Supreme Court allows appeal against promotion decision due to procedural lapse and orders restitution.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a lower court's dismissal of a promotion claim by OTE. The appellant argued that the respondent failed to promote a superior employee despite clear evidence of superior performance and eligibility. The court found that the five-year limitation period for the claim had expired because the respondent knew of the omission in 1993 and could have anticipated all future damages since then. Consequently, the court set aside the lower decision, remitted the case for retrial, and ordered the respondent to restore the situation prior to the execution of the appealed judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code; Article 937 of the Civil Code; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: Where an employee's superior performance is overlooked by an employer, the limitation period for claiming promotion begins when the employee becomes aware of the omission and can foresee all subsequent damages, barring further claims if the period expires.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 619 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 619/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ΟΤΕ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσίβλητου: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημαράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/7/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1234/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6686/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/2/2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 11/2/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΟΤΕ (ΓΕΚΑΠ-ΟΤΕ), που εγκρίθηκε με τη 1118/1-8-1969 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του α.ν. 301/1968, δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. Β', 568/8-9-1969, κυρώθηκε με το άρθρο 54 του ν.δ. 165/1973 και έχει ισχύ νόμου, περιλαμβάνει του κανόνες που διέπουν την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού του ΟΤΕ και ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ αυτού και του προσωπικού του (άρθρο 1 παρ. 1).
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 4, 7, 8, 9 παρ. 7, 22 και 51 του εν λόγω Κανονισμού, τις προαγωγές στους ανώτατους βαθμούς, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο βαθμός του Υποδιευθυντή, ενεργεί το Διοικητικό Συμβούλιο του ΟΤΕ κατ' απόλυτη εκλογή με βάση την υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση και γενικά την καταλληλότητα του καθενός σε συνδυασμό με τα τυπικά προσόντα, μετά από έλεγχο όλων αυτών, το σύνολο των στοιχείων του φακέλου, των φύλλων ποιότητας και των φύλλων προαγωγής του κρινομένου.
Η κρίση των υπηρεσιακών συμβουλίων (ως εργοδοτικών οργάνων) για την υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων - που απασχολούνται με σχέση ιδιωτικού δικαίου στον ΟΤΕ - ελέγχεται από τα δικαστήρια ως προς τη νομιμότητά της με βάση τους όρους του άρθρου 281 του Α.Κ. Επί δε παραλείψεως υπαλλήλου που υπερτερεί κατάδηλα ως προς την υπηρεσιακή απόδοση, επίδοση και εν γένει καταλληλότητα έναντι του προαχθέντος ή των προαχθέντων αντ' αυτού, υπάρχει ευθεία παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 281 του ΑΚ συνιστώσα και αδικοπραξία κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 914 επ.
ΑΚ, υποκείμενη στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Η εν λόγω παραγραφή αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου προς αποζημίωση, δηλαδή αφότου ο υπάλληλος έμαθε την απόφαση για τη μη προαγωγή του, όταν και ήταν δικαστικώς επιδιώξιμη η αξίωσή του. Γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, όχι όμως και η γνώση της εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως.
Έτσι, ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή εκείνες που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν, εκτός από εκείνες που δεν είναι προβλεπτή η επέλευσή τους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων.
Συνεπώς, το γεγονός ότι ο παθών δεν μπορεί ακόμη να προσδιορίσει ακριβώς το μέγεθος της ζημίας δεν εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής, εάν οι επιζήμιες συνέπειες μπορούν κατά την αντίληψη των συναλλαγών να προβλεφθούν κατά το χρόνο που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας γενικά ως δυνατή συνέπεια της άδικης πράξεως.
Περαιτέρω, κάθε αξίωση του υπαλλήλου που, κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, παρανόμως δεν προήχθη, οπότε υφίσταται αδικοπραξία κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 914 του ίδιου Κώδικα, είτε έχει ως αντικείμενο την αναγνώριση ότι έπρεπε να προαχθεί από ορισμένο χρόνο, είτε έχει ως αντικείμενο την καταβολή αποζημιώσεως για την από την παρανομία θετική ζημία του ή για ζημία του λόγω διαφυγόντος κέρδους, υπόκειται στην ανωτέρω πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, αφότου δηλαδή έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, αφού όλες οι μερικότερες αξιώσεις έχουν ως γενεσιουργό αιτία την αδικοπραξία του εργοδότη, δηλαδή την παράνομη παράλειψη του εργαζομένου από τις προαγωγές και δεν συγχωρείται διάκριση μεταξύ των πιο πάνω αξιώσεων, κατά τρόπον ώστε η μεν αξίωση για προαγωγή από ορισμένο χρόνο να υπόκειται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, οι δε υπόλοιπες να υπόκεινται στη βραχυπρόθεσμη παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ.
Τέλος, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 1 εδαφ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα:
Ο αναιρεσίβλητος προσελήφθη από την αναιρεσείουσα "ΟΤΕ ΑΕ" την ....., με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος, κατατάχθηκε στο βαθμό ΠΥ2/Τ-ΤΛ και στη συνέχεια εξελίχθηκε βαθμολογικά μέχρι το βαθμό του Τομεάρχη, στον οποίο προήχθη, κατ' εκλογή, από 21-4-1988. Κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 1993 για την κάλυψη κενών οργανικών θέσεων στο βαθμό του Υποδιευθυντή, το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσείουσας, κατά τις υπ' αριθμ. ....
και ..... συνεδριάσεις του, παρέλειψε να προαγάγει τον αναιρεσίβλητο, ενώ προήγαγε αντ' αυτού τους αναφερόμενους οκτώ (8) προς σύγκριση συναδέλφους του, έναντι των οποίων αυτός υπερείχε καταφανώς και έτσι η παράλειψή του αυτή είναι καταχρηστική, ως υπερβαίνουσα τα υπό του άρθρου 281 ΑΚ διαγραφόμενα όρια, και συνιστά αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ.
Από την παράνομη και υπαίτια αυτή συμπεριφορά του αρμοδίου οργάνου της αναιρεσείουσας να προαγάγει τον αναιρεσίβλητο στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 1-1-1993, ο τελευταίος αυτός υπέστη ζημία, διότι, εάν είχε προαχθεί, με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, ενόψει των προσόντων του, θα του ανατίθεντο και θα ασκούσε έκτοτε καθήκοντα προϊσταμένου στάθμης Υποδιευθύνσεως και έτσι θα ελάμβανε:
α) το χορηγηθέν με την .... απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας επίδομα ανωτάτου προσωπικού από 75.000 δραχμές μηνιαίως, το οποίο για τη χρονική περίοδο από 1-8-1997 έως 1-6-1999 θα ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 7.888 ευρώ και β) μετά την κατάργηση του ως άνω επιδόματος και την ενσωμάτωσή του, με βάση την μεταξύ της αναιρεσείουσας και της ΟΜΕ-ΟΤΕ υπογραφείσας από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, στις τακτικές αποδοχές του νέου μισθολογίου, τις προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές από 122.176 δραχμές μηνιαίως, οι οποίες για τη χρονική περίοδο από 1-6-1999 έως 1-6-2001 θα ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 8.755 ευρώ.
Εξάλλου, συνεχίζει το Εφετείο, η σε βάρος του αναιρεσιβλήτου αδικοπραξία της αναιρεσείουσας έλαβε χώρα την 1-1-1993, όταν αυτή, κατά κατάχρηση δικαιώματος, παρέλειψε να τον προαγάγει στο βαθμό του Υποδιευθυντή. Όμως το επίδομα ανωτάτου προσωπικού θεσπίστηκε για πρώτη φορά με την .... απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας, ενώ το νέο μισθολόγιο καθορίσθηκε με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ.
Ως εκ τούτου, οι ανωτέρω ένδικες επιζήμιες συνέπειες δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν από τον αναιρεσίβλητο ούτε και ήταν δικαστικώς επιδιώξιμες από 1-1-1993, μολονότι αυτός γνώριζε έκτοτε την παράλειψη προαγωγής του, αλλά αυτές ανεφάνησαν και ήταν δικαστικώς επιδιώξιμες από 2-9-1997 και 10-6-1999. Έτσι, από τις ημεροχρονολογίες αυτές, άρχισε και για τις δύο ως άνω αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου νέα αυτοτελής παραγραφή, διότι από τότε αυτός έλαβε γνώση καθεμιάς των ανωτέρω ζημιών του καθώς και της αιτιώδους συνάφειας των ζημιών αυτών με την αδικοπραξία της αναιρεσείουσας.
Εφόσον, λοιπόν, η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα την 30-7-2002, η προβαλλόμενη απ' αυτή ένσταση παραγραφής των ανωτέρω δύο αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου είναι ουσιαστικά αβάσιμη, αφού από την 2-9-1997 και την 10-6-1999 που άρχισε, αντιστοίχως, ο χρόνος παραγραφής αυτών μέχρι την επίδοση της αγωγής την 30-7-2002, δεν είχε συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ και ως εκ τούτου ο αναιρεσίβλητος έχει έννομο συμφέρον αφενός να αναγνωρισθεί ότι είχε δικαίωμα προαγωγής στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 1-1-1993 και αφετέρου να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να του καταβάλει για τις ως άνω αιτίες συνολικό ποσό (7.888 + 8.755) 16.643 ευρώ.
Ακολούθως το Εφετείο, δεχθέν την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία, κατά παραδοχή σχετικής ενστάσεως της αναιρεσείουσας, είχε απορριφθεί η ένδικη αναγνωριστική αγωγή για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσιβλήτου, λόγω παραγραφής των επιδίκων αξιώσεών του, και απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την εν λόγω ένσταση δέχθηκε στο σύνολό της την υπόψη αγωγή.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ, αναφορικά με την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσιβλήτου προς έγερση της υπό δίκης αναγνωριστικής αγωγής, λόγω παραγραφής των επιδίκων αξιώσεών του, και τούτο διότι, εφόσον σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσίβλητος έλαβε γνώση της παραλείψεως προαγωγής του από 1-1-1993, έκτοτε κάθε μελλοντική μερικότερη ζημία του ήταν προβλεπτή κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αφού αυτός μπορούσε να προβλέψει ότι θα ζημιωνόταν κατά οποιοδήποτε ποσό θα χορηγούσε στους Υποδιευθυντές η αναιρεσείουσα, είτε ως επίδομα είτε με άλλη μορφή, όπως και το χορηγηθέν από 2-9-1997 στους προαχθέντες και ασκήσαντες πράγματι καθήκοντα Υποδιευθυντού υπαλλήλους της επίδομα ανωτάτου προσωπικού, που ενσωματώθηκε από 10-6-1999 στο νέο μισθολόγιό τους, χωρίς από τις ημεροχρονολογίες αυτές να είναι νοητή η έναρξη νέας αυτοτελούς πενταετούς παραγραφής, ο χρόνος της οποίας, με αφετηρία την 1-1-1993, όταν ο αναιρεσίβλητος έμαθε την παράλειψή του και μπορούσε να προβλέψει όλες τις μεταγενέστερες επιζήμιες συνέπειές της, είχε συμπληρωθεί κατά την επίδοση της αγωγής (30-7-2002).
Επομένως, οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ απορρέοντες, πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμοι, γι' αυτό και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).-
Από το νομίμως επικαλούμενο και προσκομιζόμενο φωτοαντίγραφο της από 2-5-2007 εξοφλητικής αποδείξεως αποδεικνύεται ότι η αναιρεσείουσα, σε εκούσια εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρείται, υπό την επιφύλαξη της αναζητήσεως των χρημάτων σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της αναιρέσεώς της, κατέβαλε στον παριστάμενο πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου Γεώργιο Δημαράκη, που ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό εκείνου, ποσό 24.746,39 ευρώ. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη στην ουσία της η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, την οποία (αίτηση) υποβάλλει η αναιρεσείουσα με τις υποβληθείσες εμπροθέσμως, κατά την 20-2-2008, έγγραφες προτάσεις της (άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος σε καταβολή στην αναιρεσείουσα του παραπάνω ποσού, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας αναιρετικής αποφάσεως.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6686/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Δέχεται την αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της παραπάνω αναιρουμένης αποφάσεως.
Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα ποσό είκοσι τεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων σαράντα έξι ευρώ και τριάντα εννιά λεπτών (24.746,39),με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας αποφάσεως μέχρις εξοφλήσεως. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ