Supreme Court allows partial appeal on usury interest, ruling default interest applies from one month after notice, not five days.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's judgment regarding a loan dispute. The court found the lower court erred in calculating default interest, which should have started one month after the lender's notice of default rather than five days later. Consequently, the court ordered the borrower to pay the principal amount plus legal interest from July 21, 2017, while also allocating court costs between the parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 806, 340, 341, 345 of the Civil Code; Default interest on a loan commences from the date the debtor becomes overdue, which occurs one month after the lender's notice of default if no specific repayment date was agreed upon, rather than immediately upon the notice itself.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 61 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 61/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ι. - Χ. Κ. του Ι., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Κούγια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Γ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Δαμουλή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 371/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 2/2023 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-2-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 806 του ΑΚ "Με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 455, 460, 466 και 470 του ΑΚ, συνάγεται ότι δεν απαγορεύεται να διαπλάσουν το δάνειο οι συμβαλλόμενοι ως σύμβαση με μόνη τη συναίνεση καταρτιζόμενη, μεταθέτοντας σε μεταγενέστερο χρόνο τη λήψη του δανείσματος και προσδιορίζοντας ως λήπτη τούτου τρίτο πρόσωπο.
Ειδικότερα, αφού το άνω άρθρο δεν διακρίνει, είναι αδιάφορο αν η μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος γίνεται αμέσως ή εμμέσως από το δανειστή στον οφειλέτη. Έτσι, αντί το δάνεισμα να καταβληθεί αμέσως στο δανειζόμενο, αυτός εκτάσσει το δανείζοντα να το καταβάλει για λογαριασμό του σε τρίτον, συνήθως δανειστή του.
Η από τον δανείζοντα καταβολή στον τρίτο ενέχει θέση καταβολής του δανείσματος στο δανειζόμενο και συνεπώς με την καταβολή συνιστάται μεταξύ αυτών δάνειο ή, επί συναινετικού δανείου, εκπληρώνεται η προς καταβολή του δανείσματος υποχρέωση του δανείζοντος (ΑΠ 954/2021, ΑΠ 1360/2018, ΑΠ 1960/2013, ΑΠ 1833/2011, ΑΠ 1620/2008, ΑΠ 609/2005).
Επίσης, κατά το άρθρο 478 ΑΚ "Αν τρίτος υποσχέθηκε στον οφειλέτη ότι θα καταβάλει το χρέος του, ο δανειστής, σε περίπτωση αμφιβολίας, δεν αποκτά δικαίωμα από τη σύμβαση αυτή". Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι υπόσχεση τρίτου προς τον οφειλέτη είναι η σύμβαση με την οποία ο τρίτος υπόσχεται προς αυτόν να τον απαλλάξει από το χρέος του.
Η διάταξη αυτή θέτει ερμηνευτικό κανόνα, κατά τον οποίο, αν δεν προκύπτει από τη σύμβαση τι θέλησαν τα μέρη, τότε η σχέση λειτουργεί μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων, δημιουργείται δηλαδή μεταξύ τους ενοχική σχέση εσωτερικού χαρακτήρα. Η σύμβαση αυτή, καλούμενη σύμβαση ελευθερώσεως, είναι υποσχετική δικαιοπραξία, αιτιώδης, μπορεί δε να συναφθεί και ως αμφοτεροβαρής σύμβαση, οπότε εξαρτάται από τη συμφωνία των μερών το περιεχόμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων καθενός (ΑΠ 288/2021, ΑΠ 620/2018, ΑΠ 1500/2017, ΑΠ 1230/2010).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ. Πολ. Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ,ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 845/2019).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως, που θεμελιώνεται επ` αυτών, με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 133/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).
Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για την νομική επάρκεια της αγωγής ή της ένστασης αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 133/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017).
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ` αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ(ΑΠ 133/2022).
Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 362/2011), ο οποίος υπάρχει αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 Ν. 4842 /2021 και εφαρμόζεται και για τις εκκρεμείς αναιρέσεις κατά το άρθρο 116 παρ. 2β'του ιδίου νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης. Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σχετική σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (ΑΠ 279/2019, 201/2017,168/2015).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, οπότε αυτό πρέπει να αναφέρεται επίσης στην αίτηση ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, προϋπόθεση που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 279/2019, 201/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος, με την κρινόμενη αγωγή του κατά της αναιρεσείουσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της, εκθέτει τα ακόλουθα: Ότι το μήνα Απρίλιο του 2012, συμφώνησε προφορικά με την εναγομένη, η οποία από τις ...-2011 ήταν παντρεμένη με τον υιό του Γ.
Κ., να της δανείσει τμηματικά το ποσό των 50.000 ευρώ άτοκα, προκειμένου αυτή να ανοίξει επιχείρηση (κέντρο αισθητικής) στο Ξυλόκαστρο Κορινθίας. Ότι το εν λόγω ποσό συμφωνήθηκε να καταβληθεί από τον ίδιο στους προμηθευτές των μηχανημάτων και τα συνεργεία, που θα εκτελούσαν τις επισκευαστικές εργασίες στο κατάστημα της εναγομένης και όχι στην ίδια.
Ότι σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής κατέβαλε στους ανωτέρω από τον Απρίλιο έως τον Ιούλιο του 2012 το συνολικό ποσό των 50.000 ευρώ. Ότι στη σύναψη του δανείου αυτού προέβη γιατί είχε την οικονομική δυνατότητα, αφού είχε εισπράξει από αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου του το ποσό των 56.478,24 ευρώ, με το οποίο σκόπευε να εξοφλήσει ένα επισκευαστικό δάνειο κατοικίας ποσού 50.000, που είχε λάβει από την Αγροτική Τράπεζα και έληγε το Νοέμβριο του 2024, ενόψει και του ότι συμφωνούσε στην χορήγησή του και ο υιός του, ο οποίος ήταν οικονομικά ανεξάρτητος, αφού διατηρούσε ηλεκτρολογείο αυτοκινήτων και ήθελε να βοηθήσει την σύζυγό του, ενώ πείσθηκε και από την εναγομένη, η οποία τον διαβεβαίωσε ότι θα φρόντιζε να του διαθέτει εγκαίρως χρηματικά ποσά από το ποσά που της δάνεισε, προκειμένου να πληρώνει και αυτός τις δόσεις του δικού του δανείου.
Ότι η επιχείρηση της εναγομένης άρχισε να λειτουργεί τον Ιούλιο του 2012 και αμέσως απέκτησε σταθερή πελατεία και καλή επαγγελματική φήμη, η δε εναγομένη, έναντι της οφειλής της από τα δάνειο, του κατέβαλε τον Σεπτέμβριο του 2012 το ποσό των 5.000 ευρώ.
Ότι στη συνέχεια ο γάμος της με τον υιό του έληξε με διαζύγιο στις 11-10-2013 και ακολούθως αυτή, μετά από συνεχείς πιέσεις του, του κατέβαλε επιπλέον 7.500 ευρώ, ώστε συνολικά του έχει καταβάλει 12.5000 ευρώ και συνεπώς του οφείλει το υπόλοιπο ποσό των 37.500 ευρώ, το οποίο αρνείται να του καταβάλει, παρά τις συνεχείς προφορικές οχλήσεις του και την επίδοση προς εκείνη στις 21-6-2017, της από 7-6-2017 εξώδικης καταγγελίας -πρόσκλησης, με την οποία κατήγγειλε το δάνειο και της έταξε προθεσμία πέντε ημερών για καταβολή του εναπομείναντος ποσού των 37.500 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητεί, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει, με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση δανείου, επικουρικώς δε, σε περίπτωση που η μεταξύ τους σύμβαση κριθεί άκυρη, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το ποσό των 37.500 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 27-6-2017, ημερομηνία που προκύπτει μετά την παρέλευση της πενθήμερης προθεσμίας που της έταξε με το εξώδικό του, άλλως από 28-7-2017, δηλαδή ένα μήνα μετά την καταγγελία, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Με τον πρώτο κατά το πρώτο σκέλος λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 806 και 478 ΑΚ, εξαιτίας της οποίας το Εφετείο εσφαλμένα χαρακτήρισε νομικώς την εκτιθέμενη στην αγωγή σύμβαση ως σύμβαση δανείου, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, μεταξύ των διαδίκων συνήφθη σύμβαση ελευθερώσεως, δυνάμει της οποίας ο μεν αναιρεσίβλητος υποσχέθηκε σε αυτήν την εκπλήρωση του μελλοντικού χρέους της προς τους τρίτους προμηθευτές της, ύψους 50.000 ευρώ, ενώ και η υποχρέωση της ιδίας για την επιστροφή του ποσού των 50.000 ευρώ, συνιστά και αυτή σύμβαση ελευθερώσεως, υπό την έννοια ότι αυτή με τη σειρά της ανέλαβε την υποχρέωση να πληρώσει το ποσό των 50.000 ευρώ στη δανείστρια τράπεζα του αναιρεσίβλητου (Αγροτική Τράπεζα), και έτσι ακολούθως, για τον σχηματισμό της κρίσης του για την νομική επάρκεια της αγωγής, αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, διότι αρκέστηκε στην έκθεση από τον αναιρεσίβλητο των στοιχείων της σύμβασης δανείου, ενώ θα έπρεπε να απαιτήσει την έκθεση στην αγωγή των στοιχείων της σύμβασης ελευθερώσεως και συγκεκριμένα την αναφορά σε αυτήν ότι το χρέος του αναιρεσιβλήτου προς την Αγροτική Τράπεζα κατέστη ληξιπρόθεσμο και ότι αυτός εξαναγκάστηκε να πληρώσει το ποσό του δανείου και τις μηνιαίες του δόσεις κατόπιν απειλής αναγκαστικής εκτέλεσης, τα οποία δεν αναφέρει, με αποτέλεσμα η αγωγή να είναι αόριστη.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, γιατί η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει ότι τον ισχυρισμό της αυτό περί αοριστίας της αγωγής, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, τον είχε προτείνει παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και ότι τον επανέφερε με λόγο της έφεσης της στο Εφετείο. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος είναι και αβάσιμος, γιατί το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 806 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 455, 460, 466 και 470 ΑΚ, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την μη εφαρμοστέα στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 478 ΑΚ, δεδομένου ότι στην έχουσα το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε αγωγή κατά την κυρία βάση αυτής, η οποία πλήττεται με τον λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσίβλητος στηρίζει το αίτημά του σε σύμβαση άτοκου δανείου, που κατάρτισε με την αναιρεσίβλητη και όχι σε σύμβαση ελευθερώσεως, με το διττό περιεχόμενο, που αναφέρεται στο λόγο αναίρεσης και συνεπώς η αγωγή, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, είναι πλήρως ορισμένη, αφού αναφέρεται σε αυτήν α) η σύναψη της σχετικής σύμβασης άτοκου δανείου, δυνάμει της οποίας συμφωνήθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος θα καταβάλλει για λογαριασμό της αναιρεσείουσας το ποσό του δανείου στους προμηθευτές της, β) η καταβολή σε αυτούς σύμφωνα με την συμφωνία του ποσού των 50.000 ευρώ και γ) η καταγγελία της σύμβασης δανείου, με την οποία ο αναιρεσίβλητος ζήτησε από την αναιρεσείουσα το μη επιστραφέν από αυτή ποσό των 37.500 ευρώ, καμία ευθεία σύνδεση δε δεν υπάρχει της ανωτέρω σύμβασης δανείου με την υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου να καταβάλει ο ίδιος το δικό του δάνειο προς την Αγροτική Τράπεζα, αφού τα σχετικά περιστατικά αναφέρονται διηγηματικώς στην αγωγή από τον αναιρεσίβλητο για να εκθέσει τα παραγωγικά αίτια της βούλησής του, που τον οδήγησαν να συνάψει την σύμβαση του δανείου και γι' αυτό οι επικαλούμενες στον λόγο αναίρεσης ανωτέρω ελλείψεις δεν αποτελούν στοιχείο της κυρίας βάσης της αγωγής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.
Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ` αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 658/2019, ΑΠ 739/2011) και να αναφέρεται σε αυτό σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι υπήρξαν συγγενείς εξ αγχιστείας, καθόσον η εναγομένη και ο υιός του ενάγοντα, Γ. Κ., τέλεσαν το έτος 2011, νόμιμο θρησκευτικό γάμο...ο οποίος όμως λύθηκε συναινετικά τον Οκτώβριο του έτους 2013.
Κατά τη διάρκεια του γάμου τους και συγκεκριμένα τον Απρίλιο του έτους 2012, η εναγομένη αποφάσισε να ανοίξει στον τόπο κατοικίας τους, μία ατομική επιχείρηση και συγκεκριμένα ινστιτούτο αισθητικής, στο Ξυλόκαστρο Ν. Κορινθίας , επί της οδού ... Επειδή όμως αυτή δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να καλύψει όλο το εύρος των εξόδων, που απαιτούνταν για τη διενέργεια των τεχνικών εργασιών στον χώρο, όπου θα στεγαζόταν η επιχείρησή της και για την αγορά του αναγκαίου εξοπλισμού, συμφώνησε προφορικά με τον ενάγοντα, ο οποίος είχε άμεσα διαθέσιμο κεφάλαιο, λόγω απαλλοτρίωσης κάποιου ακινήτου του και είσπραξης αντίστοιχης αποζημίωσης, να καλύψει ο τελευταίος τα απαιτούμενα έξοδα, πληρώνοντας τους τεχνίτες που θα εργάζονταν για τη διαμόρφωση του χώρου στέγασης και τον εξοπλισμό που χρειαζόταν για την λειτουργία της επιχείρησης, εν συνεχεία δε αυτή (εναγομένη) θα του απέδιδε όλα τα καταβληθέντα από αυτόν ποσά, τμηματικά και ατόκως, σε εύλογο χρόνο, προκειμένου και αυτός να εκπληρώσει υποχρέωσή του από δανειακή σύμβαση που είχε συνάψει, το έτος 2004, με την Αγροτική Τράπεζα (νυν Τράπεζα Πειραιώς), ύψους 50.000 ευρώ.
Σχετικό έγγραφο, που να αποδεικνύει τη μεταξύ τους δανειακή σύμβαση δεν υπεγράφη, λόγω της προρρηθείσας στενής συγγενικής τους σχέσης, η οποία δικαιολογεί την ηθική αδυναμία του ενάγοντα-εφεσιβλήτου να ζητήσει από την αντισυμβαλλομένη του την υπογραφή τέτοιου αποδεικτικού εγγράφου...Για την λειτουργία της επιχείρησης της εναγομένης και συγκεκριμένα για την κάλυψη των εξόδων αγοράς εξοπλισμού και εργασιών διαμόρφωσης του χώρου, στον οποίο αυτή στεγάσθηκε, καταβλήθηκαν τα εξής ποσά, με βάση τα προσκομιζόμενα τιμολόγια αγοράς: 1.το ποσό των 1.845 ευρώ στον Β.
Μ., για την κατασκευή διαφημιστικών επιγραφών, εκδοθέντος του υπ'αρ.79/2012 τιμολογίου, 2...(ακολουθεί η παράθεση και άλλων 23 τιμολογίων αγοράς προϊόντων με την αντίστοιχη τιμή τους). Το ποσό των 700 ευρώ, που ο ενάγων ισχυρίζεται ότι κατέβαλλε για την αγορά γυάλινης καμπίνας μπάνιου, που τοποθετήθηκε στο ινστιτούτο της εναγομένης, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο και ως εκ τούτου δεν προστίθεται στα έξοδα αγοράς εξοπλισμού και ανακαίνισης.
Επίσης, πέραν των ανωτέρω εξόδων, απεδείχθη, σύμφωνα με τις προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις, ότι κατεβλήθησαν για τη διαμόρφωση του χώρου στέγασης της επιχείρησης : α. στον ελαιοχρωματιστή B. B. για τη βαφή και την μικρής έκτασης επισκευή, το ποσό των 2.000 ευρώ και για δύο μεταφορές επίπλων και μηχανημάτων που αυτός πραγματοποίησε με δικό του μέσο, το ποσό των 150 ευρώ, β...(ακολουθεί η παράθεση και άλλων 4 καταβολών σε επαγγελματίες καθώς και μία προκαταβολή μισθωμάτων στον εκμισθωτή).
Συνολικά, λοιπόν, για την λειτουργία της επιχείρησης της εναγομένης, δαπανήθηκε το ποσό των 44.093,40 ευρώ. Η οικονομική συμβολή της τελευταίας στην κάλυψη των ανωτέρω δαπανών ανήλθε στο ποσό των5.500ευρώ, ενώ ο ενάγων κάλυψε το υπόλοιπο, ο οποίος εξοφλώντας τους τρίτους (πωλητές και τεχνίτες), εκπλήρωνε την προς καταβολή υποχρέωσή του εκ του δανείου, που είχε συνάψει με...
αυτήν. Ειδικότερα, η εναγομένη συμμετείχε, όπως προελέχθη, στην πληρωμή των δαπανών με το ανωτέρω ποσό (των 5.500 ευρώ), χρησιμοποιώντας τα χρήματα που της κατέθεσαν σε τραπεζικό της λογαριασμό οι γονείς της την 20η.4.2012 (ύψους 3.000 ευρώ) και την 25η.6.2012 (ύψους 1.500 ευρώ), δηλαδή το κρίσιμο χρονικό διάστημα, όπου ελάμβαναν χώρα οι εργασίες ανακαίνισης του χώρου στέγασης του κέντρου αισθητικής και αγοράς του εξοπλισμού του, καθώς και με το ποσό των 1.000 ευρώ που της είχε δώσει σε μετρητά ο θείος της Δ.
Κ., γενομένου εν μέρει δεκτού του σχετικού λόγου έφεσής της. Πέραν του προαναφερθέντος ποσού δεν απεδείχθη άλλη συνεισφορά της στα ανωτέρω έξοδα, καθόσον το Δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι διέθετε οικονομίες ύψους 10.000 ευρώ, όπως αυτή ισχυρίζεται, ώστε να διαθέσει από αυτές το ποσό των 4.500 ευρώ για την κάλυψη των ανωτέρω εξόδων της επιχείρησής της, όπως αβασίμως ισχυρίζεται, ενώ αναπόδεικτος και συνεπώς απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός της ότι το ποσό, ύψους 3.000 ευρώ, που της κατέθεσε στον τραπεζικό της λογαριασμό ο θείος της Δ.
Κ., το χρησιμοποίησε για τον ανωτέρω σκοπό, καθόσον δεν προσκομίζει αντίγραφο του τραπεζικού της βιβλιαρίου, από το οποίο να προκύπτει ότι κατά την έναρξη των εργασιών για τη στέγαση της επιχείρησής της το εν λόγω ποσό υφίστατο ακόμη στον λογαριασμό της, ώστε να δύναται να το χρησιμοποιήσει για τον παραπάνω σκοπό, δεδομένου ότι η κατάθεσή του έλαβε χώρα σε αρκετά προγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα την 26η.8.2011.
Επίσης, δεν κρίνεται πειστικός ο ισχυρισμός της ότι το ποσό των 1.700 ευρώ, που κατατέθηκε σε τραπεζικό λογαριασμό της από τους γονείς της, τον Οκτώβριο και Νοέμβριο του 2012, δηλαδή μετά την ολοκλήρωση των εργασιών στο κατάστημά της και την έναρξη λειτουργίας του, χρησιμοποιήθηκε για την εξόφληση των χρεών της, αφού δεν απεδείχθη ότι υφίστατο εκκρεμής οφειλή κατά τον παραπάνω χρόνο, γεγονός που και η ίδια η εναγομένη ουδέποτε ισχυρίσθηκε.
Ας σημειωθεί ότι η τελευταία επιδιώκοντας την απόρριψη της αγωγής του αντιδίκου της και προς ενίσχυση της θέσης της ότι η συμβολή του τελευταίου στην κάλυψη των δαπανών λειτουργίας της επιχείρησής της ήταν πολύ μικρότερη από όσο αυτός υποστηρίζει, προβάλλει το επιχείρημα ότι έχει στην κατοχή της όλα τα παραστατικά αγοράς των υλικών και του εξοπλισμού του καταστήματος της, γεγονός βέβαια που δεν αμφισβητείται, αφού τις προσκομίζει, εξηγείται όμως πλήρως, αφενός από τη σχέση εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ αυτής και του εναγομένου, εξαιτίας της οποίας ο τελευταίος δεν έδειχνε την επιμέλεια που απαιτείτο στις συναλλαγές, ώστε να συλλέγει τις αποδείξεις των προϊόντων που αγόραζε, αφού πίστευε ότι θα του επιστρεφόταν τα δανεισθέν ποσό και αφετέρου από την πρόθεσή της να καταχωρήσει τα παραστατικά αγοράς ως έξοδα στα οικεία βιβλία της επιχείρησής της, ώστε να τύχει της ανάλογης φορολογικής μεταχείρισης, όπως και έπραξε.
Ακολούθως, σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα, το ύψος του ποσού που ο ενάγων δάνεισε στην αντίδικό του με τον τρόπο που προελέχθη ανήλθε σε (44.093,40 - 5.500=) 38.593,40 ευρώ. Από αυτό, πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 12.500 ευρώ, το οποίο, όπως συνομολογείται από τα διάδικα μέρη, η εναγομένη έχει ήδη αποδώσει στον ενάγοντα, με συνέπεια η οφειλή της προς αυτόν να ανέρχεται πλέον στο ποσό των(38.593,40 -12.500=) 26.093,40 ευρώ".
Ακολούθως με τις παραδοχές αυτές και με πρόσθετες παραδοχές, με τις οποιες απορρίφθηκε ο αρνητικός της αγωγής ισχυρισμός της εναγομένης ότι μεταξύ των διαδίκων δεν είχε συναφθεί σύμβαση δανείου, αλλά σύμβαση δωρεάς και η ένσταση της ότι ο αναιρεσίβλητος ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμά του, οι οποίες δεν πλήττονται με λόγο αναίρεσης, το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την εκκαλουμένη 371/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που είχε κάνει δεκτή την κυρία βάση της αγωγής και δικάζοντας την βάση αυτή την έκανε εν μέρει δεκτή και αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ανωτέρω ποσό των26.093,40 ευρώ, νομιμοτόκως από 27-6-2017, δηλαδή, όπως αναφέρει "από την παρέλευση της πενθήμερης προθεσμίας, που ο ενάγων της έταξε με επίδοση σε αυτήν του εξωδίκου του".
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 19 πλημμέλεια με την αιτίαση ότι αυτή έχει αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ύψος του ποσού, που φέρεται να έλαβε ως δάνειο και ως προς το ποίο ακριβώς ποσό κατέβαλε ο αναιρεσίβλητος σε κάθε προμηθευτή ή συνεργείο και έτσι καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 806 επ. και 876 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος, γιατί η αναιρεσείουσα δεν παραθέτει στο λόγο αναίρεσης πλήρεις τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, αλλά μόνο δύο μικρά αποσπασματικά τμήματα αυτών, κατ' επιλογή της.
Περαιτέρω, σε κάθε περίπτωση, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει νομιμοτόκως στον αναιρεσίβλητο το υπόλοιπο ποσό, που της είχε καταβάλει αυτός με σύμβαση δανείου αορίστου χρόνου, που είχαν συνάψει, η οποία σύμβαση έληξε μετά από την καταγγελία της από τον αναιρεσίβλητο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, και συνεπώς δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 806 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 455, 460, 466 και 470 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, καθόσον παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές:
α) Ότι το μήνα Απρίλιο του 2012, ο αναιρεσίβλητος συμφώνησε προφορικά με την αναιρεσείουσα, να της δανείσει τμηματικά τα απαιτούμενα χρηματικά ποσά, προκειμένου αυτή να ανοίξει επιχείρηση (κέντρο αισθητικής) στο Ξυλόκαστρο Κορινθίας, αυτή δε ανέλαβε την υποχρέωση να του τα αποδώσει τμηματικά, άτοκα, σε εύλογο χρόνο.
β) Ότι, τα εν λόγω ποσά συμφωνήθηκε να καταβληθούν από τον ίδιο στους προμηθευτές του εξοπλισμού της επιχείρησης και στα συνεργεία, που θα εκτελούσαν τις αναγκαίες εργασίες στο κατάστημα της αναιρεσείουσας και όχι στην ίδια. γ) Ότι το συνολικό ποσό, που δαπανήθηκε για την ανωτέρω αιτία από τον μήνα Απρίλιο του 2012 και μέχρι τις 25-6-2012 ανήλθε σε 44.093,40 ευρώ, από το οποίο ποσό 5.500 ευρώ κατέβαλε η αναιρεσείουσα και το υπόλοιπο ποσό των 38.593,40 ευρώ κατέβαλε στους προμηθευτές και στα συνεργεία ως δάνειο στην αναιρεσείουσα ο αναιρεσίβλητος.
δ) Ότι από το ποσό αυτό του δανείου η αναιρεσείουσα έχει καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 12.5000 ευρώ και συνεπώς του οφείλει το υπόλοιπο ποσό των 26.093,40 ευρώ. ε) Ότι ο αναιρεσίβλητος επέδωσε στην αναιρεσείουσα εξώδικη καταγγελία -πρόσκληση, με την οποία κατήγγειλε το δάνειο και της έταξε προθεσμία πέντε ημερών για καταβολή του ανωτέρω εναπομείναντος ποσού, η οποία έληξε στις 27-6-2017.
Σημειώνεται ότι, αντίθετα από ότι υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφερθεί, από κάθε συνολικό ποσό που καταβλήθηκε για κάθε αιτία στους προμηθευτές και τα συνεργεία και ρητά προσδιορίζεται στην απόφαση, ποίο τμήμα αυτού καταβλήθηκε από τον αναιρεσίβλητο και ποίο από την αναιρεσείουσα, αφού, ενόψει και της παραδοχής του Εφετείου ότι λόγω της στενής συγγενικής (εξ αγχιστείας ) σχέσης των διαδίκων υπήρχε ηθική αδυναμία για κτήση αποδεικτικού εγγράφου της σύμβασης δανείου, αρκεί η παραδοχή ότι το συνολικό ποσό, που κατάβαλε ο αναιρεσίβλητος ανήλθε σε 38.593,40 ευρώ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 807 εδ. α'ΑΚ "Αν δεν ορίσθηκε χρόνος για την απόδοση του δανείου ούτε συνάγεται αυτός από τις περιστάσεις, το δάνειο αποδίδεται αφού περάσει ένας μήνας από την καταγγελία του δανειστή ή του οφειλέτη". Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη προς εκείνες των άρθρων340, 341 εδ. β', 345 εδ. α` και 808 του ΑΚ το δεύτερο των οποίων ορίζει, στο εδάφιο 2, ότι αν για την εκπλήρωση της παροχής έχει ταχθεί ορισμένη προθεσμία από την καταγγελία, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος όταν, αφού γίνει η καταγγελία, περάσει η προθεσμία, προκύπτει ότι επί δανείου, του οποίου η απόδοση δεν είναι προσδιορισμένη χρονικώς, αυτό είναι αποδοτέο όταν παρέλθει ένας μήνας (υπολογιζόμενος σύμφωνα με τα άρθρα 240, 241 παρ. 1, 242, 243 παρ. 2 του Α.Κ.), από την ημέρα καταγγελίας του δανείου, είτε από τον δανειστή είτε από τον δανειολήπτη και ότι οφειλέτης, που δεν αποδίδει το δάνειο όταν η προθεσμία αυτή παρέλθει, καθίσταται (υπό την επιφύλαξη του άρθρου 342 του Α.Κ.) υπερήμερος, χωρίς να προσαπαιτείται όχληση εκ μέρους του δανειστή κατά το άρθρο 340 του Α.Κ. (ΑΠ 805/2020, ΑΠ 1740/2009, ΑΠ 1437/2005, ΑΠ 703/1992).
Ο οφειλέτης δε, που κατέστη υπερήμερος, ως προς την απόδοση χρηματικού δανείου, οφείλει κατ` αρχήν το από το νόμο προβλεπόμενο ανώτατο ποσοστό τόκου υπερημερίας (ίσο με το ποσοστό νόμιμου τόκου), εκτός εάν τα μέρη είχαν προβλέψει με τη σύμβαση να οφείλεται και για το χρόνο υπερημερίας του οφειλέτη το συμφωνημένο (κατώτερο) ποσοστό δικαιοπρακτικού τόκου (ΑΠ 805/2020, ΑΠ 1740/2009).
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, έτσι που έκρινε το Εφετείο και επεδίκασε τόκους στον αναιρεσίβλητο από την πάροδο της ταχθείσας στην αναιρεσείουσα με την καταγγελία της σύμβασης δανείου πενθήμερης προθεσμίας προς απόδοσή του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 807 εδ. α', 340, 341 εδ. β' και 345 ΑΚ, γιατί οι ουσιαστικές παραδοχές του ότι στο επίδικο άτοκο δάνειο δεν είχε συμφωνηθεί ορισμένος χρόνος για την απόδοσή του και ότι αυτό καταγγέλθηκε από τον δανειστή αναιρεσίβλητο πέντε ημέρες πριν τις 27-6-2007, δηλαδή στις 21-6-2017, όπως αναφέρεται και στην αγωγή, δικαιολογεί το αποδεικτικό πόρισμα ότι το δάνειο ήταν αποδοτέο από την δανειολήπτρια αναιρεσείουσα ένα μήνα μετά την καταγγελία, δηλαδή στις 21-7-2017, όταν και η αναιρεσείουσα κατέστη υπερήμερη περί την απόδοσή του και συνεπώς από τότε και όχι από την παροδο της ταχθείσας με την καταγγελία προθεσμίας των πέντε ημερών οφείλει αυτή να καταβάλει τόκους υπερημερίας. Επομένως, ο πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Κατόπιν των ανωτέρω, κατά παραδοχή του ως άνω κριθέντος ως βασίμου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το κεφάλαιο των τόκων και να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 Κ. Πολ. Δ.). Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει αυτή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ, να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα(ΑΠ 407/2023) και στη συνέχεια να γίνει δεκτή η αγωγή του ενάγοντοςς-ήδη αναιρεσίβλητου κατά την κυρία βάση της από το δάνειο και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης-αναιρεσείουσας να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 26.093,40 ευρώ, νομιμοτόκως από 21-7-2017 και μέχρι την εξόφληση. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων για την αγωγή, την έφεση και την αναίρεση πρέπει να συμψηφιστούν κατά ένα μέρος μεταξύ τους, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών και να επιβληθεί στην εναγομένη-αναιρεσείουσα το υπόλοιπο μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου, όπως αναφέρεται στο διατακτικό(άρθρα 176, 178 παρ.1, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 2/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος αυτής.
- ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα.
- ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, ήτοι την με αριθ. κατ. 179ΤΜ179/16-11-2017 αγωγή του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο των τόκων.
- ΑΝΑΓΝΩΡΊΖΕΙ την υποχρέωση της εναγομένης-αναιρεσείουσας να καταβάλει στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο το επιδικασθέν (με την ως άνω υπ' αριθ. 2/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου κατά το μη αναιρούμενο μέρος), ποσό των είκοσι έξι χιλιάδων ενενήντα τριών ευρώ και σαράντα λεπτών (26.093,40), με το νόμιμο τόκο από την 21-7-2017 και μέχρι την εξόφληση.
Και
- ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη-αναιρείουσα στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου, το οποίο ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ