Legislator Case Law & Legislation
619/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to lack of substantive examination of contract validity grounds.

Case Number 619/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's rejection of the claim as legally unfounded. The appellants argued that the lower court failed to examine whether the appellants met permanent needs or if the contracts were coherent, citing Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court ruled that since the lower court rejected the claim without conducting a substantive inquiry into these specific issues, the appeal's argument regarding the lack of reasoning was invalid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576, 94, 96 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument based on the lack of reasoning in a decision rejecting a claim as legally unfounded is inadmissible when the lower court did not examine the substance of the case.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal lack of substantive examination legal reasoning deficiency contract validity grounds Code of Civil Procedure permanent needs requirement contract coherence

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 94 of the Code of Civil Procedure
Article 96 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 619 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 619/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο κατάστημά του, στις 06 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των καλούντων - αναιρεσειόντων: 1) … και 25) Τ. Α. του Κ., κατοίκων απάντων Αθηνών, εκ των οποίων οι 1ος, 6ος, 7η, 10ος, 17ος, 19ος και 20ος καλούντες δεν παραστάθηκαν, οι δε λοιποί παραστάθηκαν δια δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Παναγιώτη Καμπίτη, ο οποίος και κατέθεσε προτάσεις Του καθ' ου κλήση - αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (ΝΠΙΔ) με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων" (ΕΛ.Γ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος παραστάθηκε δια δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ των πληρεξουσίων του δικηγόρου Αναστασίας Κουτσαύτη και Δροσιάς Μπάκου, οι οποίες και κατάεθεσαν προστάσεις

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 03.11.2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων - καλούντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι 2857/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2446/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27.02.2018 αίτησή τους και τους από 03.11.2022 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, η οποία επαναφέρεται προς συζήτηση με την, από 07.06.2022, κλήση των 25 καλούντων (εκ των αρχικώς 29 αναιρεσειόντων), μετά από ματαίωση της συζητήσεώς της κατά τη δικάσιμο της 15.03.2022, και η οποία εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 318/2022, 1269/2017).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και ειδικά, για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή, επίσης κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (ΑΠ 152/2023, 318/2022, 220/2021).

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και εκείνης του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 9/2003).

Στην περίπτωση αυτή, αν δεν προκύπτει κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 318/2022, 1374/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 318/2022, ΑΠ 1711/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, η συζήτηση της, από 27.02.2018 και με αριθμό κατάθεσης 2147/175/2018, ένδικης αίτησης για αναίρεση της 2446/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί έφεσης κατά της 2857/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έλαβε χώρα με επίσπευση είκοσι πέντε (25) εκ των είκοσι εννέα (29) αναιρεσειόντων και συγκεκριμένα των 2ου, 3ου, 4ου, 5ης, 6ης, 7ου, 8ης, 9ου, 10ης, 11ου, 12ου 13ου, 14ου, 15ου, 16ου, 17ης, 18ου, 19ου, 20ου, 21ου, 22ου, 24ου, 27ου, 28ης και 29ου των αναιρεσειόντων, συνδεομένων με σχέση απλής ομοδικίας, δηλαδή των … και Τ.

Α., με την, από 07.06.2022 (και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 117/08.06.2022), κλήση τους (1 έως 25 καλούντων αντιστοίχως) ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (μετά από ματαίωση της συζητήσεώς της κατά τη δικάσιμο της 15.03.2022), με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος για τη συζήτησή της (αίτησης αναίρεσης) η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ανωτέρω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νομίμως από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, οι 2ος, 7ος, 8η, 11ος, 18ος, 20ος και 21ος των αναιρεσειόντων (1ος, 6ος, 7η, 10ος, 17ος, 19ος και 20ος των καλούντων, αντιστοίχως), δηλαδή οι … και Π. Γ., δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε γι' αυτούς η από το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ σχετική δήλωση, ενώ παρέστησαν οι λοιποί αναιρεσείοντες-καλούντες, δηλαδή οι 3ος, 4ος, 5η, 6η, 9ος, 10η, 12ος, 13ος, 14ος, 15ος, 16ος, 17η, 19ος, 22ος, 24ος, 27ος, 28η και 29ος των αναιρεσειόντων, ήτοι οι … και Τ.

Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν νομίμως από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Καμπίτη. Όσον αφορά τους παραπάνω απολιπόμενους αναιρεσείοντες, από τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν αποδεικνύεται ότι ο δικηγόρος Αθηνών Παναγιώτης Καμπίτης, που κατέθεσε την ανωτέρω από 07.06.2022 κλήση, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και για τους παραπάνω απολιπόμενους 2ο, 7ο, 8η, 11ο, 18ο, 20ο και 21ο των αναιρεσειόντων (1ο, 6ο, 7η, 10ο, 17η, 19ο και 20ο των καλούντων), αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται η από αυτούς παροχή σχετικής πληρεξουσιότητας προς τον εν λόγω δικηγόρο, με την προσκόμιση συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου ή εγγράφων εξουσιοδοτήσεων των εν λόγω διαδίκων προς αυτόν, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των εντολέων από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών, ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή και, επομένως, ακύρως αυτοί επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου (ή έστω των παρισταμένων αναιρεσειόντων) κλήτευση των παραπάνω αναιρεσειόντων, προκειμένου αυτοί να παραστούν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα με την ανωτέρω κλήση δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Επομένως, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, και δεδομένου ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, που επισκοπούνται παραδεκτά (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι αναιρεσείοντες συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και ως προς τους παραπάνω μη εγκύρως επισπεύδοντες τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απολιπόμενους αναιρεσείοντες να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση αυτής, ενώ ως προς τους προσηκόντως παρισταμένους λοιπούς αναιρεσείοντες να προχωρήσει νομίμως η συζήτησή της.

Επίσης, εφόσον η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύχθηκε απαράδεκτη ως προς τους ανωτέρω απολιπόμενους αναιρεσείοντες (2ο, 7ο, 8η, 11ο, 18ο, 20ο και 21ο), πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και η συζήτηση των, από 03.11.2022 και με αριθ. κατάθεσης 140/2022, προσθέτων λόγων αυτής ως προς τους παραπάνω αναιρεσείοντες (1ο, 6ο, 7η, 10ο, 17ο, 19ο και 20ο ασκούντες τους πρόσθετους λόγους αντιστοίχως), ενόψει του ότι αυτοί (πρόσθετοι λόγοι), ως μη έχοντες αυτοτέλεια, συζητούνται υποχρεωτικά μαζί με την αναίρεση (ΑΠ 450/2017).

Ως προς τους παριστάμενους αναιρεσείοντες, ως προς τους οποίους και μόνο χωρεί νομίμως η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά τα ανωτέρω, λεκτέα τα εξής:

Με την, από 27.02.2018 και με αριθμό κατάθεσης 2147/175/28.02.2018, αίτηση αναίρεσης, και τους, από 03.11.2022 και με αριθ. κατάθεσης 140/04.11.2022, δι' ιδίου δικογράφου ασκηθέντες, πρόσθετους λόγους αναίρεσης προσβάλλεται, η, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, 2446/22.05.2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε την, από 07.10.2014 και με αριθμό κατάθεσης 6831/2014, έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της 2857/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχτεί ως ουσιαστικά βάσιμη την, από 03.11.2003 και με αριθμό κατάθεσης 161019/4104/2003, αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου εναγομένου νομικού προσώπου, εξαφάνισε την ανωτέρω εκκαλούμενη απόφαση και, αφού κράτησε προς εκδίκαση την αγωγή, την απέρριψε ως μη νόμιμη.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού δεν γίνεται επίκληση επίδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ούτε προσκομίζεται απόδειξη περί τούτου (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επίσης οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης των ανωτέρω παρισταμένων αναιρεσειόντων (2ου, 3ου, 4ης, 5ης, 8ου, 9ης, 11ου, 12ου, 13ου, 14ου, 15ου, 16ης, 18ου, 21ου, 22ου, 23ου, 24ης και 25ου των ασκούντων τους πρόσθετους λόγους αυτούς, αντιστοίχως), ασκήθηκαν παραδεκτά με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 04.11.2022 και επίδοση αυτού αυθημερόν στο αναρεσίβλητο, όπως προκύπτει από τη με αριθμό 9653Β'/04.11.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Κ.

Μ., ήτοι περισσότερες από τριάντα ημέρες πριν την, κατ' άρθρο 281 ΚΠολΔ, συζήτηση της αναίρεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 06ης.12.2022 (άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το ν. 4842/2021 και ισχύει και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 116 παρ. 2β του νόμου αυτού, όπως η παρ. 2β διαμορφώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 του ν. 4912/2022 ΦΕΚ Α' 59/17.03.2022).

Είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, οι διαλαμβανόμενοι σε αμφότερα τα δικόγραφα λόγοι αναίρεσης να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν -καθόσον αφορά το μέχρι τις 17.04.2001 χρονικό διάστημα και όχι το μεταγενέστερο, κατά το οποίο άρχισαν να ισχύουν οι προστεθείσες, κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και ισχύουν από 18 Απριλίου 2001, παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος διατάξεις- με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920, η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξαρτήτως αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και η οποία, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του α.ν. 547/1937, ορίζει ότι "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον...

Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των, περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως, διατάξεων του παρόντος νόμου".

Η διάταξη αυτή, ενώ κατά τη γραμματική της διατύπωση αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την καταγγελία ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης με αριθμό 1999/70 Οδηγίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που στην πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας' και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, όπως αυτή οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ 2 του Συντάγματος, τα οποία αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν από την αποδεικτική διαδικασία χαρακτηρίζουν την έννομη σχέση, ανεξάρτητα από τον δοθέντα από τους δικαιοπρακτούντες ή από το νόμο, χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 13/2017, 7 και 8 /2011), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ΟλΑΠ 13/2017, 18/2006, ΑΠ 732/2023, 237/2022, 727/2020, 788/2017).

Για την εφαρμογή όμως της διάταξης του άρθρου 8 του ν. 2112/1920 σε κάθε περίπτωση, προσαπαιτείται οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις να διακρίνονται από συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ τους, δηλαδή, να μην μεσολαβούν πολύμηνα συνήθως χρονικά διαστήματα μεταξύ του χρόνου λήξης της μιας και του χρόνου έναρξης της ισχύος της αμέσως επόμενης (ΑΠ 732/2023, 237/2022, 9/2022, 788/2017, 1425/2015).

Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εκ των οποίων η πρώτη καταρτίσθηκε με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, πριν από την έναρξη ισχύος: α) της ως άνω 1999/70 Οδηγίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (που δημοσιεύθηκε στις 10.07.1999 στην επίσημη εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και η ισχύς της άρχισε, σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτής, στις 10.07.2001 με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση), β) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και ισχύουν από 18 Απριλίου 2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου κ.λπ.

και γ) των άρθρων 5 και 11 του π.δ/τος 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των, κατά την έναρξη της ισχύος του, ενεργών συμβάσεων εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου (ή που ήσαν ενεργείς μέχρι τρεις μήνες πριν την έναρξη ισχύος του), και οι οποίες (συμβάσεις) συνεχίσθηκαν και είναι ενεργείς κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος των διατάξεων αυτών και εφεξής, καλύπτουν δε κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα απασχόλησης, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις.

Και τούτο διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη από τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψης τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο (χαρακτήρα) διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΑΠ 732/2023, 727/2020, 870/2018, 1005/2017).

Εξάλλου, η παραπάνω Οδηγία 1999/70/ΕΚ ως εκ της μορφής των διατάξεών της, οι οποίες δεν είναι σαφείς και ορισμένες, δεν παρέχει δυνατότητα αμέσου επικλήσεως των διατάξεων αυτών, ούτε επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου και δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 8 του ν. 2112/1920, κατ' επιταγή αυτής (ΑΠ 1532/2021, 453/2019, 1667/2018, 1191/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΑΠ 58/2015). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 732/2023, 517/2021, 556/2020, 869/2018, 130/2016, 1420/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση με την ένδικη, από 03.11.2003 και με αριθμό κατάθεσης 161019/4104/2003, αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες (και μόνον οι ήδη παριστάμενοι αναιρεσείοντες, στους οποίους και μόνον αφορά η παρούσα δίκη κατά τα ανωτέρω) ισχυρίστηκαν ότι απασχολήθηκαν ως γεωπόνοι στο εναγόμενο ν.π.ι.δ.

με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων" (ΕΛ.Γ.Α.) (ήδη αναιρεσίβλητο), με διαδοχικές έγγραφες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, τις οποίες το τελευταίο χαρακτήριζε ως ορισμένου χρόνου "εποχιακές", με αντικείμενο εργασίας τη διενέργεια εκτιμήσεων των ζημιών των γεωργικών εκτάσεων, τον καθορισμό και την καταβολή των προσηκουσών αποζημιώσεων στους πληγέντες αγρότες, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα για τον καθένα τους χρονικά διαστήματα με έναρξη της πρώτης των διαδοχικών αυτών συμβάσεων μεταξύ των ετών 1995 έως 1999 και ότι οι ανωτέρω συμβάσεις στην πραγματικότητα αποτελούσαν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον κάθε ενάγοντα, αφού, από την έναρξη της εργασιακής του σχέσης σε εκτέλεση των συμβάσεων αυτών, ο καθένας τους εργαζόταν καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ο χαρακτηρισμός δε αυτών ως ορισμένου χρόνου δεν δικαιολογείται από λόγους αντικειμενικούς και συγκεκριμένα από την εποχικότητα του έργου του εναγόμενου, ούτε από τη φύση των υπηρεσιών, που αυτοί παρείχαν, ούτε από τη φύση και το είδος των καλυπτόμενων από την εργασία τους αναγκών του εναγόμενου, ούτε υπαγορεύεται από άλλο ειδικό λόγο αναγόμενο στις συνθήκες των υπηρεσιών του, αλλά έγινε προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας.

Με βάση το ιστορικό αυτό, επικαλούμενοι το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και, σε κάθε περίπτωση, την εφαρμοζόμενη, όπως ισχυρίζονται, απευθείας Οδηγία 1999/70/ΕΚ, η οποία περιέχει σαφείς και ορισμένους κανόνες και ισχύει άμεσα στην Ελλάδα από τις 10.07.2002, οπότε έληξε άπρακτη η επιφύλαξη για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας σ' αυτή, αφού και το π.δ/μα 164/2004 που επακολούθησε, με έναρξη της ισχύος του από 19.07.2004, δεν είναι αποτελεσματικό για τη διασφάλιση του σκοπού της Οδηγίας, ζήτησαν να αναγνωρισθεί:

α) ότι ο καθένας τους συνδέεται με το εναγόμενο με μία έγκυρη ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που έχει καταρτιστεί κατά τους προαναφερόμενους χρόνους κατάρτισης της πρώτης για τον καθένα τους σύμβασης και β) ότι η επικαλούμενη από το εναγόμενο λήξη της τελευταίας για τον καθένα τους σύμβασης συνιστά άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους, αφού έλαβε χώρα χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις και ότι συνεπώς, το εναγόμενο υποχρεούται, με την απειλή χρηματικής ποινής ως μέσον εμμέσου εκτελέσεως, να αποδέχεται τις υπηρεσίες του κάθε ενάγοντος και μετά την επικαλούμενη λήξη της τελευταίας για τον καθένα τους σύμβασης.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2857/2014 απόφασή του ανωτέρω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία την έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη (αναφορικά με τους ήδη παριστάμενους αναιρεσείοντες - ενάγοντες, οι οποίο και μόνον ενδιαφέρουν εν προκειμένω) και αναγνώρισε ότι οι εν λόγω ενάγοντες συνδέονται με το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι η εργασιακή τους σχέση εξακολούθησε να ισχύει και μετά την τυπική λήξη της τελευταίας σύμβασης κάθε ενάγοντος και υποχρέωσε το εναγόμενο, με την απειλή χρηματικής ποινής ως μέσο εμμέσου εκτελέσεως, να αποδέχεται τις υπηρεσίες κάθε ενάγοντος και μετά τη λήξη της τελευταίας για τον κάθε ενάγοντα σύμβασης και,ι εν συνεχεία, μετά την άσκηση της, από 07.10.2014 και με αριθμό κατάθεσης 6831/2014, έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (2446/2017) με την οποίαν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξαφάνισε την ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κράτησε και ερεύνησε την υπόθεση και απέρριψε στο σύνολό της ως νομικά αβάσιμη την αγωγή αναφορικά με τους ήδη παριστάμενους αναιρεσείοντες - ενάγοντες.

Ειδικότερα το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς τους παριστάμενους αναιρεσείοντες - ενάγοντες, ότι η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη, με το ακόλουθο σκεπτικό: "... οι ίδιοι οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες (και ήδη οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες στους οποίους αφορά η παρούσα δίκη) εκθέτουν στην αγωγή τους ότι μεταξύ των συμβάσεων εργασίας που καταρτίστηκαν από τον καθένα τους με το εναγόμενο ΝΠΙΔ, που ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, έως τις 18.04.2001 (ημέρα έναρξης ισχύος του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος) μεσολαβούσαν μεγάλα χρονικά διαστήματα και δεν υφίστατο η κατά νόμο συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ αυτών και έτσι δεν μπορούσαν οι επίμαχες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας να έχουν προσλάβει έως τότε ενιαία, κατά το χρόνο που εκτεινόταν η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, τον χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.

Συγκεκριμένα, οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες (ήδη αντίστοιχοι παριστάμενοι αναιρεσείοντες) εξέθεταν στην αγωγή τους ότι είχαν εργαστεί με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο εκκαλούν-εναγόμενο ΝΠΙΔ έως τις 18.04.2001, τα κάτωθι χρονικά διαστήματα: ... 3) Ο τρίτος [Β. (εκ παραδρομής αναφέρεται ως Β.) Δ.] από 07.07.1999 έως 05.08.1999, από 06.08.1999 έως 19.10.1999, από 10.10.1999 έως 06.03.2000, από 19.07.2000 έως 13.09.2000, από 08.01.2001 έως 01.05.2001, ήτοι μέχρι τον κρίσιμο χρόνο της 18.04.2001 για 11 μήνες περίπου σε χρονικό διάστημα 3 ετών και με διακοπή μεταξύ τρίτης και τέταρτης σύμβασης 4 μηνών και 10 ημερών. 4) Ο τέταρτος (Β.

Α.) από 25.11.1999 έως 21.04.2000, ήτοι με μία μόνο σύμβαση εργασίας διαρκείας μόνο για 5 μήνες περίπου σε χρονικό διάστημα 1 έτους και 5 μηνών. 5) Η πέμπτη (Β. Λ.) από 11.10.1995 έως 22.12.1995, από 16.12.1996 έως 15.01.1997, από 20.01.1997 έως 18.04.1997, από 18.05.1998 έως 17.01.1999, από 05.07.1999 έως 09.07.1999, ήτοι για 14,5 μήνες περίπου σε χρονικό διάστημα 5,5 ετών και με διακοπή μεταξύ πρώτης και δεύτερης σύμβασης ενός έτους και μεταξύ τρίτης και τέταρτης σύμβασης ενός έτους και ενός μηνός και μεταξύ τέταρτης και πέμπτης σύμβασης 6 μηνών. 6) Η έκτη (Γ.

Α.) από 05.05.1997 έως 30/09/1997, από 06.11.1997 έως 14.01.1998, από 18.05.1998 έως 10.09.1998, από 01.12.1998 έως 18.02.1999, από 03.06.1999 έως 23.07.1999, από 22.11.1999 έως 21.02.2000, από 14.09.2000 έως 27.11.2000, από 12.12.2000 έως 14.02.2001, ήτοι για 21 μήνες περίπου σε χρονικό διάστημα 4 ετών και με διακοπή μεταξύ της δεύτερης και τρίτης σύμβασης 4 μηνών, μεταξύ πέμπτης και έκτης 4 μηνών και μεταξύ έκτης και έβδομης σύμβασης 7 μηνών. 9) Ο ένατος (Κ.

Α.) από 02.06.1997 έως 12.09.1997, από 17.11.1997 έως 06.02.1998, από 06.04.1998 έως 25.05.1998, από 27.05.1998 έως 24.09.1998, από 02.11.1998 έως 18.02.1999, από 21.06.1999 έως 05.07.1999, από 29.11.1999 έως 21.04.2000, από 26.06.2000 έως 22.09.2000, ήτοι για 21 μήνες περίπου σε χρονικό διάστημα 4 ετών και με διακοπή μεταξύ της πέμπτης και της έκτης σύμβασης 4 μηνών και μεταξύ της έκτης και της εβδόμης 4 μηνών και 24 ημερών. 10) Η δέκατη (Κ.

Σ.) από 25.11.1997 έως 23.12.1997, από 17.01.1998 έως 04.03.1998, από 22.06.1998 έως 25.09.1998, από 01.12.1998 έως 09.02.1999, από 31.08.1999 έως 30.04.2000, από 07.08.2000 έως 26.09.2000, από 14.02.2001 έως 06.04.2001, ήτοι για 19 μήνες σε χρονικό διάστημα 3 ετών και 5 μηνών και με διακοπή μεταξύ τρίτης και τέταρτης σύμβασης πλέον των 7 μηνών και μεταξύ έκτης και έβδομης σύμβασης 4,5 μηνών. 12) Ο δωδέκατος (Κ.

Θ.) από 05.07.1999 έως 04.03.2000, από 31.07.2000 έως 08.11.2000, από 01.02.2001 έως 19.03.2001, ήτοι έως τον κρίσιμο χρόνο της 18.04.2001 για 12,5 μήνες περίπου σε χρονικό διάστημα 22 μηνών και με διακοπή μεταξύ της πρώτης και δεύτερης σύμβασης 4 μηνών και μεταξύ δεύτερης και τρίτης σύμβασης 3 μηνών. 13) Ο δέκατος τρίτος (Κ. Κ.) από 25.05.1998 έως 24.01.1999, από 31.07.2000 έως 04.10.2000, ήτοι για 10 μήνες περίπου σε χρονικό διάστημα 2 ετών και 10 μηνών και με διακοπή ενός έτους και 7 μηνών μεταξύ πρώτης και δεύτερης σύμβασης. 14) Ο δέκατος τέταρτος (Κ.

Α.) από 27.08.1999 έως 26.04.2000, από 01.08.2000 έως 11.11.2000, από 15.01.2001 έως 15.06.2001, ήτοι μέχρι τον κρίσιμο χρόνο 18.04.2001, για 14 μήνες περίπου σε χρονικό διάστημα 21,5 μηνών και με διακοπή μεταξύ της πρώτης και δεύτερης σύμβασης πλέον των 3 μηνών και μεταξύ δεύτερης και τρίτης σύμβασης πλέον των 2 μηνών. 15) Ο δέκατος πέμπτος (Κ. Κ.) από 16.12.1996 έως 15.01.1997, από 20.01.1997 έως 18.04.1997, από 02.06.1997 έως 12.09.1997, από 17.11.1997 έως 05.12.1997, από 06.04.1998 έως 30.09.1998, από 01.12.1998 έως 09.03.1999, από 20.04.1999 έως 10.05.1999, από 09.12.1999 έως 08.08.2000, από 16.08.2000 έως 19.02.2001, ήτοι για 30 μήνες σε χρονικό διάστημα 4 ετών και 4 μηνών και με διακοπή μεταξύ της τέταρτης και πέμπτης σύμβασης 4 μηνών και μεταξύ της έβδομης και της όγδοης σύμβασης 7 μηνών. 16) Ο δέκατος έκτος (Μ.

Α.) από 19.07.1999 έως 18.03.2000, από 17.04.2000 έως 16.04.2001, ήτοι με δύο μόνο συμβάσεις για χρονικό διάστημα 20 μηνών σε χρονικό διάστημα 2 ετών με διακοπή μεταξύ τους ενός μηνός. 17) Η δέκατη έβδομη (Μπούρου Γερασιμούλα) από 21.12.1998 έως 08.03.1999, από 01.06.1999 έως 30.09.1999, από 24.11.1999 έως 20.06.2000, ήτοι για 13,5 μήνες σε χρονικό διάστημα 3 ετών και με διακοπή μεταξύ της πρώτης και δεύτερης 3 μηνών και μεταξύ δεύτερης και τρίτης 2 μηνών. 19) Ο δέκατος ένατος (Ν.

Σ.) από 20.03.1997 έως 24.04.1997, από 05.05.19997 έως 30.09.1997, από 02.02.1998 έως 02.04.1998, από 18.05.1998 έως 14.08.1998, από 01.12.1998 έως 02.04.1999, από 03.05.1999 έως 05.06.1999, από 06.12.1999 έως 10.03.2000, από 18.04.2000 έως 14.09.2000, ήτοι για 23,5 μήνες σε χρονικό διάστημα 4 ετών και με διακοπή μεταξύ δεύτερης και τρίτης σύμβασης πλέον των 4 μηνών, μεταξύ τέταρτης και πέμπτης πλέον των 3 μηνών και μεταξύ έκτης και έβδομης σύμβασης πλέον των 6 μηνών. 22) Ο εικοστός δεύτερος (Π.

Σ.) από 25.05.1998 έως 25.09.1998, από 09.11.1998 έως 30.01.1998, από 16.08.2000 έως 24.09.2000, από 13.12.2000 έως 23.02.2001, ήτοι για 10 μήνες περίπου σε χρονικό διάστημα 3 ετών και με διακοπή μεταξύ της δεύτερης και τρίτης σύμβασης 6,5 μηνών. 24) Ο εικοστός τέταρτος (Ρ. Ν.) από 12.07.1999 έως 11.03.2000, ήτοι με μία μόνο σύμβαση για 8 μήνες περίπου σε χρονικό διάστημα 22 μηνών. 27) Ο εικοστός έβδομος (Σ.

Κ.) από 27.09.1999 έως 26.05.2000, από 09.08.2000 έως 08.11.2000, από 24.01.2001 έως 24.04.2001, ήτοι για 14 μήνες περίπου σε χρονικό διάστημα 19 μηνών και με διακοπή 2,5 μηνών μεταξύ πρώτης και δεύτερης σύμβασης και 2,5 μηνών μεταξύ δεύτερης και τρίτης σύμβασης. 28) Η εικοστή όγδοη (Σ. Δ.) από 02.05.1995 έως 08.08.1995, από 22.11.1995 έως 22.12.1995, από 04.06.1996 έως 16.08.1996, από 03.09.1996 έως 18.10.1996, από 18.02.1997 έως 23.04.1997, από 05.05.1997 έως 25.08.1997, από 18.05.1998 έως 14.08.1998, από 07.09.1998 έως 13.10.1998, από 01.12.1998 έως 19.02.1999, από 13.12.1999 έως 21.03.2000, από 10.05.2000 έως 02.10.2000, ήτοι για 26,5 μήνες σε χρονικό διάστημα 6 ετών και με διακοπή μεταξύ πρώτης και δεύτερης σύμβασης 3 μηνών, μεταξύ δεύτερης και τρίτης 6 μηνών, μεταξύ τέταρτης και πέμπτης σύμβασης 4 μηνών, μεταξύ έκτης και έβδομης σύμβασης 9 μηνών και μεταξύ ενάτης και δεκάτης σύμβασης 11 μηνών. 29) Ο εικοστός ένατος (Τ.

Α.) από 10.06.1998 έως 21.09.1998, από 07.12.1998 έως 25.02.1999, από 20.04.1999 έως 25.05.1999, από 07.06.1999 έως 02.07.1999, από 20.12.1999 έως 17.04.2000, από 18.04.2000 έως 17.04.2001, ήτοι για 23,5 μήνες περίπου σε χρονικό διάστημα 3 ετών και με διακοπή μεταξύ πρώτης και δεύτερης σύμβασης 3 μηνών και μεταξύ τέταρτης και πέμπτης σύμβασης άνω των 6 μηνών. Οι άνω συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, διότι δεν ήσαν διαδοχικές κατά την παραπάνω έννοια, δεδομένου ότι, είτε καταρτίστηκαν εφάπαξ και διήρκεσαν μόνο λίγους μήνες [και δη, 5 μήνες η μοναδική σύμβαση των 4ου (Β.

Α.) ... εκ των εναγόντων και 8 μήνες η μοναδική σύμβαση του 24ου (Ρ. Ν.) των εναγόντων] είτε απείχαν μεταξύ τους μεγάλα χρονικά διαστήματα πολλών μηνών, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται η απαιτούμενη κατά νόμο συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ αυτών και έτσι, δεν μπορούσαν οι επίμαχες συμβάσεις, όπως περιγράφονται στην αγωγή κατά τη μεταξύ τους χρονική απόσταση και κατά τη χρονική διάρκεια της κάθε μίας, να έχουν προσλάβει ως τις 18.04.2001 ενιαία κατά τον χρόνο που εκτεινόταν η κάθε ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της τον χαρακτήρα της συμβάσεως αορίστου χρόνου.".

Και συνεχίζει το Εφετείο ότι όλες οι λοιπές επίμαχες συμβάσεις εργασίας, εκτίθεται στην αγωγή ότι καταρτίστηκαν από τους εφεσιβλήτους - ενάγοντες (και ήδη αντίστοιχους παριστάμενους αναιρεσείοντες) μετά την 18.04.2001, υπό την ισχύ δηλαδή των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 τις οποίες και παραθέτει.

Έκρινε δε περαιτέρω ότι όλες οι λοιπές επίμαχες συμβάσεις εργασίας, οι οποίες εκτίθεται ότι καταρτίστηκαν μετά την 18.04.2001 έως την έναρξη ισχύος του π.δ/τος. 164/2004 (19.07.2004) επίσης απείχαν μεταξύ τους μεγάλα χρονικά διαστήματα, όπως αναλυτικά παρατίθενται για τον κάθε ένα και "συνεπώς, υπό τα εκτιθέμενα, για όσες από τις επίμαχες συμβάσεις καταρτίστηκαν υπό την ισχύ του άρθρου 103 του Συντάγματος, αλλά και των άρθρων του π.δ. 164/2004, ..., ο χαρακτηρισμός των συμβάσεων αυτών ως ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δεν επιτρέπεται, ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι ενάγοντες απασχολούνταν υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του εναγομένου ΕΛ.Γ.Α.

και κάλυπταν πράγματι πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, αφού ... Ούτε, άλλωστε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 μπορούσε να γίνει τέτοιος χαρακτηρισμός, αφού δεν καταλείπεται πεδίο εφαρμογής του άνω άρθρου, διότι το π.δ. 164/2004, που εκδόθηκε για την ενσωμάτωση στην ημεδαπή έννομη τάξη της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, η οποία σημειωτέον ότι δεν μπορούσε απευθείας να εφαρμοστεί, αφού δεν περιέχει σαφείς και ορισμένους κανόνες κοινοτικού δικαίου, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, προβλέπει (το άνω π.δ,) για το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα από 10.07.2002 μέχρι την έναρξη της ισχύος του στις 19.07.2004, ορισμένες προϋποθέσεις για τη μετατροπή των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που είχαν καταρτισθεί εγκύρως πριν την ισχύ των άνω διατάξεων, σε αορίστου χρόνου, προϋποθέσεις που δεν εκτίθεται ότι συντρέχουν εν προκειμένω, ...

Ούτε, τέλος, υπό την ισχύ του τελευταίου από 19.07.2004 και εφεξής, είναι δυνατός τέτοιος χαρακτηρισμός των επίμαχων συμβάσεων ωε ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου, διότι ... Τέλος ... δεν μπορεί να γίνει λόγος για εφαρμογή των υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεων των άρθρων 4 και 22 του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ, αφού ...

ούτε μπορεί να γίνει λόγος για ανήθικες (αισχροκερδείς) συμβάσεις εργασίας, ως αντίθετες προς τα χρηστά ήθη, κατά τα άρθρα 178, 179 ΑΚ, αφού δεν γίνεται επίκληση της συνδρομής των αντικειμενικών προϋποθέσεων εφαρμογής τους...". Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, όπως εκτιμάται, και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής, οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, και 25 παρ. 1 και 3 Συντάγματος και απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή, ενώ ήταν νόμιμη, στηριζόμενη στις άνω διατάξεις, διότι, κατά τα εκτεθειμένα σ' αυτή (αγωγή), παρείχαν την εργασία τους ως γεωπόνοι στο αναιρεσίβλητο, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού από την αρχική ημεροχρονολογία πρόσληψης του καθενός εξ αυτών που ήταν πριν τις 18.04.2001, οπότε τέθηκαν σε ισχύ οι αναθεωρημένες διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, η δε παροχή της εργασίας αυτής συνεχίσθηκε και με τις επόμενες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, και επομένως οι συμβάσεις εργασίας καθενός είχαν προσλάβει ήδη από τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενο της, δηλαδή πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών διατάξεων, τον χαρακτήρα της ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Όμως, το Εφετείο, κρίνοντας την αγωγή (ως προς τους ήδη παριστάμενους αναιρεσείοντες ενάγοντες), ως μη νόμιμη, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 ΑΚ, και 25 παρ. 1 και 3 Συντάγματος, καθώς η θεμελίωσή της στις διατάξεις αυτές, δεν είναι νόμιμη, ενόψει του οι επίδικες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνήψαν οι ήδη παριστάμενοι αναιρεσείοντες - ενάγοντες με το εναγόμενο ν.π.ι.δ.

με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων" (ΕΛ.Γ.Α.), που ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, έως τις 18.04.2001 (ημέρα έναρξης ισχύος των, αναθεωρημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος), ως παρατίθενται στο αγωγικό δικόγραφο, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, διότι δεν ήσαν διαδοχικές κατά την παραπάνω έννοια του νόμου, ενόψει του ότι, είτε καταρτίστηκαν εφάπαξ και διήρκεσαν μόνο λίγους μήνες, όπως του 4ου αναιρεσείοντος (4ου ενάγοντος) Α.

Β. που διήρκησε μόλις πέντε (5) μήνες (από 25.11.1999 έως 21.04.2000) και του 24ου αναιρεσείοντος (31ου ενάγοντος) Ν. Ρ. που διήρκησε οκτώ (8) μήνες (από 12.07.1999 έως 11.03.2000), είτε (όπως των λοιπών παρισταμένων αναιρεσειόντων εναγόντων) απείχαν μεταξύ τους μεγάλα χρονικά διαστήματα, εν σχέσει και με τη χρονική διάρκεια της κάθε μιας, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται η απαιτούμενη κατά νόμο συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ αυτών και έτσι, δεν μπορούσαν οι επίμαχες συμβάσεις, όπως περιγράφονται στην αγωγή, κατά τη μεταξύ τους χρονική απόσταση και κατά τη χρονική διάρκεια της κάθε μιας, να έχουν προσλάβει ως τις 18.04.2001 (ημέρα έναρξης ισχύος του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος) ενιαία κατά τον χρόνο που εκτεινόταν η κάθε ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της τον χαρακτήρα της συμβάσεως αορίστου χρόνου.

Σημειωτέον ότι όσον αφορά τον τρίτο αναιρεσείοντα Δ. Β. (τρίτο ενάγοντα), που, κατά τα εκτιθέμενα, εργάστηκε στο αναιρεσίβλητο, πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών διατάξεων, από 07.07.1999 έως 05.08.1999, από 06.08.1999 έως 19.10.1999, από 20.10.1999 έως 06.03.2000, από 19.07.2000 έως 13.09.2000 και από 08.01.2001 έως 01.05.2001, ήτοι μέχρι τον κρίσιμο χρόνο της 18.04.2001, εκ παραδρομής αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι εργάστηκε για 11 μήνες περίπου σε χρονικό διάστημα 3 ετών, αντί του ορθού για 12,5 μήνες περίπου σε χρονικό διάστημα 1 έτους και 9 μηνών περίπου, χωρίς τούτο να αναιρεί τα ανωτέρω περί διακοπής της διαδοχικότητας των συμβάσεων, αφού μεσολάβησε διακοπή μεταξύ τρίτης και τέταρτης σύμβασης 4 μηνών και 10 ημερών και επιπροσθέτως μεταξύ τέταρτης και πέμπτης σύμβασης 3 μηνών και 25 ημερών.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και απέρριψε την ένδικη αγωγή (ως προς τους ήδη παριστάμενους αναιρεσείοντες ενάγοντες) ως μη νόμιμη και οι άνω λόγοι, μοναδικός της αίτησης αναίρεσης και πρώτος πρόσθετος λόγος αυτής, είναι αβάσιμοι.

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επομένως προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας.

Κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία η αγωγή (ή η ένσταση ή η αντένσταση) κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 732/2023, 598/2019, 1410/2017, 701/2011, 121/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρόσθετο λόγο αναίρεσης, οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν εμπεριέχει ουδεμία αιτιολογία περί του αν αυτοί κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου και συνεπώς εάν υφίσταται αντικειμενικός λόγος που να δικαιολογεί τη σύναψη των αρχικών συμβάσεων καθενός εξ αυτών προ της συνταγματικής αναθεώρησης του 2001 καθώς και περί της μη συνοχής και ενότητας των διαδοχικών τους συμβάσεων.

Εφόσον όμως το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή στο σύνολό της ως νομικά αβάσιμη, χωρίς να προβεί στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και να διατυπώσει, ως προς το ζήτημα αυτό, αποδεικτικό πόρισμα, η επικαλούμενη έλλειψη αιτιολογίας δεν ιδρύει, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και, επομένως, ο ως άνω, σχετικός, δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατόπιν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης (κύριος και πρόσθετος), η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστούν ο παριστάμενοι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου ν.π.ι.δ., το οποίο παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΚΗΡΥΣΣΕΙ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ τη συζήτηση της, από 27.02.2018 και με αριθμό κατάθεσης 2147/175/28.02.2018, αίτησης αναίρεσης, και των, από 03.11.2022 και με αριθ. κατάθεσης 140/04.11.2022, προσθέτων λόγων αναίρεσης της 2446/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους 2ο, 7ο, 8η, 11ο, 18ο, 20ο και 21ο των αναιρεσειόντων (1ο, 6ο, 7η, 10ο, 17ο, 19ο και 20ο των ασκούντων τους πρόσθετους λόγους, αντιστοίχως), δηλαδή τους … και Π. Γ..

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ανωτέρω αίτηση αναίρεσης της 2446/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους 3ο, 4ο, 5η, 6η, 9ο, 10η, 12ο, 13ο, 14ο, 15ο, 16ο, 17η, 19ο, 22ο, 24ο, 27ο, 28η και 29ο των αναιρεσειόντων (2ο, 3ο, 4η, 5η, 8ο, 9η, 11ο, 12ο, 13ο, 14ο, 15ο, 16η, 18ο, 21ο, 22ο, 23ο, 24η και 25ο των ασκούντων τους πρόσθετους λόγους, αντιστοίχως), ήτοι τους …και Τ. Α..

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αμέσως ανωτέρω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ