Legislator Case Law & Legislation
619/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on leasehold inheritance and procedural notice validity grounds.

Case Number 619/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a leasehold inheritance dispute. The appellant argued that the lower court improperly considered notarized affidavits served to the appellant's lawyer, who was not yet formally appointed as the legal representative at the time of service. However, the court found the appeal unfounded because the lawyer had already acted as the counterparty and signed witness summons documents prior to receiving the specific notice. Consequently, the court ruled that the procedural requirements were met and the lower court's decision stood.

Legislator headnote

AI generated

Articles 980, 982, 983, 994, 574, 612, 619, 620, 632, 641, 1710 of the Civil Code; Article 104 of the Code of Civil Procedure: A legal heir is deemed the owner of the leased property without physical possession or knowledge, and the lease relationship is heritable; procedural acts are valid if performed by a lawyer who subsequently becomes the counterparty.

Keywords

AI generated
leasehold inheritance legal representative status notarized affidavits procedural validity counterparty designation Civil Code provisions Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 983 of the Civil Code
Article 994 of the Civil Code
Article 980 of the Civil Code
Article 982 of the Civil Code
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1526/2006 of the Supreme Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 619 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 619/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ'Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη- Εισηγητή, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 9η Ιανουαρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Χ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Καλόγιαννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1.Α. Β., χήρας Φ., το γένος Ι. Β., κατοίκου ..., 2.Ν. Β. του Ι.,

κατοίκου ..., που παραστάθηκαν μετά, της πληρεξούσιας δικηγόρου Ζωής Σπυροπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2011 αγωγή και την από 8-5-2012 παρεμπίπτουσα αγωγή, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5160/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 3769/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-1-2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 983 ΑΚ που ορίζει ότι η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα, συνάγεται ότι ο κληρονόμος και χωρίς να αποκτήσει τη φυσική εξουσία επί των κληρονομιαίων πραγμάτων, ακόμη δε και χωρίς να έχει γνώση της επαγωγής της κληρονομίας και των αντικειμένων αυτής, θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως νομέας τούτων, διαδεχόμενος ολόκληρη την έννομη σχέση της νομής και τα παραγόμενα από εκείνη δικαιώματα.

Αυτά ισχύουν και επί συννομής, σύμφωνα με το άρθρο 994 ΑΚ και, επομένως, ο συγκληρονόμος θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου συννομέας, χωρίς να έχει αποκτήσει τη φυσική εξουσία επί του πράγματος (ΑΠ 1526/2006). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 980 παρ. 1 και 2 και 982 ΑΚ προκύπτει αφενός ότι, ο νομέας, όταν έχει παραχωρήσει την κατοχή του πράγματος βάσει μισθωτικής σύμβασης, ασκεί τη νομή του δια του μισθωτή, ως αντιπροσώπου του, ο οποίος ενεργεί τις σχετικές επιδηλωτικές πράξεις υπό αυτή την ιδιότητα και αφετέρου ότι ο, ως άνω, αντιπρόσωπος, όσο διατηρεί την κατοχή του πράγματος, τεκμαίρεται ότι το κατέχει στο όνομα του αντιπροσωπευομένου και ότι η νομή επ' αυτού δεν χάνεται για τον αντιπροσωπευόμενο νομέα, προτού ο αντιπρόσωπος εκδηλώσει την πρόθεσή του να νέμεται το πράγμα για τον εαυτό του ή άλλον και ο αντιπροσωπευόμενος λάβει γνώση τούτου.

Επίσης, από το συνδυασμό των άρθρων 574, 612 παρ.1, 619, 620, 632, 641 και 1710 ΑΚ προκύπτει, ότι η μισθωτική σχέση είναι κληρονομιτή και κατά συνέπεια, σε περίπτωση θανάτου του εκμισθωτή, στη μισθωτική σχέση υπεισέρχονται οι κληρονόμοι του (εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου) μόλις αποδεχθούν την κληρονομία (άρθρα 1846, 1847, 1850, 1857, 1940 ΑΚ), χωρίς να χρειάζεται και η προηγούμενη μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής, αφού πρόκειται για κτήση ενοχικής σχέσης και όχι κυριότητας (άρθρα 1846, 1192, 1198 ΑΚ) (ΑΠ1653/2012).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα, στην έννοια του οποίου περιλαμβάνεται και το εμπράγματο τοιούτο, θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού εκείνη τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του τελευταίου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας κατάστασης υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των από την ανωτέρω διάταξη διαγραφομένων ορίων.

Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, ενώ αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην μικρότερο του για την παραγραφή του δικαιώματος από το νόμο προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 689/2018).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).

Ο ανωτέρω λόγος είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

"Δυνάμει του ….53/20-2-1958 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κ. Φ., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Ι. Β. του Ν., πατέρας των εναγόντων, ήδη εκκαλούντων - προσθέτως εκκαλούντων, Α. χήρας Φ. Β., το γένος Ι. Β. και Ν. Β. του Ι., απέκτησε την κυριότητα, κατά ποσοστό 29543/75357 εξ αδιαιρέτου, λόγω πώλησης από την εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ...", ενός οικοπέδου, εκτάσεως 753,57 τετρ.

μέτρων, το οποίο βρίσκεται στην περιφέρεια του Δήμου ..., εμφαίνεται με τον αριθμό "21" και οικοδομικό τετράγωνο (ΜΖ) στο, από 16-5-1957, τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ζ. Π., που προσαρτάται στην 1408/1957 πράξη του παραπάνω συμβολαιογράφου και, σύμφωνα με αυτό, συνορεύει..... Με το ίδιο συμβόλαιο η πωλήτρια εταιρεία μεταβίβασε κατά κυριότητα, στον Α.

Κ. του Ι. ποσοστό 15814/75357 εξ αδιαιρέτου, στη Μ. συζ. Α. Κ. ποσοστό 15900/75357 εξ αδιαιρέτου και στον Ε. Ν. του Κ. ποσοστό 15000/75357 εξ αδιαιρέτου του παραπάνω οικοπέδου. Ακολούθως, οι προαναφερόμενοι τέσσερις συγκύριοι του, ως άνω, οικοπέδου, δυνάμει της 2055/1958 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού σχέσεων συνιδιοκτητών του ίδιου παραπάνω συμβολαιογράφου Κ.

Φ., που μεταγράφηκε νόμιμα, υπήγαγαν το οικόπεδο στο σύστημα οριζόντιας ιδιοκτησίας του ν. 3741/1929 και το διαίρεσαν σε τέσσερα (4) τμήματα, προκειμένου καθένα από αυτά να αποτελέσει ανεξάρτητη ιδιοκτησία, με ποσοστό συγκυριότητας στο όλο οικόπεδο κατά τα αναλογούντα σε καθένα συγκύριο ποσοστά εξ αδιαιρέτου, τα οποία (4 τμήματα) απεικονίζονται στο από 17-10-1957 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Α.

Σ., το οποίο προσαρτάται στην παραπάνω πράξη. Μεταξύ των τμημάτων αυτών περιλαμβάνεται το τμήμα οικοπέδου με αριθμό "1", το οποίο περιήλθε κατά κυριότητα στον προαναφερόμενο Ι. Β. του Νικολάου και αποτελεί το επίδικο ακίνητο. Το εν λόγω ακίνητο έχει εμβαδόν 295,43 τετρ. μέτρων, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 29543/75357 εξ αδιαιρέτου του όλου οικοπέδου, εμφαίνεται στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία....

και, σύμφωνα με αυτό, συνορεύει..... Σημειώνεται ότι η παλαιά αρίθμηση του επίδικου ακινήτου ήταν ..., αλλά μετά τη διαπλάτυνση της ... σήμερα έχει αριθμό …. Κατά το έτος 1969 ο προαναφερόμενος Ι. Β. εκμίσθωσε το πιο πάνω οικόπεδο στην ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ... Ε.Ε.", η οποία συστήθηκε με το από 31-7-1969 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του πρώτου εναγόμενου, ήδη πρώτου εφεσίβλητου, Ε.

Σ., ως ομόρρυθμου μέλους και νόμιμου εκπρόσωπου της εταιρείας και του αδελφού του Ε. Σ., ως ετερόρρυθμου εταίρου, προκειμένου η μισθώτρια εταιρεία να το χρησιμοποιήσει ως εργαστήρι κατασκευής ξύλινων λυόμενων κατοικιών, καθώς και κάθε άλλη συναφή εργασία, ως έδρα δε της εταιρείας ορίστηκε το επίδικο ακίνητο.

Στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό αναγράφεται ότι ως έδρα της εταιρείας ορίζεται το επί της ... 41, ..., κατάστημα, πλην, όμως, δεν καταλείπεται αμφιβολία στο Δικαστήριο ότι πρόκειται για το προαναφερόμενο ακίνητο με παλαιά αρίθμηση "...", ήδη "...", καθώς από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο Ι. Β., εκτός από το ακίνητο αυτό ήταν ιδιοκτήτης και άλλου ακινήτου, κείμενου επί της ... 41.

Στις 18-11-1975 ο Ι. Β. αποβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Ε. χήρα Ι. Β., το γένος Δ. Π. και τα τέκνα του, Ν. Β. του Ι. και Α. συζ. (και ήδη χήρα) Φ. Β., το γένος Ι. Β., στους οποίους περιήλθε εξ αδιαθέτου η κληρονομιαία περιουσία του, κατά ποσοστά 2/8, 3/8 και 3/8 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, στην οποία περιλαμβανόταν και το παραπάνω ακίνητο (επίδικο).

Ακολούθως, στις 22-3-1993 αποβίωσε η Ε. χήρα Ι. Β., χωρίς να αφήσει διαθήκη και το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της στο επίδικο ακίνητο (2/8) περιήλθε εξ αδιαθέτου στους ενάγοντες, στον καθένα κατά 1/8 εξ αδιαιρέτου. Ήδη με την …67/2009 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Α. - Ι. Κ. - Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., οι ενάγοντες αποδέχτηκαν την, ως άνω, εξ αδιαθέτου κληρονομία τόσο του πατέρα τους, όσο και της μητέρας τους, καθώς και την κληρονομία που, κατά τα προαναφερθέντα, περιήλθε εξ αδιαθέτου στη μητέρα τους από τον πατέρα τους και έτσι κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, ο καθένας κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, αναδρομικά από το χρόνο της επαγωγής (ex tunc), που είναι ο θάνατος του κληρονομούμενου.

Για το παραπάνω κληρονομιαίο ακίνητο οι προαναφερόμενοι συγκληρονόμοι υπέβαλαν στην αρμόδια Οικονομική Εφορία Κεφαλαίου Δυτικής Αττικής δήλωση φόρου κληρονομίας... και καταλογίστηκε ο φόρος κληρονομίας, εκδόθηκαν δε κατ' αυτών ατομικές βεβαιώσεις για την πληρωμή του φόρου αυτού, κατά των οποίων αυτοί άσκησαν προσφυγές και, στη συνέχεια, πλήρωσαν το φόρο που προσδιορίστηκε κατόπιν των προσφυγών τους......

Ο πρώτος εναγόμενος Ε. Σ. ισχυρίστηκε ότι, το έτος 1969 ο Ι. Β. του παραχώρησε δωρεάν τη χρήση του επίδικου ακινήτου, με την υποχρέωση να το περιφράξει, να το φροντίζει και να πληρώνει τα δημοτικά τέλη και, ακολούθως, το έτος 1973, του το πώλησε άτυπα, αντί τιμήματος 1.200.000 δραχμών, το οποίο του κατέβαλε τμηματικά κατά το έτος 1974, αλλά δεν καταρτίστηκε το οριστικό συμβόλαιο λόγω του θανάτου του Ι.

Β., το μήνα Νοέμβριο του έτους 1975, από το χρόνο δε της άτυπης πώλησης νεμόταν τούτο (επίδικο) με διάνοια κυρίου και έτσι το έτος 2003, με τη συμπλήρωση εικοσαετούς συνεχούς και αδιατάρακτης νομής απέκτησε την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Ο παραπάνω ισχυρισμός του πρώτου εναγόμενου είναι ουσιαστικά αβάσιμος, διότι δεν επιβεβαιώνεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.

Ειδικότερα, από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι το έτος 1969, μεταξύ του Ι. Β. και του πρώτου εναγόμενου, που ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπος της προαναφερόμενης εταιρείας, καταρτίστηκε σύμβαση μίσθωσης του παραπάνω ακινήτου και όχι σύμβαση χρησιδανείου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται. Μετά το θάνατο του Ι.

Β., στις 18-11-1975, η νομή του επιδίκου περιήλθε στους παραπάνω εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ήτοι, τη σύζυγό του Ε. χήρα Ι. Β. και τους ενάγοντες (ΑΚ 983), οι οποίοι υπεισήλθαν στη μίσθωση, καθώς προς τούτο δεν απαιτείτο να προβούν σε μεταγραφή σχετικής δήλωσης αποδοχής της κληρονομίας, αφού πρόκειται για ενοχική σχέση.

Μάλιστα η προαναφερόμενη μισθώτρια εταιρεία, η οποία με το, από 2-1-1970, ιδιωτικό συμφωνητικό μετατράπηκε σε ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ... Ο.Ε.", με την απευθυνόμενη κατά των παραπάνω κληρονόμων του αρχικού εκμισθωτή Ι. Β., από 14-12-1988, εξώδικη δήλωση που υπογράφει ο πρώτος εναγόμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της μισθώτριας, τους πρόσφερε το ποσό των 200.000 δραχμών για μισθώματα του επίδικου ακινήτου που όφειλε η εταιρεία κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο του έτους 1987 μέχρι Αύγουστο του έτους 1988 (ήτοι, 20 μήνες X 10.000 δραχμές το μήνα), δηλώνοντάς τους ότι, αν αρνηθούν να τα εισπράξουν, θα τα καταθέσει στο όνομά τους στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, όπως και έγινε και συντάχθηκε προς τούτο το 4545/23-12-1988 γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης.

Ο πρώτος εναγόμενος αμφισβήτησε τη γνησιότητα του εν λόγω γραμματίου παρακαταθήκης, ωστόσο, από το με αριθ. πρωτ. 52202/11-11-2014 έγγραφο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων προκύπτει ότι, στις 23-12-1988, ο πρώτος εναγόμενος, Ε. Σ. και ο αδελφός του Ε. Σ., ομόρρυθμα μέλη της μισθώτριας εταιρείας, κατέθεσαν στο εν λόγω Ταμείο το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό υπέρ των εναγόντων και της μητέρας τους Ε.ς χήρας Ι.

Β., με αιτιολογία κατάθεσης "ενοίκιο με το ανάλογο χαρτόσημο από 1-1-1987 μέχρι 31-8- 1988, του επί της ..., ... κείμενου ακινήτου" και κατόπιν αυτού εκδόθηκε το, ως άνω, γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης. Επίσης, ο πρώτος εναγόμενος με την απευθυνόμενη προς το Δήμο ..., με χρονολογία 1994, υπεύθυνη δήλωση για ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα, η οποία προσκομίζεται σε φωτοαντίγραφο από το πρωτότυπο, το οποίο οι ενάγοντες έλαβαν κατόπιν της 40082/2013 παραγγελίας της Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, δήλωσε ως ιδιοκτήτη του επίδικου ακινήτου τον πρώτο ενάγοντα Ν.

Β., ενώ τον ίδιο ως καταναλωτή της παροχής ΔΕΗ που λειτουργούσε στο επίδικο ακίνητο, επί της ... 325. Ενόψει αυτών, ο πρώτος εναγόμενος, με την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου της μισθώτριας εταιρείας, ασκούσε τη νομή του επίδικου ακινήτου, όχι για λογαριασμό του, αλλά ως αντιπρόσωπος των συννομέων, δηλαδή των εναγόντων, καθώς και της μητέρας τους Ε.ς χήρας Ι.

Β. μέχρι το χρόνο του θανάτου της (22-3- 1993), ενώ δεν αποδείχθηκε ότι εκδήλωσε οποτεδήποτε με οποιονδήποτε τρόπο προς αυτούς την πρόθεσή του να νέμεται το ακίνητο για τον εαυτό του και ότι οι ανωτέρω συννομείς έλαβαν γνώση της μεταστροφής της βούλησης αυτού. Ως εκ τούτου, αφού ο πρώτος εναγόμενος δε νεμόταν το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου, ασκώντας επ' αυτού πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου από το έτος 1973 και εφεξής, δεν απέκτησε την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι δυνάμει του …17/7-8-2008 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ε. Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ..., ο πρώτος εναγόμενος πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα στη δεύτερη εναγόμενη Α. Χ. το επίδικο ακίνητο, αντί αναγραφόμενου στο συμβόλαιο τιμήματος 192.614,84 ευρώ.

Ωστόσο, αφού, όπως προεκτέθηκε, κατά το χρόνο κατάρτισης του πιο πάνω συμβολαίου, ο πρώτος εναγόμενος - πωλητής δεν ήταν κύριος του πωλούμενου ακινήτου, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη, η δεύτερη εναγόμενη δεν απέκτησε την κυριότητα αυτού με παράγωνο τρόπο (το προαναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο), αφού αυτό της μεταβιβάστηκε από μη κύριο.

Εξάλλου, αφού οι ενάγοντες, μετά το θάνατο του πατέρα τους Ι. Β., στις 18-11-1975, εξακολούθησαν να νέμονται το επίδικο ακίνητο ως κληρονόμοι του και δεν αποβλήθηκαν από τη νομή αυτού, είναι αβάσιμος, ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγόμενης, τον οποίο πρόβαλε πρωτοδίκως επικουρικά και τον επαναφέρει με τις, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, προτάσεις της, περί παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής, για το λόγο ότι από το χρόνο αποβολής των εναγόντων (1975) μέχρι την επίδοση της αγωγής σ' αυτήν (27-12-2011) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας.

Επίσης, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός που πρόβαλε η ίδια (δεύτερη εναγόμενη) πρωτοδίκως και τον επαναφέρει με τις προτάσεις της στο παρόν Δικαστήριο, περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής (ΑΚ 281), για το λόγο ότι οι ενάγοντες επέδειξαν παντελή αδιαφορία για το επίδικο ακίνητο, καθώς δεν προέβησαν σε εμφανείς πράξεις νομής επ' αυτού, ώστε να εκδηλώσουν τη βούλησή τους ότι εξουσιάζουν το ακίνητο με διάνοια κυρίου, με αποτέλεσμα να της δημιουργήσουν την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν το όποιο τυχόν εμπράγματο δικαίωμά τους.

Τούτο δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε, οι ενάγοντες δεν επέδειξαν αδιαφορία για το επίδικο ακίνητο, αφού αυτοί, καθώς και η μητέρα τους, μετά το θάνατο του πατέρα τους, το έτος 1975, υπέβαλαν γι' αυτό δήλωση φόρου κληρονομίας, το έτος 1981 πλήρωσαν το φόρο που καταλογίστηκε σε βάρος τους και περαιτέρω, δήλωναν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ … τα μισθώματα που εισέπρατταν από αυτό, όπως προκύπτει από την 4590/29-5-2013 βεβαίωση της παραπάνω Δ.ΟΎ.

ενώ το γεγονός ότι προέβησαν στη σύνταξη της 9467 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας το έτος 2009, την οποία, άλλωστε, δεν είχαν νομική υποχρέωση να συντάξουν σε συγκεκριμένο χρόνο, δεν αποτελεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, συμπεριφορά που δηλώνει βούληση των εναγόντων να μην εξουσιάζουν το επίδικο με διάνοια συγκυρίων.....

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος, το έτος 2008 που μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο στη δεύτερη εναγόμενη, ήταν κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, την οποία είχε αποκτήσει νεμόμενος τούτο με διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιατάρακτα, από έτος 1974 που του το πώλησε άτυπα ο Ι.

Β. και ότι, ως εκ τούτου, η δεύτερη εναγόμενη με το 1417/2008 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ε. Δ. απέκτησε την κυριότητα του με παραγωγό τρόπο και, ακολούθως, απέρριψε την από 27-12-2011 αγωγή των εναγόντων, Α. χήρας Φ. Β., το γένος Ι. Β. και Ν. Β. του Ι., έσφαλε ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού ......". Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, δέχθηκε την αγωγή τους, αναγνώρισε αφενός ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν ήταν κύριος του επίδικου ακινήτου και ότι η δεύτερη εναγόμενη - αναιρεσείουσα, λόγω της έλλειψης κυριότητας στον πωλητή, δεν απέκτησε την κυριότητα αυτού με το ανωτέρω συμβόλαιο και αφετέρου ότι συγκύριοι τούτου είναι οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι, ο καθένας κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και υποχρέωσε τη δεύτερη εναγόμενη - αναιρεσείουσα να τους το αποδώσει.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, όσον αφορά τα ουσιώδη ζητήματα, αφενός της μεταβίβασης της νομής του επιδίκου ακινήτου στους ενάγοντες - αναιρεσίβλητους, ως συγκληρονόμους του κυρίου τούτου Ι.

Β. και την εξακολούθηση της άσκησής της από εκείνους, χωρίς τη μεσολάβηση της αποβολής τους, δια του εκπροσώπου της μισθώτριας εταιρείας, ως αντιπροσώπου τους και αφετέρου της επίδειξης ενδιαφέροντος εκ μέρους των εναγόντων, ως κληρονόμων του επιδίκου ακινήτου, με τις παρατιθέμενες εκ μέρους τους, επιδηλωτικές της αποκλειστικής νομής τους επ' αυτού, διακατοχικές πράξεις και δη της υποβολής δήλωσης φόρου κληρονομίας, της καταβολής του καταλογισθέντος σχετικού φόρου και της δήλωσης των εισπραττομένων μισθωμάτων στην αρμόδια ΔΟΥ ...

και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 983 και 281 ΑΚ. Ως εκ τούτου, οι τ' αντίθετα υποστηρίζοντες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι, ενώ κατά το μέρος που αυτοί διαλαμβάνουν επιχειρήματα της αναιρεσείουσας ως προς τις παραπάνω παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο, είναι απαράδεκτοι, καθόσον πλήττεται με αυτούς αποκλειστικά η, μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο, εκτίμηση των αποδείξεων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

O αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Περαιτέρω, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ 613/2016).

Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ως αποδεικτικό μέσο που νομοτύπως με επίκληση προσκομίσθηκε ενώπιόν του, προκειμένου να αποδειχθεί ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η μητέρα των αναιρεσιβλήτων Ε.

χήρα Ι. Β. δεν ασκούσε συννομή επί του επιδίκου ακινήτου δια του μισθωτή της και δη την υπ' αριθ. …67/19-5-2009 συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Α. - Ι. Κ.-Π.. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη, όπως ρητά άλλωστε αναφέρει, "όλα τα έγγραφα, τα οποία καθένας από τους διαδίκους επικελείται και προσκομίζει νόμιμα, σε μερικά από τα οποία γίνεται ειδική μνεία παρακάτω, χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κανένα, κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης...", στα οποία περιλαμβάνεται αναμφίβολα και το προαναφερόμενο συμβολαιογραφικό έγγραφο, ο δε τ' αντίθετα υποστηρίζων σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Εξ άλλου, σύμφωνα με την προϊσχύσασα διάταξη του, καταργηθέντος με το άρθρο 1, άρθρο δεύτερο, παρ. 1 του ν. 4334/2015, άρθρου 270 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ, τα δικαστήρια της ουσίας λαμβάνουν υπόψη ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δυο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση.

Δεκτικός της κλήτευσης αυτής να παραστεί κατά την ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβολαιογράφου ή του ειρηνοδίκη είναι και ο κατ' άρθρο 143 ΚΠολΔ αντίκλητος πληρεξούσιος δικηγόρος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο από τον αριθμό 11 περ. β' ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση διότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη τις προσκομισθείσες με επίκληση από τους αναιρεσίβλητους υπ' αριθ. 3095/18-12-2012 και 3096/18-12-2012 ένορκες βεβαιώσεις των Ι.

Σ. και Ε. Κ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Α.-Λ. Λ., ενώ η προς τούτο κλήτευση δεν έγινε σ' αυτή (αναιρεσείουσα), αλλά στον δικηγόρο Αθανάσιο Καλογιάννη, ο οποίος κατά τη χρονική στιγμή της επίδοσης της σχετικής κλήσης δεν ήταν κατά νόμο διορισμένος πληρεξούσιος δικηγόρος της. Όπως όμως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των προσκομιζομένων διαδικαστικών εγγράφων, ο προαναφερόμενος δικηγόρος, ο οποίος υπήρξε νόμιμος πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας στην κρινόμενη υπόθεση, τόσο στα δικαστήρια ουσίας αμφοτέρων των βαθμών, όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, υπογράφει ο ίδιος την από 6-12-2012 κλήση προς εξέταση μάρτυρα για την ένδικη υπόθεση, ως εκ τούτου δε, στις 13-12-2012 που του επιδόθηκε η σχετική κλήση των αναιρεσιβλήτων, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ.

…94/13-12-2012 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Α. Δ., είχε ήδη καταστεί, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αντίκλητος της αναιρεσείουσας προς παραλαβή της.

Συνεπώς, ο τ' αντίθετα υποστηρίζων τέταρτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-1-2018 αίτηση της Α. Χ. του Δ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 3769/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ