τον ενάγοντα, σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό ένα μήνα πριν από τον θάνατο του πρώτου(27-1-1998) και το οποίο ποσό προερχόταν, σύμφωνα με τον ισχυρισμό αυτό της εναγομένης, από καταθέσεις του κληρονομούμενου πατέρα τους και αποτελούσαν δωρεά εκείνου προς τον ενάγοντα για την οικονομική του αποκατάσταση.

Την ένσταση αυτή το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη και κατ΄ ουσία, το δε πόρισμά του για μεν την ύπαρξη του ως άνω κοινού λογαριασμού συνήγαγε, από το αντίγραφο του προσαχθέντος τραπεζικού βιβλιαρίου καταθέσεων σε κοινό λογαριασμό, για την δε προέλευση του ανωτέρω χρηματικού ποσού από καταθέσεις του κληρονομούμενου πατέρα των διαδίκων και την από μέρους του σύσταση δωρεάς υπέρ του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης "...

από τις έμμεσες ομολογίες του ενάγοντος, που συνάγονται από τα αποδεικτικά μέσα προκύπτει ότι ο ενάγων εργαζόταν ως λογιστής αρχικά και ύστερα ως υπάλληλος τουριστικού γραφείου, συνάγεται ότι έλαβε χώρα παροχή δωρεάς από τον διαθέτη πατέρα του προς αυτόν, προκειμένου να ενισχυθεί οικονομικά και να διατηρήσει την οικονομική του αυτοτέλεια, καθώς και να εξακολουθήσει την προσφάτως αρξαμένη επαγγελματική του πορεία (261ΚΠολΔ).Εφόσον δε , δεν είναι δυνατή η απόδειξη του ποσού της δωρεάς, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 493ΑΚ να θεωρηθεί ότι το ανήκον στο δωρητή διαθέτη(κληρονομούμενο) τμήμα της καταθέσεως, που δωρίθηκε από αυτόν στον ενάγοντα συνδικαιούχο αυτής ήταν (36.105.507:2=) 18.052.753,50δραχμές ή 52.979 ευρώ.

Αντίθετη περί αυτού απόδειξη δεν υφίσταται......". Κατ΄ ακολουθία των παραδοχών αυτών δέχθηκε το Εφετείο ως συνεισενεκτέα και καταλογιστέα παροχή στη νόμιμη μοίρα του ενάγοντος το ανωτέρω ποσό των 18.052.753,50 δραχμών ή 52.979 ευρώ, μετά τον συνυπολογισμό του οποίου απέρριψε ως αβάσιμη την ένδικη αγωγή, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ενάγων μεριδούχος έλαβε, με τη διαθήκη του πατέρα του και την ανωτέρω δωρεά εν ζωή ποσοστό μεγαλύτερο κατ΄ αξία από το αναλογούν στη νόμιμη μοίρα του.

Από την επιτρεπτή όμως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση, των προτάσεων του ενάγοντος στο δεύτερο βαθμό προκύπτει ότι αυτός ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος με τον πατέρα του διατηρούσε, σε Repose, την 27-1-1998 χρηματικό ποσό 20.742.056 δραχμών. Ότι τα χρήματα αυτά προήλθαν από δικές του οικονομίες, αφού ήδη είναι 42 ετών εργάζεται δε από ηλικία 17 ετών αρχικώς σε διάφορους εκδοτικούς οίκους, τους οποίους ανέφερε στις προτάσεις του, και από το έτος 1991 ως προϊστάμενος και υπεύθυνος του λογιστηρίου της τουριστικής επιχείρησης "ΜARINE TOYRS Α.Ε" και ότι το ανωτέρω χρηματικό ποσό είχε αρχικώς μόνο στο δικό του όνομα και αργότερα έθεσε ως δεύτερο όνομα και εκείνο του πατέρα του, αυξήθηκε δε αυτό την 27-1-1998 σε 20.742.065 δραχμές διότι τα επιτόκια του 1990 ήταν υψηλά και έφθαναν μέχρι 30%.Δηλαδή ο ενάγων είχε αρνηθεί την ένσταση της εναγομένης, ότι η ανωτέρω κατάθεση εκ δραχμών 36.105.507 σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό με τον διαθέτη πατέρα του προερχόταν εξ ολοκλήρου από χρήματα του τελευταίου και ότι από το ποσό αυτό 20.742.056 δραχμές αποτελούσαν δωρεά του πατέρα του προς τον ίδιο.

Επομένως, το Εφετείο, που, παρά την άρνηση του ενάγοντος, δέχθηκε ομολογία αυτού για τα ανωτέρω περιστατικά και κατέληξε στο επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ότι το ανωτέρω ποσό των 36.105.507δραχμών προερχόταν εξ ολοκλήρου από χρήματα του πατέρα του αναιρεσείοντος και ότι αυτά αποτελούσαν δωρεά εκείνου προς τον τελευταίο, υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθ.11β ΚΠολΔ.

πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψης υπόψη απόδειξης που δεν προσκομίσθηκε και πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος. Επίσης βάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.11βΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο έκανε δεκτό τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό της εναγομένης, περί δωρεάς από τον διαθέτη πατέρα προς τον αναιρεσείοντα, καθώς και περί του ύψους του ποσού αυτής, διότι δεν έλαβε υπόψη την ανωτέρω αναφερόμενη ειδικότερη αμφισβήτηση του ενάγοντος που αποκλείει την ομολογία του για τα ανωτέρω αναφερόμενα περιστατικά.

Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4,566 παρ.1 και 577 παρ.3ΚΠολΔ,για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου(άρθρο 559 αριθ.1 α ΚΠολΔ),πρέπει να αναφέρονται, εκτός των άλλων, οι διατάξεις, που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν και σε τι συνίσταται το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Εξάλλου, η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ως λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ., ιδρύεται, όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, και έτσι καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και όχι όταν η ανεπάρκεια αναφέρεται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο, πρώτο μέρος, αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1αΚΠολΔ, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου διότι δέχθηκε την ύπαρξη δωρεάς χωρίς να αξιώσει τα νόμιμα στοιχεία που απαιτούνται για τη σύσταση αυτής. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν περιέχει τα ανωτέρω αναγκαία για το ορισμένο αυτού στοιχεία, ήτοι τις διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, καθώς και σε τι συνίσταται το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ποία νόμιμα στοιχεία απαιτούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για τη σύσταση της δωρεάς τα οποία παρέλειψε να αξιώσει το δικαστήριο.

Με το ίδιο λόγο, δεύτερο μέρος, αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.19ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης και συγκεκριμένα ανεπαρκής αιτιολογία, διότι αναφέρεται σ΄ αυτήν ότι ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης κοινού τραπεζικού λογαριασμού μεταξύ διαθέτη και αναιρεσείοντος και της σύστασης δωρεάς από τον πρώτο προς το δεύτερο συνήγαγε το Εφετείο από το αντίγραφο του προσκομισθέντος βιβλιαρίου καταθέσεως και από τις ανωτέρω εκτεθείσες ομολογίες του ενάγοντος.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα της σύστασης δωρεάς, και του ύψους αυτής, από τον κληρονομούμενο πατέρα προς τον ενάγοντα, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα και στηρίζουν το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, η δε αποδιδόμενη στην απόφαση ανεπάρκεια ως προς στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων δεν μπορεί να θεμελιώσει τον λόγο αυτό αναίρεσης Επειδή, μετά από αυτά πρέπει ν` αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το ανωτέρω αναφερόμενο μέρος, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση, στο οποίο είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί μερικώς, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό τμήμα της, την 264/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ