Legislator Case Law & Legislation
618/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding inadmissibility of inheritance fraud claims against wills.

Case Number 618/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision to reject inheritance fraud claims. The appellants alleged forgery of two wills, but the lower court correctly found that the fraud allegations were sufficient to establish admissibility without requiring simultaneous evidence of witnesses or proof of falsity. Since the appeal lacked other grounds for review, the Supreme Court upheld the rejection of the claims and ordered the appellant to pay the costs of the first respondent.

Legislator headnote

AI generated

Articles 463 and 561 of the Code of Civil Procedure; The court held that alleging forgery of a will constitutes a sufficient basis for admissibility, rendering the simultaneous presentation of witnesses and proof of falsity unnecessary for the initial filing of the claim.

Keywords

AI generated
inheritance fraud will forgery admissibility of claims Code of Civil Procedure supreme court appeal legal costs procedural admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 463 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 618 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 618/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. Μ. του Α., κατοίκου ... η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. συζύγου Γ. Φ., το γένος Λ. Λ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Θεόδωρο Λύτρα και Βασίλειο Δημακόπουλο, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Δήμου Νέας Φιλαδέλφειας - Νέας Χαλκηδόνος, όπως μετονομάστηκε ο Δήμος Φιλαδέλφειας - Χαλκηδόνος, ως καθολικός διάδοχος του Δήμου Νέας Φιλαδέλφειας, νομίμως εκπροσωπουμένου, που εδρεύει στην Νέα Φιλαδέλφεια Αττικής, επί της οδού Δεκελείας αριθμός 97, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 3) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Δημήτριο Τοπαλίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις, 4) Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "..., που εδρεύει στην ….

επί της οδού ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 5) Του κ. Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, υπό την ιδιότητα του ως ασκούντος την εποπτεία επί των σχολαζουσών κληρονομιών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον Δημήτριο Τοπαλίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις, 6) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...

και τον διακριτικό τίτλο "...", υπό την ιδιότητά της ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 132 του Ν. 4199/2013, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με: 1) την από 22-5-2003 αγωγή της ήδη α' αναιρεσιβλήτου και της ήδη αποβιωσάσης Α. Κ., 2) την από 15-7-2003 αγωγή της ήδη α' αναιρεσιβλήτου και της ήδη αποβιωσάσης Α. Κ., 3) την από 22-7-2003 αγωγή της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, 4) τις από 28-1-2004 και 29-1-2004 ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις σε παρέμβαση της ήδη α' αναιρεσιβλήτου και της ήδη αποβιωσάσης Α. Κ., 5) τις από 16-1- 2004 ανακοινώσεις δίκης προσεπικλήσεις σε πρόσθετη παρέμβαση - παρεμπίπτουσες αγωγές της εκκαλούσας της ήδη αναιρεσείουσας, 6) τις από 12-8-2004 πρόσθετες παρεμβάσεις του Ελληνικού Δημοσίου, 7) την από 23-1-2004 παρέμβαση του Υπουργού Οικονομικών, υπό την ιδιότητά του ως ασκούντος την εποπτεία επί των κηδεμόνων σχολαζουσών κληρονομιών, 8) την από 29-10-2004 κύρια παρέμβαση της ... σε βάρος της ήδη α' αναιρεσιβλήτου και της ήδη αποβιωσάσης Α. Κ., 9) την από 9-3-2006 με αριθμό κατάθεσης 2522/2006 αγωγή της της ήδη α' αναιρεσιβλήτου και της ήδη αποβιωσάσης Α. Κ., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3640/2006, 1934/2008, 4583/2009, 2125/2013, 2126/2013 και 4660/2014 μη οριστικές, 2736/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 3444/2020 μη οριστική, 4272/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-1-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της α' αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος και νίκησαν ή κατά των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους.

Διάδικοι δε είναι εκείνοι, οι οποίοι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι δικάστηκαν με αυτή. Αν πρόκειται για απόφαση Εφετείου αναιρεσίβλητοι είναι μόνο οι διάδικοι ενώπιον του Εφετείου και όχι οι διάδικοι κατά την πρωτόδικη δίκη (ΑΠ 439/2019, ΑΠ 175/2011). Στη προκείμενη περίπτωση η αναίρεση απευθύνεται, μεταξύ των άλλων, και κατά του Δήμου Νέας Φιλαδέλφειας - Νέας Χαλκηδόνας, ως καθολικού διαδόχου του Δήμου Νέας Φιλαδέλφειας (δεύτερος αναιρεσίβλητος), καθώς και κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... (έκτη αναιρεσίβλητη).

Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της 4272/2021 αναιρεσιβαλλομένης απόφασης του Εφετείου, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Δήμος δεν ήταν αντίδικος της αναιρεσείουσας στη δευτεροβάθμια δίκη. Ειδικότερα, σύμφωνα με την ανωτέρω απόφαση, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών ασκήθηκαν: 1) η από 8-11-2019 έφεση του εν λόγω Δήμου κατά της εφεσίβλητης-αναιρεσίβλητης Μ.

Λ., με αίτημα την εξαφάνιση της 2736/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 2) η από 11-11-2019 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της ίδιας εφεσίβλητης-αναιρεσίβλητης, με αίτημα και αυτής την εξαφάνιση της ίδιας απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Αμφότερες δε οι εφέσεις αυτές απορρίφθηκαν ως κατ' ουσίαν αβάσιμες με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος της με το οποίο απευθύνεται κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον απευθύνεται κατά μη αντιδίκου της αναιρεσείουσας, και μάλιστα, έναντι του οποίου δεν έχει ηττηθεί. Όσον αφορά δε την έκτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", θα πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα:

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της 3444/2020 μη οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της από 11-11-2019 έφεση της αναιρεσείουσας Β. Μ., επειδή δεν κλητεύθηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη οι πρωτοδίκως προσθέτως παρεμβάντες και συγκεκριμένα, το Ελληνικό Δημόσιο, ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών και η ...

ενώ στην ίδια απόφαση επισημαίνεται ότι δεν απαιτείται κλήτευση της εταιρείας με την επωνυμία "...", ως οιονεί καθολικής διαδόχου του ………………., καθώς αυτή δεν άσκησε παρέμβαση πρωτοδίκως. Παρά την επισήμανση αυτή, η τότε εφεσίβλητη Μ. Λ., επισπεύδοντας τη συζήτηση των δύο εφέσεων κατ' αυτής (ως προς την από 8-11-2019 έφεση του Δήμου Νέας Φιλαδέλφειας, το Εφετείο με την ως άνω 3444/2020 απόφασή του ανέβαλε την έκδοση απόφασης, προκειμένου να εκδοθεί ενιαία απόφαση και για τις δύο εφέσεις), επέδωσε όχι μόνο στους ανωτέρω πρωτοδίκως παρεμβάντες, αλλά και στην πιο πάνω εταιρεία αντίγραφα της από 11-11-2019 έφεσης, της 3444/2020 απόφασης, καθώς και κλήση προς συζήτηση ενώπιον του Εφετείου για την ορισθείσα δικάσιμο, όπως βεβαιώνεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

Κατά την ίδια απόφαση και όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, κατά την ορισθείσα με την κλήση δικάσιμο της 3-12-2020, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση των δύο εφέσεων με αίτημα της αναιρεσείουσας, δεν παραστάθηκαν οι ανωτέρω πρωτοδίκως προσθέτως παρεμβάντες, ενώ παραστάθηκαν, εκπροσωπούμενοι από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, οι εκκαλούντες των δύο εφέσεων και η εφεσίβλητη, καθώς και η ανωτέρω εταιρεία με την επωνυμία "...", εκπροσωπούμενη από την πληρεξούσια δικηγόρο της με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία κατέθεσε προτάσεις, με τις οποίες δήλωνε ότι ασκεί πρόσθετη παρέμβαση.

Ενόψει αυτών, με την αναιρεσιβαλλόμενη 4272/2021 απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε ότι, εφόσον η ως άνω εταιρεία δεν εμφανίστηκε, καίτοι κληθείσα, στην πρωτοβάθμια δίκη, ούτε άσκησε παρέμβαση σε αυτήν, δεν κατέστη διάδικος στη δευτεροβάθμα δίκη, παρά την κατά τα ανωτέρω κλήτευσή της και για το λόγο αυτό δεν έλαβε υπόψη ούτε τις προτάσεις που κατέθεσε.

Σημειωτέον ότι οι ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου δεν προσβάλλονται με λόγο αναίρεσης. Κατά συνέπεια, με βάση τα ανωτέρω, εφόσον η έκτη αναιρεσίβλητη εταιρεία δεν ήταν διάδικος στη δευτεροβάθμια δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος της με το οποίο απευθύνεται κατ' αυτής είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι έγινε νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του απόντος διαδίκου, προχωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Αν όμως η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε, αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση.

Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 2 και 3 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής είναι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, ή να είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο (ΑΠ 91/2021, 3/2021, ΑΠ 805/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι η κρινόμενη από 23-1-2022 αίτηση αναίρεσης είχε προσδιοριστεί αρχικά για την εκδίκασή της για τη δικάσιμο της 3-5-2023, σύμφωνα με την κάτω από αυτή πράξη του Προέδρου του Γ' Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).

Στη συνέχεια, με την 162/18-4-2022 πράξη του Προέδρου του ιδίου ως άνω Τμήματος, έγινε δεκτή η από 31-3-2022 σχετική αίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης και προσδιορίστηκε κατά προτίμηση η εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης για τη δικάσιμο της 21-9-2022. Περαιτέρω, από τη με αριθμό 2721 Γ'/4-5-2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πατρών Α.

Π., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η πρώτη αναιρεσίβλητη, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της τελευταίας, που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δικηγόρο Πατρών Παναγιώτα Τζαμαλούκα, ως πληρεξούσια δικηγόρο που έχει υπογράψει την αίτηση αναίρεσης και ως νόμιμη αντίκλητο της αναιρεσείουσας (άρθρ. 143 παρ. 3 ΚΠολΔ), 1) ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για τις 3-5-2023, 2) η ανωτέρω από 18-4-2022 πράξη του Προέδρου του Γ' Τμήματος, με την οποία έγινε δεκτή η από 31-3-2022 σχετική αίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης και ορίστηκε συντομότερη δικάσιμος για τη συζήτηση της αναίρεσης και συγκεκριμένα η 21-9-2022 και 3) κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή.

Επίσης, από τη με αριθμό 4624 Γ'/8-6-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Α. Μ., την οποία επίσης επικαλείται και προσκομίζει η πρώτη αναιρεσίβλητη, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της τελευταίας, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στο τέταρτο αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία "..." τα αυτά ως άνω έγγραφα, ήτοι, 1) ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για τις 3-5-2023, 2) η ανωτέρω από 18-4-2022 πράξη του Προέδρου του Γ' Τμήματος, με την οποία έγινε δεκτή η από 31-3-2022 σχετική αίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης και ορίστηκε συντομότερη δικάσιμος για τη συζήτηση της αναίρεσης και συγκεκριμένα η 21-9-2022 και 3) κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή.

Κατά τη δικάσιμο όμως εκείνη η συζήτηση αναβλήθηκε από το πινάκιο (άρθρ. 226 παρ. 4 ΚΠολΔ) για τη δικάσιμο που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν η αναιρεσείουσα και το τέταρτο αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ., ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Επομένως, αφού οι τελευταίοι δεν παραστάθηκαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αρχική δικάσιμο της 21-9-2022 και η αναβολή και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 περ.

α' και γ' του ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία τους. Με την κρινόμενη από 23-1-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 4272/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:

Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκαν: 1) Η από 22-5-2003 αγωγή (αρ. κατάθ. 4873/23-5-2003) της Α. Κ., που ήδη έχει αποβιώσει και της θυγατέρας της και ήδη αναιρεσίβλητης Μ. Λ., κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας Β. Μ. και 2) Η από 15-7-2003 αγωγή (αρ. κατάθ. 6788/16-7-2003) των ιδίων ως άνω εναγουσών κατά της ίδιας ως άνω εναγομένης, συμπληρωματική της πρώτης αγωγής.

Με τις αγωγές αυτές οι ενάγουσες ισχυρίστηκαν ότι στις 29-4-2002 απεβίωσε στην Αθήνα, χωρίς να αφήσει διαθήκη, ο αδελφός της πρώτης και θείος της δεύτερης από αυτές (ενάγουσες) Γ. Κ. και άφησε κληρονόμο του την μοναδική πλησιέστερη συγγενή του και αδελφή του, πρώτη από αυτές, η οποία αποποιήθηκε την κληρονομία, με αποτέλεσμα να κληθεί στην εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή του αποβιώσαντος η μοναδική θυγατέρα της πρώτης ενάγουσας Μ.

Λ., δεύτερη των εναγουσών. Ότι η εναγομένη Β. Μ., αμφισβητώντας το παραπάνω κληρονομικό δικαίωμα των εναγουσών, ισχυρίζεται ότι ο ως άνω αποβιώσας άφησε την από 26-3-2002 ιδιόγραφη διαθήκη του, με την οποία εγκατέστησε ως κληρονόμους του την ίδια, την αδελφή του και πρώτη ενάγουσα Α. Κ., καθώς και το Ελληνικό Δημόσιο, την ..

και τον ... επί των αναφερομένων για τον καθένα τιμώμενο ακινήτων του. Ότι η εν λόγω διαθήκη είναι άκυρη ως πλαστή, καθώς δεν γράφηκε από τον παραπάνω φερόμενο ως διαθέτη, ούτε υπογράφηκε απ' αυτόν, αλλά πλαστογραφήθηκε εξ ολοκλήρου από την εναγομένη. Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησαν με τις ανωτέρω αγωγές να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της πιο πάνω ιδιόγραφης διαθήκης του Γ.

Κ., να αναγνωρισθεί το κληρονομικό δικαίωμα της δεύτερης ενάγουσας Μ. Λ. ως μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος και το δικαίωμα κυριότητάς της επί των περιγραφομένων στις δύο αγωγές ακινήτων της κληρονομίας. 3) Η από 22-7-2003 αντίθετη αγωγή (αρ. κατάθ. 7848/27-8-2003) της αναιρεσίβλητης Β. Μ. κατά της αναιρεσίβλητης Μ.

Λ. και κατά της ήδη αποβιωσάσης μητέρα της Α. Κ., με την οποία η εν λόγω ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι ο αποβιώσας στις 29-4-2002, στην Αθήνα, Γ. Κ. με την από 26-3-2002 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, εγκατέστησε, μεταξύ άλλων τιμώμενων προσώπων, την ίδια ως κληρονόμο του επί των περιγραφομένων στην αγωγή ακινήτων, συνολικής αξίας 13.894.011 ευρώ.

Ότι οι εναγόμενες αμφισβητούν το κληρονομικό της δικαίωμα, καθώς ισχυρίζονται ότι η ιδιόγραφη διαθήκη είναι πλαστή, ενώ η πρώτη των εναγομένων Μ. Λ., ισχυριζόμενη ότι, μετά την αποποίηση της κληρονομίας από τη μητέρα της δεύτερη εναγομένη Α. Κ., είναι μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του ανωτέρω αποβιώσαντος, εισπράττει τα μισθώματα των ακινήτων της κληρονομίας, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή.

Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησε με την αγωγή της να αναγνωρισθεί το κληρονομικό της δικαίωμα επί των περιγραφομένων στην αγωγή κληρονομιαίων ακινήτων, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της πρώτης εναγομένης να της αποδώσει τα ακίνητα αυτά και, τέλος, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να της αποδώσουν τους καρπούς και τα ωφελήματα των ακινήτων, που εισέπραξαν παράνομα. 4) Οι από 28-1-2004, 29-1-2004 και 29-1-2004 ανακοινώσεις δίκης-προσεπικλήσεις σε παρέμβαση της αναιρεσίβλητης Μ.

Λ. και της μητέρας της Α. Κ. προς το Ελληνικό Δημόσιο, την ... και τον ..., με τις οποίες αυτές προσεπικάλεσαν τους προαναφερόμενους στη δίκη που ανοίχθηκε με τις ανωτέρω τρεις αγωγές, ώστε αυτοί να παρέμβουν στη δίκη και να διατυπώσουν τους ισχυρισμούς τους, ως έχοντες έννομο προς τούτο συμφέρον. 5) Οι από 16-1-2004 και 16-1-2004 δύο ανακοινώσεις δίκης-προσεπικλήσεις σε πρόσθετη παρέμβαση-παρεμπίπτουσες αγωγές της ενάγουσας της τρίτης ως άνω αγωγής και ήδη αναιρεσείουσας Β.

Μ. προς το Ελληνικό Δημόσιο, την ... και τον ..., με τις οποίες αυτή προσεπικάλεσε τους τελευταίους στη δίκη που ανοίχθηκε με τις ανωτέρω δύο αγωγές των Α. Κ. και Μ. Λ., ώστε αυτοί να παρέμβουν στη δίκη και να διατυπώσουν τους ισχυρισμούς τους, ως έχοντες έννομο προς τούτο συμφέρον. Με τις ενωμένες δε στα ίδια δικόγραφα παρεμπίπτουσες αγωγές, ζήτησε επί πλέον από το Ελληνικό Δημόσιο και τον ...

να παρέμβουν στη δίκη ώστε να προσκομίσουν τα αναφερόμενα στις παρεμπίπτουσες αγωγές έγγραφα, τα οποία κατείχαν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της. 6) Οι από 12-8-2004 και 12-8-2004 δύο πρόσθετες παρεμβάσεις του Ελληνικού Δημοσίου υπέρ της αναιρεσείουσας Β. Μ.. 7) Η από 23-1-2004 παρέμβαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, υπό την ιδιότητά του ως ασκούντος την εποπτεία επί των κηδεμόνων σχολαζουσών κληρονομιών, υπέρ της αναιρεσείουσας Β.

Μ.. Και 8) Η από 29-10-2004 πρόσθετη παρέμβαση της ... υπέρ της αναιρεσείουσας Β. Μ.. Σημειωτέον ότι με τις ανωτέρω παρεμβάσεις τους οι παρεμβαίνοντες ζητούσαν να απορριφθούν οι δύο πρώτες πιο πάνω αγωγές και να γίνει δεκτή η τρίτη (αντίθετη) αγωγή της αναιρεσείουσας Β. Μ., υποστηρίζοντας τη γνησιότητα της επίμαχης διαθήκης.

Επί των ανωτέρω αγωγών, προσεπικλήσεων και παρεμβάσεων, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε αρχικά η 3640/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκαν παραδεκτές όλες οι προαναφερόμενες παρεμβάσεις και περαιτέρω, αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης.

Στη συνέχεια, εκδόθηκαν οι 4583/2009, 2126/2013 και 4660/2014 μη οριστικές αποφάσεις του ανωτέρω Δικαστηρίου, με τις οποίες αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης επί των τριών αγωγών και των παρεμβάσεων μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία σε βάρος της αναιρεσείουσας Β. Μ., λόγω άσκησης κατ' αυτής ποινικής δίωξης για πλαστογραφία και χρήση πλαστού σε βαθμό κακουργήματος.

Εν τω μεταξύ, η Α. Κ. και η αναιρεσίβλητη θυγατέρα της Μ. Λ. άσκησαν ενώπιον του ίδιου πιο πάνω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά της αναιρεσείουσας Β. Μ., κατά της ... και κατά του Δήμου Νέας Φιλαδέλφειας την από 9-3-2006 αγωγή (αρ. κατάθ. 2522/10-3-2006) , με την οποία, αφού επαναλάμβαναν τα όσα εξέθεταν στις δύο ως άνω προηγούμενες αγωγές τους σχετικά με την πλαστότητα κλπ.

της από 26-3-2002 ιδιόγραφης διαθήκης του αδελφού της πρώτης και θείου της δεύτερης Γ. Κ. και την κληρονομική τους ιδιότητα, την οποία αποποιήθηκε η πρώτη από αυτές, εξέθεταν στη συνέχεια ότι στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας σε βάρος της πρώτης εναγομένης-αναιρεσείουσας Β. Μ., η τελευταία προσκόμισε κατά την απολογία της την από 18-10-1999 δημόσια διαθήκη του Γ.

Κ., που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Σοφίας-Αγάπης Φούφα και δημοσιεύθηκε νόμιμα. Ότι με τη διαθήκη αυτή η πρώτη εναγομένη εγκαθίσταται κληρονόμος στο σύνολο σχεδόν της ακίνητης περιουσίας του διαθέτη, η δεύτερη εναγομένη Ι... εγκαθίσταται κληρονόμος στο περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο και ο τρίτος εναγόμενος Δήμος Νέας Φιλαδέλφειας εγκαθίσταται κληρονόμος στο επίσης περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο.

Ότι η ανωτέρω δημόσια διαθήκη είναι άκυρη, καθώς αυτή δεν υπαγορεύθηκε ούτε υπογράφηκε από το Γ. Κ., αλλά είναι εξ ολοκλήρου προϊόν πλαστογραφίας και ψευδούς βεβαίωσης. Ότι στην κατάρτιση της διαθήκης αυτής προέβη η πρώτη εναγομένη Β. Μ. με τη συνδρομή της συμβολαιογράφου Σοφίας Φούφα. Με βάση αυτά τα περιστατικά, οι ενάγουσας ζήτησαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα λόγω πλαστογραφίας της ανωτέρω από 18-10-1999 δημόσιας διαθήκης, να αναγνωρισθεί το κληρονομικό δικαίωμα της δεύτερης ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Μ.

Λ. στην κληρονομία του θείου τους Γ. Κ., μετά την αποποίηση της κληρονομίας του αδελφού της στην οποία προέβη η πρώτη ενάγουσα Α. Κ. και να αναγνωρισθεί η κυριότητα της δεύτερης ενάγουσας στα περιγραφόμενα στην αγωγή κληρονομιαία ακίνητα. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκαν αρχικά οι 1934/2008 και 2125/2013 μη οριστικές αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία σε βάρος της αναιρεσείουσας Β.

Μ.. Τελικά, επί όλων των ανωτέρω δικογράφων, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε, ερήμην της εταιρείας με την επωνυμία "...", ως καθολικής διαδόχου του ... η 2736/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία: α) έγιναν δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες οι από 22-5-2003, 15-7-2003 και 9-3-2006 αγωγές ως προς τη δεύτερη ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη Μ.

Λ. και απορρίφθηκαν οι αγωγές αυτές ως προς την πρώτη ενάγουσα και ήδη αποβιώσασα Α. Κ., β) απορρίφθηκε η από 22-7-2003 αντίθετη αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας Β. Μ. ως ουσιαστικά αβάσιμη, γ) απορρίφθηκε η από 29-10-2004 παρέμβαση της ... ως ουσιαστικά αβάσιμη, δ) απορρίφθηκαν οι από 16-1-2004 και 16-1-2004 δύο παρεμπίπτουσες αγωγές της παρεμπιπτόντως ενάγουσας-αναιρεσείουσας Β.

Μ. λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, ε) απορρίφθηκαν οι από 12-8-2004 και 12-8-2004 δύο πρόσθετες παρεμβάσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως αβάσιμες και στ) απορρίφθηκε η από 23-1-2004 παρέμβαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ως αβάσιμη. Κατά της ανωτέρω οριστικής απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου άσκησαν: 1) η εναγομένη-ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα Β.

Μ. την από 11-11-2019 έφεση κατά της ενάγουσας-εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Μ. Λ., με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, με σκοπό να απορριφθούν οι από 22-5-2003 και 15-7-2003 αγωγές της εφεσίβλητης και να γίνουν δεκτές η από 22-7-2003 αγωγή της ιδίας και η από 29-10-2004 παρέμβαση της ...

και 2) ο τρίτος εναγόμενος Δήμος Νέας Φιλαδέλφειας-Νέας Χαλκηδόνας στην από 9-3-2006 αγωγή των Α. Κ. και Μ. Λ., την από 8-11-2019 έφεση κατά της ενάγουσας Μ. Λ., με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της αυτής ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, με σκοπό να απορριφθεί η από 9-3-2006 αγωγή. Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η 3444/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της από 11-11-2019 έφεσης της εκκαλούσας-αναιρεσείουσας Β.

Μ. λόγω μη κλήτευσης στην κατ' έφεση δίκη των πρωτοδίκως προσθέτως παρεμβαινόντων, ήτοι του Ελληνικού Δημοσίου, του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και της ..., αναβλήθηκε δε κατ' άρθρο 308 παρ. 2 ΚΠολΔ η έκδοση οριστικής απόφασης επί της συνεκδικαζόμενης από 8-11-2019 έφεσης του Δήμου Νέας Φιλαδέλφειας-Νέας Χαλκηδόνας μέχρι να καταστούν ώριμες για την έκδοση ενιαίας απόφασης αμφότερες οι συνεκδικασθείσες εφέσεις.

Μετά από αναβολές, οι δύο ως άνω εφέσεις συζητήθηκαν κατά τη δικάσιμο της 2-9-2021, αντιμωλία των εκκαλούντων και της εφεσίβλητης-αναιρεσίβλητης Μ. Λ. και ερήμην των ανωτέρω πρωτοδίκως προσθέτως παρεμβαινόντων, εκδόθηκε δε η αναιρεσιβαλλόμενη 4272/2021 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι δύο πιο πάνω εφέσεις.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 74, 80 , 81 παρ. 3, 82 παρ 3 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση.

Πρέπει, όμως, να επιδίδεται σ' αυτόν η κλήση προς συζήτηση της αναίρεσης για να ενημερώνεται για την εξέλιξη της δίκης που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου, χωρίς την κλήτευση του οποίου παραβιάζεται η θεμελιώδης δικονομική αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης, που καθιερώνεται με το άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ και δημιουργείται απαράδεκτο τη συζήτησης της αναίρεσης (άρθρο 576 παρ. 3 ΚΠολΔ), εφόσον δεν παραστεί κατ' αυτήν (ΑΠ 718/2020, ΑΠ 813/2020, ΑΠ 424/2017).

Τυχόν δε σχετική απεύθυνση της αίτησης αναίρεσης και εναντίον του προσθέτως παρεμβάντος εκτιμάται ως κλήση αυτού στη δίκη (ΑΠ 718/2020, ΑΠ 949/2017). Στην προκείμενη περίπτωση η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται και κατά του Ελληνικού Δημοσίου (τρίτο αναιρεσίβλητο), του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "..." (τέταρτο αναιρεσίβλητο) και του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (πέμπτος αναιρεσίβλητος), οι οποίοι είχαν ασκήσει πρόσθετες παρεμβάσεις στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο υπέρ της αναιρεσείουσας μετά από προσεπίκληση της τελευταίας για παρέμβαση, κλήθηκαν δε και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου.

Ωστόσο, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν έπρεπε να στραφεί και κατ' αυτών, αφού αυτοί δεν ανέλαβαν το δικαστικό αγώνα, ούτε οι λόγοι της αναίρεσης αφορούν τις πρόσθετες παρεμβάσεις. Πλην όμως, η απεύθυνση της αναίρεσης και κατά των εν λόγω προσθέτως παρεμβάντων εκτιμάται ως κλήση αυτών στην προκείμενη δίκη, στην οποία πράγματι κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο το τέταρτο αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ., το οποίο ωστόσο δεν παραστάθηκε, σύμφωνα με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν, ενώ παραστάθηκε το τρίτο και ο πέμπτος από τους αναιρεσίβλητους.

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατόπιν δε όλων των ανωτέρω, είναι παραδεκτή ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, για την παραδεκτή άσκηση της αναίρεσης, απαιτείται η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος. Το έννομο αυτό συμφέρον, που αποτελεί κύρια θετική προϋπόθεση για το παραδεκτό του ενδίκου αυτού μέσου, πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο γενικά ως προς το ένδικο μέσο της αναίρεσης, αλλά και ειδικά για κάθε ένα λόγο αναίρεσης.

Θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο ηττηθείς διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται, αλλά και είναι δυνατή, η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής συνέπειας για τον αναιρεσείοντα. Βλάβη του αναιρεσείοντος υπάρχει, όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι αιτήσεις του (αγωγή, ανταγωγή κλπ) ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του και, επομένως, η βλάβη του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει κάποια διάταξη.

Μπορεί, όμως, το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος να εκλείψει και μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, είτε από λόγους που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του ίδιου, είτε από λόγους ανεξάρτητους της θέλησής του, όπως όταν με την παραδοχή της αναίρεσης δεν ανατρέπονται οι επιβλαβείς γι' αυτόν συνέπειες της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν επέρχεται βελτίωση της θέσης του και επομένως ουδέν ωφελείται (ΑΠ 492/2020, ΑΠ 1320/2017, ΑΠ 1241/2008).

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνεται ότι, όπως έγινε δεκτό από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η συζήτηση των δύο εφέσεων που εκκρεμούσαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών προσδιορίστηκε για συζήτηση μετά από κλήση της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας για τη δικάσιμο της 3-12-2020, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε με αίτημα της ιδίας (αναιρεσείουσας) για τη δικάσιμο της 4-3-2021.

Ότι μετά από ματαίωση της συζήτησης κατά τη δικάσιμο αυτή, καθώς και κατά την αυτεπαγγέλτως ορισθείσα δικάσιμο της 15-4-2021 δυνάμει των αναφερομένων Κ.Υ.Α. λόγω covid-19, η συζήτηση των εφέσεων προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 2-9-2021 με την 6685/26-4-2021 πράξη του Προέδρου του Εφετείου Αθηνών και συζητήθηκε αντιμωλία των εκκαλούντων (των δύο εφέσεων) και ερήμην των προσθέτως παρεμβαινόντων στον πρώτο βαθμό και της προς ην η ανακοίνωση δίκης εταιρείας με την επωνυμία "...".

Ότι με δεδομένο ότι η συζήτηση των δύο εφέσεων έλαβε χώρα κατά την ως άνω δικάσιμο της 2-9-2021, κατά την οποία είχαν ανασταλεί μέχρι τις 6-9-2021 οι δίκες ενώπιον των δικαστηρίων δυνάμει της από 27-8-2021 υπ' αριθμ. Δ1α/Γ Π. οικ. 5266 Κοινής Υπουργικής Απόφασης (Κ.Υ.Α.) "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς το κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 30 Αυγούστου 2021 και ώρα 6.00 έως και τη Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2021 και ώρα 6.00", το δικάσαν Εφετείο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αντί να ματαιώσει τη συζήτηση των δύο εφέσεων και να ορίσει νέα δικάσιμο, προέβη στη συζήτηση της υπόθεσης, καίτοι είχε διαπιστώσει κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ότι υπήρχαν διάδικοι, οι οποίοι δεν είχαν παρασταθεί προσηκόντως, καθώς θεωρούσαν προφανώς ότι η συζήτηση της υπόθεσης θα ματαιωνόταν κατά την εν λόγω δικάσιμο της 2-9-2021 και θα οριζόταν νέα δικάσιμος.

Με το δεύτερο δε μέρος του ίδιου ως άνω λόγου, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι, παρά το γεγονός ότι κατά την ανωτέρω Κ.Υ.Α. αναστελλόταν η συζήτηση ενώπιον των Εφετείων ενδίκων μέσων σε υποθέσεις οι οποίες είχαν συζητηθεί πρωτοδίκως αντιμωλία όλων των διαδίκων, η έκτη αναιρεσίβλητη δεν είχε παρασταθεί ούτε είχε εκπροσωπηθεί από δικηγόρο κατά της συζήτηση των αγωγών ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 23-4-2018.

Ότι για το λόγο αυτό το Εφετείο, που δίκασε τις δύο εφέσεις, παρά τα ανωτέρω δεδομένα, υπέπεσε στην πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 και 14 ΚΠολΔ. Να σημειωθεί εδώ ότι κατά την ανωτέρω Κ.Υ.Α. και συγκεκριμένα με το άρθρο 1 παρ. 1 Πιν. αρ. 3, οριζόταν στην περ. α) του Πίνακα ότι αναστέλλονται προσωρινά οι δίκες ενώπιον των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων, ενώ με την περ.

β), υποπερ. βγ) οριζόταν ότι εξαιρούνται της αναστολής οι δίκες ενδίκων μέσων ενώπιον των Εφετείων, οι οποίες έχουν εκδικαστεί στον πρώτο βαθμό αντιμωλία των διαδίκων. Ωστόσο, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, και κατά τα δύο μέρη του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας.

Και, τούτο, διότι, υπό τα εκτιθέμενα ως άνω περιστατικά, η ίδια δεν έχει υποστεί βλάβη, ούτε επικαλείται ότι υπέστη βλάβη, ώστε να επιδιώκει με την αναίρεση την ανατροπή των δυσμενών γι' αυτήν συνεπειών της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε η βλάβη την οποία επικαλείται έχει σχέση με την πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία νίκησε στη δευτεροβάθμια δίκη, αλλά έχει σχέση με τους προσθέτως παρεμβαίνοντες, που δεν υπήρξαν αντίδικοί της, αναφορικά με το πρώτο μέρος του αναιρετικού λόγου, καθώς και με την, μη αντίδικό της επίσης, εταιρεία με την επωνυμία "...", αναφορικά με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου, η οποία δεν άσκησε παρέμβαση πρωτοδίκως, ούτε κατέστη διάδικος ενώπιον του Εφετείου, όπως έγινε δεκτό κατά τα προαναφερθέντα με την προσβαλλόμενη απόφαση και για την οποία μάλιστα εταιρεία, όπως ήδη εκτέθηκε παραπάνω, η ένδικη αναίρεση, κατά το μέρος της που στρέφεται κατ' αυτής, απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Με άλλα λόγια και σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, ουδεμία ωφέλεια θα προκύψει για την αναιρεσείουσα από την ενδεχόμενη παραδοχή του πρώτου αναιρετικού λόγου, ώστε να θεμελιωθεί το έννομο συμφέρον της για την προβολή του λόγου αυτού. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου του άρθρου 524 παρ. 4 ΚΠολΔ, "Σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου ως προς την έφεση η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος ως προς την αντέφεση. Ο παριστάμενος διάδικος υποχρεούται μέσα σε πέντε ημέρες από τη συζήτηση να προσκομίσει αντίγραφα του εισαγωγικού δικογράφου και των προτάσεων του αντιδίκου του, που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη, καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις που λήφθηκαν κατ` αυτήν.

Διαφορετικά κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση". Από τη ρητή διατύπωση της ανωτέρω διάταξης συνάγεται ότι η θεσπιζόμενη με αυτήν υποχρέωση του παρισταμένου διαδίκου να προσκομίσει τα αναφερόμενα σ` αυτήν έγγραφα, μεταξύ των οποίων και αντίγραφο των προτάσεων του αντιδίκου του, αφορά μόνον την περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου, οπότε η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και ο ίδιος παρών και η υπόθεση ερευνάται κατ` ουσίαν.

Σε περίπτωση που ο παριστάμενος εκκαλών δεν προσκομίσει τις προτάσεις που υποβλήθηκαν στον πρώτο βαθμό από τον μη εμφανισθέντα εφεσίβλητο, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση, λόγω της αδυναμίας του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου να κρίνει την ουσία της υπόθεσης από την έλλειψη αυτή (ΑΠ 845/2018, ΑΠ 122/2003). Από τη σαφή επίσης και ρητή διατύπωση της ίδιας πιο πάνω διάταξης προκύπτει ότι η ανωτέρω υποχρέωση του παρισταμένου εκκαλούντος αφορά μόνο την περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου, όχι όμως και την περίπτωση ερημοδικίας του πρωτοδίκως προσθέτως παρεμβάντος, ο οποίος, λόγω της ιδιότητάς του αυτής, κλήθηκε στη δευτεροβάθμια δίκη.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παράβαση του άρθρου 524 παρ. 4 ΚΠολΔ, δεν γίνεται μνεία ότι κάποιος από τους πρώτη και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων προσκόμισαν ενώπιον του Εφετείου αντίγραφα των εισαγωγικών δικογράφων και των προτάσεων των αντιδίκων τους τρίτου, τετάρτου και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, καίτοι η ίδια η εν λόγω απόφαση αναγνωρίζει ότι οι τελευταίοι είχαν αποκτήσει την ιδιότητα του διαδίκου και αναγκαίου ομοδίκου ως έχοντες ασκήσει πρωτοδίκως παραδεκτά πρόσθετες παρεμβάσεις.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ως άνω διάταξης του άρθρου 524 παρ. 4 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, όπως εκτέθηκε στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, η υποχρέωση προσκομιδής στη δευτεροβάθμια δίκη των προτάσεων και των λοιπών εγγράφων από τον παριστάμενο εκκαλούντα αφορά μόνο την περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου, όχι όμως και την περίπτωση ερημοδικίας του πρωτοδίκως προσθέτως παρεμβάντος, όπως στην προκείμενη περίπτωση.

Επί πλέον, η υποχρέωση αυτή, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, βαρύνει αποκλειστικά τον παριστάμενο εκκαλούντα σε σχέση με τον μη εμφανισθέντα εφεσίβλητο, σε καμιά δε περίπτωση δεν βαρύνει τον εφεσίβλητο σε σχέση με άλλον διάδικο. Στην προκείμενη δε περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, στη δίκη ενώπιον του Εφετείου η μεν αναιρεσείουσα ήταν εκκαλούσα, η δε πρώτη αναιρεσίβλητη, εφεσίβλητη, παραστάθηκαν δε αμφότερες στη δευτεροβάθμια δίκη, ενώ δεν παραστάθηκαν, αν και κλήθηκαν προς τούτο, όσοι είχαν ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση στην πρωτοβάθμια δίκη, δηλαδή το τρίτο, το τέταρτο και ο πέμπτος των ήδη αναιρεσιβλήτων.

Σύμφωνα δε με όσα διατείνεται η αναιρεσείουσα με τον εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο, η πρώτη αναιρεσίβλητη, ως εφεσίβλητη, όφειλε να προσκομίσει στο Εφετείο τις προτάσεις και τα υπόλοιπα έγγραφα που υπέβαλαν στην πρωτοβάθμια δίκη οι ανωτέρω προσθέτως υπέρ της εναγομένης-εκκαλούσας παρεμβάντες, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στη δευτεροβάθμια δίκη, ενώ τέτοια υποχρέωση προσκομιδής εγγράφων σε βάρος του εφεσιβλήτου δεν προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 4 ΚΠολΔ.

Όσον αφορά δε τον δεύτερο αναιρεσίβλητο και ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι ως προς αυτόν η αναίρεση απορρίπτεται, ως απαράδεκτη, κατά τα προαναφερθέντα, ήταν μεν και αυτός εκκαλών στη δευτεροβάθμια δίκη, στην οποία και παραστάθηκε, δεν είχε όμως υποχρέωση να προσκομίσει τις προτάσεις και τα υπόλοιπα έγγραφα που κατέθεσαν στην πρωτοβάθμια δίκη οι μη εμφανισθέντες ενώπιον του Εφετείου τρίτο, τέταρτο και πέμπτος των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι άσκησαν πρωτοδίκως πρόσθετη παρέμβαση, δεδομένου ότι τέτοια υποχρέωση, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, επιβάλλεται σε βάρος του παρισταμένου εκκαλούντος μόνο σε σχέση με τον μη εμφανισθέντα, ενώπιον του Εφετείου, εφεσίβλητο.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 14 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, κατ' εκτίμηση όμως του νοηματικού του περιεχομένου μόνο η πλημμέλεια του αριθμού 14 του αυτού άρθρου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του και υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκανε δεκτές τις από 22-5-2003 (αρ.

κατάθ. 4873/2003) και από 15-7-2003 (αρ. κατάθ. 6788/2003) δύο αγωγές της πρώτης αναιρεσίβλητης, οι οποίες στηρίζουν την αξίωση της τελευταίας να αναγνωρισθεί το κληρονομικό της δικαίωμα επί της κληρονομίας με βάση το γεγονός ότι είχε εισπράξει τα μισθώματα κληρονομιαίων ακινήτων ποσού 298.232 ευρώ μέχρι την άσκηση των αγωγών, τονίζοντας μάλιστα ότι εξακολουθούσε να εισπράττει ποσό 27.112 ευρώ μηνιαίως, παραβλέποντας, όμως, το γεγονός ότι τα μισθώματα από το έτος 2003 κατατίθοντο στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, επειδή οι μισθωτές αμφισβητούσαν την ιδιότητα του εκμισθωτή στο πρόσωπό της (της αναιρεσείουσας) και στο πρόσωπο της πρώτης αναιρεσίβλητης, καθώς και το γεγονός ότι η τελευταία μέχρι σήμερα δεν έχει υπεισέλθει στη μισθωτική σχέση και δεν έχει αποκτήσει την ιδιότητα της εκμισθώτριας με καμία δικαστική απόφαση.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της από 22-5-2003 αγωγής, καθώς και της συμπληρωματικής αυτής, ως προς ορισμένα κληρονομιαία ακίνητα, από 15-7-2003 αγωγής, που άσκησαν η θανούσα ήδη Α. Κ. και η θυγατέρα της και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Μ. Λ. κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας Β. Μ., προκύπτει ότι οι εν λόγω ενάγουσας εξέθεταν με τις αγωγές αυτές ότι στις 29-4-2002 απεβίωσε στην Αθήνα, όπου κατοικούσε, ο Γ.

Κ. του Ά.-Δ., χωρίς να αφήσει διαθήκη και ότι κλήθηκε κατ' αρχήν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του η μοναδική πλησιέστερη συγγενής και αμφιθαλής αδελφή του πρώτη των ως άνω εναγουσών Α. Κ., η οποία αποποιήθηκε την κληρονομία, με αποτέλεσμα να κληθεί στη συνέχεια, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποθανόντος, η δεύτερη των εναγουσών και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Μ.

Λ., ως μοναδική θυγατέρα της Α. Κ., η οποία αποδέχθηκε την κληρονομία, αποτελούμενη από τα περιγραφόμενα στις δύο ως άνω αγωγές ακίνητα. Ότι η εναγομένη Β. Μ., αμφισβητώντας το κληρονομικό δικαίωμα της δεύτερης των εναγουσών, ισχυρίζεται ότι ο αποβιώσας άφησε την από 26-3-2002 ιδιόγραφη διαθήκη, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους του την ίδια, την αδελφή του Α.

Κ., καθώς και το Ελληνικό Δημόσιο, την ... και τον ... επί των αναφερομένων για τον κάθε τιμώμενο ακινήτων του. Ότι η ιδιόγραφη αυτή διαθήκη είναι εξ ολοκλήρου πλαστή, καθώς δεν γράφηκε από τον ανωτέρω φερόμενο ως διαθέτη ούτε υπογράφηκε από αυτόν. Με βάση τα περιστατικά αυτά οι ενάγουσες ζητούσαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ανωτέρω διαθήκης και να αναγνωρισθεί το κληρονομικό δικαίωμα της Μ.

Λ. ως μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου του ανωτέρω αποβιώσαντος, καθώς και το δικαίωμα κυριότητάς της επί των ακινήτων της κληρονομίας. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι μοναδική βάση των δύο πιο πάνω αγωγών είναι το εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα της δεύτερης των εναγουσών και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης επί της κληρονομίας, το οποίο απέκτησε μετά την αποποίηση της κληρονομίας από την πρώτη ενάγουσα και μητέρα της, καθώς η τελευταία ήταν μοναδική πλησιέστερη συγγενής και αμφιθαλής αδελφή του αποθανόντος Γ.

Κ.. Δεν γίνεται δε καμία αναφορά στις δύο αγωγές για κληρονομικό δικαίωμα το οποίο να απέκτησε η δεύτερη ενάγουσα με βάση οποιαδήποτε μισθωτική σχέση, όπως δεν γίνεται καμία αναφορά σε αυτές για την είσπραξη οιουδήποτε ποσού μισθωμάτων από την εν λόγω ενάγουσα. Ούτε άλλωστε, γίνεται κάποια αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση και όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, για μισθωτική σχέση στην οποία να υπεισήλθε η πρώτη αναιρεσίβλητη ή για εισπραχθέντα από αυτήν μισθώματα.

Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, και επομένως, ως αβάσιμος. Η νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντιθέτως, αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή, η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά τα δύο πρώτα μέρη του, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι οι από 22-5-2003 και από 15-7-2003 δύο αγωγές που άσκησε η πρώτη αναιρεσίβλητη με τη μητέρα της Α. Κ. κατ' αυτής ήταν αόριστες ως προς τη βάση της για την ακύρωση της από 26-3-2002 ιδιόγραφης διαθήκης, ενόψει του γεγονότος ότι δεν γίνεται στις αγωγές αυτές περιγραφή των κληρονομιαίων ακινήτων, όπως δεν γίνεται καμία αναφορά σ' αυτές σχετικά με το νόμιμο τρόπο κτήσης των ακινήτων από τον κληρονομούμενο.

Ότι παρά το γεγονός ότι πρότεινε την ένσταση αυτή περί αοριστίας των αγωγών, το Εφετείο απέρριψε εσφαλμένα την ένσταση αυτή. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των δύο ως άνω αγωγών, γίνεται πλήρης και λεπτομερής περιγραφή των κληρονομιαίων ακινήτων και συγκεκριμένα αναφέρεται στις αγωγές αυτές το είδος του κάθε ακινήτου (πολυώροφος οικοδομή, οικόπεδο, οικία), η θέση του, η οδός και ο αριθμός όπου βρίσκεται το καθένα, το εμβαδόν των ακάλυπτων οικοπέδων, καθώς και των οικοπέδων όπου έχουν κατασκευασθεί οικοδομές, το εμβαδόν των ορόφων επί πολυωρόφων οικοδομών και οι ιδιοκτησίες με τις οποίες συνορεύει το κάθε ακίνητο.

Περαιτέρω, δεν αποτελούν στοιχείο της βάσης των αγωγών περί κλήρου, όπως είναι οι ανωτέρω δύο αγωγές, ο τρόπος με τον οποίο ο κληρονομούμενος απέκτησε την κυριότητα των κληρονομιαίων ακινήτων, εκτός εάν ο εναγόμενος αμφισβητήσει ειδικά το εν λόγω δικαίωμα, οπότε ο ενάγων θα πρέπει να εκθέσει τον τρόπο με τον οποίο ο κληρονομούμενος απέκτησε την κυριότητα των ακινήτων, καθ` υποφορά με την αγωγή ή με τις προτάσεις (ΑΠ 335/2021, ΑΠ 75/2018).

Τέτοια δε αμφισβήτηση σχετικά με το δικαίωμα κυριότητας του κληρονομουμένου επί των κληρονομιαίων ακινήτων, δεν ισχυρίζεται ότι προέβαλε η αναιρεσείουσα ως εναγομένη των ανωτέρω δύο αγωγών. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ένσταση αοριστίας των αγωγών υπό την επίκληση των ανωτέρω λόγων, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτες τις ως άνω αγωγές και συνεπώς ο, τα αντίθετα, υποστηρίζων τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά τα δύο πρώτα μέρη του από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 460 του ΚΠολΔ, κάθε έγγραφο μπορεί να προσβληθεί ως πλαστό, τα ιδιωτικά και όταν με παραβολή προς άλλα αποδείχθηκαν γνήσια. Κατά το επόμενο άρθρο 461, αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις ή και προφορικά, όταν η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, όπως και με τους τρόπους που προβλέπει ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας.

Τέλος, κατά το άρθρο 463 ιδίου ως άνω Κώδικα, όποιος προβάλλει ισχυρισμούς για πλαστότητα εγγράφου είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλιώς οι ισχυρισμοί του είναι απαράδεκτοι.

Το άρθρο αυτό είναι εντεταγμένο στο κεφάλαιο της αποδείξεως και συνιστά, ενόψει και της θέσης του στον ΚΠολΔ, παρά τη γενική του διατύπωση, κανόνα της αποδεικτικής μόνο διαδικασίας. Επομένως ο περιορισμός που τάσσει δεν ανάγεται στο ουσιαστικό δικαίωμα της κήρυξης εγγράφου ως πλαστού. Για το λόγο αυτό η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή υποχρέωση έχει εφαρμογή μόνο όταν ο ισχυρισμός της πλαστότητας προβάλλεται κατ` ένσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή.

Πράγματι, ο περιορισμός αυτός τείνει στην αποτροπή της στρεψοδικίας και παρελκύσεως της εκκρεμούς δίκης. Όταν πρόκειται για αναγνωριστική αγωγή πλαστότητας που εισάγεται με αυτοτελές δικόγραφο και δεν φέρει χαρακτήρα παρεμπίπτουσας αγωγής, δεν δικαιολογείται η εξαιρετική και περιοριστική ρύθμιση του άρθρου 463 ΚΠολΔ.

Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι γενικοί κανόνες του άρθρου 216 ΚΠολΔ και της εν γένει αποδεικτικής διαδικασίας ιδίου Κώδικα (Ολ ΑΠ 23/1999, ΑΠ 726/2016, ΑΠ 37/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το τρίτο μέρος του τετάρτου λόγου και με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, ισχυρίζεται ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη προσέβαλε την από 26-3-2002 ιδιόγραφη διαθήκη και την από 18-10-1999 δημόσια διαθήκη ως πλαστές, χωρίς όμως να επικαλεστεί κάποιον μάρτυρα ή κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με το τρίτο μέρος του τετάρτου αναιρετικού λόγου, οι από 22-5-2003 και από 15-7-2003 αγωγές της να είναι απαράδεκτες λόγω της αοριστίας τους, σύμφωνα δε με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, οι ίδιες αγωγές, καθώς και η αγωγή με την οποία προσέβαλε την ως άνω δημόσια διαθήκη να είναι απαράδεκτες κατά το άρθρο 463 ΚΠολΔ.

Ότι παρά το γεγονός ότι ο ως άνω ισχυρισμός προτάθηκε με λόγο έφεσης, το Εφετείο τον απέρριψε, υποπτίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 22-5-2003 και από 15-7-2003 αγωγών της πρώτης αναιρεσίβλητης και της μητέρας της Α.

Κ., προκύπτει ότι με τις αγωγές αυτές οι ενάγουσες ζήτησαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα λόγω πλαστογραφίας της από 26-3-2002 ιδιόγραφης διαθήκης του Γ. Κ., που απεβίωσε στην Αθήνα στις 29-4-2002, καθώς, όπως ισχυρίστηκαν με τις αγωγές αυτές, η διαθήκη αυτή δεν γράφηκε ούτε υπογράφηκε από τον φερόμενο διαθέτη, αλλά από τρίτο πρόσωπο.

Επίσης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της από 9-3-2006 αγωγής των ιδίων πιο πάνω εναγουσών, οι τελευταίες ζήτησαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα λόγω πλαστογραφίας της από 18-10-1999 δημόσιας διαθήκης του Γ. Κ., που συντάχθηκε από τη συμβολαιογράφο Αθηνών Σοφία Φούφα, καθώς, όπως ισχυρίστηκαν με την αγωγή αυτή, η εν λόγω διαθήκη δεν υπαγορεύτηκε ούτε υπογράφηκε από τον Γ.

Κ., αλλά είναι εξ ολοκλήρου κατά το περιεχόμενό της, την ημερομηνία και τον τόπο σύνταξης και την υπογραφή της προϊόν πλαστογραφίας και ψευδούς βεβαίωσης. Ενόψει, όμως, όσων εκτέθηκαν στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, δεν ήταν αναγκαίο για το ορισμένο των πιο πάνω αγωγών, καθώς και για το παραδεκτό της προσβολής ως πλαστών των προαναφερομένων διαθηκών με τις ίδιες αγωγές, που αποτελούν εισαγωγικά δικόγραφα αυτοτελών δικών, η επίκληση ταυτοχρόνως με τις αγωγές αυτές των μαρτύρων και των αποδεικτικών μέσων της πλαστότητας.

Επομένως, το Εφετείο ορθώς δεν απέρριψε τις από 22-5-2003 και από 15-7-2003 αγωγές ως απαράδεκτες λόγω αοριστίας και τις αγωγές αυτές, καθώς και την από 9-3-2006 αγωγή, ως απαράδεκτες κατά το άρθρο 463 ΚΠολΔ, όπως ζήτησε η αναιρεσείουσα με την έφεσή της, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο, κατά το τρίτο μέρος του και με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης είναι αβάσιμα και συνακόλουθα είναι απορριπτέος ο τέταρτος αναιρετικός λόγος στο σύνολό του, καθώς και ο πέμπτος.

Κατά συνέπεια και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Τέλος, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικαστεί λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, ενώ δεν θα γίνει λόγος για δικαστικά έξοδα αναφορικά με τους θεωρούμενους ως κληθέντες στη δίκη αυτή προσθέτως παρεμβαίνοντες τρίτο και πέμπτο από τους αναιρεσίβλητους Ελληνικό Δημόσιο και Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών αντίστοιχα, οι οποίοι και παραστάθηκαν στη δίκη, καθώς δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-01-2022 αίτηση της Β. Μ. για αναίρεση της 4272/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ