Supreme Court dismisses bank's appeal, ruling promotion denial was arbitrary and violated good faith.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Bank of Greece's appeal against a lower court ruling that denied the employee's promotion. The court found the bank's decision arbitrary because the employee clearly surpassed the promoted colleague in seniority, experience, and responsibility. Consequently, the court held that the employer's refusal violated good faith, mandating the recognition of the employee's right to promotion.
Legislator headnote
AI generatedArticles 27 st, 33, 38 of the Bank of Greece Statute; Article 207(1) of the Civil Code: The employer's refusal to fulfill a conditional promotion obligation is void if the decision is manifestly unfair and violates good faith due to the employee's superior qualifications.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 619 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 619/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Αθανάσιο Θεμέλη (λόγω κωλύματος ενός μέλους της συνθέσεως), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Φρεσκάκη.
Του αναιρεσίβλητου : Γ. Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Δημόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 442/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 90/2004 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-6-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 28 Δεκεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 27 στ', 33 και 38 του έχοντος ισχύ νόμου Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (κυρ. ν. 3234/1927 ) προκύπτει ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμό βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει, ως εκ τούτου, συμβατική ισχύ.
Οι προαγωγές των υπαλλήλων αυτών τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συντελείται με την απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου σε ανώτερο βαθμό (ΑΚ 201). Αν κριθεί από τον εργοδότη ότι ο εργαζόμενος δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγική ή μισθολογική του εξέλιξη και η κρίση του αυτή είναι καταφώρως άδικη, η πλήρωση της ανωτέρω αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από μέρους του εργοδότη, οπότε η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί (ΑΚ 207 παρ.1 ).
Καταφώρως άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια μέσα στα οποία μπορεί αυτός να κινηθεί κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής επιδόσεως και αποδόσεως του υπαλλήλου. Αν στη συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αίρεσης είναι αντίθετη προς την καλή πίστη με την ανωτέρω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν.1082/1980, μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να συντελεσθεί.
Για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποία, κατ' εφαρμογή του άρθρου 207 παρ.1 του ΑΚ, ζητείται να αναγνωριστεί, με βάση κανονισμό που έχει συμβατική ισχύ, ότι ο παραλειφθείς σε προαγωγικές κρίσεις υπάλληλος έπρεπε να είχε προαχθεί σε ανώτερο βαθμό, πρέπει να εκτίθενται σ'αυτή όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την επέλευση της έννομης συνέπειας, με βάση το πραγματικό του παραπάνω κανόνα δικαίου, δηλαδή οι συμβατικοί όροι, ήτοι οι κατά τον Κανονισμό προϋποθέσεις για την προαγωγή υπαλλήλου στον διεκδικούμενο βαθμό, η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών στο πρόσωπο του ενάγοντος καθώς και ότι η προαγωγή αυτή παρακωλύθηκε με καταφανώς άδικη κρίση του εργοδότη ή του προβλεπόμενου στον Κανονισμό εργοδοτικού οργάνου.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, εκθέτοντας με την ένδικη αγωγή, ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο του οι κατά το άρθρο 12 του Κανονισμού της βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της εναγομένης και ήδη αναιρείουσας Τράπεζας της Ελλάδος προϋποθέσεις για την προαγωγή του στον βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου και ότι η προαγωγή αυτή παρακωλύθηκε με καταφανώς άδικη κρίση του αρμόδιου οργάνου αυτής, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι με την παράλειψή του και την αντ' αυτού προαγωγή άλλων υπαλλήλων στον βαθμό αυτό παρεμποδίστηκε εναντίον της καλής πίστεως η πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του, που πρέπει να θεωρηθεί ότι πληρώθηκε από 1-7-1994.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή ήταν ορισμένη και επομένως είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν την κήρυξε απαράδεκτη λόγω αοριστίας, διότι έπρεπε να αναφέρεται για το ορισμένο της εάν και πόσες θέσεις καθορίζονται στον βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη, πόσοι υπάλληλοι κρίθηκαν και εάν και πόσες οργανικές θέσεις υπήρχαν.
Επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου στις 28-8-1965, μετά από επιτυχία σε διαγωνισμό πρόσληψης, που διεξήχθη στις 30-5-1965 και εντάχθηκε στον ταμιακό κλάδο.
Είναι κάτοχος απολυτηρίου γυμνασίου και γνωρίζει πολύ καλά τη γερμανική γλώσσα. Προήχθη σε όλους τους βαθμούς της υπαλληλικής ιεραρχίας μέχρι τον βαθμό του τμηματάρχη, τον οποίο κατείχε από 1-7-1983 μέχρι τη συνταξιοδότηση του την 1-1-2000. Υπηρέτησε στο Πρακτορείο Κοζάνης ως πράκτορας. Από το ατομικό δελτίο των στοιχείων του προκύπτει ότι με τη σύνταξη φύλλου επίδοσης βαθμολογήθηκε για τα προσόντα της ποσοτικής απόδοσης, υπηρεσιακής κατάρτισης, επικοινωνίας, συνεργασίας, πρωτοβουλίας, προγραμματισμού και οργάνωσης, εποπτείας και διοίκησης, για τα έτη 1987,1988,1989 με την εξής βαθμολογία (με άριστα το 1): 1-1-2-1-1-1-1-2 αντίστοιχα, δεν του επιβλήθηκε καμία ποινή και έλαβε άδειες λόγω υγείας 22 ημέρες το 1987 και 35 ημέρες το 1988.
Περαιτέρω η Γνωμοδοτική Επιτροπή αξιολόγησης των υποψηφίων για τον βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου για το έτος 1994, που συστήθηκε με τη 221/31-3-1994 πράξη του Διοικητή, καθόρισε τρία κριτήρια αξιολόγησης των κρινομένων, ήτοι : 1)διοικητική ικανότητα, 2) εργασία στην Τράπεζα και 3) τυπικά προσόντα-αρχαιότητα (τίτλο σπουδών, γνώση ξένων γλωσσών) καθορίζοντας ακόμη ότι η αξιολόγηση των κρινομένων για κάθε κριτήριο θα έχει τις διαβαθμίσεις άριστος, πολύ καλός, καλός, σχεδόν καλός και μέτριος.
Ως πηγές άντλησης των στοιχείων και πληροφοριών για τους κρινόμενους μισθωτούς καθορίστηκαν α) τα στοιχεία του φακέλου τους και β) οι κρίσεις - απόψεις των υπηρεσιακών οργάνων της εναγομένης. Η ανάθεση θέσης ευθύνης δεν αποτέλεσε ιδιαίτερης βαρύτητας κριτήριο κατά την αξιολόγηση, ενώ τα φύλλα επίδοσης (των παραπάνω ετών) σημειώθηκε ότι δεν θα αποτελέσουν συγκριτικό στοιχείο, επειδή αφορούν προηγούμενα έτη, αλλά θα ληφθούν υπόψη στον σχηματισμό της γενικής εικόνας του υποψηφίου.
Στη συνέχεια η εναγόμενη, με την 9/7-9-1994 απόφαση, προέβη σε προαγωγές 17 τμηματαρχών του ταμιακού κλάδου, παραλείποντας τον ενάγοντα. Μεταξύ των προαχθέντων περιλαμβάνεται και ο Ά. Ζ., τον οποίο ο ενάγων προτείνει προς σύγκριση και ο οποίος προσλήφθηκε στις 19-5-1971 και προήχθη στον βαθμό του τμηματάρχη τη 1-1-1988.
Είναι κάτοχος απολυτηρίου Γυμνασίου και υπηρέτησε στο υποκατάστημα Ηρακλείου, στο τμήμα ελέγχου διαχειρίσεων κ.κ., στο τμήμα επιθεώρησης υποκαταστημάτων, στην επιθεώρηση περιφερειακών μονάδων και στο τμήμα δημοσίων οργανισμών από 10-12-1990 ως προϊστάμενος υπηρεσίας. Δεν του επιβλήθηκε καμία ποινή και έλαβε άδεια λόγω ασθενείας 3 ημερών.
Η βαθμολογία του για το έτος 1987 ήταν 1,1,1,1,1,2,1,1/2, για το έτος 1998 1,1,1,1,1,2,1,1/2 και για το 1989 1,1,1,1,1,2,1,1/2. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο ενάγων υπερτερούσε καταφανώς έναντι του προαχθέντος Ά. Ζ., δεδομένου ότι είναι αρχαιότερος αυτού κατά έξι έτη ως προς την υπηρεσιακή αρχαιότητα και κατά πέντε έτη ως προς την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό.
Επιπλέον ο ενάγων κατείχε θέση ευθύνης από το 1970 ως πράκτορας, ενώ ο συγκρινόμενος από το 1990 ως προϊστάμενος υπηρεσίας. Το Πρακτορείο αποτελεί ανεξάρτητη υπηρεσιακή μονάδα υπαγόμενη απευθείας στη Διεύθυνση Διοικητικών Υπηρεσιών της εναγομένης Τράπεζας και συμπυκνώνει όλο το υπηρεσιακό αντικείμενο αυτής και επομένως ο πράκτορας -προσωπικά υπεύθυνος με μόνη την υπογραφή του και ενεργώντας έλεγχο όχι με το σύστημα των δύο προσώπων (όπως ο ενεργών με τη σύμπραξη και συνυπευθυνότητα εισηγητή προϊστάμενος υποκαταστή-ματος) - έχει ανώτερη θέση ευθύνης.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι η παράλειψη του αναιρεσιβλήτου και η αντ' αυτού προαγωγή του Ά. Ζ. στον βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου ήταν κατάφωρα άδικη και έτσι παρακωλύθηκε εναντίον της καλής πίστεως η πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του, που πρέπει να θεωρηθεί ότι πληρώθηκε από 1-7-1994.
Με τις κρίσεις του αυτές, το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 207 παρ.1 ΑΚ, αφού, υπό τα προεκτιθέμενα περιστατικά, η υπεροχή του αναιρεσιβλήτου έναντι του προαχθέντος συναδέλφου του, όπως συνάγεται από τη συνολική εκτίμηση των εκατέρωθεν τυπικών και ουσιαστικών προσόντων, ήταν καταφανής και επομένως είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-6-2004 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." για αναίρεση της 90/2004 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Kαταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 4 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ