Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding death of a co-owner during litigation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by four co-owners against final judgments regarding the division of a shared property. The appellants argued procedural errors, but the court found the death of one co-owner during the appeal process to be a valid ground for discontinuing the proceedings. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the seven respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 290, 287(1) of the Code of Civil Procedure; Article 1846 of the Civil Code: The death of a party during the appeal process, occurring after the request for appeal is filed and before the oral hearing concludes, causes a forceful discontinuation of the lawsuit.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 619 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 619/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Φ. Χ. του Σ. και Ζ., 2) Έ. Χ. του Σ. και Ζ., 3) Σ. Χ. του Ε. και Ά., 4) Σ. Δ. του Λ. και Φ., κατοίκων ..., θέση ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φίλιππο Πανταζή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Γ. του Κ., 2) Α. Γ. του Κ., 3) Μ. Γ. του Κ., 4) Κ. Γ. του Σ., 5) Φ. Γ. του Σ., 6) Γ. Γ. του Σ., 7) Α. χήρας Σ. Γ., το γένος Α. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σιντόρη που ανακάλεσε την από 22-10-2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις, 8) Ό. χήρας Κ. Γ., το γένος Ν. Κ., κατοίκου Δ.Κ. ... του Δήμου ... Π.Ε. Πρέβεζας, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των επτά πρώτων αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 8 αναιρεσίβλητη, απεβίωσε στις 19-3-2014 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό …/1/2014 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ... Πρεβέζης, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής, ως άνω τρεις πρώτοι εκ των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2013 μη οριστική, 7/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 103/2016 εν μέρει οριστική, 163/2016 μη οριστική, 142/2019 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων 103/2016 και 142/2019, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-1-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 περ. α', 290 και 287 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως το πρώτο αντικαταστάθηκε με το Ν. 4335/2015, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 1846 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με δήλωση προφορική στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως, και, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 335/2018, ΑΠ21/2017, ΑΠ 807/2017).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 313 παρ. 1 εδ. δ', 286 επ. και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, αν ο διάδικος είναι εν ζωή κατά την έναρξη της δίκης και απεβίωσε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, δεν υφίσταται στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης και επομένως τα ασκούμενα κατά της απόφασης αυτής ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει με οποιοδήποτε τρόπο γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, διαφορετικά η αναίρεση που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς, όμως, ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατό του, δεν είναι άκυρη και χωρεί νόμιμα η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται με την ιδιότητα αυτή στη συζήτηση (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 1626/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, που έγινε με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου (17.11.2021) δεν εμφανίστηκε η όγδοη αναιρεσίβλητη, εμφανίστηκαν, όμως, οι 1η, 2η και 3η από τις αναιρεσίβλητες, νομίμως εκπροσωπούμενες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Σιντόρη, οι οποίες, δια του ως άνω πληρεξούσιου δικηγόρου τους, δήλωσαν, ως κληρονόμοι (θυγατέρες) της άνω αναιρεσίβλητης, ότι αυτή απεβίωσε στις 19.01.2014, πριν, δηλαδή, την άσκηση της αναίρεσης, και ότι αυτές συνεχίζουν ως μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του επίκοινου ακινήτου, την βιαίως διακοπείσα δίκη (σχετ.
η από 12/02/2018 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου ... - Πρεβέζης, το .../27-03-2014 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ..., το αριθμ. .../2019 πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης της Ό. χήρας Κ. Γ. του Ειρηνοδικείου Πρεβέζης, το αριθμ. 717/2021 πιστοποιητικό περί μη αποποίησης κληρονομίας του Ειρηνοδικείου Πρεβέζης, το 4534/18-10-2021 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πρεβέζης περί μη αμφισβήτησης του κληρονομικού δικαιώματος και το 1480/18-10-2021 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Πρεβέζης, περί μη δημοσιεύσεως άλλης διαθήκης).
Συνεπώς, η, κατά τα ως άνω, βιαίως διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται από τις ανωτέρω μοναδικές (εξ αδιαθέτου) κληρονόμους (θυγατέρες) της όγδοης αναιρεσίβλητης, καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας και τα προβαλλόμενα από τους διαδίκους, ενόψει και του ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων για γνωστοποίηση στους αναιρεσείοντες του θανάτου τούτου κατά το, προ της ασκήσεως της αναιρέσεως, χρονικό διάστημα, συνάγεται απόδειξη ότι οι αναιρεσείοντες δεν είχαν λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, του εν λόγω θανάτου προ της ασκήσεως της αναιρέσεως (ΑΠ 1238/2020, ΑΠ 913/2009).
Περαιτέρω, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων Φίλιππος Πανταζής με τις κατατεθείσες, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, προτάσεις, παραδεκτώς, γνωστοποίησε τον επισυμβάντα, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στις 8/6/2020, χωρίς να έχει αφήσει διαθήκη, θάνατο του τρίτου από τους αναιρεσείοντες Σ.
Χ., δήλωσε δε την επανάληψη της βιαίως διακοπείσας δίκης από τις μοναδικές κληρονόμους, θυγατέρες του, πρώτη και δεύτερη των αναιρεσειόντων, τις οποίες εκπροσωπεί, την κληρονομική ιδιότητα των οποίων δεν αμφισβήτησαν οι αναιρεσίβλητοι (σχετ. η από 01/06/2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου ... - Πρεβέζης, το 816/08-06-2021 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Πρεβέζης, περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης και το .../10-07-2020 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ...).
Συνεπώς, η, κατά τα ως άνω, βιαίως διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται από τις ανωτέρω (1η και 2η) μοναδικές (εξ αδιαθέτου) κληρονόμους του τρίτου αναιρεσείοντος. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 553 παρ. 1β' και παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται αναίρεση κατά των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή.
Αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι σε περίπτωση απόφασης εν μέρει οριστικής και εν μέρει μη οριστικής, εφόσον αφορά τα κεφάλαια της ίδιας αγωγής, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά της οριστικής διάταξης πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη και επιπλέον η αναίρεση αυτή κατά το μέρος που αφορά την οριστική διάταξη της εν μέρει οριστικής απόφασης πρέπει να απευθύνεται κατά της εν μέρει οριστικής αυτής απόφασης, γιατί η οριστική αυτή διάταξη δε θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται αν δεν απευθύνεται κατ' αυτής η αναίρεση (ΑΠ 1054/2019, ΑΠ 2152/2014,ΑΠ1188/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση η από 15/1/2020 αίτηση για αναίρεση της αριθμ.142/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και της συμπροσβαλλόμενης, κατά τις οριστικές διατάξεις της, υπ'αριθμ.103/2016, εν μέρει οριστικής, απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου (σελίδα 26),που έκρινε τελεσίδικα για το ζήτημα της (συγ)κυριότητας των διαδίκων κοινωνών, εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και τριών πρώτων εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων επί του επίκοινου ακινήτου (οικοπέδου με οικία ), που βρίσκεται στην ...
και διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης , για το αν είναι εφικτή και συμφέρουσα η αυτούσια διανομή του επικοίνου, με σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
1.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 798, 799, 800 και 801 του ΑΚ, και 480, 480 Α, 481 και 484 παρ.1 του ΚΠολΔ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 1113 του ΑΚ, εφαρμόζονται και επί διανομής κοινού πράγματος, προκύπτει ότι αν δεν συμφωνούν όλοι οι κοινωνοί για τη λύση της κοινωνίας με διανομή, κάθε κοινωνός μπορεί να ζητήσει τη δικαστική διανομή κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ (άρθρ. 478 επ.).
Με το άρθρο 480 Α', ειδικότερα, καθιερώθηκε για πρώτη φορά ως τρόπος αυτούσιας διανομής κοινού οικοπέδου, στο οποίο υπάρχει οικοδομή ή το οποίο είναι ακάλυπτο και οικοδομήσιμο, η κατόπιν σχετικού αιτήματος κάποιου από τους συγκυρίους του οικοπέδου σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας, είτε κατά ορόφους ή μέρη ορόφων είτε σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου, στα οποία θα είναι δυνατή η ανέγερση χωριστών οικοδομημάτων, σύμφωνα με τον ν.3741/1929 και το ν.δ. 1024/1971, αντίστοιχα, καθώς και τα άρθρα 1002 και 1117 ΑΚ, ορίζεται δε περαιτέρω στην παρ. 1 του άρθρου 480 Α ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο αποφασίζει τη διανομή με τον τρόπο που αναφέρεται στην παράγραφο αυτή, αν είναι εφικτή και δεν αντιβαίνει στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων, ότι η απόφαση που διατάζει τη διανομή κατά τον τρόπο αυτό προσδιορίζει τα χωριστά μέρη της οικοδομής που αναλογούν στις μερίδες των συγκυρίων και τα επιδικάζει σ' αυτούς και ότι, αν με την εν λόγω διανομή περιέρχονται σε κάποιο συγκύριο περισσότερες αυτοτελείς ιδιοκτησίες, η απόφαση καθορίζει το ποσοστό της συγκυριότητας που αναλογεί σε καθεμία από τις ιδιοκτησίες αυτές.
Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις και, ειδικότερα, αυτές του άρθρου 480Α παρ. 1 εδ. α' και β' και 2 εδ. α' και β' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή, υπό την προϋπόθεση ότι είναι εφικτή και, κατά ρητή νομοθετική επιταγή, δεν αντιβαίνει στο συμφέρον όλων των συγκυρίων, η αυτούσια διανομή ακινήτου επί του οποίου υπάρχει έστω και μία μόνο οικοδομή με τη σύσταση χωριστών ιδιοκτησιών σε διακεκριμένα μέρη του ακινήτου σύμφωνα με το ΝΔ1024/1971, και υπό την επιφύλαξη πάντοτε των πολεοδομικών διατάξεων, με την έννοια ότι η υπάρχουσα οικοδομή θα περιέλθει, ως αυτοτελής ιδιοκτησία, σε ένα από τους (συγ)κυρίους και στους λοιπούς θα περιέλθουν οι ανεγερθησόμενες υπόλοιπες ιδιοκτησίες επί των οριζόμενων από το Δικαστήριο διακεκριμένων μερών, με εξίσωση των τυχόν ανισοτήτων με την καταβολή χρηματικού ποσού ή σύσταση δουλειών(ΑΠ2230/2009, ΑΠ1843/1999).
Εξάλλου, στο άρθρο 481 περ.2 ΚΠολΔ ορίζεται ότι στις περιπτώσεις των άρθρων 480 και 480Α το δικαστήριο "μπορεί για την εξίσωση άνισων μερίδων να αποφασίσει ότι οι κοινωνοί που λαμβάνουν ορισμένα μέρη θα καταβάλουν σε ορισμένους κοινωνούς ορισμένο χρηματικό ποσό ή να συστήσει δουλεία σε ορισμένα μέρη υπέρ άλλων κοινωνών".
Ακόμη με το άρθρο 486 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 14 του ν.1562/1985, ορίζεται ότι "αν τα μέρη του σχηματίστηκαν κατά τα άρθρα 480 ή 480Α είναι άνισα, η αυτούσια διανομή γίνεται με επιδίκασή τους στους συγκυρίους ή στις ομάδες εκείνων που ζήτησαν κοινή μερίδα, κατά το λόγο των μερίδων τους".
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται περαιτέρω ότι η κρίση περί αδυνάτου ή ασύμφορου της αυτούσιας διανομής ή αντιθέτως περί του δυνατού αυτής είναι κρίση περί πραγματικών γεγονότων και γι' αυτό είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, εκτός αν συντρέχει περίπτωση έλλειψης νομίμου βάσεως κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 987/2019, ΑΠ 284/2014, ΑΠ 1104/2008). 2.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε, δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017).
Εξάλλου, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για παραβίαση τέτοιου κανόνα, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Επίσης, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 1/1999).
Περαιτέρω ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος για έλλειψη νομίμου βάσεως δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των όρων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.
Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 917/2020, ΑΠ 284/2014). Τέλος, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ455/2020, ΑΠ1924/2017, ΑΠ559/2015,ΑΠ 1611/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης υπ' αριθμ.142/ 2019 απόφασής του και της (συμ)προσβαλλόμενης υπ' αριθμ.103/ 2016 εν μέρει οριστικής απόφασής του (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.), δέχθηκε, κατ'ανέλεγκτη κρίση, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, και ειδικότερα τον πρώτο αναιρετικό λόγο τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<όσον αφορά, όμως, τον τέταρτο εναγόμενο η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον η πρωτόδικη απόφαση εκκαλείται μόνον ως προς την αγωγή αναγνώρισης κυριότητας και διανομής του επίδικου οικοπέδου, εμβαδού 362, 02 τμ., που βρίσκεται στην ...
και όχι ως προς την αγωγή αναγνώρισης της συγκυριότητας και διανομής, δια της πώλησης με πλειστηριασμό, του επίδικου διαμερίσματος, εμβαδού 63,84 τμ., που βρίσκεται επίσης στην …, στην οποία και μόνο ήταν διάδικος ο ανωτέρω εναγόμενος (φύλλο 2ο,1η σελίδα της αριθμ. 103/ 2016 απόφασης >> και <<Το Δικαστήριο αυτό με την 103/2016 απόφασή του, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, κατά το κεφάλαιο, κατά το οποίο μεταβιβάσθηκε σ'αυτό (στο σκεπτικό αναφέρεται ότι η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς τον τέταρτο εφεσίβλητο Σ.
Δ. (από προφανή παραδρομή τον αναφέρει ως Χ.) του Λ., καθόσον η πρωτόδικη εκκαλείται μόνον ως προς την αγωγή αναγνώρισης και διανομής του επιδίκου οικοπέδου των 362,02 τμ......(φύλλο2ο, 2η σελίδα της αριθμ.142/ 2019 απόφασης)>>. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε απορριπτέα ως απαράδεκτη την ένδικη από 17/07/2014 έφεση των εναγόντων ως προς τον τέταρτο των εφεσιβλήτων Σ.
Δ. του Λ.. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη οι από τους αριθμούς 1α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με την επίκληση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 798, 799, 800 του ΑΚ, και 478 επομ. του ΚΠολΔ, και ειδικότερα ότι προέβη σε αυτούσια δικαστική διανομή του επίδικου ακινήτου και της επ'αυτού διώροφης οικοδομής μεταξύ όλων των διαδίκων, αναιρεσειόντων και αναιρεσιβλήτων, μολονότι ο τέταρτος από αυτούς δεν ήταν και δεν είναι συγκύριος του εν λόγω ακινήτου και του συστατικού του, στον οποίο, μαζί με τους υπόλοιπους τρεις αναιρεσείοντες, επιδίκασε την προκύψασα με τη διανομή μία κάθετη ιδιοκτησία, θεωρώντας αυτόν, χωρίς να είναι, συγκύριο, και διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με τον τρόπο που αυτός, τέταρτος των αναιρεσιβλήτων, κατέστη συγκύριος του επικοίνου, ούτε αναφέρει τα ποσοστά συγκυριότητάς του.
Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομική σκέψη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από το προεκτεθέν περιεχόμενο των προσβαλλόμενων αποφάσεων προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι ο 4ος από τους αναιρεσείοντες είναι (συγ)κύριος του επίκοινου ακινήτου ούτε, ως συγκύριο, επιδίκασε σ'αυτόν την προκύψασα με τη διανομή κάθετη ιδιοκτησία, αφού έκρινε απαράδεκτη την κατ'αυτού ασκηθείσα έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων.
Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν, κατ'εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, στην προσβαλλομένη την από τον αριθμό 1α'του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και όχι την από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια, που αναφέρεται στο αναιρετήριο, συνισταμένη στο ότι ευθέως παραβίασε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ιδίως των άρθρων 480Α ΚΠολΔ και 1 του Ν. 1024/1971, κρίνοντας ότι είναι εφικτή η αυτούσια διανομή του επίκοινου ακινήτου, επί του οποίου υπάρχει μόνο μία οικοδομή, με τη σύσταση δύο κάθετων ιδιοκτησιών.
Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως. Τούτο δε διότι είναι επιτρεπτή, υπό την προϋπόθεση ότι είναι εφικτή και δεν αντιβαίνει στο συμφέρον όλων των συγκυρίων, η αυτούσια διανομή ακινήτου επί του οποίου υπάρχει έστω και μία μόνο οικοδομή με τη σύσταση χωριστών ιδιοκτησιών σε διακεκριμένα μέρη του ακινήτου σύμφωνα με το Ν.Δ.1024/1971, και υπό την επιφύλαξη πάντοτε των πολεοδομικών διατάξεων.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ. 142/2019 απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων σ'αυτό, από τους διαδίκους, αποδεικτικών μέσων , δέχθηκε, κατ'ανέλεγκτη κρίση, ως προς την αγωγή διανομής του επίκοινου ακινήτου των διαδίκων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Το προς διανομή οικόπεδο βρίσκεται κάτω και σε κοντινή απόσταση από το κάστρο της …, και έχει θέα προς την παραλία του ....
Στα ανατολικά, νότια και δυτικά συνορεύει με δημοτικές οδούς, ενώ στα βόρεια με άλλα ακίνητα. Το έδαφος στο μεγαλύτερο τμήμα του οικοπέδου χαρακτηρίζεται επικλινές. Ο οικισμός της … είχε αρχικά οριοθετηθεί το έτος 1987, σύμφωνα με το 925Δ/23-09-1987, ενώ τα όρια αυτά τροποποιήθηκαν σύμφωνα με τα ΦΕΚ 564Δ/21-05-1993 και ΦΕΚ 40ΑΑΠΘ/19-02-2013.
Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού της .... Με το υπ' αριθμόν Οικ./.../24-05-2017 έγγραφο της Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου ... γνωστοποιήθηκαν στον πραγματογνώμονα οι όροι και περιορισμοί δόμησης στη θέση του ακινήτου και επιβεβαιώθηκε ότι "σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 1 του νόμου 4178/2013 (ΦΕΚ 174Α/8.8.13) και εφόσον πρόκειται για ενιαία ιδιοκτησία, στον υπολογισμό των χώρων εντός σ.δ.
προσμετρούνται όλοι οι νομίμως υφιστάμενοι χώροι καθώς και οι αυθαίρετες κατασκευές/αλλαγές χρήσης και, συνεπώς, απομειούται αναλόγως η υπολειπόμενη επιφάνεια εντός σ.δ. προς δόμηση στο συνολικό οικόπεδο". Σύμφωνα με το ΦΕΚ 6Δ/10-01-1976, το οποίο καθορίζει τους ειδικούς όρους και περιορισμούς δόμησης του υφιστάμενου προ του 1923 οικισμού της ..., το μέγιστο ποσοστό κάλυψης είναι 50% της επιφάνειας αυτών και ο συντελεστής δόμησης 1,00.
Ο συντελεστής όγκου προκύπτει από το ΝΟΚ (ΦΕΚ 79Α/09-04-2012) και είναι 5χ1,00 = 5,00. Από την επεξεργασία των δεδομένων της τοπογραφικής αποτύπωσης, η επιφάνεια του επίδικου ακινήτου προέκυψε 354,77 τ.μ,. Στο ακίνητο και μάλιστα στο νότιο τμήμα του - υπάρχει οικοδόμημα. Το ισόγειο και ο Α' όροφος έχουν έκαστος εμβαδόν 55,90 τ.μ., ύψος 3,00 μ., όγκο 167,70 κ.μ.
και κύρια χρήση κατοικία. Αν και σύμφωνα με την υπ' αριθμόν 932/1982 οικοδομική άδεια, το υπόγειο εμφανίζεται να έχει επιφάνεια 42,48 τ.μ. και βοηθητική χρήση, εντούτοις η πραγματική του κατάσταση είναι διαφορετική. Το εμβαδόν του είναι 55,49 τ.μ.,το ύψος του 2,90 μ., ο όγκος του 160,92 κ.μ. και η εσωτερική του διαρρύθμιση εντελώς διαφορετική από το εγκεκριμένο σχέδιο της οικοδομικής άδειας.
Συγκεκριμένα, δεν υπάρχει ο ενιαίος χώρος, βοηθητικής χρήσης, ο οποίος επικοινωνεί με το ισόγειο με εσωτερική σκάλα, αλλά αντιθέτως το υπόγειο αποτελείται από σαλόνι, κουζίνα, μπάνιο και δύο ακόμη δωμάτια τα οποία δεν επεδείχθησαν στον πραγματογνώμονα. Παράλληλα, δεν υπάρχει εσωτερική σκάλα που να το συνδέει με το ισόγειο, καθιστώντας το λειτουργικά ανεξάρτητο χώρο από τους λοιπούς ορόφους της οικοδομής, ενώ διαθέτει όψεις του και περισσότερες πόρτες και παράθυρα.
Τόσο οι εκκαλούντες όσο και οι εφεσίβλητοι, ανέφεραν στις συζητήσεις τους με τον πραγματογνώμονα, πως στο συγκεκριμένο χώρο διαμένει ο Σ.ς Χ.ς. Από όλα τα παραπάνω δεδομένα προκύπτει πως υπόγειο είναι χώρος το υπόγειο είναι χώρος κύριας χρήσης κατοικίας και τα 55,49 τ.μ. που πρέπει να προσμετρηθούν στο συντελεστή δόμησης, ενώ τα 160,92 κ.μ.
στο άθροισμα των όγκων των κτισμάτων. Βόρεια της οικοδομής και σε επαφή με αυτήν, υπάρχει αποθήκη - λεβητοστάσιο, εμβαδού 7,36 τ.μ., ύψους 2,40 μ., όγκου 17,66 κ.μ., τα μεγέθη της οποίας πρέπει να προσμετρηθούν στην κάλυψη, στο συντελεστή δόμησης και στο άθροισμα των όγκων των κτισμάτων. Ο πραγματογνώμων αυτός, λαμβάνοντας υπόψη την τοπογραφική αποτύπωση του επίδικου ακινήτου και τους όρους και περιορισμούς δόμησης στην συγκεκριμένη περιοχή, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα μικρά επιμέρους ποσοστά συνιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου των εφεσίβλητων, σε συνδυασμό με την έκτασή του και την ύπαρξη της οικοδομής, δεν επιτρέπουν την αποκατάσταση τους σε χωριστές μερίδες.
Χαρακτηριστικά, το μέγιστο επιμέρους ποσοστό τους, 8,125/60, αντιστοιχεί σε 48,04 τ.μ. επί του οικοπέδου, επιφάνεια μικρότερη από την επιφάνεια της οικοδομής. Οι εκκαλούντες ζήτησαν να τους δοθεί κοινή μερίδα. Οι εφεσίβλητοι εναγόμενοι δεν διατύπωσαν αντίστοιχο αίτημα παρά μόνο στις προτάσεις( σελ. 15) που κατέθεσαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου αναφέρουν "θα πρέπει να τονίσουμε ότι σαφώς θεωρούμε οι τρεις πρώτοι από μάς κληρονόμοι της Ζ.
Χ., κοινή την μερίδα μας σχετιζόμενη με την οικία στην οποία διαμένουμε όλα αυτά τα χρόνια κατασκευασμένη από τη Ζ. Χ. και τον Σ. Χ....". Κατά τον πραγματογνώμονα υπάρχει δυνατότητα να δημιουργηθούν δύο κάθετες ιδιοκτησίες, μία των εκκαλούντων που είναι συγκύριοι κατά τα 40/60 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου, και μία των εφεσίβλητων που είναι συγκύριοι κατά 20/60 του ακινήτου.
Στις δυο μερίδες, βάσει των προαναφερθέντων ποσοστών συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου, αντιστοιχίζονται κάλυψη 59,13 και 118,26 τ.μ., δόμηση 118,26 και 236,51 τ.μ. και όγκος κτισμάτων 591,28 και 1.182,57 κ.μ.. Τα πραγματοποιηθέντα από τους εναγομένους μεγέθη, υπερτερούν των αντίστοιχων μεγεθών που τους αναλογούν, οπότε δεν είναι δυνατή η αυτούσια διανομή του επίδικου ακινήτου, με σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας στο ενιαίο ακίνητο, χωρίς να αντιβαίνει στο συμφέρον των διαδίκων και κατά τρόπο ώστε κάθε κοινωνός να λάβει τη μερίδα που του αναλογεί.
Συγκεκριμένα οι εφεσίβλητοι έχουν καταναλώσει 4,13 τ.μ. κάλυψης και 56,39 τ.μ. δόμησης επιπλέον από αυτά που τους αναλογούν 2) Η κάθετη ιδιοκτησία που θα συσταθεί στο επίδικο ακίνητο, δημιουργεί δύο αρχικά άνισες μερίδες, οι οποίες θα χρήζουν εξισορρόπησης. Συγκεκριμένα, όπως παρουσιάζεται στο συνοδεύον την τεχνική του έκθεση, τοπογραφικό μου διάγραμμα, η μερίδα των εφεσίβλητων, υπό στοιχεία …., έχει έκταση (20/60)χ354,77 - 118,26 τ.μ., πραγματοποιηθείσα κάλυψη 63,26 τ.μ.
και πραγματοποιηθείσα δόμηση 174,65 τ.μ., ενώ η μερίδα των εναγόντων -εκκαλούντων, υπό στοιχεία …,έχει έκταση (40/60)χ354,77 = 236,51 τ.μ., υπολειπόμενο δικαίωμα κάλυψης 114,13 τ.μ. και υπολειπόμενο δικαίωμα δόμησης 180,12 τ.μ.. Η κατανάλωση 4,13 τ.μ. κάλυψης και 56,39 τ.μ. δόμησης από τους εφεσίβλητους, πλέον αυτών που τους αναλογούν, δημιουργούν την ανάγκη καταβολής χρηματικού ποσού από αυτούς προς τους εκκαλούντες ώστε να εξισωθούν οι μερίδες των διαδίκων.
Η εμπορική αξία του επίδικου οικοπέδου με βάση τη θέση, τη θέα, το σχήμα, την κλίση και την προσβασιμότητα του επίδικου ακινήτου, η αγοραπωλησία αδόμητου οικοπέδου άρτιου και οικοδομήσιμου με τα χαρακτηριστικά του επίδικου εκτιμάται σε 400,00 € ανά τ.μ. η οποία επειδή στο συγκεκριμένο ακίνητο υπάρχει εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτησία και μειώνεται κατά 10%, οπότε η αξία της γης προκύπτει 400,00*0,90 =360,00 € ανά τ.μ.
Τα τ.μ. δόμησης που στερείται η μερίδα των εκκαλούντων είναι 56,39, αντιστοιχούν σε 56,39/1,00 = 56,39 τ.μ. γης και είναι περισσότερα από τα 4,13/0,50 = 8,26 τ.μ. γης στα οποία αντιστοιχούν τα 4,13 τ.μ. της αντίστοιχης στέρησης κάλυψης, οπότε κρίσιμο μέγεθος, όσον αφορά την αποζημίωση των εκκαλούντων, θα είναι η στέρηση του δικαιώματος δόμησης.
Ο συντελεστής δόμησης της περιοχής είναι 1,0, οπότε η αξία του δικαιώματος δόμησης και κατοχής της αντίστοιχης γης είναι 360,00/1,0 = 360,00 € ανά τ.μ.. Εφόσον όμως, η μερίδα των εκκαλούντων έχει την έκταση γης που της αναλογεί [(40/60)χ354,77 = 236,51 τ.μ,], αλλά στερείται 56,39 τ.μ. δόμησης πρέπει να εκτιμηθεί η αξία του δικαιώματος δόμησης αφαιρούμενης της αξίας, της αντίστοιχης γης.
Λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του επιδίκου ακινήτου και τις μειωμένες δυνατότητες αξιοποίησης της έκτασης της στερούμενης της δυνατότητας ανοικοδόμησης της, εκτιμάται μειωτικός συντελεστής 25% στην αξία του δικαιώματος δόμησης και κατοχής της αντίστοιχης γης προκειμένου να προκύψει η αξία του δικαιώματος δόμησης αφαιρουμένης της αξίας της αντίστοιχης γης, οπότε προκύπτει 360,00*0,75 =270.000 ευρώ ανά τ.μ..
Συνεπώς, το χρηματικό ποσό που πρέπει να καταβληθεί από τους εναγομένους στους ενάγοντες νια την εξίσωση των μερίδων τους εκτιμάται σε 56,39χ270,00 = 15.225,30 €. Για τις τεχνικές εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων ο πραγματογνώμων παρατηρεί: Με την από 10/05/2017 τεχνική έκθεση του, ο τεχνικός σύμβουλος των εκκαλούντων, κος Ε.
Μ., προσδιορίζει την αξία δόμησης στο επίδικο ακίνητο σε 800,00 € ανά τ.μ.. Στην εκτίμηση της αξίας ανά τ.μ. προς αποζημίωση όμως, δεν λαμβάνει υπόψη την εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτησία και εφαρμογή κάθετης ιδιοκτησίας, το όφελος του εργολάβου που θα αναλάβει την κατασκευή, καθώς και το γεγονός πως τελικώς οι εκκαλούντες θα κατέχουν τα αντίστοιχα τ.μ.
γης στερούμενοι βέβαια του δικαιώματος δόμησης. Με την τεχνική έκθεσή του, ο τεχνικός σύμβουλος των εφεσιβλήτων, Β. Δ., υποστηρίζει πως για τη δίκαιη διανομή και τη σύσταση κάθετων ιδιοκτησιών, οι εκκαλούντες πρέπει να αποδώσουν στους εφεσιβλήτους 12380,00€, ή αλλιώς να λάβει η οικογένεια "Χ." 155,72 τμ οικοπεδική έκταση και η οικογένεια "Γ." 206,30 τ.μ..
Στην ανάλυσή του όμως, δεν λαμβάνει υπόψη την αλλαγή χρήσης του υπογείου σε κύρια χρήση κατοικία, την ύπαρξη της αποθήκης - λεβητοστασίου βόρεια της οικοδομής, ενώ προβαίνει σε χωριστές και με πολύ μεγάλη απόκλιση (200,00 € ανά τ.μ. - 350,00 € ανά τ.μ.) εκτιμήσεις αξίας της γης εντός του ίδιου οικοπέδου. Πρέπει επομένως να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να διαταχθεί η σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας στο ακίνητο των διαδίκων έτσι ώστε οι εναγόμενοι να λάβουν κοινή μερίδα με στοιχεία …, έχει έκταση (20/60)χ354,77=118,26τ.μ. 1 του τοπογραφικού διαγράμματος του πραγματογνώμονα πολιτικού μηχανικού και οι ενάγοντες να λάβουν κοινή μερίδα το υπό στοιχεία …, έχει έκτασης (40/60)χ354,77 = 236,51 τ.μ., του τοπογραφικού διαγράμματος του πραγματογνώμονα πολιτικού μηχανικού.
Για την εξίσωση των άνισων μερίδων πρέπει οι εναγόμενοι .έκαστος κατά το λόγο της ιδανικής του μερίδας, να καταβάλουν στους ενάγοντες, σε έκαστον κατά το λόγο της ιδανικής του μερίδας, 15.225,30 €.>>. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ'αριθμ. 7/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμες τις σωρευόμενες στο αγωγικό δικόγραφο αναγνωριστική της κυριότητας του επίδικου ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αγωγή διανομής αυτού, και, αφού αναγνώρισε ότι οι αναιρεσίβλητοι -ενάγοντες είναι συγκύριοι τούτου, δέχτηκε την αγωγή διανομής και διέταξε, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους, την αυτούσια διανομή του επίκοινου ακινήτου (οικοπέδου εντός του οποίου υπάρχει διώροφη οικία με υπόγειο) δια της επ' αυτού συστάσεως χωριστής( κάθετης) ιδιοκτησίας, προσδιόρισε δύο κάθετες ιδιοκτησίες και τις επιδίκασε, λόγω των άνισων μερίδων των μερών, τη μεν διαλαμβάνουσα την υπάρχουσα επί του επικοίνου οικία στους τρεις πρώτους αναιρεσείοντες-εναγομένους, (συγ)κυρίους του επικοίνου κατά ποσοστό 20/60, τη δε επί του ακαλύπτου οικοπέδου στους αναιρεσιβλήτους- ενάγοντες, (συγ)κυρίους του επικοίνου κατά ποσοστό 40/60, ενώ, για την εξίσωση των εν λόγω άνισων μερίδων που προέκυψαν, επιδίκασε υπέρ των εναγόντων το ποσό των 15.225,30 ευρώ.
Ειδικότερα, το Εφετείο έκρινε ότι με βάση τα πιο πάνω ποσοστά συγκυριότητας των διαδίκων κοινωνών στο επίκοινο οι ενάγοντες έχουν δικαίωμα κάλυψης 118,26 τμ και δόμησης 236,51 τμ και οι εναγόμενοι, αντίστοιχα, 59,13 και 118,26 τμ.. Ότι οι εναγόμενοι έχουν καταναλώσει δικαίωμα κάλυψης 4,13 τ. μ. και δικαίωμα δόμησης 56,39 τ.μ., επιπλέον από αυτά που τους αναλογούν, έχοντας καλύψει 63,26 τ.μ.
και δομήσει 174,65 τ.μ. του επικοίνου. Ότι το υπολοιπόμενο για τους ενάγοντες δικαίωμα κάλυψης είναι 114,13 τ.μ. και δόμησης 180,12 τ.μ. και ότι με βάση την εμπορική αξία του επικοίνου 400.000 ευρώ και λαμβάνοντας υπόψη τη μείωση αυτής, κατά 10%, λόγω της συνιδιοκτησίας, ήτοι στα 360.000 ευρώ, με μαθηματικούς υπολογισμούς για την εξίσωση των άνισων μερίδων των διαδίκων, που προκύπτουν από την αυτούσια, με σύσταση χωριστής (κάθετης) ιδιοκτησίας, επί του επικοίνου, οι εναγόμενοι πρέπει να καταβάλουν στους ενάγοντες 15.225,30 ευρώ.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία, τις οικείες και παραλλήλως ισχύουσες ουσιαστικού δικαίου, περί διανομής, διατάξεις του ΑΚ και του ΚΠολΔ (799, 800 ΑΚ και 480, 480Α παρ.1, 481 ΚΠολΔ), ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και σχετίζεται με την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού εξέθεσε σ' αυτήν (απόφαση) χωρίς αντιφάσεις, και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα και που ήταν αναγκαία για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής για αυτούσια διανομή του επίκοινου ακινήτου με επιδίκαση στους συνιδιοκτήτες - κοινωνούς - διαδίκους των άνισων μερίδων και τον καθορισμό της οφειλομένης ή δικαιουμένης για την εξίσωση των άνισων αυτών μερών αποζημίωσης, λαμβάνοντας υπόψη τις αιτήσεις και το συμφέρον των διαδίκων-κοινωνών, ενώ περαιτέρω η μη ρητή -ατελής- επίκληση, ότι η, κατά τον ως άνω τρόπο, αυτούσια διανομή του επικοίνου, δεν αντιβαίνει στο συμφέρον των άλλων (συγ)κυρίων, είναι, δηλαδή, συμφέρουσα, που συνάγεται, ωστόσο, σαφώς από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης, προϋπόθεση που τάσσει η διάταξη του άρθρου 480Α ΚΠολΔ, δεν ενέχει τις από τους αριθμούς 1α'και 19 πλημμέλειες του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ1022/2013).
Επομένως ο υποστηρίζων τα αντίθετα τρίτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, οι διαλαμβανόμενες στον τέταρτο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, περί ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το ζήτημα του τρόπου υπολογισμού της αξίας των μερίδων των διαδίκων κοινωνών και του χρηματικού ποσού που θα πρέπει να καταβάλουν οι εναγόμενοι για την εξίσωση των άνισων μερίδων που θα προκύψουν από την αυτούσια, με τη σύσταση δύο χωριστών (καθέτων) ιδιοκτησιών, διανομή, είναι, προεχόντως, απαράδεκτες, καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, ούτε άλλωστε, οι αιτιάσεις αυτές ιδρύουν άλλο λόγο από το άρθρο 559 ΚΠολΔ, με το πρόσχημα δε της πιο πάνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η περί τα πράγματα και ως προς την αξιολόγηση των αποδείξεων ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατόπιν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικαστούν οι πρώτη, δεύτερη και τέταρτος από τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των επτά πρώτων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15/01/2020 αίτηση για αναίρεση της 142/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και της συμπροσβαλλόμενης, εν μέρει, οριστικής 103/2016 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τους πρώτη, δεύτερη και τέταρτο από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των επτά πρώτων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ