Supreme Court allows private hospital workers' claim for higher wages over public hospital collective agreement terms.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece overturned the lower court's dismissal of a lawsuit filed by former private hospital employees against the public hospital entity. The plaintiffs argued that their original private employment contracts, which stipulated wages based on specific collective agreements, should prevail over the more favorable public sector collective agreement applicable after the hospital's conversion. The court ruled that the principle of favoring employees requires individual contracts with better terms to supersede subsequent public regulations. Consequently, the judgment was reversed, and the case was remanded for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArt. 361 AC; Art. 680 AC; Art. 7 para. 2 of Law 1876/1990: The principle of favoring employees mandates that more favorable terms in individual employment contracts prevail over less favorable provisions in subsequent public sector collective agreements.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 61 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 61/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) .... , 2) .... , 3) .... , 4) .... , 5) .... , 6) .... και 7) .... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Λαμπρόπουλο. Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", αποκεντρωμένης μονάδος του Α΄ Πε.Σ.Υ. Αττικής, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καραγιώργο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 945/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 8458/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-12-2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 24-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δύο πρώτων και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, απαιτείται σύμβαση, καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ' ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βουλήσεως, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, δυνάμει της οποίας οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία προς κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί τούτο να μη απαγορεύεται από το νόμο και να μη αντιβαίνει στα χρηστά ήθη.
Εξάλλου, από τη γενική αρχή της προστασίας των εργαζομένων, που διαπνέει το εργατικό δίκαιο, συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ αυτών δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση συλλογικής και ατομικής συμβάσεως εργασίας, αλλά και στη σχέση περισσότερων πηγών (νόμου, συλλογικής συμβάσεως εργασίας, κανονισμού, ατομικής συμβάσεως) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, που ρυθμίζουν την εργατική σχέση.
Σύμφωνα με την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, που καθιέρωνε το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3239/1955 "περί του τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας" (που ίσχυσε μέχρι 8-5-1990), σε συνδυασμό με το άρθρο 680 ΑΚ, την οποία αρχή ήδη προβλέπει η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990, οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας.
Και τούτο ισχύει γιατί οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής συμβάσεως εργασίας περιέχουν κατώτατα όρια προστασίας, που απαγορεύουν τη δυσμενέστερη ρύθμιση με ατομική σύμβαση, πλην όμως επιτρέπουν με την τελευταία τη βελτίωση της προστασίας αυτής. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 1397/1983 "περί του Εθνικού Συστήματος Υγείας", νοσοκομειακές μονάδες, που λειτουργούν κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού (7-10-1983) ως υπηρεσίες ν.π.δ.δ.
και ασφαλιστικών οργανισμών ή ν.π.ι.δ., εφόσον επιχορηγούνται με οποιοδήποτε τρόπο από το Δημόσιο ή οι δαπάνες λειτουργίας τους βαρύνουν τον προϋπολογισμό ν.π.δ.δ., μετατρέπονται εντός έτους από τη δημοσίευση του νόμου αυτού σε ν.π.δ.δ. και υπάγονται στις διατάξεις του ν.δ. 2592/1953 ή συγχωνεύονται σε νοσηλευτικά ιδρύματα που υπάγονται στις διατάξεις αυτού του νομοθετικού διατάγματος.
Σε περίπτωση μη μετατροπής ή μη συγχωνεύσεώς τους σε ν.π.δ.δ. γίνονται ν.π.ι.δ. και διακόπτεται η επιχορήγησή τους. Το προσωπικό, πλην του ιατρικού, που υπηρετεί στις μονάδες αυτές που μετατρέπονται σε ν.π.δ.δ., ύστερα από αίτησή του, εντάσσεται σε αντίστοιχες θέσεις, που συνιστώνται με τον οργανισμό του νοσοκομείου.
Το προσωπικό που δεν συγκεντρώνει τα νόμιμα προσόντα ή δεν υποβάλλει αίτηση ένταξης εξακολουθεί να υπηρετεί με τις ίδιες προϋποθέσεις, με τις οποίες υπηρετούσε και στη μονάδα που μετατρέπεται, σε προσωρινές θέσεις, που καταργούνται όταν κενωθούν με οποιοδήποτε τρόπο. Μέχρι να εκδοθεί ο νέος οργανισμός και να γίνει η ένταξη στις θέσεις που προβλέπονται από αυτόν, το προσωπικό εξακολουθεί να διέπεται από τις διατάξεις που ίσχυαν κατά τον χρόνο δημοσίευσης του προεδρικού διατάγματος της μετατροπής.
Το ως άνω άρθρο, το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 132 του ν. 2071/1992, επαναλήφθηκε στο άρθρο 48 του ίδιου νόμου (ΟλΑΠ 26/2006). Εξάλλου, με το π.δ. 305/5-8-1983 (ΦΕΚ Α΄ 108/17-8-1983), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 1397/1983, το Θεραπευτήριο Αθηνών "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ" μετατράπηκε σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και υπήχθη στις διατάξεις του ν.δ. 2592/1953, ορίστηκε δε ότι το προσωπικό του μέχρι την κατάρτιση του νέου οργανισμού εξακολουθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο νοσοκομείο με την ίδια εργασιακή σχέση, ενώ με τη 13891/17-9-1990 απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης και Οικονομικών και του Αναπληρωτή Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β΄ 642/11-10-1990), που άρχισε να ισχύει από 18-3-1987, εκδόθηκε ο νέος οργανισμός του νοσοκομείου αυτού, το οποίο μετονομάστηκε σε Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ".
Στο άρθρο 17 παρ. 2 του οργανισμού ορίστηκε ότι το προσωπικό (εκτός του ιατρικού), που υπηρετεί στο νοσοκομείο κατά την έναρξη ισχύος της απόφασης αυτής, εντάσσεται ύστερα από γνώμη του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου, στις θέσεις που συνιστώνται με την απόφαση αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν. 1397/1983 και τις διατάξεις του ν. 1476/1984, όπως συμπληρώθηκαν με το άρθρο 13 του ν. 1540/1985 και την ερμηνευτική διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 27 του ν. 1579/1985.
Στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου του οργανισμού ορίστηκε ότι το προσωπικό, που δεν εντάσσεται σε οργανικές θέσεις αυτού, εξακολουθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο νοσοκομείο με την ίδια εργασιακή σχέση, σε προσωρινές θέσεις, που καταργούνται όταν κενωθούν με οποιοδήποτε τρόπο. Τέλος, με την από 22-12-1988 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας "περί των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία της Χώρας", που καταρτίστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 1198/1972 και ισχύει από 1-7-1988, οι διατάξεις του ν. 1505/1984 για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, όπως τροποποιήθηκαν με τον ν. 1810/1988, επεκτάθηκαν στο σύνολό τους στους -πλην ιατρών-εργαζομένους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του ν.δ. 2592/1953, οι οποίοι είναι μέλη των ανηκόντων στην Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων Δημοσίων Νοσοκομείων (ΠΟΕΔΗΝ) σωματείων και ορίστηκε ότι, τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση, διατηρούνται.
Τέλος, κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του π.δ. 410/1988 οι αποδοχές του επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ν.π.δ.δ., που προσλαμβάνεται για κάλυψη οργανικών θέσεων, καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 1198/1972 όπως ισχύει, δηλαδή με ειδικές συλλογικές συμβάσεις καταρτιζόμενες σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στις διατάξεις του.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την ένδικη αγωγή -όπως το περιεχόμενό της εκτιμάται- ισχυρίστηκαν τα ακόλουθα: Κατά το χρονικό διάστημα από 14-6-1959 έως 1-4-1983, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, προσλήφθηκαν, ως αδειούχοι ηλεκτροτεχνίτες, από το τότε ν.π.ι.δ.
Θεραπευτήριο Αθηνών "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ" και συμφώνησαν να αμείβονται με τις ΣΣΕ και ΔΑ, που διέπουν τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων όλης της Χώρας, οι οποίες και εφαρμόζονταν έκτοτε και το περιεχόμενο των οποίων κατέστη έτσι περιεχόμενο των ατομικών εργασιακών συμβάσεων των αναιρεσειόντων.
Μετά τη μετατροπή του Θεραπευτηρίου σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και την έναρξη ισχύος του νέου οργανισμού του διαδόχου του, εναγόμενου και ήδη αναιρεσιβλήτου, δεν εντάχθηκαν σε οργανικές θέσεις και γιαυτό ίσχυε η συμφωνία τους να αμείβονται με τις ως άνω ΣΣΕ και ΔΑ. Το αναιρεσίβλητο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (1-1-2000 έως 31-12-2000) κατέβαλε στους ενάγοντες αποδοχές με βάση τη ΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει την από 18-7-1996 ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας του κλάδου των ηλεκτροτεχνιτών και τις 34/1999 και 15/2000 σχετικές διαιτητικές αποφάσεις.
Με βάση αυτά ζήτησαν να επιδικαστούν σ' αυτούς οι αντίστοιχες διαφορές αποδοχών του έτους 2000. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη, διότι έκρινε ότι μετά την έκδοση του οργανισμού του αναιρεσιβλήτου και την ένταξη των αναιρεσειόντων σε προσωρινές θέσεις, οι τελευταίοι υπήχθησαν στο μισθολογικό καθεστώς, που διέπεται αποκλειστικά από τις αφορώσες το προσωπικό του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ.
διατάξεις και τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ και συνακόλουθα ότι δεν υπερίσχυαν αυτών οι ευνοϊκότεροι όροι των ατομικών τους συμβάσεων, με τους οποίους είχε συμφωνηθεί ότι οι αναιρεσείοντες θα αμείβονται σύμφωνα με τις ΣΣΕ και ΔΑ, με βάση τις οποίες υπολογίζουν τις αποδοχές τους. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις που προεκτέθηκαν και επομένως είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι σχετικοί δύο πρώτοι λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 8458/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο με άλλη σύνθεση.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 16 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ