Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of annulment due to violation of contract interpretation rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the annulment appeal against the First Instance Court of Athens, which had dismissed the annulment request. The lower court erred by failing to interpret a contractual clause regarding consent under Articles 173 and 200 of the Civil Code, relying instead on insufficient reasoning. Consequently, the Supreme Court found this procedural flaw violated the law and ordered the case remitted for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; A lower court's failure to interpret an ambiguous contractual term constitutes a violation of law, requiring the Supreme Court to annul the decision and remand the case for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 61 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 61/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΗΛΕΥΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΗΛΕΥΣ Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην Κόρινθο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βαρβάρα Λαμπροπούλου - Δημητριάδου.
Της αναιρεσίβλητης: Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας με την επωνυμία "Σ. Ν. - Ε. Τ. Ι.Κ.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "VERDE E MARE BUNGALOWS - KOKKONI I.K.E.", η οποία εδρεύει στο Δήμο Βέλου - Βόχας και εκπροσωπείται νόμιμα .Παραστάθηκε με το νόμιμο εκπρόσωπό της Σπυρίδωνα Νικολάου, ο οποίος διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Αναστάσιο Θεοδωράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2017 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 429/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2915/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-7-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, υπ' αριθ. 2915/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 11-6-2018 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 429/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, αφού την εξαφάνισε, δικάζοντας ακολούθως επί της από 10-7-2017 ανακοπής για ακύρωση της υπ' αριθ. 4865/2017 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 404 ΑΚ "Ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή ως ποινή χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα), για την περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 405 ΑΚ: "Η ποινή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία.
Η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμιά ζημία". Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ "Ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 336 ΑΚ: "Ο οφειλέτης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση εξαιτίας αδυναμίας να εκπληρώσει την παροχή, αν αποδείξει ότι η αδυναμία οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη.
Οφείλει όμως αμέσως, μόλις μάθει την αδυναμία για εκπλήρωση, να ειδοποιήσει το δανειστή". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι την έλλειψη της υποκειμενικής προϋπόθεσης της ευθύνης του πρέπει, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 336, 342 ΑΚ, να επικαλεστεί και να αποδείξει ο οφειλέτης, όπως άλλωστε συμβαίνει και στην περίπτωση της υπερημερίας, που επέρχεται κατ` άρθρο 341 παρ. 1 ΑΚ και με την παρέλευση της δήλης ημέρας που συμφωνήθηκε, κατά την οποία ο οφειλέτης καταλύει τις στηριζόμενες στην υπερημερία του απαιτήσεις του δανειστή με την ένσταση ότι η καθυστέρηση της παροχής του οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη (ΑΠ 1967/2017, ΑΠ 1763/2011).
Γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη ο οφειλέτης είναι κάθε εύλογη αιτία, λόγω της οποίας δικαιολογείται η μη εκπλήρωση ή η μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του, εφόσον όμως δεν μπορεί να αποδοθεί σε δόλο ή αμέλειά του, όταν δηλαδή την ίδια καθυστέρηση θα επεδείκνυε κάθε επιμελής άνθρωπος ευρισκόμενος υπό τις ίδιες συνθήκες, καταβάλλοντας τη συνήθη προσπάθεια (ΑΠ 1967/2017, ΑΠ 1980/2008).
Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 682 παρ. 1, 706 ΚΠολΔ και 1274 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 56 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ, προκύπτει ότι μπορεί, με δικαστική απόφαση, να διαταχθεί ως ασφαλιστικό μέτρο η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και όταν ο οφειλέτης ή ο τρίτος συναινέσουν οι ίδιοι ή ο αντιπρόσωπός τους στην εγγραφή της προσημείωσης (ΑΠ 491/2013).
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 706, 686 και 687 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την παροχή της οφειλόμενης συναινέσεως πρέπει είτε ο δανειστής να καταθέσει αίτηση ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, να προσδιορισθεί δικάσιμος και να κληθεί ο οφειλέτης να παράσχει τη συναίνεσή του για προσημείωση ή από κοινού να εμφανισθούν την ορισμένη ημέρα ενώπιον του αρμοδίου δικαστή για την παροχή της συναινέσεως .
Επομένως, εάν ο οφειλέτης έχει υποσχεθεί στον δανειστή ότι θα συναινέσει στην εγγραφή προσημείωσης προς εξασφάλιση της απαιτήσεώς του, ο δανειστής, για να καταστεί δυνατή η παροχή της οφειλόμενης συναινέσεως, οφείλει να συμπράξει με έναν από τους προαναφερόμενους τρόπους) για την εκπλήρωση της παροχής (συναινέσεως).
Η υποχρέωση αυτή (σύμπραξης) του δανειστή συνάγεται από τη φύση της οφειλόμενης παροχής, δηλαδή της συναινέσεως να εγγραφεί κατόπιν δικαστικής απόφασης η προσημείωση, ως σύνθετης διαδικαστικής ενέργειας, που απαιτεί ως προηγούμενο όρο της υποβολής της σχετικής αιτήσεως στο αρμόδιο δικαστήριο, ενώπιον του οποίου οφείλει να προσέλθει ο οφειλέτης (με έναν από τους δύο προαναφερόμενους τρόπους) για να παράσχει τη συναίνεσή του.
Δηλαδή, η υποβολή πρώτα της αιτήσεως συνιστά αναγκαία εκ του νόμου προϋπόθεση για την εκπλήρωση της παροχής εκ μέρους του οφειλέτη. Περαιτέρω, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ειδικότερα το δικαστήριο παραβιάζει ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή να προσφύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και άρα δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Τέλος, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου, υπό την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου στερείται νόμιμης βάσης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, όταν στην απόφασή του δεν διευκρινίζεται αν στη δικαιοπραξία υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια και, ακολούθως, ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της και εντούτοις εκείνο εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή, αντίστοιχα, των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (ΑΠ 168/2006, ΑΠ 254/2003).
Επίσης, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου, όταν οι παρατιθέμενες αιτιολογίες δεν δικαιολογούν επαρκώς το πόρισμα του δικαστηρίου ότι η σύμβαση είναι σαφής μη χρήζουσα ερμηνείας (ΑΠ 130/1997 ΝοΒ 1998 σελ. 953).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Δυνάμει του από 20-3-2015 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, η ανακόπτουσα εκμίσθωσε στην καθής ένα ξενοδοχειακό συγκρότημα ιδιοκτησίας της (εκμισθώτριας), το οποίο έχει ανεγερθεί επί οικοπέδου ...
κείμενου στην παραλία ... και στη συμβολή των οδών ... αποτελείται δε από κυρίως κτήριο, σαράντα τέσσερα (44) επιπλωμένα διαμερίσματα (bungalows) και πισίνα και φέρει την ονομασία ... Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε σε 16 και 1/2 έτη, ήτοι από 1-4-2015 έως 30-9-2031, ενώ το ετήσιο μίσθωμα ορίστηκε σε ποσοστό 33% επί των καθαρών κερδών από την εκμετάλλευση του ξενοδοχείου, το οποίο (μίσθωμα) σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι κατώτερο του ποσού των 36.000 ευρώ, που συμφωνήθηκε ως το ελάχιστο εγγυημένο μίσθωμα, καταβλητέο σε δώδεκα (12) ισόποσες μηνιαίες δόσεις ποσού 3.000 ευρώ) η καθεμία, οι οποίες θα καταβάλλονται μέσα στο πρώτο δεκαήµερο κάθε μισθωτικού μήνα, αρχής γενοµένης από τον Απρίλιο του έτους 2015.
Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι στις περιπτώσεις που πριν από τη συμβατική λήξη της μίσθωσης α) η εκμισθώτρια καταγγείλει τη μίσθωση µε δική της υπαιτιότητα (π.χ. λόγω πώλησης του μισθίου ), β) η εκμισθώτρια καταγγείλει τη μίσθωση χωρίς υπαιτιότητα της μισθώτριας , γ) οποιοσδήποτε τρίτος υπεισέλθει στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της εκμισθώτριας είτε έχει καταστεί κύριος του μισθίου µε πρωτότυπο τρόπο είτε µε παράγωγο, δ) για οποιοδήποτε λόγο τρίτος καταστεί κύριος του μισθίου, ε) εάν επιβληθεί επί του μισθίου κατάσχεση, είτε από ιδιώτη ή ΝΠΙΔ είτε από το Δημόσιο, και συνεπεία των ανωτέρω εμποδισθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο η ομαλή λειτουργία του ξενοδοχείου είτε πρόσκαιρα είτε μόνιμα είτε ακόμα καταστεί αδύνατη ή δυσχερής, η εκμισθώτρια υποχρεούται να καταβάλει στη μισθώτρια ως εύλογη αποζημίωση των διαφυγόντων κερδών της και της επένδυσης που έκανε, καθώς και του κόστους λειτουργίας που υπέστη έως εκείνη τη στιγμή, άλλως ως ποινική ρήτρα, το ποσό των 350.000 ευρώ (άρθρο 17 παρ. 3 της σύμβασης μίσθωσης).
Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι προς εξασφάλιση της είσπραξης της αποζημίωσης και της εκτέλεσης της ποινικής ρήτρας η εκμισθώτρια αναλαμβάνει την υποχρέωση εντός 15 ημερών από την υπογραφή της σύμβασης να συναινέσει στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί του μισθίου υπέρ της μισθώτριας και μέχρι του ποσού των 350.000 ευρώ, προκειμένου να καλυφθούν και τα τυχόν έξοδα εκτέλεσης.
Η δε άρνηση συναινέσεως για την εγγραφή προσημείωσης συμφωνήθηκε ότι αποτελεί διαλυτική αίρεση της μισθωτικής σύμβασης και επιφέρει πλέον της αποζημίωσης της μισθώτριας για κάθε θετική και αποθετική ζημία της, την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας συμπληρωματικά με την αποζημίωση της μισθώτριας (άρθρο 17 παρ. 4 της σύμβασης).
Επειδή, η εκμισθώτρια δεν τήρησε την ως άνω αναληφθείσα συμβατική υποχρέωσή της για παροχή συναινέσεως προς εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί του μισθίου ακινήτου υπέρ της μισθώτριας και μέχρι του ποσού των 350.000 ευρώ, η τελευταία με την από 28-3-2017 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στην εκμισθώτρια στις 30-3-2017 ...
την κάλεσε να προσέλθει, εντός είκοσι ημερών από την επίδοση της δηλώσεως και κατόπιν συνεννόησης των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκειμένου να συναινέσει στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί του μισθίου ακινήτου, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 3 και 4 της μισθωτικής σύμβασης.
Ακολούθως, επειδή παρήλθε άπρακτη η ως άνω ταχθείσα εικοσαήμερη προθεσμία, με αίτηση της μισθώτριας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4865/2017 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε η καθής να καταβάλει στην αιτούσα το ποσό των 350.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της παρόδου των 15 ημερών από την υπογραφή της μισθωτικής σύμβασης, ήτοι από 5-4-2015, έως την εξόφληση.
Η ως άνω διαταγή πληρωμής εκδόθηκε µε βάση τα προσκομισθέντα από την αιτούσα έγγραφα και συγκεκριμένα : α) Το από 20-3-2015 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, β) την από 28-3-2017 εξώδικη δήλωση της αιτούσας προς την καθ' ης και γ) την ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου ...
µε την οποία η υπό στοιχ. β' εξώδικη δήλωση επιδόθηκε στην καθ' ης η διαταγή πληρωμής. Από τα ως άνω υπό στοιχ. α' έως γ' έγγραφα αποδεικνύεται πλήρως η απαίτηση της αιτούσας κατά της καθ' ης, καθώς και ότι η εν λόγω απαίτηση έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή από 5-4-2015, λόγω παρέλευσης της συµφωνηθείσας δεκαπενθήµερης προθεσμίας από την υπογραφή της σύμβασης, η άπρακτη πάροδος της οποίας έχει ως συνέπεια την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας, όπως προελέχθη, ενώ η άρνηση της εκμισθώτριας να συναινέσει στην εγγραφή της προσημείωσης δεν απαιτείται να αποδεικνύεται εγγράφως, καθόσον δεν υπάρχει σχετική συμφωνία των διαδίκων, συνεπώς η μισθώτρια δεν έχει δικαίωμα, είτε από σύμβαση είτε από διάταξη νόμου, να απαιτήσει από την εκμισθώτρια να δηλώσει εγγράφως την άρνησή της.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο µε την εκκαλούµενη απόφασή του έκρινε ότι από κανένα έγγραφο ή συνδυασμό εγγράφων δεν προκύπτει ότι υπήρξε άρνηση της ανακόπτουσας να συναινέσει στην εγγραφή προσημείωσης και ότι μόνη η πάροδος του ταχθέντος από την καθ' ης η ανακοπή χρονικού διαστήματος δεν αρκεί για να αποδείξει τούτο και, συνεπώς, δεν αποδεικνύεται εγγράφως ότι συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις του συμφωνητικού για την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας, ακολούθως δε, αφού δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμο τον δεύτερο λόγο ανακοπής, µε τον οποίο η ανακόπτουσα ισχυριζόταν ότι από τα προσκομισθέντα προς έκδοση της διαταγής πληρωμής έγγραφα δεν προέκυπτε το ληξιπρόθεσμο και απαιτητό της αξίωσης της αντιδίκου της, ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και την κάτω από αυτή συνταχθείσα επιταγή προς πληρωμή, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 623 και 624 παρ. 1 ΚΠολΔ και πληµµελώς εκτίμησε τις αποδείξεις, συνεπώς πρέπει να εξαφανιστεί, γενοµένης δεκτής της υπό κρίση έφεσης ως κατ' ουσίαν βάσιμης, αφού κρατηθεί δε η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και δικαστεί κατ' ουσίαν ...
πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης ανακοπής ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ... ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί το δεύτερο λόγο ανακοπής της αναιρεσείουσας και είχε ακυρώσει την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και, στη συνέχεια, ερεύνησε τους λοιπούς λόγους της.
Κατά την έρευνα του τρίτου λόγου αυτής, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Με τον τρίτο λόγο ανακοπής ισχυρίζεται η ανακόπτουσα ότι η αξίωση της καθ' ης για κατάπτωση της ποινικής ρήτρας είναι νόµω και ουσία αβάσιμη, επειδή δεν προηγήθηκε κλήτευση αυτής εκ μέρους της καθ' ης εντός 15 ημερών από την υπογραφή της σύμβασης, προκειμένου να συναινέσει στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί του μισθίου ακινήτου.
Πλην όμως, µε το άρθρο 17 παρ. 4 της από 20-3-2015 σύμβασης μίσθωσης, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, ορίστηκε ότι προς εξασφάλιση της είσπραξης της αποζημίωσης και της εκτέλεσης της ποινικής ρήτρας η εκμισθώτρια αναλαμβάνει την υποχρέωση εντός 15 ημερών από την υπογραφή της σύμβασης να συναινέσει στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί του μισθίου υπέρ της μισθώτριας και μέχρι του ποσού των 350.000 ευρώ, προκειμένου να καλυφθούν και τα τυχόν έξοδα εκτέλεσης.
Η δε άρνηση συναινέσεως για την εγγραφή προσημείωσης συμφωνήθηκε ότι αποτελεί διαλυτική αίρεση της μισθωτικής σύμβασης και επιφέρει, πλέον της αποζημίωσης της μισθώτριας για κάθε θετική και αποθετική ζημία της, την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας συμπληρωτικά µε την αποζημίωση της μισθώτριας. Από τη διατύπωση της ανωτέρω παραγράφου του άρθρου 17, η οποία είναι σαφής και δεν χρήζει ερμηνείας, προκύπτει ότι δεν απαιτούνταν προηγούμενη, εκ μέρους της μισθώτριας, κλήτευση της εκμισθώτριας εντός 15 ημερών από την υπογραφή της σύμβασης, προκειμένου η τελευταία να συναινέσει στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί του μισθίου ακινήτου.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ...". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε τον τρίτο λόγο ανακοπής ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, αφού δε ερεύνησε και απέρριψε και τους πρώτο και τέταρτο λόγους αυτής, που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, απέρριψε την ανακοπή στο σύνολό της και επικύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ως προς το αν ο ως άνω όρος υπ' αριθ. 17 παρ. 4 της συμβάσεως "είναι σαφής και δεν χρήζει ερμηνείας" κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ. Και τούτο διότι, στον όρο αυτόν (περί καταπτώσεως της ποινικής ρήτρας), με το παρατιθέμενο στις παραδοχές του Εφετείου περιεχόμενο, πέραν της παροχής συναινέσεως (στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης) και της ορισθείσας προθεσμίας προς εκπλήρωση αυτής, δεν διευκρινίζεται α) το δικαστήριο ενώπιον του οποίου όφειλε η εκμισθώτρια (ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα) να παραστεί και να παράσχει την συναίνεσή της για να ακολουθήσει η έκδοση της σχετικής δικαστικής απόφασης που θα διατάζει την προσημείωση, β) τον ακριβή χρόνο, τόπο και τρόπο παροχής της οφειλόμενης συναινέσεως, αφού -κατά τα προπαρατιθέμενα- για την παροχή της οφειλόμενης συναινέσεως πρέπει είτε ο δανειστής να καταθέσει αίτηση ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, να προσδιορισθεί δικάσιμος και να κληθεί ο οφειλέτης να παράσχει τα συναίνεσή του για προσημείωση ή από κοινού να εμφανισθούν την ορισμένη ημέρα ενώπιον του αρμοδίου δικαστή για την παροχή της συναινέσεως.
Επομένως, ο ως άνω ένδικος όρος δεν ήταν σαφής και πλήρης αλλά έχρηζε ερμηνείας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ωστόσο, το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι ο ως άνω όρος είναι σαφής και δεν έχει ανάγκη ερμηνείας. Εξ αιτίας της πλημμέλειας αυτής αρκέστηκε, για την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας, μόνο στην άπρακτη πάροδο της ορισθείσας 15νθήμερης προθεσμίας, καθώς και ότι δεν ήταν αναγκαία η προηγούμενη κλήτευση της αναιρεσείουσας για να προσέλθει στο αρμόδιο δικαστήριο για την εκπλήρωση της παροχής της, εντός μεν της άνω προθεσμίας, αλλά σε συγκεκριμένη ημεροχρονολογία, όπως τα άρθρα 706, 686 και 687 παρ. 2 ΚΠολΔ προβλέπουν.
Η ως άνω ανεπάρκεια των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης είχε ως αποτέλεσμα να μη προσφύγει το Εφετείο στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και να αναζητήσει την πραγματική βούληση των μερών ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης της παροχής, πράγμα που ασκεί ουσιώδη επιρροή ως προς το ζήτημα της ύπαρξης ή μη υπερημερίας της αναιρεσείουσας για την εκπλήρωση της ως άνω συμβατικής της υποχρέωσης, η οποία αποτελεί προϋπόθεση κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας και επηρεάζει την τύχη των λόγων της ανακοπής:
α) ότι δεν υπήρχε έγγραφη απόδειξη για την υπερημερία ως προς την παροχή της συναινέσεως που προκάλεσε την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας (διαδικαστική προϋπόθεση για την έκδοση διαταγής πληρωμής) και β) ότι δεν κατέστη υπερήμερη η αναιρεσείουσα, λόγω μη συμπράξεως της δανείστριας αναιρεσίβλητης και άρα δεν κατέπεσε η συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα.
Τέλος, η ανεπάρκεια αυτή στηρίζει τον κατ' άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως για εκ παγίου παράβαση των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 130/1997 ΝοΒ 1998 σελ. 953). Επομένως, οι τρίτος και έκτος, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, συνδυαστικά εκτιμώμενοι, λόγοι αναίρεσης για εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων είναι βάσιμοι.
Μετά την παραδοχή των λόγων αυτών με αναιρετική εμβέλεια στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης αποβαίνει αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου, που την εξέδωσε (αρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε (αρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά της έξοδα (αρθρ. 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2915/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων(3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Ιανουαρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ