Supreme Court dismisses appeal for lack of specific factual grounds regarding substantive law violation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision. The appellant argued that the lower court violated substantive law by rejecting a buyout offer and allowing a contract cancellation, but failed to provide specific factual grounds for this ruling. The court held that an appeal must explicitly detail the material facts accepted by the lower court and the precise error in applying the law to those facts. Since the appellant's brief lacked this necessary specificity, the appeal was rejected.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577(3), 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment on the merits requires the appellant to explicitly state the material facts accepted by the court of first instance and the specific error in the interpretation or application of law, as the admissibility of the appeal depends on the correctness of the operative part of the judgment which is causally linked to these stated facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 619 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 619/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο, και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Δ. Γ. του Π. κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γρηγόριο Παπαδογιάννη.
Του αναιρεσίβλητου: Σωματείου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη …, νομίμως εκπροσωπούμενο, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεόδωρο Ζέρβα με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36611/2011 του ιδίου Δικαστηρίου και 2382/2013 μη οριστική, 677/2015 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 14-8-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 9-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι, όταν η αγωγή κρίθηκε κατ’ ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια την οποία αποδίδει ο αναιρεσείων στη διάταξη, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής και σε τι συνίσταται το σφάλμα της απόφασης περί την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου.
Διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η με πληρότητα παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενό του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις στην απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης.
Δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλομένη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής του προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να δεχθεί εν μέρει μόνο την αγωγή του (αναγνωρίζοντας αυτόν κύριο του επιδίκου ακινήτου και απορρίπτοντας την αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη κατά το αίτημα για την απόδοσή του από το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο σ’ εκείνον, μετά τη επελθούσα λόγω καταγγελίας λύση της μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενης σύμβασης χρησιδανείου) υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1 του Συντάγματος, 1 του προσθέτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 281, 288 και 810 του ΑΚ.
Στο αναιρετήριο, όμως, αφού εκτίθεται ένα υποτυπώδες ιστορικό της υπόθεσης, χωρίς καμία αναφορά στη δικαστική διαδρομή της, το κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος αυτής και μεμονωμένες νομικές σκέψεις, δεν παρατίθενται στην ανάπτυξη του λόγου, ούτε καν στοιχειωδώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε τούτο ως αποδειχθέντα, για να στηρίξει τη φερομένη ως λανθασμένη κρίση του.
Εν όψει των ελλείψεων αυτών του αναιρετηρίου, συμπλήρωση του οποίου δεν επιτρέπεται κατά τα προεκτεθέντα, ένεκα των οποίων (ελλείψεων) δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος του απορριπτικού διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, από την άποψη της ευθείας παραβίασης συγκεκριμένων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, λόγω της αοριστίας του, είναι απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ό λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με την διεκδικητική αγωγή του αναιρεσείοντος: "Δυνάμει του υπ’ αριθ. .../20-2-1984 συμβολαίου πώλησης της συμβ/φου Θεσσαλονίκης, Αικατερίνης Τσακίρη-Παχυγιαννάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα Βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, ο ενάγων, ..., κατέστη αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος του υπ’ αριθ. ...
Κατηγορίας αγροτεμαχίου, που βρίσκεται στην εποικισθείσα περιοχή του ... του Νομού Θεσσαλονίκης, συνολικού εμβαδού 4.298,75
τ.μ.. Το ακίνητο αυτό συνορεύει βόρεια ...., νότια.... , ανατολικά και δυτικά με... Το εναγόμενο είναι μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα σωματείο, συσταθέν το έτος 1986, με σκοπό την καλλιέργεια της ορθόδοξης χριστιανικής πνευματικότητας μεταξύ των μελών του, την εργασία στον τομέα της κοινωνικής αλληλεγγύης και την παροχή κοινωνικής βοήθειας σε πρόσωπα και ομάδες με ειδικές ανάγκες.
Για την υλοποίηση του σκοπού του το εναγόμενο σωματείο, εκτός των άλλων, ίδρυσε στο ... Θεσσαλονίκης το "...", το οποίο παρέχει σε ορφανά, εγκαταλελειμμένα και προερχόμενα από προβληματικές οικογένειες παιδιά, στέγη, προστασία, περίθαλψη, μόρφωση και κάθε αρωγή, υποστήριξη και συμπαράσταση, προκειμένου να επιτευχθεί η μετέπειτα ένταξή τους στο κοινωνικό σύνολο.
Λόγω της δράσης και της κοινωνικής προσφοράς του, το εναγόμενο σωματείο έχει καταστεί ευρέως γνωστό στην ελληνική κοινωνία και απολαύει άριστης φήμης και της εμπιστοσύνης του Ελληνικού Κράτους, της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και των πολιτών, πολλοί εκ των οποίων συνδράμουν οικονομικά για την επίτευξη του σκοπού του (βλ.
προσκομιζόμενα δημοσιεύματα, σε συνδυασμό με το καταστατικό του). Το ... λειτουργεί από το έτος 1996 στο όμορο με το επίδικο, υπ’ αριθ. ... οικόπεδο, που παραχωρήθηκε στο εναγόμενο σωματείο με την υπ’ αριθ. 81.942/2103/3.6.1987 απόφαση του τότε Υφυπουργού Γεωργίας. Κατά το έτος 1992 και κατά την σύνταξη των σχεδίων ανέγερσης των εγκαταστάσεων του ..., ανέκυψε η ανάγκη ανέγερσης κτιρίου πολλαπλών χρήσεων για την κάλυψη ζωτικών αναγκών των διαμενόντων στις εγκαταστάσεις του ...
παιδιών και του βοηθητικού προσωπικού του σωματείου, πλην όμως η ανέγερση του κτιρίου στο ανωτέρω ακίνητο δεν ήταν δυνατή, για πολεοδομικούς λόγους, καθώς δεν παρείχετο η ευκαιρία της χωροθέτησης του κτιρίου εντός του ακινήτου, για τον λόγο ότι, σύμφωνα με τους όρους δόμησης, έπρεπε να τηρηθεί απόσταση 15 μέτρων από τα όρια των γειτονικών ακινήτων.
Προς αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος ο ενάγων, κινούμενος από φιλάνθρωπα αισθήματα και ανθρωπιστικό όραμα και υπό την ιδιότητά του ως Επισκόπου της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας και επιπλέον μέλος του εναγομένου σωματείου, αποφάσισε να παραχωρήσει την κατοχή και χρήση του επιδίκου όμορου ακινήτου του στο εναγόμενο σωματείο, συναινώντας στην χωροθέτηση του κτιρίου πολλαπλών χρήσεων.
Συγκεκριμένα, συναίνεσε στην ανέγερση ενός τμήματος του κτιρίου στο ακίνητό του, διότι ο συντελεστής δόμησης που διέθετε το ακίνητο του εναγομένου σωματείου δεν επαρκούσε. Ειδικότερα ο ενάγων, όταν πληροφορήθηκε τις τεχνικές δυσχέρειες και τα προβλήματα πολεοδομικής φύσης που αντιμετώπιζαν τα σχέδια ανέγερσης του ως άνω κτιρίου πολλαπλών χρήσεων του ..., ωθούμενος από την ευγενή, ανθρωπιστική και φιλάνθρωπη διάθεση και πρόθεση υλοποίησης των σκοπών του εναγομένου σωματείου, συναίνεσε στην ανέγερση του κτιρίου πολλαπλών χρήσεων στη συγκεκριμένη θέση, στην οποία και σήμερα βρίσκεται, στην οποία, τμήμα του κτιρίου αυτού, εμβαδού 342,37 τ.μ., έχει ανεγερθεί επί του ακινήτου του, γνωρίζοντας ότι, μετά από αυτό θα εξαντλούσε τον συντελεστή δόμησης του επιδίκου, επί του οποίου δεν θα μπορούσε πλέον να ανεγερθεί άλλο κτίριο.
‘ Εχοντας λοιπόν επίγνωση όλων των ανωτέρω, ως εκ της ιδιότητάς του ως ... και για την επίτευξη του ως άνω διαρκούς σκοπού ανέγερσης και λειτουργίας τού κτιρίου πολλαπλών χρήσεων προς εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών του ..., με την από 2.7.1992 σύμβαση χρησιδανείου ο ενάγων παραχώρησε κατά χρήση στο εναγόμενο σωματείο το επίδικο αγροτεμάχιο κυριότητάς του, χωρίς αντάλλαγμα και για αόριστο χρόνο, με μοναδικό και αποκλειστικό σκοπό την επίτευξη των σκοπών του εναγομένου σωματείου και χωρίς οποιονδήποτε άλλον όρο, αίρεση, ή προϋπόθεση.
Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ανωτέρω σύμβασης, αυτή προβλέφθηκε αόριστης διάρκειας. Σημειώνεται ότι, το επίσημο έγγραφο της σύμβασης, επικυρωμένο από τη Διεύθυνση Πολεοδομίας και το οποίο φέρει τη σφραγίδα του εναγομένου σωματείου, δεν προβλέπει κανέναν όρο και δεν διαλαμβάνει καμία πρόβλεψη σχετικά με το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης χρησιδανείου.
Σύμφωνα όμως με το από 2-7- 1992 έγγραφο που υπογράφτηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη, εκπροσώπους των διαδίκων, την ίδια ημέρα, προστέθηκε και 2ος όρος στη σύμβαση, σύμφωνα με τον οποίο, προβλέφθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης με έγγραφη δήλωση του χρήστη, ενάγοντος, η οποία θα κοινοποιηθεί στο χρησάμενο (εναγόμενο) προ τριών μηνών, οπότε το τελευταίο θα υποχρεούτο να αποδώσει το αγροτεμάχιο μετά τη λήξη της σύμβασης χρησιδανείου στον χρήστη (βλ.
προσκομιζόμενα έγγραφα). Αποδείχτηκε ότι, ο ενάγων, ένας από τους κυριότερους εμπνευστές του όλου σχεδίου, είχε επανειλημμένα εκφράσει δημοσία την πρόθεσή του, να δωρίσει το ως άνω ακίνητο του στο εναγόμενο σωματείο. (βλ. καταθέσεις των μαρτύρων, Ε. Π. και Ν. Μ. αντίστοιχα, στις, ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνας Καλογιάννη, υπ’ αριθ. .../2007 και .../2007 δοθείσες ένορκες βεβαιώσεις τους, στη λήψη των οποίων ο ενάγων εκλήθη νόμιμα να παραστεί με την από 11.7.2007 Εξώδικη Δήλωση - Κλήση, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. .../11.07.2007 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Μ.
Τ., οι οποίες ελήφθησαν και χρησιμοποιήθηκαν προς αντίκρουση της υπ’ αριθ. .../2007 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής του ενάγοντος και λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια). Σύμφωνα, δε, με την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, Σ. Κ., πολιτικού μηχανικού, μέλους του εναγομένου σωματείου, ο οποίος συνδέονταν φιλικά με τον ενάγοντα κατά τη διάρκεια της θητείας του ως ...
στη Γερμανία, (Μόναχο), η αγορά του ακινήτου εκ μέρους του ενάγοντος υπαγορεύθηκε από την πρόθεσή του και μόνο, της υλοποίησης του σκοπού του σωματείου, τον οποίο και εξυπηρετούσε, της ανέγερσης δηλαδή του ..., το οποίο, όπως ο ίδιος διατράνωνε σε δημόσιες εμφανίσεις του και εκδηλώσεις, αποτελούσε "το όνειρό του".
Ο ενάγων ήταν εξ αρχής σε γνώση του γεγονότος ότι, με την ανέγερση του κτιρίου των πολλαπλών χρήσεων επί του ακινήτου που είχε παραχωρήσει στο εναγόμενο, αυτό θα έπρεπε να παραμείνει στην κατοχή του τελευταίου, καθώς, σε περίπτωση αναζήτησής του, το μεν κτίριο πολλαπλών χρήσεων θα καθίστατο αυθαίρετο στο σύνολο του, το δε τμήμα των 347 τ.μ., που είχε ανεγερθεί επί του επιδίκου ακινήτου, θα έπρεπε να αποκοπεί από το υπόλοιπο κτίριο, (συνθήκη τεχνικώς και λειτουργικώς αδύνατη), κάτι που θα ματαίωνε την ικανοποίηση των σκοπών του εναγομένου σωματείου, καθώς πρόκειται για ενιαίο ακίνητο συγκεκριμένου σκοπού, για την ικανοποίηση του οποίου παραχωρήθηκε, άλλωστε, στο πλαίσιο της προαναφερθείσης συμβάσεως χρησιδανείου από τον ενάγοντα προς το εναγόμενο.
Από το επίδικο αγροτεμάχιο διέρχονται, κατόπιν συναίνεσης του ενάγοντος, βασικά τμήματα των δικτύων ύδρευσης, αποχέτευσης και ηλεκτροδότησης, που καλύπτουν τις ανάγκες όλης της εγκατάστασης του ..., ενώ, ιδιωτική ασφαλτοστρωμένη οδός διέρχεται περιμετρικά τα συνενωμένα ακίνητα του ενάγοντος και του εναγομένου σωματείου.
Ο ενάγων, ο οποίος κατά το χρόνο ανέγερσης του ... διέμενε στη Γερμανία, επισκεπτόταν συχνά και επέβλεπε προσωπικά την εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου, το οποίο, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας ανταπόδειξης, σχεδιάστηκε από γερμανούς μελετητές τεχνικού γραφείου στο Μόναχο, με την πρωτοβουλία, τη συναίνεση και την επίβλεψη του ενάγοντος.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, ο ενάγων από τον Ιούνιο του 2001, οπότε εγκατέλειψε λόγω συνταξιοδότησης τη Γερμανία, διέμενε στις ίδιες τις εγκαταστάσεις του εναγομένου και δη σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο του κτιρίου πολλαπλών χρήσεων, ο οποίος του είχε παραχωρηθεί τιμής ένεκεν από το εναγόμενο, μέχρι τον Οκτώβριο του 2004, οπότε απομακρύνθηκε οριστικά από τις εγκαταστάσεις του ..., κατόπιν απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου σωματείου.
Ειδικότερα, η εν λόγω απόφαση της οριστικής απομάκρυνσής του και απαγόρευσης εισόδου του στις εγκαταστάσεις του εναγομένου, ελήφθη, εξαιτίας καταγγελίας δύο ανήλικων φιλοξενούμενων στις εγκαταστάσεις του εναγομένου, σε βάρος του ενάγοντος, για σεξουαλική παρενόχληση και κακοποίηση, η οποία μεταφέρθηκε στο Προεδρείο του εναγομένου σωματείου από τον ψυχολόγο του ..., Β.
Τ. (βλ. με αριθ. πρωτ. 138/23-9-2004 έγγραφη αναφορά του προαναφερθέντος ψυχολόγου προς το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου). Στη συνέχεια, με την από 30-6-2006 εξώδικη επιστολή του, την οποία απηύθυνε προς το εναγόμενο και η οποία επιδόθηκε με την υπ’ αριθ. .../2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Ν.
Ρ., η οποία φέρει τίτλο "ΔΗΛΩΣΗ ΛΥΣΗΣ ΧΡΗΣΙΔΑΝΕΙΟΥ", ο ενάγων, χωρίς την επίκληση κανενός λόγου, κατήγγειλε τη σύμβαση χρησιδανείου και απαίτησε την, μετά την παρέλευση τριών μηνών από την επίδοσή της, απόδοση του ακινήτου του από το εναγόμενο σωματείο. Το εναγόμενο, αμυνόμενο κατά της διεκδικητικής ένδικης αγωγής, μεταξύ άλλων, προβάλλει την ένσταση δικαιωματικής κατοχής του επιδίκου ακινήτου (1095 ΑΚ), ισχυριζόμενο ότι, κατέχει το ακίνητο δυνάμει ισχύουσας και έγκυρης ενοχικής σύμβασης και δη της προαναφερόμενης σύμβασης χρησιδανείου, η οποία ισχύει εισέτι και είναι έγκυρη, επικαλούμενο ακυρότητα της γενομένης καταγγελίας της εκ μέρους του ενάγοντος, λόγω της άκαιρης και κατά τρόπο προσκρούοντα στις αρχές της καλής πίστης, άσκησής της και της ως εκ τούτου καταχρηστικότητάς της.
Επί του ζητήματος αυτού, αποδείχτηκαν τα εξής: Μετά την παραχώρηση της χρήσης του ανωτέρω ακινήτου στο εναγόμενο σωματείο και δυνάμει της υπ’ αριθ. .../1993 οικοδομικής άδειας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, το εναγόμενο σωματείο προέβη στην ανέγερση του υφισταμένου σήμερα διόροφου κτιρίου με υπόγειο, το οποίο λειτουργεί ως κτίριο πολλαπλών χρήσεων και αποτελείται από ιατρείο, διαμέρισμα, όπου διαμένει ο Διευθυντής του σωματείου, κοινωνικός λειτουργός Λ.
Ι., βιβλιοθήκη, χώρο μελέτης των παιδιών, αίθουσα εκδηλώσεων, γραφεία και αίθουσα συνεδριάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου, στεγάζοντας βασικές λειτουργίες του εναγομένου σωματείου και λειτουργώντας ως ενιαία χωρική, κατασκευαστική και λειτουργική ενότητα με το υπόλοιπο κτίριο, του οποίου αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα.
Η χωροθέτηση του κτιρίου, συνολικής έκτασης 957,33 τμ., το οποίο βρίσκεται εν μέρει εντός του υπ’ αριθ. 1.263 όμορου ακινήτου του εναγομένου, κατά 614,96 τ.μ. και εν μέρει εντός του επιδίκου, υπ’ αριθ. 1.116 ακινήτου, κατά 342,37 τ.μ. (βλ. υπ’ αριθ. …/2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης), καθιστά παντελώς αδύνατο τον τεχνικό και λειτουργικό διαχωρισμό του, όπως τούτο προκύπτει προδήλως από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, στις οποίες διακρίνεται το κτίριο πολλαπλών χρήσεων, το ημικυκλικό τμήμα του οποίου, όπως εμφανίζεται στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, έχει ανεγερθεί επί του επιδίκου ακινήτου του ενάγοντος, ευρισκόμενο σε κατασκευαστική και λειτουργική ενότητα με το υπόλοιπο κτίριο.
Το τμήμα του επιδίκου, υπ’ αριθ. 1.116 ακινήτου, που καλύφθηκε από το κτίριο πολλαπλών χρήσεων, είναι διακριτό επίσης ευχερώς στον κυκλικό τομέα στα προσκομιζόμενα σχεδιαγράμματα. Εκτός του προαναφερομένου τμήματος της κτιριακής εγκατάστασης, επί του επιδίκου ακινήτου έχουν εκτελεστεί και σημαντικά έργα υποδομής, και δη, διαμορφώσεις εδάφους με παρτέρια με γκαζόν, εμβαδού 350 τμ., φύτευση γκαζόν, αραιή δενδροφύτευση, ήπιες διακοσμητικές διαμορφώσεις (θάμνοι, διακοσμητικές πέτρες, πιθάρια, πλακόστρωση), γεώτρηση με αντλία που στεγάζεται εντός κτίσματος αντλιοστασίου, υπόγειος αγωγός ύδρευσης, μήκους 100 μ., δεξαμενή αποθήκευσης νερού, ασφαλτοστρωμένη ιδιωτική οδός, με πλαϊνά ρείθρα συλλογής ομβρίων υδάτων και κράσπεδο, δίκτυα αποχέτευσης, απορροφητική δεξαμενή λυμάτων, δίκτυο ηλεκτροδότησης και τηλεφωνικό δίκτυο, δίκτυο φωτισμού και κλειστός χώρος στάθμευσης.
Όλα τα προηγούμενα έλαβαν χώρα, όχι μόνον χωρίς καμία διαμαρτυρία του ενάγοντος, αλλά, αντιθέτως, όπως προαναφέρθηκε, με πρωτοβουλία του, με την πλήρη συναίνεση και παρότρυνση και υπό τον άμεσο έλεγχο και επίβλεψή του, ενόψει του ότι, κατά τον χρόνο ανέγερσης του κτιρίου πολλαπλών χρήσεων και των λοιπών εγκαταστάσεων του ...
ο ίδιος, διέμενε μεν στη Γερμανία, αλλά επέστρεφε συχνά και επισκεπτόταν τακτικά τις εγκαταστάσεις του ..., επιβλέποντας προσωπικά την εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου, το οποίο αποκαλούσε "έργο ζωής του". Για όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, καταθέτουν οι μάρτυρες του εναγομένου, που έχουν ίδια αντίληψη, οι δε καταθέσεις τους κρίνονται πειστικές, καθώς ουδέν συμφέρον προσδοκούν από την έκβαση της δίκης, αφού οι καταθέσεις και η ιδιότητά τους, ως μέλη του εναγομένου σωματείου, αποσκοπούν στη διατήρηση της υλοποίησης του φιλανθρωπικού και ανθρωπιστικού σκοπού του και μόνο.
Οι δε καταθέσεις τους δεν μπορούν να ανατραπούν από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης (του ενάγοντος), ιερέα Ν. Π., του οποίου η κατάθεση δεν παρέχει επαρκή πίστη για τον σχηματισμό διαφορετικής κρίσης, λόγω της εμφανούς ασάφειας και της αντιφατικότητάς της. Ειδικότερα, ο ανωτέρω μάρτυς, ενώ καταθέτει ότι, ο ενάγων ήταν εμπνευστής και ιδρυτής του εναγομένου ..., σε άλλο σημείο της κατάθεσής του αναφέρει ότι, ουδέποτε συγκατατέθηκε στην ανέγερση του κτιρίου επί του ακινήτου του, αλλά και δεν αντέδρασε στην ανέγερσή του.
Καταθέτει, ωστόσο ότι, η δικαστική διένεξη του ενάγοντος με το εναγόμενο σωματείο ξεκίνησε το 2006, εξ αφορμής της απομάκρυνσής του από τις εγκαταστάσεις του, καθώς και ότι, ο ενάγων διαθέτει και άλλα δικά του ακίνητα, καθώς και κατοικία. Ομοίως, αποδείχθηκε, ότι όλο αυτό το χρονικό διάστημα το εναγόμενο σωματείο προέβη σε διαρκή και διηνεκή χρήση του επίδικου ακινήτου δια της ανέγερσης επ’ αυτού του κτιρίου πολλαπλών χρήσεων προς εξυπηρέτηση του κοινωνικής και ανθρωπιστικής σημασίας σκοπού του, που συνίσταται στην παροχή στέγης και φροντίδας σε ορφανά και εγκαταλελειμμένα παιδιά και σε παιδιά προβληματικών οικογενειών, δηλαδή στην εξυπηρέτηση διαρκών αναγκών των παιδιών αυτών, υπό τα όμματα του ενάγοντος και με τη συναίνεση του, από της ανεγέρσεώς του (1992), μέχρι την άσκηση της εξωδίκου δηλώσεως (2006).
Η εκτίμηση όλων των παραπάνω στοιχείων οδηγεί το Δικαστήριο στο σχηματισμό πλήρους και ασφαλούς δικανικής πεποίθησης σχετικά με το ότι, η γενομένη καταγγελία της σύμβασης χρησιδανείου εκ μέρους του ενάγοντος, η οποία έλαβε χώρα δύο έτη μετά τη ρήξη των σχέσεών τους, ήταν άκαιρη και επιζήμια για το εναγόμενο και ως τέτοια αντίθετη προς τη καλή πίστη (άρθρα 200 και 288 Α.Κ.), λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη και του γεγονότος ότι, η ένδικη σύμβαση εξυπηρετούσε διηνεκή χρήση, αφού η παραχώρηση της χρήσης του ακινήτου έλαβε χώρα για την εξυπηρέτηση και υλοποίηση του σκοπού του εναγομένου σωματείου, του οποίου μάλιστα μέλος είναι ο ενάγων.
Υπήρχε επομένως ανάγκη τότε για χρήση του επιδίκου για την έκδοση της οικοδομικής άδειας των κτιριακών του εγκαταστάσεων, την ανάγκη δε αυτή θέλησε ο ενάγων να εξυπηρετήσει με τη σύμβαση χρησιδανείου και η ανάγκη αυτή δεν έχει εκλείψει μέχρι και σήμερα. Με βάση λοιπόν τις περιστάσεις της φύσης και χρήσης του ακινήτου και της βούλησης των μερών κατά την κατάρτιση της σύμβασης χρησιδανείου, η καταγγελία και αναζήτηση του χρησιδανεισθέντος ακινήτου δεν παρίσταται εύλογη και αποβαίνει άκαιρη και καταχρηστική, ματαιώνοντας τους σκοπούς του εναγομένου σωματείου.
Εξάλλου, μόνη η ρήξη των μεταξύ τους σχέσεων, η οποία επήλθε μετά την απομάκρυνση του ενάγοντος από τις εγκαταστάσεις του εναγομένου και η εκδικητικότητα του ενάγοντος, στην οποία οφείλεται η καταγγελία της σύμβασης χρησιδανείου, δεν καθιστά εύλογη την αναζήτηση του χρησιδανεισθέντος ακινήτου. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι, η καταγγελία του χρησιδανείου και η άσκηση της αγωγής αποτελούσε άσκηση και νόμιμη δικαστική επιδίωξη του δικαιώματος της κυριότητάς του, συνταγματικά καθιερωμένη.
Η άσκηση, ωστόσο, του παραπάνω δικαιώματος του και η από το εναγόμενο με τη συναίνεση και προτροπή του δημιουργηθείσα κατάσταση, συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για το εναγόμενο επιπτώσεις, οι οποίες τελούν σε ουσιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ενάγοντος. Οι δε συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος, όπως αυτές προεκτέθηκαν, οι οποίες είναι επαχθείς για το υπόχρεο, εναγόμενο, υπερτερούν σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που επέρχονται σε βάρος του δικαιούχου ενάγοντος, από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματος του, ιδιαίτερα μάλιστα εν όψει του γεγονότος, α) ότι διέρρευσε μεγάλο χρονικό διάστημα από τη σύναψη της σύμβασης (1992) μέχρι την καταγγελία (2004), χωρίς ο ενάγων να κάνει ειδική μνεία των λόγων που τον οδήγησαν στη λύση της σύμβασης, η οποία καταρτίστηκε για την υλοποίηση των σκοπών του εναγομένου και εξυπηρετεί διηνεκή ανάγκη του υλοποίησης των σκοπών του, στέγασης δηλαδή των ορφανών και εγκαταλελειμμένων ανηλίκων παιδιών, β) ότι ο ενάγων δεν είχε, ούτε έχει ανάγκη κατοικίας, διότι, όπως προαναφέρθηκε, διαθέτει και άλλα ιδιόκτητα ακίνητα και κατοικία (κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, ιερέα Ν.
Π.) ενώ, η ιδιότητά του ως ιερωμένου, Επισκόπου, δεν συνάδει με την επιχειρηματική πρόθεση και σχεδιασμό εμπορικής και οικοδομικής εκμετάλλευσης του επιδίκου, αλλά ούτε και αποδείχτηκε η πρόθεσή του για ανέγερση κατοικίας επ’ αυτού, γ) ότι, με τη μακροχρόνια και αδιατάρακτη παραχώρηση της χρήσης του επιδίκου ο ενάγων επέδειξε προηγηθείσα της άσκησης του δικαιώματος του συμπεριφορά, που διαμόρφωσε εξ αντικειμένου κατάσταση, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, δεκτική έννομης προστασίας, ώστε δεν δικαιολογείται επαρκώς η μεταγενέστερη ενάσκησή του, η οποία, αντιθέτως, εξέρχεται εμφανώς των επιβαλλόμενων από την καλή πίστη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος ορίων, δ) ότι, παρότι το εναγόμενο, πριν από την εκδίκαση της υπόθεσης, προσφέρθηκε να εξαγοράσει το επίδικο ακίνητο, αποζημιώνοντας τον, εκείνος απέκρουσε την πρότασή του.
Εν όψει όλων αυτών, ο ενάγων δημιούργησε μια κατάσταση, διαρκούσα μέχρι την καταγγελία της σύμβασης χρησιδανείου, που καθιστά μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος του, (καταγγελίας του χρησιδανείου και απόδοσης του ακινήτου του), κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις, αφού αυτό τείνει σε ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες, ειδικές, κοινωνικές, ανθρώπινες, αλλά και πραγματικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, ενώ παράλληλα έρχεται σε προφανή αντίθεση με την προγενέστερη εκδηλωθείσα συμπεριφορά του, αυτήν της κοινωνικής και ανθρωπιστικής προσφοράς προς χρήση της ιδιοκτησίας του για τους σκοπούς του εναγομένου".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε πλήρεις, αναλυτικές, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τη διάθεση και το σκοπό του αναιρεσείοντος για τη σύναψη της σύμβασης χρησιδανείου του επιδίκου ακινήτου, το λόγο της απομάκρυνσης του αναιρεσείοντος από το επίδικο, τη ρήξη των σχέσεων μεταξύ των διαδίκων μερών και το λόγο της καταγγελίας της προαναφερόμενης σύμβασης, την πρόταση εξαγοράς εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου του επιδίκου και τη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, από την οποία προκύπτει η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματός του και η προκύπτουσα εξ αυτής ζημία του αναιρεσιβλήτου.
Επομένως ο τ’ αντίθετα υποστηρίζων από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του, που προβάλλεται η αιτίαση ότι χωρίς αιτιολογία το Εφετείο σιγή απέρριψε την πρόταση-αίτημά του για την επίλυση της διαφοράς με προσφυγή σε δικαστική μεσολάβηση, κατά τις διατάξεις του άρθρου 214Β του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, καθόσον σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 4 του ανωτέρω άρθρου (προστεθέντος με το άρθρο 7 του ν. 4055/2012) παρέχεται η διακριτική ευχέρεια και δεν δημιουργείται υποχρέωση στο δικαστήριο (πρώτου ή δευτέρου βαθμού), ανάλογα με την περίπτωση και λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, να καλεί τα μέρη να προσφύγουν στη δικαστική μεσολάβηση για την επίλυση της διαφοράς τους και ταυτόχρονα, αν συμφωνούν τα μέρη, να αναβάλει την εκδίκαση της υπόθεσης σε σύντομη δικάσιμο.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του παρισταμένου αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-8-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 677/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ