Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failure to specify factual premises and legal errors in appeal petition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Athens' decision regarding a property transfer dispute. The appellants argued for specific legal errors, but the court found their appeal petition lacked the required specificity regarding factual premises and the exact nature of the alleged judicial mistakes. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible because it failed to meet the strict formal requirements for establishing grounds of appeal under the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 20 KPolD; Art. 559 para. 1 KPolD; Art. 559 para. 8 KPolD: An appeal is inadmissible if the petition fails to clearly identify the specific factual premises relied upon and the precise legal error alleged, particularly when challenging a court's evaluation of evidence or interpretation of substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 619 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 619/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. ....και 2. ...., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Λαζανά.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Χορταρέα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-6-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3041/1999 του ίδιου Δικαστηρίου, που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο λόγω αρμοδιότητας, 1578/1997 προδικαστική, 734/2003 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 5061/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-3-2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 1-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου , ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, από σφάλμα, κατά την ανάγνωση του εγγράφου, είτε θετικώς με τη λανθασμένη ανάγνωση αυτού, είτε αρνητικώς με την παράλειψη κρισίμων τμημάτων αυτού, αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο, που πράγματι αυτό δεν έχει και στη συνέχεια, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο, λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν οι διάδικοι, προς απόδειξη και ανταπόδειξη των ισχυρισμών τους. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο ίδιος λόγος πρέπει να αναφέρεται στοαναιρετήριο το φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα του, να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος που αυτό προσκομίστηκε στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, να καθορίζεται τόσο το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου όσο και το διαφορετικό που προσέδωσε το δικαστήριο.
Με τον πρώτο λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι, όπως λέξει αναφέρουν, "δέχτηκε η προσβαλλόμενη ότι το επικαλούμενο από εμάς κατάστημα επιφανείας 64 τερ. Μέτρων, που βρίσκεται επί της οδού ...., ανήκε μόνο κατά ψιλή κυριότητα στην πρώτη από εμάς, πλην όμως έχει ήδη κατασχεθεί και εκπλειστηριασθεί με την υπ' αριθμ. ... περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Αθηνών Κων.Καλογήρου....έσφαλε όμως, διότι δεν είχα μόνο την ψιλή κυριότητα, αλλά σε μένα είχε περιέλθει και η επικαρπία". Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν προσδιορίζουν με σαφήνεια την ταυτότητα του φερόμενου ως παραμορφωθέντος αποδεικτικού εγγράφου ούτε το αληθινό περιεχόμενό του αλλ' ούτε και τον νόμιμο τρόπο που το έγγραφο προσκομίστηκε στο Εφετείο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ κατά τα λοιπά πλήττει τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς το ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ανεπάρκειας της υπολειπόμενης, μετά την απαλλοτρίωση, περιουσίας της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας για ικανοποίηση της απαίτησης του ενάγοντος εις βάρος της..
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσιαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με τον λόγο αυτοί/ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, είτε αυτή διατυπώνεται ρητά είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα κατά την υπαγωγή σ' αυτή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές. Ωστόσο, ελλείψεις στη διατύπωση της μείζονος πρότασης, όπως η μη αναγραφή των νομικών διατάξεων και η μη παράθεση του περιεχομένου τους ή η μη ανάλυση του νοήματος τους, δεν ιδρύουν το λόγο αυτό, αρκεί δε να υπάρχει κανόνας δικαίου, ο οποίος, με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, επάγεται την έννομη συνέπεια που αυτό δέχτηκε ως διατακτικό της απόφασης του.
Εξάλλου, όταν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, για να είναι ορισμένος ο ίδιος λόγος, δεν αρκεί να αναφέρεται στο αναιρετήριο, το κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας υπό τις οποίες συντελέσθηκε η αποδιδόμενη πλημμέλεια και επίσης να προσδιορίζεται το συγκεκριμένο σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με την εφαρμογή ή τη μη εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης νόμου, η οποία ακόμη πρέπει να αναφέρεται συγκεκριμένως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι, απόρριψαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και διατάχθηκε η διάρρηξη ως καταδολιευτικής της γενομένης από την πρώτη εναγομένη στον δεύτερο μεταβίβασης ακινήτου λόγω γονικής παροχής και δεχθέν ότι μετά τη μεταβίβαση αυτή η υπολειπόμενη περιουσία της οφειλέτριας (πρώτης εναγομένης) δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης του ενάγοντος, παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 939 ΑΚ, αφού η μεταβιβάσασα είχε περιουσία και δη το αναφερόμενο πιο πάνω κατάστημα.
Ο λόγος αυτός από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος αφενός διότι οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου και αφετέρου διότι, υπό την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο.
Με τον τρίτο λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚπολΔ προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον εκ μέρους των αναιρεσειόντων προβληθέντα ισχυρισμό τους, περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν τον νόμιμο τρόπο που προέβαλαν τον ισχυρισμό αυτό στο πρωτοδικείο και επανέφεραν στο Εφετείο.
Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.03.2005 αίτηση των ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5061/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από ευρώ χίλια οκτακόσια (1.800).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ