Legislator Case Law & Legislation
61/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's free evaluation of evidence in administrative dispute.

Case Number 61/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding an employment dispute with the Academy of Athens. The appellant argued that the appellate court improperly assigned excessive evidentiary weight to a specific Council decision, violating statutory rules on evidence. The court rejected this claim, ruling that the lower court correctly exercised its free evaluation of evidence by considering all documents without granting the contested document undue probative force.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1 C.Pol.D.; Art. 340 C.Pol.D.: A violation of legal rules on evidence occurs only when a court assigns greater or lesser probative weight than the law prescribes; free evaluation allows courts to assign varying weight to evidence based on the totality of the case.

Keywords

AI generated
free evaluation of evidence probative weight of documents appeal against judgment administrative law evidentiary rules

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 C.Pol.D.
Art. 13 para. 2a of Law 3260/2004
Art. 53 of Decree 410/1988
Art. 47 of Law 993/1979
Art. 340 C.Pol.D.
Art. 183 C.Pol.D.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 61 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 61/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Π. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία Πολύζου-Νταϊλιάνα και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ" με έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενο, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Πετρόγλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:817/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6645/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-5-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ανδρέας Δουλγεράκης ανέγνωσε την από 6-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ.2α του νόμου 3260/2004, στην Ακαδημία Αθηνών συνιστάται οργανική θέση Εφόρου εξομοιούμενη ως προς κάθε συνέπεια με θέση Γενικού Διευθυντή.

Η πλήρωση της θέσης αυτής γίνεται ύστερα από προκήρυξη που εκδίδεται με απόφαση της Συγκλήτου της Ακαδημίας Αθηνών, η οποία εγκρίνεται από τον Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Στον Έφορο της Ακαδημίας Αθηνών καταβάλλονται οι εκάστοτε αποδοχές γενικού διευθυντή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου.

Κατά τη διάταξη του εδαφίου ε' της ίδιας παραγράφου χρέη υπηρεσιακού συμβουλίου για την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση του Εφόρου εκτελεί η Σύγκλητος της Ακαδημίας Αθηνών. Η Σύγκλητος μπορεί με αιτιολογημένη απόφασή της να αποφασίσει τη λήξη της θητείας ή την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του Εφόρου, χωρίς την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης για το λόγο αυτόν.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 53 του π.δ. 410/1988 (άρθρ. 47 ν. 993/1979),που αφορά τους μισθωτούς του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ., που προσλαμβάνονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προς πλήρωση οργανικών θέσεων ειδικού επιστημονικού, ως και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού: "1. Η σύμβαση εργασίας μπορεί να καταγγελθεί από την υπηρεσία οποτεδήποτε για σπουδαίο λόγο.

Σπουδαίο λόγο αποτελεί ιδίως : α) ... β) ... στ) η κατά σύστημα ανάρμοστη συμπεριφορά κατά την εκτέλεση των καθηκόντων, 2.Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, μετά από σύμφωνη αιτιολογημένη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου.

Η λύση της σύμβασης εργασίας επέρχεται από την ανακοίνωση της απόφασης στον απασχολούμενο". Τέλος, από το άρθρο 55 του ίδιου π.δ/τος, προβλέπεται η καταβολή αποζημίωσης στο παραπάνω προσωπικό, λόγω απόλυσης ή καταγγελίας. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται, ότι για την καταγγελία της ιδιωτικού δικαίου (και αορίστου χρόνου) σύμβασης εργασίας του Εφόρου, που απασχολείται στην Ακαδημία Αθηνών, υπάρχοντος σπουδαίου λόγου, αρμόδια είναι η Σύγκλητος εκπροσωπούμενη από τον Πρόεδρο της ή το Γενικό Γραμματέα (άρθρο 59 του ν.4398/1929), κατά τη διαδικασία, που ορίζεται από την πρώτη από αυτές, που ως ειδική κατισχύει εκείνης των άρθρων 53 παρ.2 εδ.

α' και 55 του πδ 410/1988 κατά την έκταση που ρυθμίζουν το ίδιο ζήτημα, δηλαδή, την έκδοση αιτιολογημένης απόφασης της Συγκλήτου, χωρίς την καταβολή οιασδήποτε αποζημίωσης για το λόγο αυτόν. Αντίθετα, όσον αφορά την απαιτούμενη από την πρώτη από τις παραπάνω γενικές διατάξεις συνδρομή σπουδαίου λόγου απαιτείται και για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του Εφόρου της Ακαδημίας Αθηνών, δεδομένου ότι η γενική αυτή διάταξη δεν έρχεται κατά το παραπάνω σκέλος της σε αντίθεση με την προαναφερόμενη ειδική διάταξη, αλλά ενεργεί συμπληρωματικά με αυτήν.

Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι η πρόβλεψη από την προαναφερόμενη ειδική διάταξη έκδοσης αιτιολογημένης απόφασης, μολονότι με βάση την ίδια διάταξη αφορά σύμβαση αορίστου χρόνου, η καταγγελία της οποίας γίνεται ελεύθερα, υποδηλώνει το σκοπό του νομοθέτη για πρόσθετες προϋποθέσεις στην περίπτωση αυτή.

Από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 53 του π.δ. 410/1988, εξάλλου, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180 και 656 του ΑΚ, συνάγεται ότι αν η ως άνω σύμβαση εργασίας καταγγέλθηκε από το Δημόσιο, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος, η καταγγελία αυτή είναι άκυρη και ο μισθωτός έχει δικαίωμα να ζητήσει μισθούς υπερημερίας για το μετά την καταγγελία και εφεξής χρονικό διάστημα.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 669 του ΑΚ, προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έχει το χαρακτήρα μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας και χωρεί ελεύθερα, εκτός αν περιοριστεί με συμφωνία των μερών ή με διάταξη νόμου. Η άσκηση, όμως, του σχετικού δικαιώματος δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, της οποίας η παράβαση επάγεται απόλυτη ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, που θεωρείται σαν να μην έγινε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ.

Τέτοια περίπτωση κατάχρησης δικαιώματος συντρέχει, εκτός των άλλων και όταν η καταγγελία έγινε από τον εργοδότη από λόγους εκδίκησης ή εχθρότητας συνεπεία προηγούμενης συμπεριφοράς του μισθωτού μη αρεστής στον εργοδότη, όπως είναι η διεκδίκηση από το μισθωτό των δικαιωμάτων του από την εργασιακή σχέση.

Ο ενάγων μισθωτός, που απολύθηκε, ισχυριζόμενος ότι η απόλυση του είναι άκυρη ως καταχρηστική, οφείλει, ζητώντας την αναγνώριση της ακυρότητας με την αγωγή (ή προτείνοντας αυτήν κατ' αντένσταση), να επικαλεστεί και να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν. Ο εναγόμενος εργοδότης, αρνούμενος αιτιολογημένα τον ισχυρισμό του μισθωτού για την ακυρότητα της καταγγελίας ως καταχρηστικής, μπορεί να επικαλεστεί ως αιτία της καταγγελίας συγκεκριμένους σοβαρούς λόγους που τον οδήγησαν στη μονομερή λύση της σύμβασης, οι οποίοι, αν αποδειχθούν αληθινοί, δικαιολογούν την καταγγελία και δεν την καθιστούν καταχρηστική και άκυρη.

Τέτοιοι λόγοι είναι και εκείνοι που έχουν ως κίνητρο το καλώς νοούμενο συμφέρον του εργοδότη, όπως, εκτός των άλλων, συμβαίνει όταν η καταγγελία έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή άσκηση των συμβατικών καθηκόντων ή τη μη προσήκουσα εκπλήρωση των υποχρεώσεων του μισθωτού, όταν έγινε (η καταγγελία) για συμπεριφορά του μισθωτού που δημιουργεί προβλήματα στην ομαλή και αποδοτική άσκηση της εργασίας και στις ανάγκες της επιχείρησης και κλονίζουν την εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό του.

Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την από 21-12-2009 αγωγή της, εξέθετε ότι στις 27-1-2006, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε μεταξύ της ίδιας και του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ", προσελήφθη στην κενή οργανική θέση του εφόρου, στη θέση δε αυτή, ως συμβασιούχος υπάλληλος, προσέφερε, προσηκόντως, τις υπηρεσίες της συνεχώς από την πρόσληψη της μέχρι και την 14-10-2009, οπότε ο γενικός γραμματέας του εναγομένου της κοινοποίησε το με την ίδια ημερομηνία έγγραφο, με το οποίο της γνωστοποιείτο, ότι την αμέσως προηγούμενη ημέρα η Σύγκλητος της Ακαδημίας Αθηνών αποφάσισε τη λύση της σύμβασής της.

Ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, διότι έγινε αφενός χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου και την κοινοποίηση στην ίδια της απόφασης της Συγκλήτου με την αναφορά των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, καθώς και των πραγματικών περιστατικών, που οδήγησαν στην καταγγελία και συνιστούν σπουδαίο λόγο, αλλά και την καταβολή αποζημίωσης, αφετέρου δε κατά κατάχρηση δικαιώματος.

Ακόμη, ισχυρίστηκε ότι η απόλυσή της προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 28 του ν. 2190/1994, που απαγορεύει την έκδοση οιασδήποτε πράξης μεταβολής υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού κατά την εκλογική περίοδο. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι συνεπεία της άκυρης καταγγελίας της επίδικης σύμβασης επήλθε προσβολή της προσωπικότητάς της.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωριστεί ότι: α) η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της είναι άκυρη και το εναγόμενο έχει καταστεί υπερήμερο από 15-10-2009, και β) υποχρεούται το τελευταίο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της και να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας δώρα εορτών 2010 και επίδομα αδείας 2010, για το διάστημα από 15-10-2009 μέχρι 31-12-2010, το συνολικό ποσόν των 69.825 ευρώ.

Επικουρικά, σε περίπτωση εγκυρότητας της επίδικης καταγγελίας, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι δικαιούται να της καταβληθεί αποζημίωση απόλυσης ποσού 7.980 ευρώ. Τέλος, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται το εναγόμενο να της καταβάλει το ποσόν των 3.990 ευρώ ως Δώρο Χριστουγέννων 2009, καθώς και το ποσό των 30.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 817/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία, αφού απέρριψε ως αόριστα τα αιτήματα αποδοχής των υπηρεσιών της ενάγουσας και καταβολής ηθικής βλάβης, και ως μη νόμιμα τα αιτήματα αναγνώρισης υποχρέωσης του εναγομένου καταβολής α)μισθών υπερημερίας και β) αποζημίωσης απόλυσης, έκρινε νόμιμη και ορισμένη, κατά τα λοιπά, την αγωγή και την απέρριψε κατ' ουσίαν.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η ενάγουσα έφεση και το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι η αγωγή είναι 1)ορισμένη ως προς τα αιτήματα της αποδοχής των υπηρεσιών της ενάγουσας και της αναγνώρισης της υποχρέωσης καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και 2)νόμιμη ως προς το αίτημα αναγνώρισης της υποχρέωσης του εναγομένου ΝΠΔΔ να καταβάλει στην ενάγουσα, μισθούς υπερημερίας, για το μετά την καταγγελία και εφεξής χρονικό διάστημα.

Με βάση τα παραπάνω, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κατά τα παραπάνω κεφάλαια της. Το Εφετείο, στη συνέχεια, δέχθηκε και τα παρακάτω, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά : Με την από 27-1-2006 έγγραφη σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, που χαρακτηρίζεται ως αορίστου χρόνου, η ενάγουσα προσελήφθη από το εναγόμενο ΝΠΔΔ στη θέση της Εφόρου της Ακαδημίας Αθηνών.

Με τον 5ο όρο της ανωτέρω σύμβασης συμφωνήθηκε ότι αυτή διέπεται από τις σχετικές ειδικές διατάξεις του Οργανισμού της Ακαδημίας, τις ειδικές διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 13 του ν.3260/2004 και τις διατάξεις του πδ 410/1988. Με την παραπάνω, διάταξη του άρθρου 13 παρ. 2ε του ν.3260/2004 ορίζεται ότι η Σύγκλητος μπορεί με αιτιολογημένη της απόφαση να αποφασίσει τη λήξη της θητείας ή την καταγγελία της επίδικη σύμβασης χωρίς την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης για το λόγο αυτόν.

Της διάταξης αυτής κάνοντας χρήση η Σύγκλητος και μετά από πρόταση του Γενικού της Γραμματέα Ν. Μ., που υποβλήθηκε στις 29-9-2009, και αφού έλαβε υπόψη της το από 6-10-2009 υπόμνημα, καθώς και το συμπληρωματικό αυτού από 8-10-2009, που υπέβαλε η ενάγουσα, μετά από σχετική κλήση της, ώστε να ασκήσει το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης, αποφάσισε στις 13-10-2009, ομόφωνα, την καταγγελία της σύμβασης, την δε επόμενη ημέρα γνωστοποιήθηκε στην ενάγουσα, εγγράφως, η λύση της σύμβασης εργασίας της ως εφόρου, με το 98430/14-10-2009 έγγραφο του εναγομένου.

Από την επισκόπηση της παραπάνω απόφασης της Συγκλήτου προκύπτει ότι οδηγήθηκε στην καταγγελία της επίδικης σχέσης, εργασίας 3 1/2 χρόνια σχεδόν μετά την πρόσληψη της ενάγουσας, λόγω έλλειψης πνεύματος συνεργασίας της με τους υφισταμένους και απαξιωτικής συμπεριφοράς προς αυτούς, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που ο Σύλλογος των Διοικητικών Υπαλλήλων της Ακαδημίας Αθηνών, με το από 21-4-2008 ψήφισμά του, που λήφθηκε με πλειοψηφία των συμμετεχόντων στη συνέλευση που πραγματοποιήθηκε (20 ναι, 5 όχι και ένα λευκό), εξέφρασε τον προβληματισμό του σχετικά με τον τρόπο διοίκησης της ενάγουσας και την αυταρχική συμπεριφορά της, που ήταν καινοφανής για την υπηρεσία τους, μείωνε την προσωπικότητά τους, τους προκαλούσε άγχος, και ερχόταν σε αντίθεση με τη δική τους συμπεριφορά και την πλήρη ενημέρωση της για όλα τα υπηρεσιακά ζητήματα.

Του παραπάνω ψηφίσματος έλαβαν γνώση ο Πρόεδρος και ο Γενικός Γραμματέας της Συγκλήτου, δεδομένου ότι τους κοινοποιήθηκε, και σε εκτέλεση σχετικής απόφασης της τελευταίας, και αφού ζητήθηκαν από την ενάγουσα σχετικές εξηγήσεις, της έγιναν αυστηρές συστάσεις από το Γενικό Γραμματέα, ενώ η Σύγκλητος επιφυλάχθηκε να επανεξετάσει το ζήτημα αν οι συστάσεις δεν απέδιδαν.

Η ενάγουσα, όμως, δεν ανταποκρίθηκε στις συστάσεις αυτές με αποτέλεσμα να συνεχίζονται τα παράπονα των υπαλλήλων, των οποίων γινόταν αποδέκτης ο Γενικός Γραμματέας, ο οποίος αναγκαζόταν να αναλαμβάνει ρόλο διαμεσολαβητή, ώστε να αποκαθίσταται η εργασιακή ειρήνη και να εξασφαλίζεται η διοικητική λειτουργία της Ακαδημίας.

Παράλληλα, ανάλογα παράπονα είχαν διατυπωθεί στο Γενικό Γραμματέα από διευθυντές ερευνητικών κέντρων αλλά και από ακαδημαϊκούς. Πέραν, όμως, των παραπάνω προβλημάτων συμπεριφοράς και συνεργασίας αποδίδεται στην ενάγουσα επαγγελματική ανεπάρκεια, μολονότι της δόθηκε μεγάλη περίοδος χάριτος, ώστε να ενημερωθεί και να μελετήσει τη λειτουργία της Ακαδημίας για να είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις αυξημένες απαιτήσεις της θέσης της, καθώς και έλλειψη διοικητικής ικανότητας, αφού, αντί να αξιοποιεί τις ικανότητες και τις δυνατότητες του προσωπικού, επεδείκνυε απαξιωτική συμπεριφορά τόσο προς αυτό όσο και προς τη Διοίκηση με δυσμενείς επιπτώσεις στη λειτουργία της Ακαδημίας.

Αναφέρθηκε επίσης και συγκεκριμένο περιστατικό αναξιοπρεπούς συμπεριφοράς της ενάγουσας, που παραβίασε επιστολή του ακαδημαϊκού Β., απευθυνόμενη προς τον Πρόεδρο της Συγκλήτου, γεγονός που κατήγγειλαν αμφότεροι. Μετά δε την αναφορά των παραπάνω κατέληξε η Σύγκλητος, μετά από διεξοδική συζήτηση, στο συμπέρασμα ότι υπάρχει πλήρης ανεπάρκεια της ενάγουσας για την άσκηση των καθηκόντων της, Εφόρου, διότι αντί να καλλιεργήσει το αναγκαίο πνεύμα συνεργασίας βρίσκεται σε πλήρη διάσταση με τη Διοίκηση και τις υπηρεσίες της, κατάσταση που έχει προκαλέσει δυσλειτουργία των Υπηρεσιών της Ακαδημίας.

Έχοντας το παραπάνω περιεχόμενο η απόφαση της Συγκλήτου είναι πλήρως αιτιολογημένη ενώ, επιπλέον, σύμφωνα με αυτήν, η επίδικη καταγγελία έγινε για σπουδαίο λόγο, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 53 του πδ.410/1988, όπως τέτοιος είναι η αδυναμία και η ανεπάρκεια της ενάγουσας να ανταποκριθεί στα ιδιαίτερα απαιτητικά καθήκοντά της και περαιτέρω η συνεχιζόμενη, παρά τις συστάσεις από τη Σύγκλητο, απαξιωτική και αυταρχική συμπεριφορά προς το υφιστάμενο προσωπικό, αλλά και η απρεπής συμπεριφορά προς τους ακαδημαϊκούς και ιδιαίτερα τα μέλη της διοίκησης με αποτέλεσμα τη δυσλειτουργία των Υπηρεσιών της Ακαδημίας και την ανυπαρξία του επιβαλλόμενου και αναγκαίου πνεύματος συνεργασίας.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται η βασιμότητα των όσων παραπάνω αναφέρονται στην απόφαση της Συγκλήτου, αφού αυτήν συνυπογράφουν και τα οκτώ παρόντα μέλη της, απόντος του ένατου μέλους, Β., που λόγω του αυξημένου κύρους τους δεν θα είχαν λόγο να λάβουν την υπόψη απόφαση, αν πράγματι δεν συνέτρεχαν τα όσα αναφέρονται σ' αυτήν, ενώ επιπλέον είχαν άμεση και σαφή γνώση της όλης κατάστασης, λόγω της συχνής και, όσον αφορά το γενικό γραμματέα, σχεδόν καθημερινής επαφής τους με τις Υπηρεσίες της Ακαδημίας και ιδίως με την ενάγουσα, που, λόγω της υψηλής της θέσης, προΐσταται της Γενικής Διεύθυνσης και των Υπηρεσιών της Ακαδημίας.

Η δυσαρμονία, εξάλλου, δεν επικρατούσε στις σχέσεις της ενάγουσας μόνον με ορισμένα πρόσωπα, γεγονός που θα μπορούσε σ' ένα βαθμό να δικαιολογηθεί αλλά ήταν γενικευμένη και κατελάμβανε τόσο αυτές με το προσωπικό όσο και με τη Διοίκηση. Η δυσαρέσκεια δε των υπαλλήλων ήταν προφανώς μεγάλη, για να φθάσουν στο σημείο να εκδώσουν ένα χρόνο, πριν την επίμαχη καταγγελία, το προαναφερόμενο ψήφισμα με το παραπάνω περιεχόμενο, με το οποίο μάλιστα συμφώνησαν τα μέλη της Συγκλήτου, διότι, διαφορετικά, δεν θα είχαν αποφασίσει να της απευθύνουν συστάσεις, εφιστώντας της την προσοχή.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι στις προαναφερόμενες περιπτώσεις, που η κατάσταση οξύνθηκε, η Σύγκλητος, μολονότι δεν προβλέπεται από το νόμο, καλούσε την ενάγουσα να τοποθετηθεί για τις αιτιάσεις, που της αποδίδονταν, και έτσι λάμβανε υπόψη της και τις δικές της θέσεις, που προφανώς δεν ήταν πειστικές, αφού την μεν πρώτη φορά της απηύθυναν συστάσεις με την επισήμανση ότι θα επανεξέταζαν το ζήτημα αν υπήρχαν δείγματα ότι οι συστάσεις δεν είχαν αποδώσει ενώ τη δεύτερη οδηγήθηκαν στη λύση της σύμβασής της.

Με το από 6-10-2009 υπόμνημά της, που κοινοποιήθηκε προς τα μέλη της Συγκλήτου, που συμμετείχαν στη συνεδρίαση κατά την οποία λήφθηκε η απόφαση για καταγγελία της επίδικης εργασιακής σχέσης, η ενάγουσα αναφέρει ότι με δική της πρωτοβουλία έγιναν διάφορα σημαντικά έργα, και ότι επιχειρήθηκε η πιο ορθολογική οργάνωση των υπηρεσιών της Ακαδημίας, ενώ με το, από 8-10-2009, συμπληρωματικό υπόμνημα αποδίδει σε μία μειοψηφία υπαλλήλων την έκδοση του προαναφερόμενου ψηφίσματος, που αρνούνται να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις της εργασίας τους, και εστιάζει στην απρεπή συμπεριφορά προς την ίδια μιας υπαλλήλου, που δεν κατονομάζει.

Από το εν γένει περιεχόμενο και των δύο παραπάνω υπομνημάτων φαίνεται να αποδίδεται από την ενάγουσα κάποια μομφή με το μεν πρώτο στο Γενικό Γραμματέα, που εισηγήθηκε την απόλυσή της και με το δεύτερο στους υπαλλήλους, που εξέδωσαν το ψήφισμα. Σε κάθε περίπτωση, προκύπτει η ύπαρξη τεταμένου κλίματος, που αποδέχεται και η ίδια η ενάγουσα, επιχειρώντας, όμως, να το αποδώσει στους τρίτους.

Ενώ, όμως, ισχυρίζεται ότι οι υπάλληλοι που αντιδρούν είναι μειοψηφία και ενεργούν κατ' αυτόν τον τρόπο διότι δεν είναι διατεθειμένοι να εργαστούν, ερχόμενοι έτσι σε αντίθεση με την ενάγουσα, που τους πιέζει προς αυτήν την κατεύθυνση, στα πλαίσια άσκησης των αρμοδιοτήτων της, δεν προέκυψε ότι έστω οι υπόλοιποι υπάλληλοι είχαν ομαλή συνεργασία μαζί της, όπως αυτή ισχυρίζεται.

Ούτε, άλλωστε, από τα προσκομιζόμενα από την ίδια έγγραφα προκύπτει ότι στην προσωπική της εργασία και προσπάθεια οφείλονται σημαντικά έργα της Ακαδημίας, όπως υποστηρίζει και με το πρώτο πιο πάνω υπόμνημά της, επιχειρώντας να αντικρούσει τον ισχυρισμό του Γενικού Γραμματέα περί ανεπάρκειας της. Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από το ότι πράγματι επιλήφθηκε της ρύθμισης ορισμένων θεμάτων, όπως προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα που αυτή προσκομίζει και επικαλείται, που, όμως, αναφέρονται σε καθημερινής φύσης θέματα και είναι το στοιχειώδες που υποχρεούτο να πράττει, ενόψει μάλιστα της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης διευθυντικής θέσης, που κατείχε και των σοβαρών ευθυνών που απέρρεαν από αυτήν.

Ο Γενικός Γραμματέας, κατά την παραπάνω σύσκεψη της Συγκλήτου, έχοντας λάβει γνώση των Υπομνημάτων της προβαίνει σε σχολιασμό του πρώτου, αναφέροντας ότι βρίθει ανακριβειών όσον αφορά τη λειτουργία των υπηρεσιών και ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα επιχειρεί να οικειοποιηθεί τις πρωτοβουλίες για τα μεγάλα έργα της Ακαδημίας, τα οποία χρονολογούνται από ετών μολονότι ο ρόλος που διαδραμάτισε η ίδια ήταν διεκπεραιωτικός.

Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων Θ. Μ. και Α. Κ., που έχουν άμεση αντίληψη, διότι χρημάτισαν υψηλόβαθμοι υπάλληλοι της Ακαδημίας Αθηνών, κατά την περίοδο που υπηρετούσε και η ενάγουσα (η δεύτερη μάρτυρας είναι πλέον συνταξιούχος). Από τις καταθέσεις τους προκύπτει ότι ενώ η ενάγουσα έτυχε της αμέριστης συμπαράστασης και πολύτιμης για αυτήν βοήθειας από τους υπαλλήλους της Ακαδημίας, διότι, λόγω της ιδιαιτερότητας του αντικειμένου που της ήταν παντελώς άγνωστο, και επιπλέον της πλήρους άγνοιας του τρόπου λειτουργίας του Δημοσίου, ως προερχόμενης από τον ιδιωτικό τομέα, δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθεί επαρκώς στα νέα της καθήκοντα, επέδειξε από την αρχή της ανάληψης των καθηκόντων της απαξιωτική και αυταρχική συμπεριφορά, αντιμετωπίζοντάς τους υποτιμητικά.

Αποτέλεσμα δε της παραπάνω στάσης της ήταν να διαταραχθούν οι σχέσεις της με τους υπαλλήλους σε τέτοιο βαθμό που εξέδωσαν ψήφισμα διαμαρτυρόμενοι για τη συμπεριφορά της. Εξαιτίας δε της προβληματικής αυτής συνεργασίας αλλά και της άγνοιας της ενάγουσας, ως προς το χειρισμό πολλών εκ των ζητημάτων, που ανέκυπταν, ο Γενικός Γραμματέας, που είχε εμπειρία και πολυετή γνώση του αντικειμένου αλλά και τη σχετική αρμοδιότητα συνεργαζόταν πολλές φορές απευθείας με τους υπαλλήλους, πρακτική, όμως, που υπαγορευόταν απο την ανάγκη ταχείας ρύθμισης των αναφυομένων ζητημάτων και όχι από πρόθεση παραγκωνισμού της ενάγουσας.

Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η τελευταία με την προπεριγραφόμενη συμπεριφορά της έγινε πρόξενος δημιουργίας μεγάλης έντασης στον εργασιακό της χώρο, που καθιστούσε προβληματική τη συνεργασία της με τους υπόλοιπους υπαλλήλους αλλά και ακαδημαϊκούς. Ένας δε εκ των τελευταίων, ο Β., όπως αναφέρει σε σχετική επιστολή του προς τον Πρόεδρο της Συγκλήτου, ήταν αποφασισμένος να παραιτηθεί από το αξίωμα του Γραμματέα επί των Δημοσιευμάτων που κατείχε, λόγω της απρεπούς προς το πρόσωπό του συμπεριφοράς της ενάγουσας και μόνο επειδή, μετά την παρέμβαση του Γενικού Γραμματέα, λύθηκε το ζήτημα παρέμεινε.

Πρέπει να σημειωθεί, ότι ενώ η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι προέβη σε διάφορες ενέργειες διαφύλαξης της περιουσίας της Ακαδημίας δεν δίστασε για προσωπική της υπόθεση και συγκεκριμένα για τη γνωστοποίηση των υπομνημάτων της σε όλα τα μέλη της Ακαδημίας και όχι μόνον της Συγκλήτου, που ήταν αρμόδια, να χρησιμοποιήσει υπαλλήλους της Ακαδημίας κατά τη διάρκεια του ωραρίου τους για την εκτύπωση των αντιτύπων και στη συνέχεια οδηγούς για την παράδοσή τους, γεγονός που σχολιάστηκε ευρέως αρνητικά και αναφέρεται μάλιστα και στην επίμαχη απόφαση της Συγκλήτου.

Δεν αναιρούνται, άλλωστε, τα παραπάνω από τα όσα καταθέτει η μάρτυρας απόδειξης Σ. Ο., που συνδέεται φιλικά με την ενάγουσα, διότι δεν έχει άμεση γνώση αλλά μεταφέρει τα όσα γνωρίζει από. την ίδια την ενάγουσα. Από τη συνεκτίμηση όλων των περιστατικών που προαναφέρθηκαν το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι, ακόμη και αν η ενάγουσα συνάντησε προσκόμματα στο έργο της, είχε τη δυνατότητα και όφειλε να ανταποκριθεί στα καθήκοντά της, όμως δεν το έπραξε, αλλά αντίθετα επιδόθηκε σε αντιπαραθέσεις προς κάθε κατεύθυνση και υπήρξε με τη στάση της αν όχι κυρίως υπεύθυνη τουλάχιστον συνυπεύθυνη στην έλλειψη συνεργασίας με το υπαλληλικό προσωπικό.

Επιπλέον παρασύρθηκε σε προσωπικές αντιδικίες όχι μόνο με τους υφισταμένους της αλλά και με ακαδημαϊκούς της Συγκλήτου, καθιστώντας έτσι δυσχερή τη συνεργασία της μαζί τους και, συνεπώς απρόσφορη, για τους σκοπούς του εναγομένου, την παραμονή της στη θέση της. Συνακόλουθα, το αίτημα της ενάγουσας να ακυρωθεί η καταγγελία της σύμβασης της, ως καταχρηστική, πρέπει να απορριφθεί.

Και τούτο διότι η επίμαχη καταγγελία, έγινε σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ν. 3260/2004 και στο ΠΔ 410/1988 από το αρμόδιο προς τούτο όργανο, δηλ τη Σύγκλητο με αιτιολογημένη της απόφαση, για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στην πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της ενάγουσας και τη δημιουργία, λόγω της συμπεριφοράς της προς τους υπαλλήλους αλλά και τους ανωτέρους της, αρνητικού κλίματος στις σχέσεις τους που επηρέαζε σε σοβαρό βαθμό την εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας, είναι νόμιμη και δεν αντίκειται στο άρθρο 281 ΑΚ.

Ούτε, όμως και προς τον Γενικό Γραμματέα της Ακαδημίας ήταν ενδεδειγμένη η στάση της ενάγουσας, αφού μετά την πρότασή του στη Σύγκλητο για απόλυσή της αμφισβητούσε εμφανώς τα διοικητικά του καθήκοντα και το ρόλο για τον οποίο είχε επιλεγεί από το διοικητικό συμβούλιο της αναιρεσίβλητης. Αποτέλεσμα αυτής της συμπεριφοράς ήταν να κλονισθεί σοβαρά η δυνατότητα αρμονικής συνεργασίας τόσο με το λοιπό προσωπικό όσο και με τη διοίκηση της εφεσίβλητης.

Μ' αυτά τα δεδομένα η απόλυση της εκκαλούσας, που ήταν το έσχατο μέτρο από την πλευρά της εφεσίβλητης, μετά από πολλαπλές συστάσεις της τελευταίας, ήταν έγκυρη και δεν υπερβαίνει τα όρια που διαγράφει το άρθρο 281 Α.Κ, αφού δεν έγινε ούτε από λόγους εκδίκησης ή αντιπάθειας στο πρόσωπό της από την πλευρά του γενικού γραμματέα ή των μελών της συγκλήτου, αλλά για τη σύγκλητο ήταν πλέον μονόδρομος η λήψη της απόφασής της αυτής αφού οι προηγηθείσες συστάσεις δεν είχαν επιφέρει κάποιο αποτέλεσμα και έπρεπε να επέλθει ηρεμία και εργασιακή, ειρήνη στο προσωπικό, αναγκαία για την εύρυθμη λειτουργία της Ακαδημίας, όπως και έγινε μετά την αποχώρησή της.

Περαιτέρω, η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης έγινε νομότυπα κατά την παραπάνω διαδικασία, μετά από την παραπάνω αιτιολογημένη απόφαση της Συγκλήτου, και με τη συνδρομή του προαναφερόμενου σπουδαίου λόγου. Από καμία διάταξη, εξάλλου, που σύμφωνα με τα προεκτεθέντα διέπουν την επίδικη σύμβαση, δεν προκύπτει η υποχρέωση αναφοράς στο προαναφερθέν έγγραφο, με το οποίο γνωστοποιήθηκε στην ενάγουσα η απόφαση λύσης της σύμβασής της με το εναγόμενο των διατάξεων, δυνάμει των οποίων ασκήθηκε η καταγγελία και των πραγματικών περιστατικών, που συνιστούν σπουδαίο λόγο και οδήγησαν σ' αυτήν, αλλά ούτε και η κοινοποίηση της απόφασης της Συγκλήτου και απλά με βάση την εφαρμοζόμενη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 53 του π.δ/τος 410/1988 η λύση της σύμβασης επέρχεται από τότε που ανακοινωθεί αυτή (η λύση δηλαδή) στην ενάγουσα.

Ούτε, άλλωστε, υπάρχει υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης στην ενάγουσα λόγω της επίδικης καταγγελίας, δεδομένου ότι με βάση την εφαρμοζόμενη αποκλειστικά ειδική διάταξη του άρθρου 13 παρ.2ε του ν. 3260/2004, που ρυθμίζει το σχετικό ζήτημα, και έτσι δεν υπάρχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 55 του π.δ. 410/1988, η καταγγελία της επίδικης σύμβασης γίνεται χωρίς την .καταβολή αποζημίωσης.

Ενόψει εξάλλου, ότι εντός της προεκλογικής περιόδου και συγκεκριμένα στις 29-9-2009, όπως συνομολογείται από το εναγόμενο αλλά και αποδεικνύεται από το με ημερομηνία 13-10-2009 πρακτικό της Συγκλήτου, ο Γενικός Γραμματέας Ν. Μ. είχε υποβάλει απλά πρόταση για καταγγελία της επίδικης σύμβασης χωρίς να ληφθεί καμία απόφαση αναφορικά με τη μεταβολή της υπηρεσιακής κατάστασης της ενάγουσας, η οποία τελικά λήφθηκε από τη Σύγκλητο μετά το τέλος της προεκλογικής περιόδου και συγκεκριμένα κατά την παραπάνω ημερομηνία της 13-10-2009, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 28 παρ. 1 και 2 του ν. 2190/1994 (Α' 28).

Και τούτο διότι αυτή απαγορεύει την έκδοση πράξεων, που αφορούν οποιαδήποτε μεταβολή αναφερόμενη στην υπηρεσιακή κατάσταση και όχι προηγούμενα στάδια της διαδικασίας αυτής (βλ σχ. και ΣΤΕ 251/2005). Συνακόλουθα με τα πιο πάνω, η αγωγή είναι ουσιαστικά αβάσιμη, κατ' αποδοχή της νόμιμης ένστασης του εναγομένου ΝΠΔΔ, ότι την ως άνω, καταγγελία της δικαιολογεί η παραπάνω αντισυμβατική συμπεριφορά (σπουδαίος λόγος) της ενάγουσας.

Και τούτο γιατί η καταγγελία της σύμβασης από το εναγόμενο οφείλεται σε υπαιτιότητα της ενάγουσας και ειδικότερα στην παραπάνω αντισυμβατική συμπεριφορά της, γεγονός που αφενός αποτελεί σπουδαίο λόγο που επιτρέπει να γίνει αυτή (η καταγγελία) και δεν την καθιστά καταχρηστική, ούτε την ενέργεια του εναγομένου παράνομη και αντίθετη στα χρηστά ήθη, με περαιτέρω συνέπεια να μη δικαιούται η ενάγουσα τα συναπτόμενα προς την καταγγελία αγωγικά κονδύλια α)περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και β)τις αιτούμενες αποδοχές υπερημερίας.

Εξάλλου το κονδύλιο της αγωγής για την καταβολή του ποσού των 3.990 ευρώ ως Δώρου Χριστουγέννων 2009, που απορρίφθηκε στην ουσία κατά παραδοχή ένστασης συμψηφισμού, που προέβαλε το εναγόμενο, της ως άνω απαίτησης της ενάγουσας με αχρεωστήτως καταβληθείσες στην τελευταία μισθολογικές διαφορές, για το λόγο ότι η επίμαχη απαίτησή της είναι μισθολογικού χαρακτήρα παροχή και έτσι δεν υπόκειται σε συμψηφισμό με την προαναφερόμενη απαίτηση του εναγομένου, διότι δεν προβλήθηκε εκ μέρους του εναγομένου ΝΠΔΔ ότι πηγάζει από ζημία που δολίως του προξένησε η ενάγουσα, τυγχάνει αόριστο και ως τέτοιο απορριπτέο, δεδομένου ότι δυνάμει του άρθρου 9 παρ. 1 του v.3205/2003, που τυγχάνει εφαρμογής, το Δώρο Χριστουγέννων ισούται με το μηνιαίο βασικό μισθό και όχι, όπως εσφαλμένα υποστηρίζει η εκκαλούσα, με τον καταβαλλόμενο μηνιαίο μισθό της, πλην, όμως, δεν καθίσταται δυνατός ο υπολογισμός του, δεδομένου ότι δεν εκτίθεται στην αγωγή το μισθολογικό κλιμάκιο αυτής, αλλά ούτε και προέκυψε από τις αποδείξεις, ώστε να εξευρεθεί το ποσόν του μηνιαίου βασικού μισθού της που δικαιούται ως Δώρο Χριστουγέννων 2009.

Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την αγωγή κατά τα παραπάνω κεφάλαια της. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν, διότι με βάση τις παραδοχές της απόφασης, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι έγκυρη, και δεν ασκήθηκε καταχρηστικά, εφόσον, θεμελιώνεται, πράγματι, σπουδαίος λόγος καταγγελίας και η αναιρεσίβλητη δια των παραπάνω αρμοδίων οργάνων της, προέβη στις νόμιμες και αναγκαίες ενέργειες, για τη νομότυπη καταγγελία, η οποία και επέφερε τη λύση της σύμβασης, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να μη δικαιούται μισθούς υπερημερίας, ούτε την αιτουμένη, επικουρικά, αποζημίωση απόλυσης, αφού τέτοιο δικαίωμα, πράγματι, δεν της παρέχεται από τις παραπάνω διατάξεις.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 53 παρ.1 και 2 του πδ/τος 410/1988,672 ΑΚ, και 13 παρ.2 περ. ε του Ν.3260/2004.

Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα ή έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν από την αναιρεσίβλητη και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της άνω διάταξης είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αν από την απόφαση του δικαστηρίου προκύπτει, ότι τούτο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό και τον απέρριψε, για τυπικό ή ουσιαστικό λόγο ή δεν έλαβε υπόψη του τον μη προταθέντα ισχυρισμό. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο, από την παραπάνω διάταξη, λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα προβάλλει, ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον παραδεκτά προταθέντα, ουσιώδη ισχυρισμό της, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη.

Ο λόγος αυτός, είναι και αβάσιμος διότι, όπως σαφώς, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το εφετείο έλαβε υπόψη του αυτόν και τον απέρριψε. Ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 11 του άρθρου 559 KΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και, ιδίως, από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναίρεσης.

Στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, το Εφετείο βεβαιώνει, ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που µε επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Από τη βεβαίωση αυτή, αλλά και από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και όλα τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά έγγραφα (από 23-2-2007 συμπληρωματική διάταξη της Συγκλήτου, από 15-3-2006 και με αρ. 84633/20-10-2006, 28-2-2006, 8-3-2006, 85120/22-11-2006, 84352/5-7-2006, 85810/19-1-2007, 87151/17-4-2007, 87583/21-5-2007, 95725/27-2-2009, 95691/24-2-2009, 90891/6-2-2008, 97810/31-7-2009, 81857/8-3-2006, 27-6-2006, 12-5-2006, 95691/24-9-2009, 91152/25-2-2008, 26-7-2007, 21-11-2007, 14-9-2007, 22-9-2008, 23-9-2008, 2-12-2008, 13-1-2009, από Ιανουάριος 2008, 98386/9-10-2009, 98386/9-10-2009, 9-10-2009, 1-10-2008, 18-2-2009, 28-5-2009, 11-6-2009, 92280/17-4-2008, 51416/184/15-9-2009, 7640/7-2-2013 και την ετήσια έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου 2006).

Επομένως, ο, περί του αντιθέτου, από τον αριθμ. 11 του άρθρου 559 KΠολΔ, τρίτος, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Ο λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, της παραβίασης των ορισμών του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα από αυτά.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα του, προσέδωσε στην απόφαση της Συγκλήτου αυξημένη αποδεικτική δύναμη με το να δεχθεί ότι "αποδεικνύεται η βασιμότητα των όσων παραπάνω αναφέρονται στην απόφαση της Συγκλήτου, αφού αυτήν συνυπογράφουν και τα οκτώ παρόντα μέλη της απόντος του ένατου μέλους, Β., που λόγω του αυξημένου κύρους τους δεν θα είχαν λόγο να λάβουν την υπόψη απόφαση, αν πράγματι δεν συνέτρεχαν τα όσα αναφέρονται σ' αυτήν".

Όμως, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο κατέληξε στη κρίση του, συνεκτιμώντας, ελεύθερα, εκτός από το περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου και εκείνο των λοιπών εγγράφων και λοιπών αποδεικτικών μέσων, δίχως να προσδώσει στο πρώτο αυξημένη αποδεικτική δύναμη. Κατ' ακολουθίαν, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να καταδικαστεί δε η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το άρθρο 183 ΚΠολΔ, όπως, ειδικότερα, ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 6-5-2014, αίτηση αναίρεσης της 6645/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ