Supreme Court quashes lower court ruling on abusive termination of employment contract under Article 281 of the Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Athens Court of Appeal's decision regarding an employment dispute involving Eurobank Ergasias and employee N. N. The lower court had found the employer's termination abusive and ordered significant compensation, but the Supreme Court ruled this violated Article 281 of the Civil Code. The court held that the appellate court failed to properly apply the good faith requirement and the specific circumstances needed to characterize the dismissal as abusive. Consequently, the case was remitted to the same court for retrial with a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281, 174, 180, 341, 350, 656 of the Civil Code; The employer's unilateral termination of an indefinite-term employment contract is not justified but constitutes an exercise of a right subject to limitations of good faith and social purpose; a termination is abusive and void if motivated by revenge or hostility, and the lower court must rigorously verify these specific circumstances rather than relying on general employee conduct.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 61 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 61/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑΣ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ν. Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γεώργιο Δαούτη και Γεώργιο Λεβέντη και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ο. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ουρανία Πολίτη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/7/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την πρόσθετη παρέμβαση νομικού προσώπου στο οποίο κοινοποιήθηκε η αίτηση αναιρέσεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2356/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5623/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14/9/2010 αίτησή τους, κοινοποιούμενης στο σωματείο με την επωνυμία "ΕΝΩΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ E.F.G. EUROBANK-ERGASIAS" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 8/11/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των τρίτου, τετάρτου, πέμπτου και έκτου λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 669 ΑΚ, η καταγγελία συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο να δικαιολογείται από τον καταγγέλλοντα. Αποτελεί όμως άσκηση δικαιώματος και κατά συνέπεια υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλ. δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, διότι διαφορετικά είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρ. 174, 180 ΑΚ), οπότε ο εργοδότης αρνούμενος τις υπηρεσίες του εργαζόμενου, καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται στην καταβολή προς αυτόν του μισθού του κατά τα άρθρα 341, 350 και 656 ΑΚ. Θεωρείται δε ως καταχρηστική η καταγγελία και όταν έγινε από τον εργοδότη από λόγους εκδικήσεως ή εχθρότητας συνεπεία προηγούμενης συμπεριφοράς του μισθωτού μη αρεστής στον εργοδότη. Αντίθετα δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων.
Στην προκείμενη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχεται κατά την ανέλεγκτη αναιρετική κρίση του, τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε στις 24.6.1991 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την Τράπεζα Εργασίας Α.Ε., η οποία το έτος 2000 συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα καθ' όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, ο οποίος αρχικά εργάσθηκε από 1991-1992 στο κεντρικό κατάστημα Πανεπιστημίου ως βοηθός ταμίας.
Το 1992-1995 εργάστηκε ως ταμίας στο κατάστημα ..., από δε 1995 έως 1999 εργάστηκε στο ίδιο κατάστημα ως υπάλληλος του Εμπορικού Τμήματος, από δε το 1999 επανήλθε στη θέση του ως ταμίας στο ίδιο κατάστημα μέχρι το 2003. Τον Ιανουάριο του 2003 έως τον Οκτώβριο του ίδιου έτους εργάστηκε στο κατάστημα ... ως ταμίας, οπότε μετατέθηκε στο κατάστημα ...
και από τον Μάρτιο του 2004 μέχρι την καταγγελία της συμβάσεως του εργάστηκε στο κατάστημα ... ως ταμίας. Επίσης, ο ενάγων κατά τη συντέλεση των καθηκόντων του ήταν επιμελής και παρείχε την εργασία του με ευσυνειδησία και σύμφωνα με τις οδηγίες της εργοδότριας του και τις εντολές των προϊσταμένων του. Η εξέλιξη του ήταν ικανοποιητική και έως το Δεκέμβριο του 2000 δεν είχε υποπέσει σε κανένα παράπτωμα και δεν είχε γίνει οποιαδήποτε παρατήρηση.
Από το φύλλο αξιολόγησης για την περίοδο 1.1.2001 έως 30.9.2001 άρχισε η υποβάθμιση της υπηρεσιακής απόδοσης του ενάγοντος εκ μέρους της εναγομένης με κρίσεις όπως "ανταποκρίνεται μερικώς στις προσδοκίες". Η υποβάθμιση αυτή συνεχίστηκε το 2002 οπότε χαρακτηρίστηκε ανεπαρκής παρά το γεγονός ότι ο ενάγων απουσίασε λόγω προβλήματος υγείας συνεπεία της οποίας υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση από 11.10.2001 έως και 16.11.2001 και επιπλέον ήταν αδύνατον να ανταποκριθεί και στα πρόσθετα, πέραν αυτών του ταμία, καθήκοντα που του ανέθεσε η υποδιευθύντρια του Α.
Ι., ήτοι την ευθύνη της εφαρμογής της εγκυκλίου Διαχείρισης Αρχείου καταστήματος. Στην ανάθεση αυτή είχε επισημάνει την αδυναμία παρακολούθησης και διεκπεραιώσεως λόγω της απασχόλησης του στο ταμείο με τη από 25.4.2002 επιστολή του. Επιπλέον στις 20.12.2002 υποβλήθηκε εκ νέου σε χειρουργική επέμβαση και απουσίασε από την εργασία του μέχρι 18.1.2003.
Όταν όμως επανήλθε του ανακοινώθηκε η μετάθεσή του από 27.1.2003 στο' κατάστημα ... και εκεί του έγινε η σύσταση να μη συμμετάσχει σε απεργιακούς αγώνες, παράλληλα δε του έγινε περικοπή κατά το ήμισυ και πλέον μηνιαίως των υπερωριών που πραγματοποιούσε. Μεταγενέστερα τον ενημέρωσαν για την ύπαρξη ελλειμμάτων, τα οποία όμως δεν ξεπερνούσαν τα τρία ανά μήνα και αξίωση να εργαστεί πέραν του νομίμου ωραρίου του χωρίς αμοιβή παρά τις ανειλημμένες υποχρεώσεις στο πανεπιστήμιο Αθηνών, στα συνεχή δε έγγραφα αιτήματα του για αλλαγή αντικειμένου με αξιοποίηση των γνώσεων του στο αντικείμενο "Τραπεζική Διοίκηση" που απέκτησε στο Εθνικό Πανεπιστήμιο Αθηνών με δικά του έξοδα ουδέποτε απάντησε θετικά η εναγομένη ούτε του χορηγούσε άδεια για τη συμμετοχή του στην ομάδα πολιτικής προστασίας.
Η τελευταία επίσης ουδέποτε συγκρότησε το υπηρεσιακό πειθαρχικό συμβούλιο προκειμένου να εξετάσει τις συνεχείς προσφυγές του κατά του φύλλου αξιολόγησης του έτους 2004 όπου χαρακτηρίζεται η ανταπόκριση του στον όγκο εργασίας ως μη ικανοποιητική και για έλλειψη ενδιαφέροντος για μάθηση, δεν του επέτρεψε δε στην πραγματοποίηση αιμοληψίας στην ώρα εργασίας προκειμένου να μην απουσιάσει από αυτήν.
Αποδείχθηκε επίσης ότι ο ενάγων με το από 22.3.2005 υπηρεσιακό του σημείωμα διεκδίκησε τις αμοιβές για υπερωριακή του απασχόληση και ενημέρωνε το σωματείο του για τις αντισυμβατικές σε βάρος του ενέργειες της εναγομένης αλλά και για την κλήση εις χείρας του της Επιθεώρησης Εργασίας στο επεισόδιο που δημιουργήθηκε από την άρνησή του να εργαστεί την 16.9.2002 εκτός του νομίμου ωραρίου του και να προσέλθει στις 6.15 με 6.30 αντί στις 7.45 π.μ.
την 1.4.2005, τέλος ο ενάγων κατήγγειλε εγγράφως ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας την συμπεριφορά των οργάνων της εναγομένης-διευθυντικών στελεχών που αφορούσε α) την μη καταβολή δεδουλευμένων υπερωριών, β) την μη απόδοση κανονικής αδείας 2003 γ) την προσβλητική συμπεριφορά εκ μέρους των οργάνων της και την προσπάθεια υπονόμευσης των εργατικών δικαιωμάτων του.
Η καταγγελία αυτή συζητήθηκε την 8.4.2005 και επακολούθησε επιστολή κατόπιν αυτεπάγγελτου ελέγχου στο κατάστημα ... όπου διαπιστώθηκε η μη χορήγηση πλήρους αδείας 25 ημερών το έτος 2003 αλλά 10 ημερών. Την 11.4.2003 καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος για ελλιπή υπηρεσιακή απόδοση και επαγγελματική ανεπάρκεια για απρεπή και μη δέουσα συμπεριφορά προς προϊσταμένους, συναδέλφους και πελάτες της τράπεζας και κάλεσε τον ενάγοντα να εισπράξει την νόμιμη αποζημίωσή του.
Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί της εναγομένης τυγχάνουν απορριπτέοι ως αναπόδεικτοι δεδομένου ότι από 9 και πλέον έτη πριν την ισχύ του νέου κανονισμού ουδέν επιλήψιμο και δυσμενή κρίση σε βάρος του ο ενάγων, η επίκληση δε εις βάρος της εναγομένης διαχειριστικών λαθών, απρεπούς συμπεριφοράς και υπηρεσιακής ανεπάρκειας αρχίζει από το έτος 2001 και μετά με την έναρξη της ισχύος του νέου κανονισμού και απέβλεπε στην δημιουργία λόγων για καταγγελία εκ μέρους της εκ συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος.
Τούτο ενισχύεται από το γεγονός ότι αν και ισχυρίζεται η εναγομένη ότι ο ενάγων επιδείκνυε αντισυμβατική συμπεριφορά και εκτελούσε πλημμελώς τα καθήκοντα του εντούτοις δεν άσκησε εναντίον του πειθαρχική δίωξη για τα παραπτώματα του αυτά σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον οργανισμό λειτουργίας της όπως ούτε όπως προαναφέρθηκε συγκάλεσε το υπηρεσιακό συμβούλιο για την εκδίκαση των προσφυγών που άσκησε ο εργαζόμενος κατά του φύλλου αξιολόγησης του 2004.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η άσκηση του δικαιώματος της εναγόμενης περί παραγγελίας της συμβάσεως εργασίας με τον ενάγοντα υπερβαίνει, προφανώς στα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ) και ότι, επομένως, η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, ως καταχρηστική και στη συνέχεια, κάνοντας δεκτούς τους σχετικούς λόγους της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση αυτήν και εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει ως αβάσιμη την αγωγή.
Μετά ταύτα το Εφετείο αφού δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη, 1) αναγνώρισε την ακυρότητα της από 11.4.2003 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, 2) υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλλει στον ενάγοντα 18.080.00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη που κάθε μηνιαίος μισθός κατέστη απαιτητός ως και 3000.00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και 3) απήγγειλε σε βάρος της 1ης εναγομένης εταιρείας χρηματική ποινή πεντακοσίων (500) ευρώ για κάθε ημέρα παραβίασης της διάταξης που αφορά την μη αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος και απείλησε κατά του δεύτερου εναγόμενου προσωπική κράτηση 30 ημερών για κάθε μέρα παράβασης της ίδιας διάταξης.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τον ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ, που εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε και επιπλέον διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθόσον δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της αποφάσεώς του τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ που εφαρμόσθηκε, αφού για το χαρακτηρισμό της καταγγελίας ως καταχρηστικής και κατά συνέπεια άκυρης, αρκέσθηκε στα γενόμενα δεκτά από αυτό περιστατικά ότι ο ενάγων ήταν καλός και συνεπής στην εκτέλεση των καθηκόντων του υπάλληλος, προς αντίκρουση των αναφερομένων στην καταγγελία λόγων, περί πλημμελούς ασκήσεως των καθηκόντων του, που επικαλέστηκε γι' αυτόν η εναγομένη, που δεν αρκεί να είναι αναληθείς.
Συνέδεσε, δηλαδή, την ως άνω συμπεριφορά της εναγόμενης με την παραπάνω μεταβολή, χωρίς να δεχθεί ότι συνέτρεχαν και άλλες περιστάσεις όπως λόγοι εκδικήσεως ή εχθρότητας κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη οι οποίες σε συνδυασμό με τα ως άνω δεκτά γενόμενα, να καθιστούν την καταγγελία καταχρηστική, όπως ότι η προαναφερόμενη μεταβολή είναι αντίθετη προς το νόμο, τους όρους της συμβάσεως και τα όρια που ορίζονται στο άρθρο 281 ΑΚ, λαμβανομένου υπόψη ότι ο εργοδότης ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρεώσεως του μισθωτού για παροχή εργασίας, καθορίζοντας του όρους της παροχής της.
η άσκηση όμως του διευθυντικού δικαιώματος υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή δεν δύναται να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Επομένως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο από τους αριθμός 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως.
2. Κατόπιν αυτών παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5623/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ