Supreme Court dismisses appeal on lack of specific evidence and failure to consider public documents.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court of Kalamata regarding inheritance disputes. The appellants argued the lower court failed to consider specific public documents and acted unreasonably by rejecting their claims. The court ruled the appeal inadmissible because the grounds were vague and did not specify which documents were ignored.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1 no. 1, Art. 559 para. 1 no. 11 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on failure to consider evidence must specify the exact documents and demonstrate a clear claim during the hearing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 619 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 619 /2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Φ. Ν. Π., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2. Β. Φ. Π., 3. Α. Φ. Π., 4. Ν. Φ. Π., 5. Σ. Ν. Π., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου καθολικών κληρονόμων της αρχικής διαδίκου Αναστασίας συζ. Φωτίου Παναγοπούλου, και 6. Θ. Π. Θ., συζ. Δ. Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καρατζογιάννη, ο οποίος δήλωσε ότι ο πρώτος αναιρεσείων (Φ. Π.) απεβίωσε στις 11-4-2011 και κληρονομήθηκε από τους ήδη 2ο, 3ο, 4ο και 5η αναιρεσείοντες οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.
Της αναιρεσίβλητης: Α. συζ. Γ. Κ., το γένος Χ. Ζ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Παναγιωτόπουλο.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και ο πληρεξούσιος της αντιδίκου ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.
Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια της Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/11-1-1971 αγωγή των Γ. και Χ. Ζ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/1971, 118/1988, 80/1995 και 3/2001 μη οριστικές, 36/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 38/2010 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-7-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 28-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις του άρθρου 287 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες η διακοπή δίκης επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης, τη γνωστοποίηση δε αυτή μπορεί να κάνει και αυτός που ήταν κατά τη στιγμή που επήλθε ο λόγος της διακοπής πληρεξούσιος του διαδίκου στο πρόσωπο του οποίου επήλθε ο λόγος αυτός, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 96 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία η πληρεξουσιότητα παρέχεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με έγγραφο της αρχής, είτε με προφορική δήλωση του εντολέα διαδίκου, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση, προκύπτει, ότι, για να είναι νόμιμη η γνωστοποίηση από πληρεξούσιο δικηγόρο λόγου διακοπής δίκης που επήλθε στο πρόσωπο του εντολέα του, πρέπει αυτός-πληρεξούσιος δικηγόρος- να είναι εφοδιασμένος με σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο.
Διαφορετικά η δίκη συνεχίζεται. Εξάλλου, από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 94 παρ.1, 97 παρ.1, 104 και 576 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Εάν δε τη συζήτηση επισπεύδει ο αντίδικός του, ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο τελευταίος τον έχει κλητεύσει νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσειόντων Γεώργιου Καρατζογιάννη, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, γνωστοποιήθηκε ο θάνατος του εντολέα του, Φ.
Π. του Ν. πρώτου αναιρεσείοντος, στις 11.4.2011 και ότι ο θανών κληρονομήθηκε από τα τέκνα του, 2ο, 3ο, 4ο και 5η αναιρεσείοντες, οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη. Όμως, παρά τη δήλωση αυτή του πληρεξούσιου δικηγόρου, η δίκη συνεχίζεται, αφού, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος είχε την απαιτούμενη πληρεξουσιότητα για τη γνωστοποίηση του λόγου αυτού διακοπής της δίκης και εν γένει για την εκπροσώπηση των αναιρεσειόντων.
Από τις εκθέσεις επίδοσης 648β/15-12-2010, 655β, 656β, 657β και 658β/20-12-2010 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας ..., και 7175/18-7-2011 της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., η οποία λόγω θυροκόλλησης συνοδεύεται από τις από 18-7-2011 απόδειξη και βεβαίωση της παρ.4 του άρθρου 128 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, ύστερα από έγγραφη παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της ένδικης, από 23-7-2010 αίτησης αναίρεσης κατά της 38/2010 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 7-12-2011), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσείοντες, οι οποίοι εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, αλλά δεν έλαβαν μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, δηλαδή με νόμιμα διορισμένο δικηγόρο ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση για παράστασή τους στο ακροατήριο κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1113, 795, 798 και 799 ΑΚ, 478 επ., 118 αριθ.4, 216 παρ.1α και 224 εδαφ. β ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι τα απαραίτητα κατά νόμο στοιχεία της βάσης της αγωγής με την οποία ζητείται η διανομή κοινού πράγματος είναι η συγκυριότητα του ενάγοντος, η μεταξύ αυτού και του εναγομένου κοινωνία, η ακριβής περιγραφή του διανεμητέου ακινήτου, η μη συμφωνία του εναγομένου για εξώδικη διανομή και σχετικό αίτημα.
Ειδικότερα, βάση της αγωγής διανομής κοινού πράγματος είναι η συγκυριότητα του ενάγοντα με τους καθ' ων απευθύνεται αυτή, το στοιχείο δε αυτό αρκεί να περιέχεται στην αγωγή, χωρίς να είναι απαραίτητο να εκτίθεται σ' αυτή και ο τρόπος με τον οποίο ο εναγόμενος έγινε συγκύριος του διανεμητέου πράγματος.
Η έρευνα ως προς αυτό γίνεται από το δικαστήριο παρεμπιπτόντως, μόνο εφόσον αμφισβητηθεί από τον εναγόμενο, οπότε και υποχρεούται ο ενάγων, με τις προτάσεις του της πρώτης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο συζήτησης της αγωγής, να καθορίσει τον τρόπο με τον οποίο έγινε αυτός-εναγόμενος-συγκύριος, αλλιώς η αγωγή καθίσταται ενγενομένως αόριστη και απορρίπτεται.
Περαιτέρω, κατά της συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ.1, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, η κληρονομική διαδοχή, είτε χωρεί εκ του νόμου, είτε εκ διαθήκης, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας των κληρονομιαίων κινητών και ακινήτων πραγμάτων, η κυριότητα όμως των ακινήτων που περιλαμβάνεται στην κληρονομία, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα σ' αυτό, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, μόνον εφόσον αυτός (κληρονόμος) αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο της κληρονομία και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή εκδοθεί κλρηονομητήτιρο και μεταγραφή αυτό.
Έτσι, επί αγωγής διανομής κοινού πράγματος, που η συγκυριότητα του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο στηρίζεται στην κληρονομική διαδοχή, αποτελούν στοιχεία του κύρους αυτής, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ, τόσο η αποδοχή της κληρονομίας, όσο και η μεταγραφή της ή η έκδοση κληρονομητηρίου και η μεταγραφή αυτού, η παράλειψη δε των στοιχείων αυτών στην αγωγή, καθιστά την τελευταία αόριστη, της αοριστίας αυτής μη δυναμένης να συμπληρωθεί με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησής της (αγωγής).
Τα αμέσως πιο πάνω στοιχεία δεν είναι αναγκαία να μνημονεύονται στην αγωγή στην περίπτωση ου ο θάνατος του κληρονομουμένου επήλθε πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946), εφόσον η κληρονομία του, σύμφωνα με το άρθρο 92 του Εισαγωγικού Νόμου του ΑΚ, διέπεται από τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου, που δεν απαιτούσαν την τήρηση των διατυπώσεων αυτών.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 12 πανδ. (28.7), ν.14 παρ.8 πανδ. (11.7) και ν.69 πανδ. (29.2) του προϊσχύσαντος του ΑΚ Β.Ρ.Δ., οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος, καθώς οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομουμένου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, αποκτούν την κληρονομία με μονομερή δήλωση της βούλησής τους για αποδοχή αυτής που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομία).
Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή (έγγραφή προφορική), είτε σιωπηρή, συναγόμενη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου, που καλείται στην κληρονομία για ανάμειξη σ' αυτήν και απόκτησή της. Σύμφωνα, επίσης, με τις διατάξεις των ν.2 Εισ. (2-19), 3Εισ (3-1), 14 πανδ. (38-16), οι οικείοι (SUI), δηλαδή τα ανήλικα τέκνα του κληρονομουμένου, που τελούσαν υπό την άμεση πατρική εξουσία του τελευταίου, κατά τον χρόνο του θανάτου του, αποκτούσαν αυτοδικαίως την κληρονομία του εξουσιαστή πατέρα τους, χωρίς τη γνώση ή βούλησή τους, είτε επρόκειτο για κληρονομική διαδοχή από το νόμο (εξ αδιαθέτου), είτε από διαθήκη.
Επί κληρονομικής, επομένως, διαδοχής, που έλαβε χώραν υπό την ισχύ του Β.Ρ.Δ., πρέπει για την πληρότητα, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ, της αγωγής, να αναφέρονται σ' αυτή τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για την επαγωγή της κληρονομίας στον κληρονόμο, δηλαδή είτε το ότι ο τελευταίος ήταν, κατά το χρόνο του θανάτου του κληρνομουμένου, ανήλικος και τελούσε υπό την άμεση πατρική εξουσία αυτού, οπότε η κληρονομία επάγεται αυτοδικαίως σ' αυτόν, είτε ότι ο ίδιος υπεισήλθε στην κληρονομία με ρητή ή σιωπηρή δήλωσή του και αναμείχθηκε σ' αυτήν με πρόθεση κληρονόμου.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση απαιτείται η επίκληση στην αγωγή συγκεκριμένων υλικών πράξεων, από τις οποίες εμφαίνεται η βούληση του κληρονόμου να αποκτήσει την κληρονομία, ενώ μόνη η επίκληση του γεγονότος ότι το κληρονομιαίο ακίνητο περιήλθε στον κλρηονόμο από κληρονομική διαδοχή, δεν αρκεί για το ορισμένο της αγωγής.
Στην προκείμενο περίπτωση, από την παραδεκτή 9άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει, ότι οι αρχικώς ενάγοντες και δικαιοπάροχοι της αναιρεσιβλήτου ισχυρίστηκαν, ότι ο πατέρας τους Σ. Ζ. Ζ., ο όποιος πέθανε το 1928 χωρίς να αφήσει διαθήκη, και κληρονομήθηκε κατ' ισομοιρία από αυτούς και την αδελφή τους Ε.
Ζ. (απώτερη δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων), που ήταν οι μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, κατείχε και νεμόταν τα ακίνητα που περιγράφονται κατά θέση, έκταση και όρια, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι το θάνατό του, για χρονικό διάστημα που υπερέβαινε την 50ετία, και ότι αυτοί (αρχικώς ενάγοντες) υπεισήλθαν και αναμείχθηκαν στην κληρονομία με πρόθεση κληρονόμου, ενεργώντας, κατά την απουσία τοςυ στις ΗΠΑ, όλες τις πράξεις νομής και κατοχής σ' αυτά δια της προαναφερόμενης αδελφής τους (Ε.
Ζ.), η οποία κατοικούσε μόνιμα στους Χριστιανούς (τόπο καταγωγής τους) και ενεργούσε όλες τις συναφείς με τη φύση και τον προορισμό των εν λόγω ακινήτων υλικές πράξεις (καλλιέργεια κλπ) τόσο για την ίδια ατομικά όσο και ως αντιπρόσωπος των συγκληρονόμων- αδελφών της. Ζήτησαν δε, εφόσον οι αρχικώς εναγόμενοι και κατά τα άνω συγκύριοι των επίδικων ακινήτων δεν συναινούσαν στην αυτούσια διανομή τους, να διαταχθεί η διανομή τους και αν αυτή είναι ανέφικτη - να διαταχθεί- η πώλησή τους με πλειστηριασμό.
Με τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο, που έκρινε την ένδικη αγωγή ορισμένη, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον περί αοριστίας της εν λόγω αγωγής ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι δεν γίνεται μνεία στην αγωγή ότι οι ενάγοντες είχαν αποδειχθεί ρητά ή σιωπηρά την κληρονομία του πατέρα τους, δεν παρέλειψε παρά τη νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, και ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος, όμως αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά του εν λόγω ισχυρισμού στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, πρέπει να γίνεται μόνο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει ο ισχυρισμός να παρατίθεται στο ακροατήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.
Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους του ς προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνους των αριθμών 1 και 19, αντίστοιχα, του εν λόγω άρθρου (ΠΑ 2011/2009). Επομένως, οι περιλαμβανόμενες στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολδ, γιατί, αν και έπρεπε να τα πράξει αυτεπαγγέλτως, δεν ερεύνησε, α) αν είχε εγγραφεί ή ένδικη αγωγή στα βιβλία διεκδικήσεων του αρμόδιου υποθηκοφυλακείου, 2) αν είχε υποβληθεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 106 παρ.1 του ν.δ. 118/1973 δήλωση φόρου κληρονομίας για τα επίδικα ακίνητα, και 3) αν είχε γίνει αποδοχή κληρονομίας και μεταγραφή της κληρονομίας από την αναιρεσίβλητη, πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως, ως αόριστες, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι οι ως άνω ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων - οι οποίοι δεν εμπίπτουν σε καμία από τις προβλεπόμενες στη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ εξαιρέσεις- είχαν προταθεί παραδεκτά από μέρους τους στο Εφετείο με λόγ της έφεσής τους, σε κάθε δε περίπτωση, η με αριθ. (2) πιο πάνω αιτίαση ως απαράδεκτη, αφού, στην περίπτωση αυτή δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, μη απαιτούμενης της αναίρεσης της απόφασης για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με το άρθρο 106 παρ.1 του ν.δ. 118/1973 φορολογικού σκοπού, ο οποίος δεν έχει επίδραση στην έκβαση της δίκης και συνεπώς και στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης.
ΙΙΙ.- Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ ιδρύετα, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: " Το έτος 1928 απεβίωσε, χωρίς ν' αφήσει διαθήκη, στους Χριστιάνους-Μεσσηνίας ο Σ. Ζ. Ζ., πατέρας των αρχικών εναγόντων Γ. Ζ. και Χ. Ζ. και Ε. Ζ., σύζυγου και μητέρας, αντίστοιχα, των αρχικώς εναγομένων Β. Ν. Α., Α.
συζ. Φ. Π., το γένος Β. Α. και Χ. Β. Α.. Κατά το χρόνο του θανάτου του ο Σ. Ζ. ήταν κύριος, νομέας και κάτοχος των αναφερόμενων στην υπό κρίση αγωγή δέκα ακινήτων, που βρίσκονται στη κτηματική περιφέρεια Χριστιάνων-Μεσσηνίας και συγκεκριμένα: (ακολουθεί η περιγραφή των δέκα αυτών ακινήτων). Όλα τα προπεριγραφόμενα ακίνητα συναποτελούσαν την κληρονομιαία περιουσία του Σ.
Ζ., η οποία, κατά το θάνατό του περιήλθε στα τέκνα, ήτοι τους αρχικούς ενάγοντες, την αδελφή τους Ε. συζ. Β. Α., σύζυγο και μητέρα, αντίστοιχα των αρχικώς εναγομένων. Οι ενάγοντες, ως ενήλικοι κατιόντες του κληρονομουμένου, δηλαδή ως μη τελούντες υπό την άμεση πατρική εξουσία του τελευταίου, μη οικείοι αυτού (SUI), κατά το προισχύσαν ΒΡΔ, από τον χρόνο της επαγωγής της κληρονομίας σ' αυτούς, υπεισήλθαν σ' αυτήν με ανάμειξη, δηλαδή σιωπηρώς, με πράξεις και γενικά με συμπεριφορά, από την οποία κατέστη, εξαρχής φανερός ο σκοπός τους προς απόκτηση της εν λόγω κληρονομίας, ενεργώντας στα εν λόγω ακίνητα όλες τις συναφείς με τη φύση και τον προορισμό τους διακατοχικές πράξεις, αδιαλείπτως, με αντιπρόσωπο την συγκληρονόμο αδελφή τους, Ε.
συζ. Β. Α. που διέμενε μόνιμα στους Χριστιάνους, με τον σύζυγο και τα τέκνα της (αρχικώς εναγομένους) μέχρι το θάνατό της το έτος 1969. Η τελευταία από το θάνατο του πατέρα τους καλλιεργούσε και συνέλεγε τους καρπούς των καλλιεργειών και κυρίως τον ελαιόκαρπο και για λογ/σμό των δύο αδελφών της-εναγόντων, οι οποίοι είχαν μεταναστεύσει στις ΗΠΑ, όπου και διέμεναν από το έτος 1912 ο πρώτος Γ.
Ζ. και από το έτος 1920 ο δεύτερος τούτων, μέχρι τα έτη 1964 και 1954 αντίστοιχα, οπότε οι ενάγοντες επέστρεψαν και εγκαταστάθηκαν, έκτοτε, στην Ελλάδα. Αλλά και μετά την επάνοδό τους στους Χριστιάνους, συνέχισαν να συννέμονται και να συνεκμεταλλεύονται τα κληρονομιαία ακίνητα από κοινού με την αδελφή τους Ε., αδιαλείπτως, μέχρι το θάνατο της τελευταίας το έτος 1969.
Αντίθετα, ουδέποτε οι ενάγοντες εκδήλωσαν την πρόθεση ν' ασκήσουν το προβλεπόμενο από το ΒΡΔ δικαίωμα αποχής από την κληρονομία του πατέρα τους (JUS ABSTINENDI) όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες ούτε και η Ε. Α. αμφισβήτησε ποτέ ρητώς ή με κάποιο σιωπηρώς συναγόμενο τρόπο, το κληρονομικό δικαίωμα των αδελφών της.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο δεύτερος των αρχικώς εναγόντων, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, διέμενε αρχικά στην πατρική οικία στους Χριστάνους-Μεσσηνίας μαζί με την οικογένεια της αδελφή του Ε. και παράλληλα καλλιεργούσε τον κήπο της εν λόγω οικίας και εν συνεχεία εγκαταστάθηκε στα Φιλιατρά, όπου δημιούργησε οικογένεια χωρίς, όμως ποτέ να παύει να απασχολείται με την πατρική περιουσία και τον πορισμό εισοδήματος από αυτή.
Επίσης, οι αρχικώς ενάγοντες καταδήλωσαν τη βέβαιη πρόθεσή τους να είναι κληρονόμοι του πατέρα τους Σ. Ζ., σε χρόνο ανύποπτο, σε σχέση με την ένδικη διαφορά, η οποία ανέκυψε μετά το θάνατο της Ε. Α., με την εκ μέρους των κληρονόμων της αμφισβήτηση του κληρονομικού δικαιώματος των εναγόντων, με την σύνταξη του από 20-2-1954 Γενικού Πληρεξουσίου, που έγινε ενώπιον του Συμ/φου Αγίου Φραγκίσκου-ΗΠΑ Διονυσίου Δημισιάνου, με το οποίο ο πρώτος των εναγόντων Γ.
Ζ. εξουσιοδοτεί τον αδελφό του-δεύτερο τούτων Χ. Ζ., που τότε σχεδίασε την επιστροφή του στην Ελλάδα, να διαχειρίζεται το μερίδιό του επί των επίδικων κληρονομιαίων ακινήτων, τα οποία, μάλιστα, περιγράφονται λεπτομερώς στο εν λόγω πληρεξούσιο. Με αυτά τα δεδομένα και εν όψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, η Ε.
συζ. Β. Α. κατέχοντας τα επίδικα κοινά ακίνητα, θεωρείται ότι τα κατείχε και επονόματι των συγκοινωνών-αδελφών της και ως εκ τούτου αφενός μεν δεν ήταν κατά το νόμον αναγκαία για την αντιπροσώπευση αυτή η ύπαρξη ειδικής εντολής ή πληρεξουσιότητας εκ μέρους των εναγόντων προς την αδελφή τους Ε. και αφετέρου δεν είναι νοητή εν προκειμένω η πρόταση κατ' αυτών της ένστασης παραγραφής της περί κλήρου αγωγής το έτος 1948, λόγω παρέλευσης της κατ' άρθρ. 18 παρ.2 Εισ.
ΝΑΚ εικοσαετίας, από το έτος 1928, οπότε η αδελφή της κατέλαβε τα κληρονομιαία ακίνητα ή της κτητικής με χρησικτησία παραγραφής, όπως αβάσιμας, επίσης, ισχυρίζονται οι αρχικώς εναγόμενοι και ήδη οι διάδοχοί τους". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι οι δικαιοπάροχοι της αναιρεσιβλήτου αρχικώς ενάγονες και η απώτερη δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων (αδελφή των αρχικώς εναγόντων) Ε.
Ζ. απέκτησαν κατ'ισομοιρία τα επίδικα ακίνητα ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του προαναφερόμενου πατέρα τους, ο οποίος πέθανε το 1928 χωρίς να αφήσει διαθήκη, επικυρώνοντας, έτσι, την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου για την κληρονομική διαδοχή και την έκτακτη χρησικτησία, αλλά και του ισχύοντος Αστικού Κώδικα για την παραγραφή και την έκτακτη χρησικτησία, ενώ διέλαβε στην απόφασή το πλήρεις, σαφείς και χωρίς αποφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρθηκαν, και οι λόγοι της αναίρεσης, πρώτος κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμό 1 και τέταρτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν την μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινικού ανθρώπου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή αρκεί να επέρχονται δυσμενείς (και όχι απαραίτητα αφόρητες ή δυσβάστακτες) για τα συμφέρονται του υπόχρεου οφειλέτη επιπτώσεις (Ολ.ΑΠ 33/205, Ολ.ΑΠ 7/2002, Ολ.ΑΠ 8/2001). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αρχικώς εναγόμενοι προέβαλαν την ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ, ως στηριζόμενη (όπως επικαλέστηκαν) στη μακρά αδράνεια των αρχικών εναγόντων επί 55 έτη να διεκδικήσουν την αναγνώριση του κλρηονομικού δικαιώματός τους και να ζητήσουν την διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας, εφόσον (όπως περαιτέρω ισχυρίστηκαν) λόγω της αδράνειας αυτής εύλογα δημιουργήθηκε σ' αυτούς και τη δικαιοπάροχό τους -αδελφή των αρχικών εναγόντων - η πεποίθηση ότι είναι οι μόνοι συγκύριοι των επίδικων ακινήτων, αφού οι ενάγοντες μετανάστευσαν στην Αμερική το έτος 1912, ο πρώτος και το έτος 1920 ο δεύτερος από αυτούς, και επέστρεψαν στην Ελλάδα τα έτη 1964 και 1954, αντίστοιχα, καθόλο δε το χρονικό αυτό διάστημα κανένα ενδιαφέρον δεν επέδειξαν για την πατρική κληρονομία και κατ' αυτό τόσο οι ίδιοι όσο και πριν απ' αυτούς η δικαιοπάροχος σύζυγος και μητέρα τους, αντίστοιχα, ενήργησαν σ' αυτά (επίδικα ακίνητα) επωφελείς και αναγκαίες δαπάνες, ώστε η ανατροπή της κατάστασης, που έχει δημιουργηθεί, να συνεπάγεται επαχθείς γι' αυτούς συνέπειες.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε την ένσταση αυτή των εναγομένων μη νόμιμη και την απέρριψε, διότι δέχτηκε, ότι υπό τα επικαλούμενα ανωτέρω περιστατικά, η αδράνεια των εναγόντων δεν συνοδεύεται με τη μνεία ειδικών περιστάσεων που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά των ιδίων-εναγόντων- έτσι ώστε η μεταβολή της στάσης τους να καθιστά την αξίωσή τους για ανατροπή της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί καταχρηστική.
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι πράγματι, υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα, η άσκηση από μέρους των εναγόντων του ένδικου δικαιώματός τους δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και οι κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του, και ο περί του αντιθέτου πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
V. Ο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη ισχυρισμού που νόμιμα προτάθηκε και που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για να είναι όμως ορισμένος ο αμέσως πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας και να μνημονεύεται, επίσης, στο ίδιο ότι έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών αυτών μέσων από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις "τα παραπάνω δημόσια έγγραφα", τα οποία οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν σ' αυτό -Εφετείο, "προς απόδειξη της παραπάνω έφεσής (τους) και ανταπόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της αντιδίκου".
Στο αναιρετήριο παρά ταύτα δεν εξειδικεύονται τα δημόσια έγγραφα τα οποία -το Εφετείο εν τέλει δεν έλαβε υπόψη, αφού μάλιστα στην έφεση- η οποία παρατίθεται στο αναιρετήριο- και συγκεκριμένα στο με αριθμό (10) αυτής-έφεσης-γίνεται μνεία για "προσκομισθέντα συμβόλαια και οριστικούς τίτλους που η εκκαλουμένη παράνομα και αυθαίρετα απέρριψε" και όχι για επικληθέντα και μη ληφθέντα υπόψη, γι' αυτό και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-7-2010 αίτηση των 1. Φ. Π. του Ν. κ.α. για αναίρεση της 38/2010 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ