Supreme Court allows appeal against traffic accident verdict due to insufficient evidence on fault allocation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a second-instance traffic accident judgment, remanding the case for retrial. The appellant argued that the lower court failed to adequately evaluate a specific court decision regarding the driver's negligence, leaving critical ambiguities about fault. The Court agreed that the appellate court did not sufficiently refute this evidence, violating procedural standards for fact-finding. Consequently, the appeal was upheld, and the case was sent back to the Thessaloniki Court of Appeal for a new trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335 and 336-341 of the Code of Civil Procedure; The appellate court must explicitly refute contradictory evidence and cannot leave unresolved ambiguities regarding the allocation of fault in tort cases, necessitating a remand for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 619 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 619/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Δ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σ. Τ..
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Α. του Ι., κατοίκου ..., 2) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΔΟΜΥΛΚΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΕΠΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 3ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη, ενώ οι 1ος και 2η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-6-2008, 19-2-2009 και 10-9-2009 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15574/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2033/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-3-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων και το 3ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 30-10-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων της αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του 3ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις υπ' αριθμ. 866Β/24-7-2014 και 865Β/24-7-2014 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ... προκύπτει, ότι αυτός μετά από γραπτή παραγγελία του επισπεύδοντος τη συζήτηση Σ. Τ., δικαστικού πληρεξουσίου του αναιρεσείοντος, αντίγραφο της από 12-3-2012 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2033/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης με πράξη κατάθεσης του αρμόδιου Γραμματέα του οικείου Εφετείου Θεσσαλονίκης με αριθμό 57/2012 και πράξη προσδιορισμού δικασίμου για την αρχή της παρούσας αναφερόμενη και κλήση να παραστούν σ' αυτή επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων. Επομένως εφόσον αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο Δικηγόρο, πρέπει να εξετασθεί η βασιμότητα της ένδικης αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 576 παρ. 2 εδ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει την αποδεικτική του κρίση ως προς την αλήθεια ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι αναγκαίο να προβεί και σε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το ίδιο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 άρθ. 11 παρ. γ' του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος, ως αποδεικνυόμενο ή ανταποδεικνυόμενο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ, ότι δηλαδή παρά την γενική διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη της όλα τα αποδεικτικά μέσα δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έχει ληφθεί υπόψη η υπ' αριθμ. 13980/2011 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός του ζημιογόνου οχήματος καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών με αναστολή, διότι κρίθηκε υπαίτιος του τραυματισμού του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανέλεγκτα ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα παρακάτω κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά στο ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και της έλλειψης υπαιτιότητας του οδηγού του εμπλακέντος στο ατύχημα ΙΧΦ αυτοκινήτου, πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου: "...
Η οδός αυτή στο ανωτέρω σημείο είναι διπλής κατεύθυνσης, με τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, με πλάτος οδοστρώματος 14 μέτρα ανά ρεύμα κυκλοφορίας, είναι ευθεία, κατωφέρεια με μικρή κλίση, παραπλεύρως δε του ρεύματος κυκλοφορίας που οδηγεί προς ανατολικά υπάρχει πεζοδρόμιο πλάτους 5,20 μέτρων, το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 80 χιλ/ώρα, (σύμφωνα με σχετική ευρισκόμενη εκεί ρυθμιστική πινακίδα Ρ-2) και κατά τον παραπάνω χρόνο επικρατούσε καλοκαιρία, η κυκλοφορία των πεζών ήταν αραιή και των οχημάτων πυκνή, υπήρχε φως ημέρας και η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια.
Κατά τον ίδιο παραπάνω χρόνο ο πρώτος εναγόμενος των δύο πρώτων αγωγών Σ. Α. κινούνταν στο ρεύμα της εν λόγω Περιφερειακής Οδού Θεσσαλονίκης, που οδηγεί προς ανατολικά, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας αυτού, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης των ίδιων αγωγών εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΔΟΜΥΛΚΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ Ε.Π.Ε.", που είχε προστήσει τον πρώτο στην οδήγηση αυτού, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Αργοναυτική Α.Ε.Γ.Α.", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε οριστικά και στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, της οποίας υπεισήλθε αυτοδικαίως το τρίτο εναγόμενο της πρώτης αγωγής - πλαγιαστικώς εναγόμενο ν.π.ι.δ.
με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων". Όταν ο ενάγων επέλεξε μία δίκυκλη μοτοσικλέτα και ζήτησε να τη δοκιμάσει για να ελέγξει την οδηγητική της συμπεριφορά, ο ιδιοκτήτης του καταστήματος μετέφερε την μοτοσικλέτα εντός του οδοστρώματος της παραπάνω Περιφερειακής Οδού και την τοποθέτησε στο δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας, που οδηγεί προς ανατολικά, παράλληλα προς τον άξονα του οδοστρώματος και με μέτωπο προς την κατεύθυνση του ρεύματος πορείας (δηλ.
προς ανατολικά). Τότε ο ενάγων, που μέχρι τη στιγμή εκείνη βρισκόταν επάνω στο πεζοδρόμιο, κατήλθε στο οδόστρωμα της οδού και περνώντας πίσω από τη μοτοσικλέτα, κατευθύνθηκε στην αριστερή της πλευρά και σήκωσε το δεξιό του πόδι για να επιβιβασθεί σ' αυτήν, προεκτείνοντας συγχρόνως το αριστερό του πόδι προς τ' αριστερά, με αποτέλεσμα ο εμπρόσθιος δεξιός τροχός του παραπάνω φορτηγού, που οδηγούσε όπως λέχθηκε ο Σ.
Α. και διέρχονταν κατά την ίδια χρονική στιγμή δίπλα από τη μοτοσικλέτα, να περάσει πάνω από το αριστερό πέλμα του ενάγοντος και να υποστεί αυτός κάκωση του άκρου αριστερού ποδιού. Σύμφωνα με τα παραπάνω αποδειχθέντα το ένδικο ατύχημα και ο συνεπεία αυτού τραυματισμός του ενάγοντος οφείλεται αποκλειστικά σε δική του υπαιτιότητα.
Συγκεκριμένα ο ενάγων κατά την κάθοδό του από το πεζοδρόμιο στο οδόστρωμα της Περιφερειακής Οδού Θεσσαλονίκης, που είναι οδός ταχείας κυκλοφορίας, με όριο ταχύτητας των οχημάτων στο σημείο εκείνο 80 χιλ/ώρα και την εν συνεχεία προσπάθειά του να επιβιβαστεί στη μοτοσικλέτα, δεν κατέβαλε όπως όφειλε (και όπως θα έπραττε υπό παρόμοιες συνθήκες κάθε μέσος συνετός άνθρωπος) την οφειλόμενη από τις περιστάσεις επιμέλεια και προσοχή, αλλά κατήλθε ανέλεγκτα στο οδόστρωμα και προχώρησε στην αριστερή πλευρά της μοτοσικλέτας, έχοντας εστραμμένη την πλάτη του προς την κατεύθυνση από την οποία κινούνταν τα οχήματα, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί την κίνηση του φορτηγού αυτοκινήτου που κινούνταν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και πλησίαζε στο σημείο που βρισκόταν η μοτοσικλέτα, (του οποίου έπρεπε να αναμείνει τη διέλευση) και στη συνέχεια να επιχειρήσει να επιβιβαστεί στη μοτοσικλέτα, κατά την προσπάθεια δε επιβίβασης στην εν λόγω μοτοσικλέτα επεξέτεινε το αριστερό του πόδι προς τ' αριστερά, αδιαφορώντας για τον κίνδυνο που προκαλούσε η κίνησή του αυτή, με αποτέλεσμα την κατά τα προεκτεθέντα διέλευση της εμπρόσθιας δεξιάς ρόδας του φορτηγού αυτοκινήτου πάνω από το αριστερό του πέλμα.
Πρέπει να σημειωθεί ότι πίσω από τη μοτοσικλέτα και σε μικρή απόσταση απ' αυτήν υπήρχε κάδος απορριμμάτων, που κατά ένα μέρος βρισκόταν σε εσοχή του οδοστρώματος και κατά ένα μέρος κατελάμβανε τμήμα της δεξιάς λωρίδας του οδοστρώματος και έμπροσθεν της μοτοσικλέτας και σε μικρή απόσταση επίσης απ' αυτήν υπήρχε σταθμευμένο όχημα, που καταλάμβανε κατά ένα μέρος τμήμα της δεξιάς λωρίδας του οδοστρώματος και κατά ένα μέρος το πεζοδρόμιο και ως εκ τούτου το φορτηγό ήταν αδύνατο να κινηθεί κατά το χρόνο του ατυχήματος πολύ κοντά στο δεξιό άκρο της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, αφού στην αντίθετη περίπτωση θα προσέκρουε είτε στον κάδο απορριμμάτων, είτε στο σταθμευμένο αυτοκίνητο, ενώ το αριστερό πόδι του ενάγοντος, που εβλάβη, προφανώς εξείχε από την νοητή ευθεία του κάδου απορριμμάτων και του σταθμευμένου οχήματος.
Αντίθετα τον πρώτο εναγόμενο δεν βαρύνει καμία υπαιτιότητα, καθόσον αυτός κινούνταν σύννομα στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε το ανώτατο όριο ταχύτητας των 80 χιλ/ώρα και συγκεκριμένα έβαινε με ταχύτητα 75 χιλ/ώρα περίπου, όπως προκύπτει από την κάρτα του ταχογράφου του οχήματός του, δεν είχε δε τη δυνατότητα να αντιληφθεί τον ενάγοντα, ο οποίος κατήλθε από το πεζοδρόμιο στο οδόστρωμα τέσσερα με πέντε δευτερόλεπτα πριν το ατύχημα, όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε ο αυτόπτης μάρτυρας απόδειξης.
Άλλωστε ο ίδιος ο πρώτος εναγόμενος στην από 13-10-2006 προανακριτική του κατάθεση κατέθεσε ότι το μόνο που αντιλήφθηκε, περνώντας δίπλα από τη σταθμευμένη μοτοσικλέτα, ήταν μία ανατάραξη του οχήματός του, θεωρώντας ότι αυτή προκλήθηκε από το πάτημα κάποιας πέτρας, στη συνέχεια όμως από τον καθρέπτη του οχήματός του είδε τον πεζό ενάγοντα να κινείται προς το πεζοδρόμιο χωλαίνοντας και αμέσως στάθμευσε το όχημά του, για να διαπιστώσει τι συνέβη, γεγονός που είναι επιβεβαιωτικό της κρίσης του Δικαστηρίου ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν είχε τη δυνατότητα ν' αντιληφθεί τον ενάγοντα πριν το ατύχημα, αφού ο τελευταίος κατήλθε στο οδόστρωμα τέσσερα με πέντε δευτερόλεπτα πριν τη διέλευση του φορτηγού δίπλα από τη σταθμευμένη μοτοσικλέτα.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια του ενάγοντος πεζού και του πρώτου εναγομένου και δέχθηκε εν μέρει την πρώτη αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο πρώτος λόγος των δύο πρώτων εφέσεων ...".
Εν προκειμένω από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα ως προς τον κρίσιμο πραγματικό ισχυρισμό των διαδίκων της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο επίδικο ατύχημα διαδίκων έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε "... την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι καθώς και τις επί μέρους ομολογίες των διαδίκων, οι οποίες συνάγονται ...
σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ)", πλην όμως από την γενική αυτή βεβαίωση σε συνδυασμό, και με όλο το αιτιολογικό της απόφασης επί του ανωτέρω προσβαλλόμενου ισχυρισμού ως το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα διαδίκων (ενάγοντος και πρώτου εναγομένου) δεν καθίσταται βέβαιο, αλλά, αντιθέτως, καταλείπονται αμφιβολίες για την εκ μέρους του Εφετείου συνεκτίμηση της υπ' αριθμ. 13980/2011 απόφασης του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, την οποία παραδεκτώς προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων στην δευτεροβάθμια δίκη, όπως προκύπτει από τις παραδεκτώς επισκοπούμενες προτάσεις του.
Η εν λόγω απόφαση προσκομίστηκε προς απόδειξη της συντρέχουσας αμέλειας στο πρόσωπο του πρώτου εναγομένου, οδηγού του ζημιογόνου οχήματος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου. Για το αποδεικτικό αυτό έγγραφο σε ουδεμία μνεία ή σχολιασμό προέβη το Εφετείο, παρά την αποδεικτική του σπουδαιότητα, δεδομένου ότι, υπό το εκτιθέμενο περιεχόμενό του μπορεί να χρησιμεύσει στην συναγωγή τεκμηρίου για το ουσιώδες και κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος αλλά και του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, παρόλο, που το Εφετείο δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο της ανωτέρω αποφάσεως, την οποία, ωστόσο, όφειλε να αντικρούσει λόγω της αντίθετης με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίσης του (ΑΠ 1856/2009).
Επομένως ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καλύπτει και τον αναφερόμενο στο ίδιο ζήτημα της υπαιτιότητας δεύτερο λόγο αναίρεσης πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους Δικαστές. Οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή μέρους της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας κατ' άρθρ. 178, 183 ΚΠολΔ, όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2033/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης συντιθέμενο από άλλους Δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή μέρους της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, από χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ