Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds, rejecting arguments regarding duty of care and force majeure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision regarding a bank employee's liability. The appellant argued that the lower court failed to apply common sense regarding the duty of care and ignored a force majeure event caused by the Cypriot financial crisis. The court ruled that the appeal was inadmissible because the appellant's claims were either negative assertions or attempts to challenge the substantive judgment on liability, which is not reviewable on appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1, 8 KPolD; An appeal is inadmissible if it relies on negative assertions or challenges the substantive judgment on liability, as these do not constitute a 'fact' or 'request' under the relevant articles.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 619 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 619/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. Κ. του Ε., κατοίκου ….. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. χήρας Π. Κ., το γένος Α. Λ., κατοίκου … και 2) Β. Λ. του Α., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Σκιαδιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3301/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 2428/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία συμπληρώθηκε με την υπ' αριθ. 83/2019 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της υπ' αριθ. 2428/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-12-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 3/2020).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παρανόμου κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης/ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης/προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας-πελάτη.
Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων, ώστε ο αποδέκτης των επενδυτικών υπηρεσιών να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του, και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην αντισυμβαλλομένη αυτού Τράπεζα, θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη (ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 669/2017).
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 3 ν. 3587/2007, που ορίζουν, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια με πράξη ή παράλειψη του κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή" (παρ. 1 εδ.
α), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 1 εδ. β' ), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), και ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ.
α'), προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση, μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος.
Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, περαιτέρω, ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης, λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2251/1994 (ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 1028/2015).
Τέλος, με το άρθρο 25 παρ. 1, 2, 3, 4 και 5 του Ν. 3606/2007, (με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MIFID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ) και του οποίου οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 70 εξακολουθούν να εφαρμόζονται για πράξεις και παραλείψεις που έχουν τελεστεί μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου ν.4514/3-1-2018 (βλ.
άρθρο 98 τούτου), ορίζονται ότι: "1. Οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να ενεργούν κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών σε πελάτες με αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους και ειδικότερα να συμμορφώνονται με τις αρχές που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 8 του άρθρου αυτού. 2.
Οι πληροφορίες που παρέχουν οι ΑΕΠΕΥ σε πελάτες ή σε δυνητικούς πελάτες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές. Οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες........ 3. Οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν στους πελάτες ή στους δυνητικούς πελάτες κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή, ώστε αυτοί να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας και της συγκεκριμένης κατηγορίας του προτεινόμενου χρηματοπιστωτικού μέσου και ως εκ τούτου να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις επί τη βάσει αντικειμενικής πληροφόρησης.
Οι πληροφορίες αυτές μπορεί να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή. Η πληροφόρηση περιλαμβάνει στοιχεία σχετικά με: (α) την ΑΕΠΕΥ και τις υπηρεσίες της, (β) τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, καθώς και κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα ή με την υιοθέτηση των εν λόγω επενδυτικών στρατηγικών, (γ) τους τόπους εκτέλεσης και (δ) το κόστος και τις σχετικές παρεπόμενες επιβαρύνσεις. 4.
Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν επενδυτικές συμβουλές ή προβαίνουν σε διαχείριση χαρτοφυλακίου, οφείλουν να αντλούν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την εμπειρία του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με τη χρηματοοικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς στόχους του, ώστε να μπορούν να τους συστήσουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωση τους (έλεγχος καταλληλότητας). 5.
Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν άλλες επενδυτικές υπηρεσίες εκτός από αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 4, ζητούν από τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία του προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, ώστε να μπορούν οι ΑΕΠΕΥ να εκτιμήσουν κατά πόσον η σχεδιαζόμενη επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλο για τον πελάτη (έλεγχος συμβατότητας).
Εφόσον οι ΑΕΠΕΥ κρίνουν, βάσει των πληροφοριών που έχουν λάβει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, ότι το χρηματοπιστωτικό μέσο ή η υπηρεσία δεν είναι κατάλληλα για τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη, οφείλουν να τον προειδοποιήσουν σχετικά. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. Εάν ο πελάτης ή ο δυνητικός πελάτης δεν παράσχει τις κατά το πρώτο εδάφιο πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του ή αν παράσχει ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να τον προειδοποιήσουν ότι η απόφαση του αυτή δεν τους επιτρέπει να κρίνουν κατά πόσον η προσφερόμενη ή ζητούμενη επενδυτική υπηρεσία ή το προσφερόμενο ή ζητούμενο χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλα γι` αυτόν.
Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή...". Σύμφωνα με τις άνω διατάξεις, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, κατ' αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών. Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της, την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως.
Κατά δε την αρχή της καταλληλότητας, η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών προσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, έτσι ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη, το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδυνεύσεως.
Με βάση τα παραπάνω, δημιουργούνται ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κινήσεως των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή, ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων.
Η παράβαση των διατάξεων αυτών συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, λοιπόν, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση (ΑΠ 931/2019, ΑΠ 244/2016, ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 2428/2018 απόφασή του, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την 83/2019 απόφασή του, δέχθηκε, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "...
Τον Σεπτέμβριο του έτους 2009 ο Π. Κ., αποβιώσας σύζυγος της 1ης ενάγουσας, συνταξιούχος και εύπορος επιχειρηματίας, με μακρά επαγγελματική πορεία στον τομέα της βιομηχανίας και γνώστης των τραπεζικών συναλλαγών, έχοντας κατά το παρελθόν ασχοληθεί συστηματικά με την αγορά συναλλάγματος, ο οποίος διέθετε ακίνητη περιουσία και διέθετε σε αποταμιεύσεις το ποσό των 3.000.000 ευρώ, αποφάσισε να επενδύσει σε ομόλογα, επειδή εξασφάλιζαν υψηλότερη απόδοση (επιτόκιο) σε σχέση με τις τραπεζικές καταθέσεις.
Στην απόφασή του αυτή ωθήθηκε και κατέληξε, κατόπιν των συμβουλών του Δ. Ν., δικηγόρου Θεσσαλονίκης και έμπιστου επί σειρά ετών νομικού του συμβούλου, ο οποίος διέθετε επενδυτική εμπειρία στον τομέα των ομολόγων, έχοντας επανειλημμένως επενδύσει ο ίδιος κατά το παρελθόν σε ομόλογα. Ο ως άνω, Δ. Ν., συνέστησε στον Π.
Κ. να επενδύσει σε ομόλογα έκδοσης της πρώτης εναγόμενης κυπριακής τραπεζικής εταιρίας, υπό την τότε επωνυμία της "MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD" στα οποία και ο ίδιος είχε ήδη επενδύσει... Ο Π. Κ., έχοντας διαμορφώσει άποψη και βούληση ύστερα από την ενημέρωση, τις συμβουλές και την προτροπή του ως άνω νομικού του συμβούλου και έχοντας ήδη προσανατολισθεί στην επιλογή αγοράς του συγκεκριμένου ανωτέρω ομολόγου της πρώτης εναγόμενης, μετέβη, συνοδευόμενος από τον ανωτέρω, στο 269 Υποκατάστημα της "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε," που βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη, η οποία κατά τα προαναφερόμενα ήταν θυγατρική εταιρία της πρώτης εναγομένης, που είχε εκδώσει το οικείο ομόλογο, προκειμένου να εκδηλώσει το ενδιαφέρον του για την αγορά του προϊόντος αυτού και να λάβει τη σχετική ενημέρωση.
Ο Δ. Ν., ο οποίος γνωριζόταν με τη δεύτερη εναγόμενη, επειδή ήταν πελάτης του συγκεκριμένου Τμήματος, έχοντας επενδύσει σε ομόλογα έκδοσης της πρώτης εναγόμενης και θυγατρικών αυτής εταιριών, τον οδήγησε στο γραφείο της δεύτερης εναγόμενης, η οποία ήταν επικεφαλής του Τμήματος υπηρεσιών "private banking" της "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." στη Θεσσαλονίκη.
Ο Π. Κ. εξέθεσε στη δεύτερη εναγόμενη ότι, επιθυμούσε να επενδύσει το ποσό των 2.000.000 ευρώ σε ομόλογο έκδοσης της πρώτης εναγομένης και να ορίσει συνδικαιούχο την πρώτη ενάγουσα, σύζυγό του. Ειδικότερα, το εν λόγω χρεόγραφο ήταν ένα ομόλογο, που είχε εκδοθεί στο πλαίσιο κοινού ομολογιακού δανείου, αποτιμώμενο σε ευρώ, πιστοληπτικής διαβάθμισης από τον Οίκο Moody's "Baal", κυμαινόμενου επιτοκίου (floating Rate Note FRN), με τριμηνιαίο τοκομερίδιο, με επιτόκιο αναφοράς το euribor, με ημερομηνία λήξης την 26-05-2016 και με πιθανή ημερομηνία ανάκλησης την 26- 05-2011...
Η δεύτερη εναγόμενη ενημέρωσε προφορικά τον Π. Κ. για το είδος, τους όρους και τους κινδύνους της οικείας επένδυσης, σχετικά δε με το χρόνο λήξης του ομολόγου και το δικαίωμα της εκδότριας εταιρίας για πρόωρη εξαγορά του εν λόγω ομολόγου του επεσήμανε ότι, η πρόωρη εξαγορά του ομολόγου αποτελούσε δικαίωμα και όχι υποχρέωση της εκδότριας εταιρίας, αλλά ότι η ανάκληση των ομολόγων από τις εκδότριες τραπεζικές εταιρίες αποτελούσε συνήθη πρακτική, όπως πράγματι έως τότε συνέβαινε.
Παρέδωσε, δε, στον Π. Κ. το προδιατυπωμένο έντυπο της αίτησης αγοράς τίτλων, στο οποίο αναγράφονταν τα στοιχεία του οικείου τίτλου, μεταξύ των οποίων και η πιστοληπτική του διαβάθμιση, με συνημμένους τους όρους της εν λόγω αγοραπωλησίας... Στις 14-09-2009 ο Π. Κ., έχοντας λάβει την απόφαση να επενδύσει στο συγκεκριμένο ομόλογο, μετέβη εκ νέου στο γραφείο της δεύτερης εναγόμενης, όπου υπέγραψε την από 14-09-2009 αίτηση για το άνοιγμα λογαριασμού κινητών αξιών.
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας η δεύτερη εναγόμενη, κατόπιν πρόσκλησης του ως άνω, μετέβη στην οικία του, όπου διέμενε με τη σύζυγό του, 1η ενάγουσα, προκειμένου να σκιαγραφήσει το επενδυτικό προφίλ, τόσο το δικό του, όσο και της πρώτης ενάγουσας... Η 2η εναγόμενη ζήτησε, τόσο από τον Π. Κ., όσο και από την πρώτη ενάγουσα σύζυγό του, την οποία αυτός επιθυμούσε να ορίσει συνδικαιούχο του εν λόγω ομολόγου, πληροφορίες σχετικά με την εν γένει επενδυτική τους εμπειρία, την χρηματοοικονομική τους κατάσταση και τους επενδυτικούς τους στόχους, προκειμένου να σκιαγραφήσει το επενδυτικό τους προφίλ κατατάσσοντάς τους στην κατηγορία των "ιδιωτών"...
Στις 17-09-2009 ο Π. Κ. μετέβη για μια ακόμη φορά στο γραφείο της δεύτερης εναγόμενης, κατέθεσε μια τραπεζική επιταγή, ποσού 2.000.000 ευρώ και υπέγραψε την από 17-09-2009 αίτηση αγοράς τίτλων... Μετά την εκτέλεση της παραπάνω εντολής, η τράπεζα απέστελλε σε τακτά χρονικά διαστήματα έγγραφες ενημερώσεις στον Π. Κ. και μετά το θάνατό του (στις 22-12-2009) στην πρώτη ενάγουσα, στις οποίες αναφερόταν ως ημερομηνία λήξης του εν λόγω ομολόγου η 26-05-2016.
Η πρώτη ενάγουσα, μετά το θάνατο του πρααναφερόμενου συζύγου της, όρισε συνδικαιούχο του ανωτέρω ομολόγου τον δεύτερο ενάγοντα αδελφό της. Όταν η πρώτη εναγόμενη εταιρία, εκδότρια του ανωτέρω ομολόγου, δεν άσκησε το δικαίωμα ανάκλησης του ανωτέρω ομολόγου στις 26-05-2011, που είχε ορισθεί ως ημερομηνία πιθανής ανάκλησης, η πρώτη ενάγουσα υπέβαλε στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς την υπ' αριθ.
πρωτ. ΕΚ 10312/01-07-2011 καταγγελία, με την οποία παραπονούταν για τη μη ανάκληση του εν λόγω ομολόγου, διατεινόμενη μάλιστα ότι η πώληση του εν λόγω ομολόγου, που απευθυνόταν σε πεπειραμένους επενδυτές, στο σύζυγό της είχε λάβει χώρα με πρωτοβουλία της δεύτερης εναγομένης, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, προκειμένου να τον πείσει να προβεί στην εν λόγω επένδυση, τού παρέστησε ως βέβαιη την ανάκληση του ομολόγου στις 26-05-2011 και τον διαβεβαίωσε ότι σε ενάμιση έτος (από το 2009) θα του επιστρεφόταν το ποσό, που είχε επενδύσει, έχοντας μέχρι τότε επωφεληθεί τους τόκους.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αφού έλαβε έγγραφες εξηγήσεις από την πρώτη εναγόμενη, έθεσε την υπόθεση στο Αρχείο, κοινοποιώντας την οικεία απόφασή της στην πρώτη ενάγουσα.... Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός των εναγόντων περί εσκεμμένης παραπληροφόρησής τους εκ μέρους της εναγομένης κατά το στάδιο της αγοράς του ομολόγου, τόσο για την πιθανότητα ανάκλησής του κατά το 2011, όσο και για τις αληθείς αποδόσεις του ενδίκου ομολόγου και για τους κινδύνους που περιελάμβανε το εν λόγω επενδυτικό πρόγραμμα, κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, απορριπτομένου του σχετικού λόγου έφεσης, διότι, όπως απεδείχθη, η αγορά του εν λόγω ομολόγου ήταν αποτέλεσμα της ελεύθερης επιλογής του Π.
Κ., κατόπιν ελέγχου της συμβατότητας του επενδυτικού του προφίλ με την επίδικη επένδυση και κατόπιν επαρκούς και αντικειμενικής ενημέρωσής του από τη 2η εναγομένη. Η δε 1η εναγομένη δεν εκτέλεσε πλημμελώς την μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση εντολής, ούτε παρέλειψε να ενημερώσει, όπως είχε υποχρέωση βάσει του άρθρου 25 ν. 3606/2007, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, τον επενδυτή-αγοραστή του αρχικού ομολόγου και τη σύζυγό του, 1η ενάγουσα, δια της προστηθείσας υπαλλήλου της, για το είδος, τις αποδόσεις και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου σύνθετου επενδυτικού προϊόντος, κατά παράβαση των διατάξεων του Νόμου περί καταναλωτών και του άρθρου 25 ν. 3606/2007 και μάλιστα τέσσερα χρόνια πριν την αναστολή της διαπραγμάτευσης του ομολόγου από το Χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου (2009 η σύμβαση/2013 η αναστολή της διαπραγμάτευσης του ομολόγου).
Αντιθέτως, προέκυψε, ότι οι ενάγοντες έλαβαν πλήρη ενημέρωση για τους κινδύνους που υπάρχουν στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου, ενώ επιπλέον τους κατέστη γνωστό, ότι η εναγομένη δεν δύναται να εγγυηθεί τη διαφύλαξη, ή αύξηση του επενδυτικού τους κεφαλαίου και ότι σε περίπτωση που η εκδότρια των ομολόγων εταιρία δεν εκπληρώνει τις αναληφθείσες υποχρεώσεις της, όπως είναι η πληρωμή των τοκομεριδίων και η αποπληρωμή της αξίας του κατά τη λήξη του, τότε οι ίδιοι φέρουν τον σχετικό κίνδυνο.
Ενόψει αυτών, η συμπεριφορά της εναγομένης κατά το στάδιο της αρχικής αγοράς του ομολόγου από τον Π. Κ., δεν κρίνεται αντισυμβατική και παράνομη, όπως αβασίμως οι ενάγοντες διατείνονται, καθώς αποδείχθηκε ότι, αυτή δεν παρέβη τις υποχρεώσεις επιμέλειας, που είχε έναντι του αρχικού επενδυτή, αγοραστή ενός σύνθετου χρηματοπιστωτικού μέσου, σε σχέση με τον έλεγχο συμβατότητας και την πληροφόρησή του, ενώ εκτέλεσε τη σύμβαση με τρόπο σύμφωνο προς τις διατάξεις του Ν. 2251/1994 και του ν. 3606/2007, καθώς και προς την Γενική Αρχή του Δικαίου που επιβάλλει την, εκ μέρους των συμβαλλόμενων, καλόπιστη και σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων και τη λήψη μέτρων πρόνοιας και ασφάλειας, ώστε να αποτραπεί η επέλευση ζημίας στον αντισυμβαλλόμενό τους, απορριπτομένου του σχετικού λόγου έφεσης.
Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι, από το μήνα Μάιο του έτους 2011 η Κυπριακή Δημοκρατία, μετά από αλλεπάλληλες υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητάς της από διεθνείς οίκους αξιολόγησης, αποκλείσθηκε από τις διεθνείς αγορές για σκοπούς δανειοδότησης. Το μήνα Οκτώβριο του έτους 2011 επήλθε η απομείωση των ομολόγων της Ελλάδας, η οποία επηρέασε την κεφαλαιακή βάση, τόσο της Τράπεζας Κύπρου, όσο και της Λαϊκής Τράπεζας (πρώτη εναγομένη), κατάσταση η οποία επιδεινώθηκε ως εκ της δυσμενούς εξέλιξης των χαρτοφυλακίων τους στην Ελλάδα και μεγάλης εκροής καταθέσεων, αλλά και ως εκ της συνεχούς υποβάθμισης των Ελληνικών και Κυπριακών ομολόγων.
Δόθηκε μάλιστα, το μήνα Μάιο του έτους 2012, κρατική στήριξη στη Λαϊκή Τράπεζα, ποσού 1.800.000.000 Ε. Στις 14-05-2012 η πρώτη εναγόμενη δημοσίευσε δελτίο τύπου με δημόσια πρόσκληση προς τους κατόχους του ISIN … ομολόγου, μερίδιο του οποίου είχε αγοράσει ο Π. Κ., να επιλέξουν με σχετική δήλωσή τους έως τις 28-05-2012, είτε την ανταλλαγή των ομολόγων τους με νέα ομόλογα σταθερού επιτοκίου, υψηλής εξασφάλισης, ληξιπρόθεσμα το 2016 και ονομαστικής αξίας ίσης προς το 72,5% εκείνης των αρχικών, είτε την εξαγορά των ομολόγων από την τράπεζα στο 55% της ονομαστικής τους αξίας.
Ως ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής προτάσεων ανταλλαγής ή επαναγοράς ορίσθηκε η 28-05-2012 και ως ημερομηνία διακανονισμού των προτάσεων η 01-06-2012. Ωστόσο, στις 25-05-2012 η πρώτη εναγόμενη εξέδωσε νέο δελτίο τύπου, με το οποίο παρατάθηκε η προθεσμία υποβολής των ανωτέρω προτάσεων έως τις 06-06-2012 και ως ημερομηνία διακανονισμού ορίσθηκε η 12-06-2012.
Το ανωτέρω νέο ομόλογο, σταθερού επιτοκίου, υψηλής εξασφάλισης, με ημερομηνία λήξης την 01-06-2016, έλαβε πιστοληπτική διαβάθμιση Β3 από τη MOODY'S και ΒΒ+ από την FITCH / RATINGS, που σημαίνει ότι: "Ο οφειλέτης είναι περισσότερο ευάλωτος σε σχέση με τους οφειλέτες που έχουν βαθμολογία ΒΒ, ωστόσο, έχει επί του παρόντος την ικανότητα να ικανοποιήσει τις χρηματοπιστωτικές του υποχρεώσεις.
Τυχόν δυσμενείς εξελίξεις στο εταιρικό, οικονομικό ή χρηματοπιστωτικό περιβάλλον πιθανόν να αποδυναμώσουν την ικανότητα η την προθυμία του οφειλέτη να ανταποκριθεί στις χρηματοπιστωτικές του υποχρεώσεις". Με το νέο από 25-05-2012 ως άνω Δελτίο Τύπου το οποίο ήταν τροποιητικό του αρχικού, η 1η εναγομένη έθεσε νέο ειδικό περιοριστικό όρο σχετικά με τα πρόσωπα που δικαιούντο να υποβάλουν προτάσεις ανταλλαγής των υφιστάμενων ομολόγων με νέα, περιορίζοντας το δικαίωμα ανταλλαγής μόνο στους κατόχους ομολόγων στην Κύπρο που είναι επαγγελματίες επενδυτές, ενώ ιδιώτες επενδυτές δεν επιτρέπονταν να προβούν στην πρόταση ανταλλαγής, οδηγούμενοι υποχρεωτικώς στην πρόταση εξαγοράς.
Για το νέο αυτό ομόλογο είχε γίνει αίτηση για την εισαγωγή του σε διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου και για την εγγραφή του στην Επίσημη Λίστα του ανωτέρω Χρηματιστηρίου, με ημερομηνία έναρξης ισχύος την 12-06-2012. Υπό το κράτος αυτών των εξελίξεων, ο δεύτερος ενάγων, συνδικαιούχος του ομολόγου μετά το θάνατο του αρχικού ομολογιούχου, Π.
Κ., γαμπρού του, απόφοιτος εξατάξιου Γυμνασίου, που διατηρούσε στο παρελθόν βιοτεχνία ρούχων, πραγματοποιώντας εξαγωγές στην αλλοδαπή και ήδη συνταξιούχος, μετέβη με τη σύζυγό του στο γραφείο της 2ης εναγόμενης, ζητώντας της να του εκθέσει τις επιλογές που είχε και να τον ενημερώσει σχετικά. Τότε η 2η εναγομένη του συνέστησε ανεπιφύλακτα, να προβεί στην ανταλλαγή του ομολόγου του με νέα ομόλογα, λέγοντάς του ότι, αυτό επιλέγουν οι περισσότεροι επενδυτές, διότι στην περίπτωση αυτή η απομείωση του κεφαλαίου τους περιορίζεται στο 27,5%, (αφού η ονομαστική αξία του νέου ομόλογου ήταν 72,5% του αρχικού), ενώ στην περίπτωση της εξαγοράς η απομείωση του κεφαλαίου θα ήταν 45% (αφού η προσφορά των ομολόγων προς την 1η εναγομένη θα ήταν στο 55% της αξίας του αρχικού).
Ακολουθώντας τη συμβουλή της ο 2ος ενάγων υπέβαλε στην πρώτη εναγόμενη την από 25-5-2012 έγγραφη πρόταση ανταλλαγής, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Υπό την ιδιότητά μου ως κατόχου του ομολόγου ISIN …, ονομαστικής αξίας 2.171.000 ευρώ ("το Υφιστάμενο Ομόλογο") που τηρείται σε Λογαριασμό κινητών αξιών στην Τράπεζα, αποδέχομαι την πρόταση ανταλλαγής της "Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία LTD" ("ο Εκδότης") με ημερομηνία 14-05-2012 ("Πρόταση Ανταλλαγής"), την οποία έχω διαβάσει και κατανοήσει, και αποδέχομαι ρητά και ανεπιφύλακτα άπαντες τους όρους αυτής.
Με την παρούσα δηλώνω, επίσης, ότι παρέχω στην Τράπεζα υπό την ιδιότητά της ως θεματοφύλακα την ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα, όπως προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες που έχει ορίσει ο Εκδότης για την ανταλλαγή του Υφιστάμενου Ομολόγου με ομόλογο σε ευρώ, σταθερού επιτοκίου, υψηλής εξασφάλισης, ληξιπρόθεσμο το 2016 ("Νέο Ομόλογο") που θα εκδοθεί από τον Εκδότη, ονομαστικής αξίας 1.573.000 ευρώ.
Περαιτέρω, δηλώνω ότι: (α) έχω λάβει πλήρη γνώση του περιεχομένου του από 14-05-2012 Πληροφοριακού Σημειώματος του Εκδότη, (β) το Νέο Ομόλογο θα παραμείνει προς φύλαξη στην Τράπεζα σύμφωνα με τους μεταξύ μας συμφωνηθέντες όρους και (γ) έχω την απαιτούμενη γνώση και την εμπειρία να αξιολογήσω τους όρους της Πρότασης Ανταλλαγής, η αποδοχή της οποίας συνιστά δική μου επιλογή και πραγματοποιείται με αποκλειστική πρωτοβουλία μου, χωρίς σύσταση ή οιαδήποτε συμβουλή της Τράπεζας".
Στο στάδιο αυτό, της επιλογής και της απόφασης των εναγόντων για ανταλλαγή ή για εξαγορά του τίτλου τους, η 2η εναγόμενη, προϊσταμένη του τμήματος επενδύσεων, η οποία, ως εκ της θέσης της και της αρμοδιότητάς της είχε υποχρέωση γνώσης των κινδύνων και των περιορισμών του επενδυτικού προϊόντος και ασφαλούς ενημέρωσης των πελατών της, τους οποίους η ίδια είχε κατατάξει στην κατηγορία των "ιδιωτών", κατά τα προαναφερόμενα, (στην οποία πράγματι ανήκαν με βάση το άρθρο 6 και 7 του ν. 3606/2007, το οποίο ορίζει την ιδιότητα του επαγγελματία επενδυτή και στην οποία δεν ανήκαν οι ενάγοντες), από βαριά αμέλειά της δεν τους ενημέρωσε για τον περιοριστικό αυτό όρο του δεύτερου από 25-5-2012 Δελτίου Τύπου, που με τροποποιητική του διάταξη περιόριζε το δικαίωμα ανταλλαγής για τους κατοίκους Κύπρου επαγγελματίες επενδυτές και επιφύλασσε για τους λοιπούς ιδιώτες, όπως οι ενάγοντες, το δικαίωμα εξαγοράς και μόνο, δεδομένου μάλιστα ότι, όπως ήδη επισημάνθηκε, το εν λόγω Δελτίο Τύπου, κυκλοφόρησε στις 25-5-2012, κατά την ημερομηνία της υπογραφής της από 25-5-2012 υπεύθυνης δήλωσης του 2ου ενάγοντος για αποδοχή της πρότασης ανταλλαγής του επίδικου ομολόγου και σε κάθε περίπτωση η 2η εναγόμενη όφειλε να το γνωρίζει, ως υπάλληλος της εκδότριας τράπεζας, σε αντίθεση με τον 2° ενάγοντα που δεν γνώριζε, ούτε όφειλε να το γνωρίζει, αφού θα έπρεπε να του παρασχεθούν από τις εναγόμενες οι στοιχειώδεις πληροφορίες σχετικά με τους περιορισμούς και τους κινδύνους της συγκεκριμένης επένδυσης.
Άλλωστε, ο ενάγων γι' αυτό κατέφυγε στη 2η εναγόμενη, αφού ως προϊσταμένη του τμήματος επενδύσεων της εκδότριας τράπεζας, ήταν γνώστης των πραγμάτων και ανέμενε, ότι θα τον ενημέρωνε και θα τον προστάτευε από τυχόν ατόπημα, ή λανθασμένη επιλογή. Ο 2ος ενάγων δεν διέθετε οποιοσδήποτε μορφής ειδικότερη εκπαίδευση ή εμπειρία, η οποία θα του επέτρεπε να επιλέγει ο ίδιος τις μορφές επωφελούς τοποθέτησης των κεφαλαίων του, περαιτέρω δε, λόγω της έλλειψης εξειδικευμένων γνώσεων, δεν ήταν σε καμία περίπτωση σε θέση να κατανοήσει, να συνδυάσει και να αξιολογήσει το σύνολο των ειδικών και περίπλοκων πληροφοριών, που αφορούν τα πιο εξειδικευμένα επενδυτικά προϊόντα, τούτο δε τον καθιστούσε ανίκανο να ταξινομήσει τα προϊόντα αυτά, ανάλογα με τον κίνδυνο που μπορούσε να περικλείει η επιλογή του.
Εκτός αυτών όμως, τόσο αυτός, όσο και η 1η εναγομένη, ανήκαν στην κατηγορία του ιδιώτη επενδυτή, η δε 2η εναγομένη είχε την υποχρέωση, εν όψει μάλιστα ότι, στο νέο τροποποιητικό Δελτίο Τύπου παρεχόταν η δυνατότητα στους ομολογιούχους που είχαν ήδη προβεί στην προσφορά τους, να την ανακαλέσουν μέχρι την προθεσμία λήξης, στις 6-6-2012, να ενημερώσει τους ενάγοντες, ακόμη και μετά την υποβολή της δήλωσής τους, αφού είχαν το δικαίωμα να την ανακαλέσουν, για την ανωτέρω τροποιητική διάταξη της εκδότριας τράπεζας και να τους καθοδηγήσει στην πρόταση εξαγοράς του τίτλου τους, η οποία ήταν η μόνη ενδεδειγμένη για τους ιδιώτες επενδυτές, προκειμένου να περισώσουν τουλάχιστον το 55% του κεφαλαίου τους, αφού με την εξαγορά του θα τους είχε επιστραφεί άμεσα το 55% της αξίας του αρχικού ομολόγου τους, ήτοι το ποσό των 1.194.050 Ε (2.171.000 X 55%).
Στις 25-06-2012 η Κυπριακή Δημοκρατία, αντιμετωπίζοντας σοβαρότατα προβλήματα που είχαν προκύψει κατά τα τελευταίο έτος, λόγω της αδυναμίας της να χρηματοδοτήσει τις ανάγκες της και να επιλύσει τις ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και δη της Λαϊκής Τράπεζας (πρώτη εναγόμενη) και της Τράπεζας Κύπρου, σε συνδυασμό και με χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας και των δημοσιονομικών, αποφάσισε και απευθύνθηκε για οικονομική βοήθεια στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης των χωρών του Ευρώ και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Πολύμηνες διαπραγματεύσεις οδήγησαν σε προκαταρκτικό Μνημόνιο Συναντίληψης το Νοέμβριο του έτους 2012. Στην πορεία των πραγμάτων όμως και καθόσον δεν επερχόταν οριστική κατάληξη, τα προβλήματα συνεχώς επιδεινώνονταν, με αυξημένες ανάγκες και πιέσεις κάλυψης των τρεχουσών υποχρεώσεων ως προς τα κρατικά δάνεια και τα δημοσιονομικά και με σοβαρή επιδείνωση των αφορώντων τις εν λόγω Τράπεζες, εξαιτίας της μειωμένης ρευστότητας και των συνεχιζόμενων μεγάλων εκροών καταθέσεων όπως και μεγάλων κεφαλαιακών ελλειμμάτων, τα οποία καταδείχθηκαν και σε μελέτη του οίκου PIMCO την 01-02-2013.
Η ήδη από καιρού αναληφθείσα προσφυγή στην έκτακτη ρευστότητα, που παρεχόταν από την Κεντρική Τράπεζα, με τη συμφωνία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, στο Emergency Liquid Assistance (ELA) για σκοπούς στήριξης της Λαϊκής Τράπεζας συνεχίσθηκε και επεκτάθηκε το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2013 και στην Τράπεζα Κύπρου.
Στις 16.3.2013 η Κυπριακή Κυβέρνηση κατέληξε σε πολιτική συμφωνία με το Eurogroup στη βάση προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, που περιλάμβανε αφενός, την παροχή οικονομικής βοήθειας 10.000.000.000 ευρώ από το Eurogroup, με ενδεχόμενη συνεισφορά και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και αφετέρου, τη λήψη μέτρων από την Κυπριακή Δημοκρατία στη βάση ίδιων πόρων και δημοσιονομικών πολιτικών, περιλαμβανόμενου ενός one off stability levy επί όλων των καταθέσεων, ανασφάλιστων όσο και ασφαλισμένων,.
Ωστόσο, το νομοσχέδιο που η Κυπριακή Κυβέρνηση παρουσίασε στη Βουλή προς υλοποίηση της εν λόγω συμφωνίας απερρίφθη από τη Βουλή, στις 19-03-2013. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αποφάσισε, στις 21-03-2013, να διατηρήσει την έκτακτη παροχή ρευστότητας μέσω του ELA, μόνο μέχρι τις 25- 03-2013, εκτός αν ετίθετο σε ισχύ πρόγραμμα της Ε.Ε.
και του Δ.Ν.Τ., που θα διασφάλιζε τη φερεγγυότητα των εν λόγω τραπεζών. Η Λαϊκή Τράπεζα είχε ήδη αξιοποιήσει όλα τα ενέχυρά της για απορρόφηση έκτακτης ρευστότητας και μάλιστα η Κυπριακή Δημοκρατία της παρείχε και συνολική κρατική εγγύηση 1,000.000.000 ευρώ για έκδοση Ομολόγων για το σκοπό αυτό. Η εικόνα που προέκυπτε, ήταν εκείνη του βεβαίου κινδύνου άμεσης χρεοκοπίας της Λαϊκής Τράπεζας και κατά συνέπεια και της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως εγγυήτριάς της σε σχέση με τα εν λόγω ομόλογα, αλλά και ως υπόχρεης, δυνάμει των δικών της κρατικών ομολόγων, με αλυσιδωτές επιπτώσεις στην Τράπεζα Κύπρου, αλλά και σε ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα και το κράτος.
Οι επιπτώσεις θα αντανακλούσαν όχι μόνο στις ανασφάλιστες, αλλά και στις ασφαλισμένες καταθέσεις, αφού δεν θα υπήρχαν τα διαθέσιμα κρατικά ποσά προς κάλυψή τους, δυνάμει των σχετικών Σχεδίων Προστασίας Καταθέσεων. Την επομένη, 22-03-2013, η Κυπριακή Βουλή ψήφισε νόμους που αφορούσαν προσπάθεια διάσωσης της οικονομίας και περιλάμβαναν τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013 (Ν. 17(Ι)/2013), δημοσιευθέντα την ίδια ημέρα, με τον οποίο τέθηκε σε καθεστώς εξυγίανσης (και) η πρώτη εναγόμενη.
Στις 25- 03-2013 επετεύχθη νέα πολιτική συμφωνία της Κυβέρνησης με το Eurogroup στη βάση προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, που περιλάμβανε αφενός την παροχή της ίδιας οικονομικής βοήθειας των 10.000.000.000 ευρώ και αφετέρου τη λήψη μέτρων από την Κυπριακή Δημοκρατία στη βάση ίδιων πόρων και πολιτικών. Τον Μάρτιο του 2013 η 1η εναγομένη τέθηκε σε καθεστώς ειδικής εξυγίανσης, η οποία αποφασίσθηκε, ότι θα λάμβανε χώρα με πλήρη συμμετοχή των μετόχων, των ομολογιούχων και των ανασφάλιστων καταθέσεων.
Ήδη δε από τις 26- 01-2013 το Χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου ανέστειλε τη διαπραγμάτευση του νέου ομολόγου, με αποτέλεσμα η ρευστοποίησή του να είναι χρηματιστηριακά αδύνατη, η δε αξία του έχει εκμηδενισθεί. Σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, 2η εναγομένη, προστηθείσα υπάλληλος της 1ης, λόγω έλλειψης της ιδιαίτερης προσοχής και της επιμέλειας, που μπορούσε και όφειλε να επιδείξει κατά το ανωτέρω δεύτερο στάδιο παροχής επενδυτικών συμβουλών προς τους ενάγοντες και ενεργούσα αντίθετα προς όσα ανέμεναν οι τελευταίοι από τη σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους, τους προέτρεψε να προβούν στην ανταλλαγή του επιδίκου επενδυτικού προϊόντος, το οποίο ήταν εντελώς άγνωστο σ' αυτούς, παραλείποντας να τους πληροφορήσει για τον προεκτεθέντα περιορισμό της επιλογής της ανταλλαγής μόνο για τους Κύπριους επαγγελματίες επενδυτές και για τους κινδύνους που περιέκλειε η επιλογή αυτή για το κεφάλαιό τους, την εξασφάλιση του οποίου επεδίωκαν οι ενάγοντες.
Ως εκ τούτου, επέδειξε αμελή συμπεριφορά, με το να μην τους παράσχει διαφώτιση, ορθή συμβουλευτική καθοδήγηση και προειδοποίηση αναφορικά με τον ανωτέρω περιορισμό και τους άγνωστους κινδύνους που αναλάμβαναν, τους οποίους αυτοί δεν ήταν σε θέση να αντιληφθούν και να αξιολογήσουν, καθώς και το ζημιογόνο αποτέλεσμα που θα μπορούσαν οι κίνδυνοι αυτοί να έχουν, ώστε αυτοί να έχουν στη διάθεσή τους όλα τα απαραίτητα στοιχεία, προκειμένου να αξιολογήσουν τον κίνδυνο της επενδυτικής τους κίνησης και να διαμορφώσουν συνειδητά την απόφασή τους για τη συγκεκριμένη επιλογή.
Η δε 1η εναγόμενη ευθύνεται αντικειμενικά για την αδικοπρακτική συμπεριφορά της 2ης, προστηθείσας από αυτήν υπαλλήλου, (άρθρο 922 ΑΚ), δεδομένου ότι υφίσταται εσωτερική συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξης της 2ης και της υπηρεσίας που της είχε ανατεθεί από την 1η. (ΑΠ 1738/2013, ΑΠ 351/2013, ΑΠ 1727/2008, ΝΟΜΟΣ, Τ.Ν.Πλ.).
Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι η παράνομη συμπεριφορά της 1ης εναγομένης, όπως αυτή διαμορφώθηκε μέσα από τις πράξεις και παραλείψεις της προστηθείσας αυτής υπαλλήλου, συνδέεται αιτιωδώς με τη ζημία των εναγόντων, όπως αυτή αναλύθηκε ανωτέρω, διότι η επένδυσή τους στο νέο επίδικο ομόλογο, με την ανταλλαγή του αρχικού, επιχειρήθηκε χωρίς να έχει προηγηθεί η παροχή προς αυτούς της ακριβούς ενημέρωσης, που ήταν αναγκαία, ώστε να κατανοήσουν τη μορφή και το περιεχόμενο αυτής (επένδυσης) και να αποφασίσουν οι ίδιοι, κατόπιν συσχετισμού των πληροφοριών και των προσδοκιών και των στόχων τους, εάν θα επιλέξουν την προτεινόμενη σ' αυτούς τοποθέτηση του κεφαλαίου τους, (με ανταλλαγή του αρχικού ομολόγου τους), αναλαμβάνοντας μέσω της επιλογής τους, όσους κινδύνους συνδέονται με την τελευταία.
Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ερειδόμενη στις διατάξεις του άρθρου 8 Ν. 2251/1994 ένσταση των εναγομένων, ότι δεν συντρέχει παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά αυτών λόγω ελλιπούς ενημέρωσης των εναγόντων, αναφορικά με την επιλογή της πρότασης ανταλλαγής του ομολόγου, συνδεόμενη αιτιωδώς με τη ζημία των εναγόντων.
Έτσι, με τον τρόπο που ενήργησε η εναγομένη διά του προστηθέντος οργάνου της, παραβίασε τις συναλλακτικές της υποχρεώσεις, όπως το περιεχόμενό τους προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281 και 288 ΑΚ. Η παράλειψη αυτή της εναγόμενης ανάγεται -σύμφωνα με όσα στην μείζονα πρόταση εκτίθενται- στην καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρεώσεως ενημερώσεως, διαφωτίσεως και παροχής κατάλληλης συμβουλής, ήτοι στην παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και του ν.3606/2007, η δε αμελής συμπεριφορά της συνιστά το πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 914 ΑΚ, δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου έφεσης.
Ως αβάσιμη συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν και η ένσταση των εναγομένων περί οικείου πταίσματος των εναγόντων. Περαιτέρω, η θετική ζημία των εναγόντων συνίσταται στο ποσό που απώλεσαν με την ανταλλαγή του ομολόγου τους και συγκεκριμένα στο ποσό του 1.194.050 ευρώ (55% της αξίας του αρχικού ομολόγου, ήτοι 2.171.000 X 55% = 1.194.050) το οποίο θα εισέπρατταν άμεσα, εάν είχαν επιλέξει την εξαγορά και όχι την ανταλλαγή του ομολόγου τους, εάν δηλαδή δεν είχε μεσολαβήσει η αδικοπρακτική συμπεριφορά της 1ης κι της 2ης εκ των εναγομένων, η οποία είχε ως αποτέλεσμα το εν λόγω ποσό κατά το χρονικό εκείνο σημείο (Μάϊο 2012) να παραμείνει στην 1η εναγομένη και να χαθεί οριστικά μαζί με το αρχικώς επενδυθέν κεφάλαιό τους στο παθητικό της 1ης εναγομένης, ενώ η αξία του έχει πλέον εκμηδενιστεί....
Οι ενάγοντες, εξαιτίας της ως άνω παράνομης και υπαίτιας σε βάρος τους συμπεριφοράς της 2ης εναγομένης που επέδειξε βαριά αμέλεια, αλλά και εξαιτίας της προπεριγραφείσας ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της 1ης εναγομένης, υπέστησαν ηθική βλάβη, λόγω της στεναχώριας που δοκίμασαν και της ταλαιπωρίας στην οποία υποβλήθηκαν, για την αποκατάσταση της οποίας το Δικαστήριο κρίνει, ότι εύλογο ποσό χρηματικής ικανοποίησης είναι το ποσό των 10.000 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό της αμέλειας που οι εναγόμενες επέδειξαν σε βάρος τους, τις συνθήκες υπό τις οποίες τέλεσαν την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια πράξη της, το μέγεθος της ζημίας τους, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου έφεσης.
Εφόσον λοιπόν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε διαφορετικά και απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την αγωγή των εναγόντων εκκαλούντων, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, οι δε σχετικοί λόγοι της έφεσης, με τους οποίους οι εκκαλούντες παραπονούνται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι.... ".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα αντίθετα, και, στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση στην ουσία της, δέχθηκε εν μέρει και ως ουσία βάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και επιδίκασε σε αυτούς με την προσβαλλόμενη 2428/2018 απόφασή του, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την 83/2019 απόφασή του, α) ως αποζημίωση για την ζημία που υπέστησαν από την εις βάρος τους αδικοπραξία το ποσό των 1.194.050 ευρώ και δη ποσό 597.025 ευρώ στον καθένα τους, και β) ως χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την αδικοπραξία αυτή των προστηθέντων της εναγομένης.
το ποσό των 10.000 ευρώ στον καθένα τους. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914, 922, 932, 281, 288 ΑΚ, 8 του ν. 2251/1994 και 25 του ν. 3606/2007, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκείμενη περίπτωση χρόνο, κατά παράβαση των οποίων η εναγόμενη, και ήδη αναιρεσείουσα, ως προστηθείσα υπάλληλος της ομοδίκου της Τράπεζας, η οποία παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσίες στο πλαίσιο της άσκησης της επαγγελματικής της δραστηριότητας, με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, από έλλειψη της ιδιαίτερης προσοχής και επιμέλειας που μπορούσε και όφειλε να επιδείξει αυτή κατά το ανωτέρω δεύτερο στάδιο παροχής επενδυτικών συμβουλών προς τους ενάγοντες, ενεργούσα αντίθετα προς όσα ανέμεναν οι τελευταίοι από τη σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους, δεν παρέσχε σ' αυτούς ορθή συμβουλευτική καθοδήγηση και προειδοποίηση αναφορικά με τον ανωτέρω περιορισμό και τους άγνωστους κινδύνους που αναλάμβαναν, τους οποίους αυτοί δεν ήταν σε θέση να αντιληφθούν και να αξιολογήσουν, καθώς και το ζημιογόνο αποτέλεσμα που θα μπορούσαν οι κίνδυνοι αυτοί να έχουν, ώστε να έχουν στη διάθεσή τους όλα τα απαραίτητα στοιχεία, προκειμένου να αξιολογήσουν τον κίνδυνο της επενδυτικής τους κίνησης και να διαμορφώσουν συνειδητά την απόφασή τους για τη συγκεκριμένη επιλογή.
Αντίθετα τους συνέστησε ανεπιφύλακτα, να προβούν στην ανταλλαγή του ομολόγου τους με νέα ομόλογα, λέγοντάς τους ότι αυτό επιλέγουν οι περισσότεροι επενδυτές. Η παράβαση των εκ των ανωτέρω διατάξεων υποχρεώσεων της εναγομένης (και ήδη αναιρεσείουσας) στοιχειοθετεί την αμελή συμπεριφορά της, ως προστηθείσας υπαλλήλου της συνεναγόμενης τράπεζας, η οποία συνιστά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη, παρανομία και η οποία (αμελής συμπεριφορά) κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν πράγματι πρόσφορη να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο και (κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της) προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, προσδιορίζεται δε με σαφήνεια και το ύψος της θετικής ζημίας των εναγόντων (και ήδη αναιρεσιβλήτων).
Το Εφετείο ουδόλως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 147, 361 και 714 ΑΚ, ούτε άλλωστε, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, ήταν εφαρμοστέες. Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ` αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της, όλα τα αναγκαία περιστατικά, που στηρίζουν, με επάρκεια, το σαφές, ως άνω, αποδεικτικό της πόρισμα και δη αναφέρει, με σαφήνεια και πληρότητα: α) τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η συγκεκριμένη (και αναλυτικώς πιο πάνω αναφερομένη) υπαίτια συμπεριφορά της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας, ως προστηθείσας υπαλλήλου της συνεναγόμενής της τράπεζας, κατά παράβαση των προβλεπομένων με τους κανόνες των διατάξεων των άρθρων 8 Ν. 2251/1994, 25 του Ν. 3606/2007 και 281, 288 και 914 ΑΚ, η οποία συνιστά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη, παρανομία και δη ότι η αναιρεσείουσα λόγω έλλειψης της ιδιαίτερης προσοχής και της επιμέλειας, που μπορούσε και όφειλε να επιδείξει κατά το ανωτέρω δεύτερο στάδιο παροχής επενδυτικών συμβουλών προς τους αναιρεσίβλητους και ενεργούσα αντίθετα προς όσα ανέμεναν οι τελευταίοι από τη σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους, τους προέτρεψε να προβούν στην ανταλλαγή του επιδίκου επενδυτικού προϊόντος, το οποίο ήταν εντελώς άγνωστο σ' αυτούς, παραλείποντας από βαριά αμέλειά της να τους πληροφορήσει για τον περιορισμό με το δεύτερο από 25.5.2012 δελτίο τύπου της επιλογής της ανταλλαγής μόνο για τους Κύπριους επαγγελματίες επενδυτές και για τους κινδύνους που περιέκλειε η επιλογή αυτή για το κεφάλαιό τους, την εξασφάλιση του οποίου επεδίωκαν αυτοί, όπως, επίσης, παρέλειψε να τους ενημερώσει ότι, με βάση το άνω δελτίο, είχαν το δικαίωμα και μετά την υποβολή της δήλωσής τους να την ανακαλέσουν και να τους καθοδηγήσει στην πρόταση εξαγοράς του τίτλου τους, η οποία ήταν η μόνη ενδεδειγμένη για τους ιδιώτες επενδυτές, όπως οι αναιρεσίβλητοι, προκειμένου να περισώσουν τουλάχιστον το 55% του κεφαλαίου τους, ως εκ τούτου δε, επέδειξε αμελή συμπεριφορά, με το να μην τους παράσχει διαφώτιση, ορθή συμβουλευτική καθοδήγηση και προειδοποίηση αναφορικά με τον ανωτέρω περιορισμό και τους άγνωστους κινδύνους που αναλάμβαναν, τους οποίους αυτοί δεν ήταν σε θέση να αντιληφθούν και να αξιολογήσουν, καθώς και το ζημιογόνο αποτέλεσμα που θα μπορούσαν οι κίνδυνοι αυτοί να έχουν, ώστε αυτοί να έχουν στη διάθεσή τους όλα τα απαραίτητα στοιχεία, προκειμένου να αξιολογήσουν τον κίνδυνο της επενδυτικής τους κίνησης και να διαμορφώσουν συνειδητά την απόφασή τους για τη συγκεκριμένη επιλογή.
β) Ότι η ως άνω συμπεριφορά της αναιρεσείουσας συνδέεται αιτιωδώς με τη ζημία των αναιρεσιβλήτων, διότι η επένδυσή τους στο νέο επίδικο ομόλογο, με την ανταλλαγή του αρχικού, επιχειρήθηκε χωρίς να έχει προηγηθεί η παροχή προς αυτούς της ακριβούς ενημέρωσης, που ήταν αναγκαία, ώστε να κατανοήσουν τη μορφή και το περιεχόμενο αυτής (επένδυσης) και να αποφασίσουν οι ίδιοι, κατόπιν συσχετισμού των πληροφοριών και των προσδοκιών και των στόχων τους, εάν θα επιλέξουν την προτεινόμενη σ' αυτούς τοποθέτηση του κεφαλαίου τους, (με ανταλλαγή του αρχικού ομολόγου τους), αναλαμβάνοντας μέσω της επιλογής τους, όσους κινδύνους συνδέονται με την τελευταία.
γ) Ότι η ζημία των αναιρεσίβλητων συνίσταται στο ποσό που απώλεσαν με την ανταλλαγή του ομολόγου τους και συγκεκριμένα στο ποσό του 1.194.050 ευρώ (55% της αξίας του αρχικού ομολόγου, ήτοι 2.171.000 X 55% = 1.194.050), το οποίο θα εισέπρατταν άμεσα, εάν είχαν επιλέξει την εξαγορά και όχι την ανταλλαγή του ομολόγου τους, εάν δηλαδή δεν είχε μεσολαβήσει η αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, η οποία είχε ως αποτέλεσμα το εν λόγω ποσό κατά το χρονικό εκείνο σημείο (Μάϊο 2012) να παραμείνει στην τράπεζα και να χαθεί οριστικά μαζί με το αρχικώς επενδυθέν κεφάλαιό τους.
Ενόψει δε της παραδοχής ότι με το τροποποιητικό δελτίο τύπου τέθηκε περιορισμός της επιλογής της ανταλλαγής μόνο για τους Κύπριους επαγγελματίες επενδυτές, παρέπεται ότι σε περίπτωση ενημέρωσής τους από την αναιρεσείουσα δεν θα είχαν πλέον τη δυνατότητα άλλης επιλογής οι αναιρεσίβλητοι παρά μόνο της εξαγοράς του ομολόγου.
Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα αφενός μεν προβάλλει αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, αφετέρου δε προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι.
Οι λοιπές αιτιάσεις για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και έλλειψη νόμιμης βάσης, που είναι διάσπαρτες στους άνω λόγους της αίτησης αναίρεσης, πλήττουν, με επίφαση την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου (ΑΠ 977/2017, ΑΠ 680/2016), καθόσον αναφέρονται στην από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα ως προς την παροχή επενδυτικών συμβουλών εκ μέρους της αναιρεσείουσας κατά το δεύτερο στάδιο και δη κατά τον κρίσιμο χρόνο της 25.5.2012, την πλημμελή εκπλήρωση της υποχρέωσης διαφώτισης των αναιρεσίβλητων κατά το χρόνο της παροχής συμβουλών για την ανταλλαγή ή εξαγορά του επίδικου ομολόγου, την έλλειψη ιδιαίτερης προσοχής και επιμέλειας από την αναιρεσείουσα κατά τον ίδιο χρόνο, της μη ενημερώσεως των αναιρεσίβλητων για το άνω τροποποιητικό δελτίο και την εξ αυτού κατεύθυνση των αναιρεσίβλητων στην αποδοχή της πρότασης ανταλλαγής του ομολόγου, περαιτέρω δε, στην ανάλυση και στάθμισή τους.
Σύμφωνα, επομένως, και με τις προπαρατιθέμενες αιτιολογίες, είναι απαράδεκτες. Οι περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίες περιέχονται στους δύο πρώτους λόγους αναίρεσης, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ισχυρισμούς που δεν προβλήθηκαν από τους αναιρεσίβλητους και δη ότι η διάγνωση του Εφετείου της δήθεν έλλειψης ορθής ενημέρωσης δεν προβλήθηκε με την αγωγή και ότι στο δικόγραφο της τελευταίας δεν διαλαμβάνεται ιστορικό σιωπηρώς συναφθείσας σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι με αυτήν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ρητά επικαλέσθηκαν για τη θεμελίωση της αγωγής τους τη σύναψη σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών τόσο κατά το μήνα Σεπτέμβριο 2009, κατά το στάδιο δηλαδή αγοράς του αρχικού ομολόγου, όσο και κατά το Μάιο 2012, κατά το στάδιο δηλαδή ανταλλαγής ή εξαγοράς του άνω ομολόγου, στη συνέχεια δε ρητά επικαλέσθηκαν ότι η αναιρεσείουσα κατά την πρόταση ανταλλαγής του αρχικού ομολόγου με το νέο παραβίασε την υποχρέωσή της ακριβούς, σαφούς και πλήρους ενημέρωσής τους, αποκρύπτοντας πλήρως ότι υφίσταντο απαγορεύσεις ανταλλαγής για ιδιώτες επενδυτές στους οποίους υποδεικνύονταν μόνο η εξαγορά και, επιπλέον, όλα τα αντικειμενικά δεδομένα που αφορούσαν στην επικινδυνότητα του νέου ομολόγου.
Κατά το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.
εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 84/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, επικαλούμενη παραβίαση των ερμηνευτικών των συμβάσεων διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ στις οποίες όφειλε κατά τους ισχυρισμούς της να προστρέξει το Εφετείο, για να κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο της μεταξύ αυτής και των εναγόντων συμβάσεως που καταρτίσθηκε για την ένδικη επένδυση.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχεται ούτε και εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς την εκφρασθείσα με την ανωτέρω σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών βούληση των διαδίκων. Όλες οι παραδοχές και αναφορές της απόφασης δεν σκόπευαν στην ερμηνεία της εν λόγω σύμβασης, αλλά στην αποδεικτική ανάλυση και αξιολόγηση των συνθηκών υπό τις οποίες αυτή καταρτίστηκε και των ιδιαίτερων περιστάσεων που συνέτρεξαν κατά την πραγματοποίησή της, αναφορικά πάντοτε με το αν παρασχέθηκε ή όχι στους ενάγοντες πλήρης και επαρκής ενημέρωση για τους κινδύνους της ένδικης επένδυσης, όπως και στην αξιολόγηση της γενικότερης συμπεριφοράς της εναγομένης, ως προστηθείσας υπαλλήλου της τράπεζας, προκειμένου το Εφετείο να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων ιδρύσεως ευθύνης της εναγομένης προς αποζημίωση των εναγόντων λόγω αδικοπραξίας.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος ως προς το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη στην πληρότητά του τον ισχυρισμό της ότι παρέσχε πλήρη ενημέρωση στους ενάγοντες για τη φύση και τον κίνδυνο της ένδικης επενδύσεως, είναι απαράδεκτος, γιατί ο ισχυρισμός αυτός, έναντι της αγωγικής βάσεως που θεμελιώνεται στην αδικοπραξία, συνιστά (αιτιολογημένη) άρνηση και επομένως δεν είναι πράγμα κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Η περαιτέρω δε αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε τους όρους της εκτενέστατης διαφώτισης των αναιρεσιβλήτων επί των πάσης φύσεως και αιτίας κινδύνων που ενείχε η επιλεγείσα από αυτούς επένδυση, πλήττει, με επίφαση την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 931/2019). Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 297, 298 ΑΚ ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα, για την ύπαρξη δε υποχρέωσης αποζημίωσης απαιτείται να υφίσταται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του νομίμου λόγου της ευθύνης και της ζημίας που επήλθε. Τέτοιος αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η πράξη ή παράλειψη ενόψει των περιστάσεων ήταν ικανή κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, η οποία εννοιολογικά ταυτίζεται με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να επιφέρει τη ζημία που έγινε (ολΑΠ 2/2019, ολΑΠ 18/2004).
Είναι ενδεχόμενο η αιτιώδης συνάφεια να διακοπεί οπότε δεν οφείλεται αποζημίωση από τη μετά τη διακοπή περαιτέρω σειρά των γεγονότων. Τέτοια διακοπή επέρχεται όταν το γεγονός ήταν, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, ικανό να επιφέρει και θα επέφερε το επιβλαβές αποτέλεσμα, πλην όμως τούτο δεν επήλθε από το γεγονός αυτό, γιατί επήλθε άλλο γεγονός, εντελώς άσχετο προς το προηγούμενο, το οποίο επέφερε το επιβλαβές αποτέλεσμα (ΑΠ 1479/2013).
Η διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου έχει ως προϋπόθεση την παρεμβολή άλλων μεταγενέστερων όλως εξαιρετικών και απρόβλεπτων γεγονότων, ιδίως δε ενεργειών τρίτων προσώπων, ενώ η παράλειψη του ζημιωθέντος να περιορίσει τη ζημία του, παρέχει στον υπόχρεο τη δυνατότατα να προβάλει την εκ του άρθρου 300 ΑΚ ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος.
Σε δικονομικό επίπεδο, ο ζημιωθείς ενάγων έχει την υποχρέωση να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του νόμιμου λόγου ευθύνης και της ζημίας. Η έλλειψη αυτής αποδεικνύεται ανταποδεικτικά από τον εναγόμενο. Σ' αυτόν εναπόκειται η επίκληση και απόδειξη περιστατικών, τα οποία καθιστούν απρόσφορη την αιτιώδη συνάφεια την οποία επικαλείται ο ενάγων.
Η επίκληση από τον εναγόμενο λόγου που διακόπτει κατά τα ανωτέρω την αιτιώδη συνάφεια αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Επομένως, αν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό του εναγομένου για τη μη καταβολή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας ενόψει συνδρομής λόγου διακοπής της αιτιώδους συνάφειας, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ο παραλειφθείς να εξεταστεί ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως (ΑΠ 536/2019).
Τέλος, κατά το άρθ. 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ως "αίτηση που αφέθηκε αδίκαστη" νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή αίτημα ή βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής ή ενδίκου μέσου (ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 156/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο του σκέλος, η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη παράλειψη χρησιμοποίησης των διδαγμάτων κοινής πείρας για την προσήκουσα υπαγωγή των περιστατικών που έγιναν δεκτά στις διατάξεις των άρθρων 300, 288 και 914 ΑΚ και 25 του Ν. 3606/2007, με την επίκληση ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι υπέστησαν ζημία εξ οικείου πταίσματος, καθόσον είχαν πλήρη ενημέρωση επί παντός κινδύνου αφορώντος τα επίδικα ομόλογα, η ίδια δε είχε προβάλλει την αποκλειστική υπαιτιότητα των ζημιωθέντων και την έλλειψη αιτιώδους συνάφειας.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι με την επίφαση αυτού, η αναιρεσείουσα επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου για την υπαιτιότητά της, ως προστηθείσας υπαλλήλου της συνεναγόμενης τράπεζας, αναφορικά με την παράλειψη πλήρους και επαρκούς ενημερώσεως των αναιρεσιβλήτων για τους κινδύνους της επενδύσεως και την συνδρομή αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπαιτιότητάς της και της ζημίας των αναιρεσιβλήτων.
Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αναίρεσης προβάλλει η αναιρεσείουσα την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι, αν και πρόβαλε παραδεκτά στον πρώτο βαθμό και επανέφερε επίσης παραδεκτά στο δεύτερο βαθμό τον ισχυρισμό ότι η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των παραλείψεων της, ως προστηθείσας υπαλλήλου της τράπεζας, και της ζημίας των εναγόντων κατελύθη από εξωτερικό γεγονός ανώτερης βίας και συγκεκριμένα εξαιτίας της αιφνίδιας και απρόβλεπτης κρίσης του κυπριακού χρηματοπιστωτικού συστήματος και της εξ αυτού του λόγου θέσης σε κατάσταση ειδικής εξυγίανσης της εκδότριας τράπεζας, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν τον έλαβε υπόψη, εξ άλλης δε όψεως άφησε αδίκαστη αίτηση έννομης προστασίας της.
Σύμφωνα όμως με τα προπαρατιθέμενα, ο λόγος αυτός είναι πρωτίστως απαράδεκτος διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι αρνητικός και δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ούτε αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ, οπότε και δεν ιδρύεται ο σχετικός λόγος αναιρέσεως. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις και διατυπώνουν σχετικό αίτημα, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Δεκεμβρίου 2018 αίτηση της Χ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2428/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ