Supreme Court dismisses appeal against civil court judgment for non-appealable factual findings and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a civil court judgment ordering payment of over 1,500 euros. The appellant argued the lower court erred by considering unsubmitted evidence and failed to properly address a set-off defense, but the court found these claims inadmissible. The court ruled that factual assessments and evidence evaluation are non-appealable under Greek civil procedure law, and the alleged procedural defect regarding the set-off did not constitute a valid ground for appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 560(5), (6) of the Code of Civil Procedure; Art. 561(1) of the Code of Civil Procedure: Appeals against civil court judgments are limited to specific legal errors; factual findings and evidence evaluation are non-appealable, and procedural defects not listed in the appeal grounds are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 619 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 619/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό - Εισηγητή, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Τ. Ο., συζύγου Χ. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ζορμπά. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εμπορικής εταιρίας με την επωνυμία "....", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Παπαδογιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-10-2011 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καρδίτσας.
Εκδόθηκε η απόφαση 9/2016 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-12-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η ήδη αναιρεσείουσα με την ένδικη ανακοπή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καρδίτσης, εζήτησε την ακύρωση, για τον αναφερόμενο σ' αυτήν λόγο, της υπ' αριθμ. …5/2011 διαταγή πληρωμής της Ειρηνοδίκου Καρδίτσης, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ' ης, ήδη αναιρεσίβλητη, το ποσό των 1.592,02 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, για απαίτησή της προερχομένη από τραπεζική επιταγή. Η εν λόγω ανακοπή απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την υπ' αριθμ. 9/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καρδίτσης, η οποία πλήττεται ήδη από την ανακόπτουσα με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατόπιν νομίμου, δια του αναιρετηρίου, παραιτήσεως αυτής από του δικαιώματος ασκήσεως εφέσεως κατά της ιδίας αποφάσεως.
Επειδή, κατά το άρθρο 560 αριθμ. 5 και 6 του Κ.Πολ.Δ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως του ενδίκου μέσου, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: ....5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Οι διατάξεις αυτές ταυτίζονται ως προς την διατύπωση και την έννοιά των προς τις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ.8 και 19 Κ.Πολ.Δ.. Έτσι, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ.5 , αντιστοίχου εκείνης του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Επίσης ο από το άρθρο 560 αριθμ.6 Κ.Πολ.Δ. (αντίστοιχος του 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ.), λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων(Α.Π. 1577/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο Καρδίτσης δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος των τα εξής: "Η ανακόπτουσα, ήδη αναιρεσείουσα, η οποία δραστηριοποιείται με την πώληση χρωμάτων και οικοδομικών υλικών, διατηρούσε από το έτος 2004 συνεργασία με την καθ' ης η ανακοπή, ήδη αναιρεσίβλητη, στο πλαίσιο της οποίας προμηθευόταν από αυτήν χρωστικές και βάσεις παραγωγής χρωμάτων, τις οποίες στη συνέχεια επεξεργαζόταν σε αυτόματο μηχάνημα παραγωγής χρωμάτων, που της είχε παραχωρήσει η τελευταία, δυνάμει σύμβασης χρησιδανείου.
Ως προϋπόθεση για τη μεταξύ τους συνεργασία και όρος του ενεργού της ως άνω σύμβασης χρησιδανείου είχε τεθεί από την καθ ης η ανακοπή η επίτευξη από μέρους της ανακόπτουσας ελάχιστων ετήσιων ακαθάριστων εσόδων ύψους 10.000 ευρώ. Το έτος 2010 η ανακόπτουσα δεν επέτυχε τον στόχο αυτό, με αποτέλεσμα να λυθεί η συνεργασία των μερών και η καθ' ης η ανακοπή να αξιώσει την απόδοση του μηχανήματος, που είχε χρησιδανείσει στην ανακόπτουσα.
Κατά τη λήξη της μεταξύ τους συνεργασίας η ανακόπτουσα όφειλε στην καθ' ης, όπως άλλωστε δεν αμφισβητείται...το συνολικό ποσό των 2.600,21 ευρώ, από το οποίο 1.008,19 ευρώ αντιστοιχούσαν στο υπόλοιπο του ατομικού της λογαριασμού, ενώ 1.592,02 ευρώ οφείλονταν λόγω μη πληρωμής της επιταγής, βάσει της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, δηλαδή της 00107642-6 μεταχρονολογημένης επιταγής της "....", που είχε εκδώσει η ανακόπτουσα σε διαταγή της καθ' ης, με φερόμενη ημερομηνία πληρωμής την 30-3-2011, ποσού 2.092,02 ευρώ, από το οποίο αφαιρέθηκαν 500 ευρώ, που κατέβαλε η ανακόπτουσα στην καθ' ης τον Απρίλιο του 2011.
Ενόψει τούτων, η ανακόπτουσα πρότεινε στην καθ' ης, μαζί με το εν λόγω μηχάνημα να της επιστρέψει χρωστικές και βάσεις χρωμάτων, που είχε προμηθευτεί από αυτήν, προκειμένου να συμψηφιστεί η αξία τους με την πιο πάνω οφειλή της, δεδομένου μάλιστα ότι τα προϊόντα αυτά, μετά την απόδοση του μηχανήματος, θα της ήταν άχρηστα, λόγω της αποκλειστικής τους συμβατότητας με το μηχάνημα αυτό.
Η καθ' ης συμφώνησε, επιφυλάσσοντας ωστόσο στον εαυτό της το δικαίωμα να μην δεχθεί την επιστροφή προϊόντων, που δεν ήταν κατάλληλα για περαιτέρω αξιοποίηση, (μεταπώληση, εκμετάλλευση κλπ). Προς τούτο, μάλιστα, απέστειλε τον εμπορικό αντιπρόσωπο της στην περιφέρεια Θεσσαλίας, ο οποίος μετέβη στο κατάστημα της ανακόπτουσας για να διαπιστώσει εάν τα προϊόντα πληρούσαν τον προδιαγραφέντα στόχο.
Πράγματι, την 5-8-2011 η ανακόπτουσα, καθώς άλλωστε συνομολογείται, επέστρεψε στην καθ' ης συνολικά 143 προϊόντα (χρωστικές και βάσεις χρωμάτων...), στην έδρα της καθ' ης, στην Αθήνα, όπου μετά από διαλογή και χημικό έλεγχο αυτών, η τελευταία ενημέρωσε την ανακόπτουσα προφορικά και, κατόπιν, με την από 10-10-2011 εξώδικη δήλωσή της ....ότι θα αποδεχόταν συγκεκριμένα προϊόντα, τα οποία και είχαν παραχθεί μετά την 1-1-2010, και τα οποία η ίδια (καθ' ης) κοστολόγησε στο ποσό των 523,29 ευρώ (βλ.
τα 240 και …/5-9- 2011 πιστωτικά τιμολόγια ποσού 132,66 ευρώ το πρώτο και 390,63 ευρώ το δεύτερο). Το ποσό δε αυτό αφαιρέθηκε από το υπόλοιπο της οφειλής της ανακόπτουσας από τον ατομικό της λογαριασμό, η οποία πλέον διαμορφώθηκε στα 484 ευρώ. Με την ίδια ως άνω εξώδικη δήλωσή της η καθ' ης κάλεσε την ανακόπτουσα να παραλάβει τα υλικά, που δεν είχαν γίνει αποδεκτά.
Η ανακόπτουσα, ωστόσο, δεν συνήνεσε στην επιστροφή των προϊόντων αυτών επικαλούμενη ότι η αρχική τους συμφωνία προέβλεπε αποδοχή του συνόλου των αποσταλέντων υλικών... Όπως όμως προέκυψε από την παραπάνω ακολουθία γεγονότων, η καθ' ης είχε συμφωνήσει στην επιστροφή των εν λόγω προϊόντων με τον όρο να είναι αυτά κατάλληλα για χρήση, πράγμα που από τον έλεγχο, που πραγματοποίησε, προέκυψε ότι δεν ίσχυε για τα προϊόντα, που δεν έγιναν αποδεκτά.
Κατόπιν, συνεπώς, όλων των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ανακόπτουσα διατηρεί ανταπαίτηση σε βάρος της καθ' ης, την οποία και πρότεινε σε συμψηφισμό με την απαίτηση της καθ' ης από την επιταγή, βάσει της οποίας εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, απορριπτομένων συνακόλουθα, για τους ίδιους ως άνω λόγους, και των ισχυρισμών της ίδιας περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της καθ' ης και αδικαιολογήτου πλουτισμού αυτής, πρέπει η ανακοπή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν στο σύνολο της......".
Έτσι κρίνοντας το δικάσαν Ειρηνοδικείου δεν εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως καθόσον διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη εφαρμογή των περί συμψηφισμού ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 440 επ.
Α.Κ., τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε εκ πλαγίου. Τούτο δε διότι στην προσβαλλομένη απόφαση εκτίθενται με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν επαρκώς το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα περί της ουσιαστικής αβασιμότητος του μοναδικού λόγου της ενδίκου ανακοπής, αφού η αναιρεσείουσα δεν είναι δικαιούχος της ανταπαιτήσεως, την οποία πρότεινε σε προς συμψηφισμό με την απαίτηση της αναιρεσιβλήτου, βάσει της οποίας εξεδόθη η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής.
Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως με τον οποίον η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζομένη ειδικότερα ότι το δικάσαν Ειρηνοδικείο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την προβληθείσα με τον λόγο ανακοπής ένσταση συμψηφισμού, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις αντίστοιχες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι αβάσιμος.
Εξάλλου ο αυτός αναιρετικός λόγος, ως προς τις αιτιάσεις του που αναφέρονται στις παραδοχές του Δικαστηρίου περί της ουσιαστικής αβασιμότητος της ανταπαιτήσεως που προβάλλει η αναιρεσείουσα, τυγχάνει απαράδεκτος, καθόσον αφορά την μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των αποδείξεων και την περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από το άρθρο 560 αριθμ. 5 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητος συμψήφισε την αξία των εμπορευμάτων (χρωμάτων) που της επέστρεψε με άλλη απαίτησή της κατ' αυτής, μολονότι η ίδια δεν είχε προβάλει παραδεκτώς, ήτοι κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, σχετική ένσταση, υποπίπτοντας έτσι στην ως είρηται αναιρετική πλημμέλεια.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι η αποδιδομένη στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια της παρά το νόμο αποδοχής της περί συμψηφισμού ενστάσεως και μη κηρύξεως αυτής απαραδέκτου λόγω της αοριστίας της (αντίστοιχος του άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ.), δεν περιλαμβάνεται στους προβλεπομένους από το άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ.
λόγους αναιρέσεως κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων, όπως η προσβαλλομένη. Σε κάθε περίπτωση όμως ο αυτός λόγος αναιρέσεως, τυγχάνει απαράδεκτος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως , αφού όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά και από την επισκόπηση των κατατεθεισών κατά την εκδίκαση της ανακοπής προτάσεων της αναιρεσιβλήτου, ο σχετικός ισχυρισμός της τελευταίας, δεν συνιστά ένσταση συμψηφισμού, αλλά άρνηση της προβληθείσης από την αναιρεσείουσα σχετικής ενστάσεως, υπό την έννοια ότι η απαίτηση που αυτή επικαλείται από την αξία των επιστραφέντων χρωμάτων και προβάλει σε συμψηφισμό με το ποσό της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής, δεν υφίσταται, καθόσον είχε ήδη καταλογισθεί από την αναιρεσίβλητη στην προς αυτήν οφειλή της αναιρεσειούσης από την μεταξύ των συναλλαγή.
Τούτο άλλωστε έγινε δεκτό και με την προσβαλλομένη απόφαση, η οποία απέρριψε (ελλείψει ανταπαιτήσεως) ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την προβληθείσα με τον μοναδικό λόγο ανακοπής ένσταση συμψηφισμού και την ανακοπή στο σύνολο της.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. Γ και Δ Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ,2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Φεβρουαρίου 2016 αίτηση της Τ. Ο., σύζ. Χ. Β., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9/2016 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Καρδίτσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ