Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds regarding prior employment liability judgments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's final judgment. The appellant sought to overturn a decision rejecting claims for damages based on alleged unpaid labor by his mother and brother at his butcher shop. The court held that the prior judgment had already established the legal fact that the business operated for the appellant's account during the relevant period, creating res judicata. Consequently, the new claim was deemed inadmissible as it relied on facts already conclusively determined in the earlier proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(16) C.P.D.; Art. 321, 322, 324 C.P.D.: Res judicata covers the entire legal reasoning and factual basis of a final judgment, preventing re-litigation of established facts even when the current claim differs in specific amounts or duration.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 61 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 61/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Λογοθέτη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Μ. Σ. του Γ., κατοίκου ... και 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "VICTORIA Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Καλαμίτση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις μόνον για την 2η αναιρεσίβλητη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 21 Δεκεμβρίου 1995, 10 Απριλίου 1996, 9 Μαΐου 1996 και 17 Φεβρουαρίου 1997 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4664/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5792/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28 Απριλίου 2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αχιλλέας Νταφούλης, ανάγνωσε την από 4 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 εδ. 16 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο. Περαιτέρω, από τα άρθρα 321, 322 και 324 του ΚΠολΔικ, συνάγεται, ότι το δεδικασμένο καλύπτει - ως ενιαίο σύνολο - ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό με βάση τον οποίο το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση ή όχι της επίδικης έννομης σχέσης.
Συγκεκριμένα, καλύπτει όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που διαγνώστηκε, αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, υπό την έννοια των περιστατικών τα οποία ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης, καθώς και τη νομική αιτία, ήτοι το νομικό χαρακτηρισμό που το δικαστήριο προσέδωσε στα πραγματικά περιστατικά, κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου.
Τα προαναφερόμενα ισχύουν και όταν η έννομη σχέση που έχει τελεσιδίκως διαγνωσθεί αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης μεταγενέστερης επίδικης αξίωσης. Επομένως, το δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο που ζητήθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.
Τούτο συμβαίνει, όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια έννομη σχέση και το ίδιο ζήτημα, το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση, δηλαδή όταν υπάρχει ταυτότητα ιστορικής αιτίας και μάλιστα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε κατά την προηγούμενη δίκη ήταν αναγκαία κατά το νόμο για την κατάφαση ή άρνηση της διαγνωσθείσας έννομης συνέπειας, τα ίδια συγκροτούν ενόλω ή εν μέρει το πραγματικό της νομικής διάταξης που πρέπει να εφαρμοστεί στη νέα δίκη.
Δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση.
Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των παρακάτω αναφερόμενων διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) που προσκομίζονται από τον αναιρεσείοντα, προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά των αναιρεσιβλήτων αυτός άσκησε τέσσερις (4) αγωγές. Σ' αυτές ισχυρίστηκε, ότι στις 5.8.1995 η μοτοσικλέτα ..., μάρκας Honda, που οδηγούσε ο ίδιος στη Λεωφόρο Ειρήνης, με κατεύθυνση από Πεύκη προς ηλεκτρικό σταθμό Αμαρουσίου, συγκρούστηκε με το ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, ασφαλισμένο στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του πρώτου αναιρεσίβλητου, ο οποίος εκινείτο στο αντίθετο ρεύμα της Λεωφόρου Ειρήνης με αντίθετη κατεύθυνση και στη διασταύρωση με την οδό Κουντουριώτου παραβίασε την προτεραιότητά του, χωρίς να αναμείνει όπως έπρεπε να διέλθει από τη διασταύρωση αυτή η μοτοσυκλέτα.
Ζήτησε δε με όλες τις αγωγές, τις θετικές ζημίες που έπαθε, καθώς και τα διαφυγόντα κέρδη που απώλεσε και θα απολέσει στο μέλλον από την ανικανότητά του να εργαστεί σε κρεοπωλείο που διατηρούσε ο πατέρας του στην περιοχή ..., στην οδό ..., εμβαδού 35 τ.μ., του οποίου τη λειτουργία είχε κατά 50% πριν από το ατύχημα και κατά 100% ανέλαβε από την επόμενη ημέρα του θανάτου του πατέρα του στις 6.8.1995.
Ειδικότερα, σε σχέση με τα διαφυγόντα αυτά κέρδη, ο αναιρεσείων ζήτησε: α) Με την από 22.12.1995 (αρ. κατ. 14564/1995) πρώτη αγωγή του να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι, σε ολόκληρο ο καθένας, να του καταβάλουν συνολικά δραχμές 12.180.000, για το χρονικό διάστημα 2 ετών και 5 μηνών από το ατύχημα, κατά το οποίο δεν μπόρεσε να εργαστεί στο κρεοπωλείο - επιχείρηση του πατέρα του (που του ανήκε κατά ποσοστό 50%) και αναγκάστηκε από τα μέσα Αυγούστου 1995 να προσλάβει ως υπάλληλο του κρεοπωλείου τον Κ.
Μ. αντί μηνιαίων αποδοχών 220.000 δραχμών, με αποτέλεσμα να έχει μηνιαία απώλεια εισοδήματος δραχμών περίπου 420.000, χωρίς υπολογισμό της εργασίας της μητέρας και αδελφού του στο κρεοπωλείο αυτό, β) Με την από 10.4.1996 (αρ. κατ. 3881/1996) δεύτερη αγωγή του (που δεν προσκομίστηκε εδώ από τον αναιρεσείοντα), στην οποία περιέχεται όλο το περιεχόμενο της πρώτης, αφενός να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι, σε ολόκληρο ο καθένας, να του καταβάλουν (ως αποζημίωση), για χρονικό διάστημα 8 μηνών από το ατύχημα, κατά το οποίο ο ίδιος ήταν ανίκανος να εργαστεί στο κρεοπωλείο και αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει σ' αυτό ως υπαλλήλους τη μητέρα του (στο ταμείο) και τον αδελφό του (για τις νυκτερινές προμήθειες) δραχμές συνολικά 2.640.000 (δηλαδή το μήνα 180.000 για τη μητέρα + 150.000 για τον αδελφό = 330.000 Χ 8) και αφετέρου να αναγνωριστεί, ότι οι ίδιοι οι αναιρεσίβλητοι του οφείλουν σε ολόκληρο ο καθένας, για την ίδια αμέσως παραπάνω αιτία από την εργασία μητέρας και αδελφού, δραχμές 330.000 κάθε μήνα και για τα δύο επόμενα έτη από την επίδοση της αγωγής.
γ) Με την από 17.2.1997 (αρ. κατ. 1880/1997) αγωγή του, αφού αναφέρθηκε περιληπτικά στις προηγούμενες και ισχυρίστηκε ότι στο κονδύλι της πρώτης ως άνω αγωγής των 12.180.000 δραχμών πρέπει να προστεθούν "διαφυγόντα κέρδη για όλη την υπόλοιπη ζωή του μέχρι να καταστεί συνταξιούχος, ήτοι μέχρι 67 ετών, ήτοι 420.000 δρχ. Χ 40 ακόμη έτη Χ 12 μήνες κάθε έτος = 201.060.000 δραχμές", τα δε αιτούμενα με την δεύτερη ως άνω αγωγή ποσά συμπληρώνονται με την "πρόβλεψη καταβολής από τους αντιδίκους ποσών 180.000 και 150.000 δραχμών το μήνα για τη μητέρα και αδελφό του αντίστοιχα, για 40 έτη μετά την άσκησή της", (ζήτησε) να αναγνωριστεί, ότι οι αναιρεσίβλητοι οφείλουν να του καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, τα επιπρόσθετα ποσά των 201.060.000 δραχμών και των δραχμών 180.000 και 150.000 το μήνα, για εργασία μητέρας και αδελφού αντίστοιχα στο κρεοπωλείο, για 40 έτη μετά την άσκησή της, δεδομένου ότι ο ίδιος καθόλο το διάστημα αυτό, που θα λειτουργούσε το κρεοπωλείο στο όνομά του, δεν θα μπορούσε να εργαστεί σ'αυτό λόγω του σοβαρού τραυματισμού του και της μη αποκατάστασης της υγείας του.
Με την 4664/1998 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών τα παραπάνω κονδύλια των αγωγών αυτών που συνεκδικάστηκαν απορρίφθηκαν ως αόριστα. Κατ' αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την από 5.10.1998 έφεσή του.
Εκδόθηκε η 8014/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Αυτή έκρινε ότι ορθά η πρωτόδικη εκκληθείσα απόφαση απέρριψε ως αόριστο το κονδύλι των 12.180.000 δραχμών της πρώτης αγωγής του. Σε σχέση με τα κονδύλια της δεύτερης αγωγής (αποζημίωση για εργασία μητέρας και αδελφού για 2 χρόνια και 8 μήνες από το ατύχημα) δέχτηκε ότι αυτά ήταν ορισμένα και νόμιμα και άρα έσφαλε η εκκληθείσα.
Καθόσον αφορά την τρίτη πιο πάνω αγωγή, αποφάνθηκε, ότι τα κονδύλια των 180.000 και 150.000 δραχμών το μήνα, που ζητήθηκαν ως αποζημίωση για τις παρασχεθείσες και παρασχεθησόμενες υπηρεσίες της μητέρας και αδελφού του αναιρεσείοντος στο κρεοπωλείο του για το διάστημα των 40 ετών μετά την άσκησή της, είναι επίσης ορισμένα και νόμιμα, όπως τα κονδύλια της δεύτερης αγωγής, ενώ το κονδύλι των 201.060.000 δραχμών ( 420.000 δραχμές το μήνα Χ 40 έτη ακόμη) ήταν αόριστο.
Μετά απ' αυτά δέχτηκε κατά ένα μέρος στην ουσία την έφεση και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της κεφάλαια και διάταξή της που αφορούν, το από 330.000 (180.000 + 150.000) δραχμές το μήνα κονδύλι που αναφέρεται στις από 10.4.1996 (αρ. κατ. 3881/11.4.1996) και από 17.2.1997 (αρ. κατ. 1880/17.2.1997) αγωγές. Στη συνέχεια κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν ως προς τα κονδύλια αυτά, τα οποία και απέρριψε κατ' ουσίαν ως αβάσιμα.
Συγκεκριμένα δέχτηκε τα ακόλουθα: "Την 12.20' ώρα της 5.8.1995 ο πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγώντας το ασφαλισμένο στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του στη διασταύρωση της Λ. Ειρήνης και της οδού Κουντουριώτη στο Μαρούσι, από αποκλειστική υπαιτιότητα, όπως κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση που δεν προσβάλλεται κατά το κεφάλαιο αυτό, προκάλεσε τη σύγκρουση του οχήματος του, με την ...
δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του ενάγοντος, οδηγούμενη από τον ίδιο, με συνεπιβαίνουσα την Κ. Α., και την ανατροπή αυτής (μοτοσικλέτας), με αποτέλεσμα να τραυματιστούν οι ενάγοντες. Σχετικά με το κρινόμενο με την παρούσα απόφαση, ως ορισμένο και νόμιμο τμήμα των 3881/1996 και 1880/1997 "συμπληρωματικών" (δεύτερης και τέταρτης) αγωγών του ενάγοντος (αναιρεσείοντος), το αναφερόμενο στην αποζημίωσή του για τις υπηρεσίες, που εξαιτίας της ανικανότητάς του προς εργασία από τον επίδικο τραυματισμό του αναγκάστηκε να ζητήσει και να του παράσχουν στο εν λόγω κρεοπωλείο η μητέρα του και ο αδελφός του, αποδείχτηκε, ότι αυτός (ενάγων) δεν είχε προφθάσει μέχρι τον επισυμβάντα κατά την επομένη του ενδίκου ατυχήματος θάνατο του πατέρα του, να εισέλθει στην επιχείρηση κρεοπωλείου του, το οποίο βρίσκεται στην περιοχή ..., επί της οδού ..., στεγάζεται σε μικρό χώρο και εμφάνιζε (Οκτώβριο 1997) μικρή εμπορική κίνηση.
Ο ενάγων γεννήθηκε το 1970. Δηλαδή κατά το ατύχημα (5.8.95) ήταν 25 ετών. Από το 1989 φοιτά στα Τ.Ε.Ι. Αθηνών (τμήμα λογιστικής) και κατά τη σύνταξη της πρώτης αγωγής του (21.12.95) "βρισκόταν στο πτυχίο", όπως αναφέρει στην αγωγή του. Στις 20.3.1994 κατετάγη στο ΚΕΕΜ για να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις και κατά το χρόνο του ατυχήματος υπηρετούσε ως έφεδρος δεκανέας εφοδιασμού και μεταφορών, με ειδικότητα οδηγού αυτοκινήτου.
Στις 15.2.1996 έλαβε διετή αναβολή υγείας και απολύθηκε αυθημερόν. Τέλος στις 17.6.1998 κρίθηκε ακατάλληλος "Ι5" (για το Στρατό), ως πάσχων από τραυματικό κάταγμα - εξάρθρημα αριστερού ισχύου με παράλυση ισχιακού, σε φάση αποκατάστασης, όπως προκύπτει από το 39.955/17.8.1998 πιστοποιητικό στρατολογικής κατάστασης - τύπου Α' του στρατολογικού γραφείου Αττικής.
Το ότι ο ενάγων δεν είχε καμία εμπορική συνεργασία με τον πατέρα του σχετικά με το κρεοπωλείο μέχρι τον τραυματισμό του, καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι αυτός δεν προσκομίζει περί τούτου καμία έγγραφη απόδειξη, όπως εκκαθαριστικό σημείωμα της Δ.Ο.Υ. ή αντίγραφο φορολογικής δηλώσεως αυτού (ή του πατέρα του) ή βεβαίωση της Δ.Ο.Υ.
περί υποβολής απ' αυτόν (ενάγοντα) δήλωσής του, περί ενάρξεως της συγκεκριμένης εμπορικής δραστηριότητάς του πριν από το ατύχημα (5.8.95) ή βεβαιώσεις του ΤΕΒΕ περί εγγραφής του ως κρεοπώλου στα μητρώα του τελευταίου πριν από τις 5.8.1995, ούτε άλλωστε προκύπτει τούτο από άλλο πειστικό αποδεικτικό στοιχείο. Αποδείχτηκε, ότι μετά το θάνατο του πατέρα του, στο κρεοπωλείο εργαζόταν κυρίως μόνο η μητέρα αυτού (ενάγοντος) και μερικώς ο αδελφός του Γ.
Κ. λόγω απασχολήσεώς του και σε άλλη εργασία. Επομένως, οι από 10.4.1996 (αρ. κατ. 3881/1996) και 17.2.1999 (αρ. κατ. 1880/1997) αγωγές, ως προς τα κονδύλια τα σχετικά με την επικαλούμενη ζημία του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) των 330.000 (180.000 + 150.000) δραχμών το μήνα για αμοιβές που κατέβαλε και θα καταβάλει αυτός στη μητέρα του και τον αδελφό του, για παρασχεθείσες και παρασχεθησόμενες σ'αυτόν υπηρεσίες τους, λόγω της από τον τραυματισμό του ανικανότητάς του να απασχοληθεί ο ίδιος στο αναφερόμενο στις αγωγές του κρεοπωλείο, πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμες".
Ο αναιρεσείων, εκτός από τις 4 αγωγές, άσκησε κατά των αναιρεσιβλήτων και την από 28.11.1998 (αρ. κατ. 1260/12.1.1999) πέμπτη αγωγή του (από προφανή παραδρομή γράφτηκε ως ημερομηνία σύνταξής της η 28.11.1995). Με αυτή, αφού επικαλέστηκε τα ίδια ως άνω περιστατικά για τον τραυματισμό του από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου, οδηγού ΙΧΕ αυτοκινήτου, ασφαλισμένου στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ζήτησε, ανάμεσα σε άλλα, να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι, σε ολόκληρο ο καθένας, να του καταβάλουν ως αποζημίωση το ποσό των 10.913.846 δραχμών, για το χρονικό διάστημα από 15.8.1995 μέχρι 31.12.2008, κατά το οποίο είναι αναγκασμένος να πληρώσει ως μισθούς στον υπάλληλο Κ.Μ., που προσέλαβε στις 15.8.1995 για να μην κλείσει η επιχείρηση του κρεοπωλείου, τη λειτουργία της οποίας είχε από το 1995 κατά 50% και κατά 100% από την επομένη του θανάτου του πατέρα του στις 6.8.1995.
Ειδικότερα για το κονδύλι αυτό ισχυρίστηκε, ότι κατέβαλε για τρία έτη συνολικά δρχ. 7.200.000 (200.000 μηνιαίως Χ 3 έτη), από Σεπτέμβριο 1998 μέχρι την έγερση της αγωγής δρχ. 960.000 (240.000 μηνιαίως Χ 4 μήνες) και θα χρειαστεί να πληρώσει για μία ακόμη δεκαετία, κατά την οποία είναι βέβαιο ότι ο ίδιος δεν θα μπορεί να εργαστεί και θα χρησιμοποιεί τον υπάλληλο αυτόν ή αντικαταστάτη του ενδεχόμενα, ένα ακόμη συνολικό ποσό 28.800.000 δρχ. (240.000 μηνιαίως Χ 10 έτη).
Με την 1052/2000 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών έγινε κατά ένα μέρος δεκτό ως κατ' ουσίαν βάσιμο το τελευταίο αυτό κονδύλι και επιδικάστηκε συγκεκριμένα αποζημίωση για τρία μόνον έτη κατά τα οποία προσέλαβε τον άνω υπάλληλο Κ.Μ., με μηνιαίο μισθό 200.000 δρχ. τα δύο πρώτα χρόνια και 240.000 δρχ. τον τρίτο χρόνο, δηλαδή συνολικά 7.680.000 δραχμές.
Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την από 20.10.2000 έφεσή του. Με το δεύτερο λόγο της έφεσης αυτής παραπονέθηκε για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από την πρωτόδικη απόφαση, η οποία περιόρισε την αποζημίωσή του αυτή (από μισθούς που πλήρωσε στον υπάλληλο Κ.Μ.) σε τρία μόνο χρόνια. Οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν παραδεκτά με τις από 17.4.2003 προτάσεις τους αντέφεση (άρθρ. 523 παρ. 1, 674 παρ. 1 ΚΠολΔικ), με την οποία έπληξαν τα ίδια και συναφή κεφάλαια με εκείνα της έφεσης και ζήτησαν να απορριφθεί η έφεση, να γίνει δεκτή η αντέφεσή τους, να εξαφανιστεί η εκκληθείσα απόφαση ως προς το κεφάλαιο που εξετάζεται εδώ και στη συνέχεια να απορριφθεί η αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου που προέκυπτε από την αμετάκλητη 8014/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (αίτηση αναίρεσής της απορρίφθηκε με την 1047/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου) και είχε προβληθεί παραδεκτά με σχετική ένσταση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά απορρίφθηκε εσφαλμένα.
Συνεκδικάστηκαν έφεση και αντέφεση και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη και απέρριψε ως απαράδεκτη την πέμπτη αυτή αγωγή, κατά το άνω κονδύλι των δραχμών 10.913.846, για αποζημίωση από μισθούς, που φέρεται να πλήρωσε (ή θα πληρώσει) ο αναιρεσείων στον υπάλληλο Κ.Μ., τον οποίο φέρεται να προσέλαβε για να εργαστεί στο κρεοπωλείο του από 15.8.1995 μέχρι 31.12.2008, κατά το οποίο αυτός δεν μπορούσε να εργαστεί σ'αυτό και χρειαζόταν τον άνω υπάλληλο ή αντικαταστάτη του, ώστε να λειτουργήσει κανονικά για λογαριασμό του η επιχείρηση αυτή του κρεοπωλείου.
Ειδικότερα το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "Από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες 4664/1998 και 8014/1999 αποφάσεις του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών και Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα, που εκδόθηκαν σε τέσσερις προηγούμενες αγωγές (μίας κύριας και τριών συμπληρωματικών) του ίδιου ενάγοντος (αναιρεσείοντος) κατά των αυτών εναγομένων (αναιρεσιβλήτων) κρίθηκαν τα εξής:
Στις 5.8.1995 και ώρα 12.20' στη Λ.Ειρήνης περιοχής Αμαρουσίου Αττικής, συγκρούστηκαν η ... δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ενάγων και το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγόμενη. Η σύγκρουση, που είχε ως συνέπεια τον τραυματισμό του ενάγοντος, οφειλόταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου.
Ο ενάγων υπέστη κατά το ατύχημα α) κάταγμα - εξάρθρωμα αρ. ισχύου, β) διάστρεμμα αριστερού γόνατος και γ) πάρεση ισχυακού V. Αρ. Ο ενάγων πριν από τον τραυματισμό του, δεν εργαζόταν στο κρεοπωλείο που διατηρούσε ο πατέρας του, ούτε και είχε καμιά εμπορική συνεργασία με αυτόν, σχετικά με το κρεοπωλείο, μέχρι τον ένδικο τραυματισμό του, αλλά και μετά το θάνατο του πατέρα του, που συνέβη την επομένη του ατυχήματος, και πάλι δεν ανέλαβε αυτός την επιχείρηση του κρεοπωλείου, στο οποίο εργαζόταν κυρίως μόνο η μητέρα του και μερικώς ο αδελφός του.
Από την τελεσίδικη 8014/1999 απόφαση (που επιδόθηκε) μεταξύ των αιτούντων διαδίκων, οι οποίοι είχαν παραστεί με την ίδια ιδιότητα, όπως και στην προκείμενη δίκη, προκύπτει δεδικασμένο για τα παραπάνω κριθέντα ουσιαστικά ζητήματα, αναγκαία προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης, που εμποδίζει την εκ νέου έρευνα αυτών.
Επομένως, η ένδικη αγωγή του ενάγοντος κατά των ίδιων εναγομένων, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη, με την οποία αυτός ζητεί, πλην άλλων, αποζημίωση για αποκατάσταση αποθετικής ζημίας που υπέστη και θα υποστεί στο μέλλον εξαιτίας του κατά το ατύχημα τραυματισμού του και της εξ αυτού αδυναμίας του προς λειτουργία του κρεοπωλείου του, για το χρονικό διάστημα από τον τραυματισμό του και μέχρι να καταστεί 67 ετών οπότε θα συνταξιοδοτείτο (ήτοι επί 42 χρόνια), πρέπει να απορριφθεί κατά το εν λόγω αίτημά του ως απαράδεκτη, λόγω του δεδικασμένου εκ της 8014/1999 τελεσίδικης απόφασης, όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι) με την αντέφεσή τους, αφού με την απόφαση αυτή κρίθηκε, ότι ο ενάγων ουδέποτε ασχολήθηκε με το επάγγελμα του κρεοπώλη και ούτε ανέλαβε ο ίδιος την επιχείρηση του κρεοπωλείου του πατέρα του, μετά το θάνατο του τελευταίου, γεγονός που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση των εν λόγω αξιώσεων αυτού.
Μετά απ'αυτά καθίσταται αλυσιτελής η έρευνα του λόγου της έφεσης, με τον οποίο ο ενάγων - εκκαλών παραπονείται για την απόρριψη του κονδυλίου περί διαφυγόντων κερδών και την εν μέρει παραδοχή του κονδυλίου για τους μισθούς που κατέβαλε και θα καταβάλλει σε υπάλληλο του κρεοπωλείου. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την περί δεδικασμένου ένσταση των εναγομένων και ερεύνησε κατ' ουσίαν τα προαναφερθέντα κονδύλια της αγωγής έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων κατά το βάσιμο λόγο της αντέφεσης".
Κρίνοντας έτσι, με το να δεχτεί την ύπαρξη δεδικασμένου το Εφετείο, δεν έσφαλε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 321 επ. ΚΠολΔικ. Πράγματι η 8014/1999 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών απέρριψε κατ' ουσίαν ως αβάσιμες τις αξιώσεις του αναιρεσείοντος, που στηριζόταν στον κριθέντα ως αναληθή ισχυρισμό του, ότι τάχα λειτούργησε ο ίδιος το κρεοπωλείο από τον τραυματισμό του και εφεξής (και ακόμη θα το λειτουργούσε επίσης στο μέλλον μέχρι 21.2.2037) και είχαν ως αίτημα (καταψηφιστικό ή αναγνωριστικό) την πληρωμή αποζημίωσης για το χρονικό διάστημα από 5.8.1995 έως την 21.2.2037, κατά το οποίο χρησιμοποίησε δήθεν για δικό του λογαριασμό στο κρεοπωλείο, ως υπαλλήλους του, τη μητέρα του και τον αδελφό του, έναντι αμοιβής τους.
Συγκεκριμένα η πιο πάνω απόφαση απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες τις συνεκδικασθείσες: α) από 10.4.1996 (αρ. κατ. 3881/1996) αγωγή, κατά το αίτημά της εκείνο με το οποίο ζητήθηκε, αφενός η καταβολή αποζημίωσης για διάστημα 8 μηνών από το ατύχημα και έπειτα, γιατί αναγκάστηκε ο αναιρεσείων (ενάγων) να χρησιμοποιήσει ως υπαλλήλους τη μητέρα του (στο ταμείο) και τον αδελφό του (για τις νυκτερινές προμήθειες), ανερχόμενης συνολικά στο ποσό των δραχμών 2.640.000, και αφετέρου η αναγνώριση οφειλής δραχμών 330.000 κάθε μήνα και για δύο επόμενα έτη από την επίδοση της αγωγής στις 25.4.1996, για την ίδια αιτία από την εργασία μητέρας και αδελφού στο κρεοπωλείο που λειτουργούσε για δικό του λογαριασμό ο ίδιος ο αναιρεσείων και β) την από 17.2.1997 (αρ.
κατ. 1880/1997) αγωγή που επιδόθηκε στις 21.2.1997, με την οποία ζητήθηκε να αναγνωριστεί, ότι οι αναιρεσίβλητοι οφείλουν να καταβάλουν στον αναιρεσείοντα δραχμές 180.000 και 150.000 το μήνα, για δήθεν εργασία μητέρας και αδελφού αντίστοιχα στο κρεοπωλείο, για 40 έτη μετά την άσκησή της, δηλαδή από 21.2.1997 έως 21.2.2037, διάστημα κατά το οποίο λειτούργησε εδώ (και θα λειτουργούσε στο μέλλον) το κρεοπωλείο ο ίδιος για δικό του λογαριασμό.
Στη νέα δίκη με την ως άνω πέμπτη αγωγή το νέο αίτημα, για αποζημίωση δραχμών 10.913.846 στον αναιρεσείοντα, για χρονικό διάστημα από 15.8.1995 μέχρι 31.12.2008, κατά το οποίο φέρεται ότι λειτούργησε (και θα λειτουργούσε στο μέλλον) το κρεοπωλείο για δικό του λογαριασμό και αναγκάστηκε να προσλάβει ως υπάλληλό του τον Κ.Μ., αντί των άνω μηνιαίων μισθών, είναι βέβαια διαφορετικό από εκείνο που ζητήθηκε στις δίκες που προηγήθηκαν με τις από 10.4.1996 και 17.2.1997 ως άνω απορριφθείσες κατ' ουσίαν αγωγές, όμως η ευδοκίμησή του έχει ως αναγκαία προϋπόθεση το γεγονός ότι στο κρίσιμο αυτό χρονικό διάστημα (15.8.1995 μέχρι 31.12.2008) ο αναιρεσείων λειτουργούσε πράγματι το κρεοπωλείο για δικό του λογαριασμό, πράγμα όμως που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη με την 8014/1999 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Με τα δεδομένα αυτά προέκυπτε το δεδικασμένο για τη νέα δίκη και σωστά η προσβαλλομένη το δέχτηκε και απέρριψε την τελευταία (πέμπτη) από 28.1.1998 (αρ. κατ. 1260/12.1.1999) αγωγή ως απαράδεκτη, κατά το άνω αίτημά της για αποζημίωση δραχμών 10.913.846 στον αναιρεσείοντα, για το διάστημα από 15.8.1995 μέχρι 31.12.2008, στο οποίο φέρεται ότι λειτούργησε (και θα λειτουργούσε στο μέλλον) το κρεοπωλείο για δικό του λογαριασμό και ότι προσέλαβε τον υπάλληλο Κ.Μ..
Συνακόλουθα το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, ο δε αντίθετος μοναδικός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-4-2004 αίτηση του Ν. Κ., για αναίρεση της 5792/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2005.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 10 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ