Legislator Case Law & Legislation
618/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property rights, ruling lower court correctly ordered drainage installation to resolve servitude dispute.

Case Number 618/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third-instance Court of Thessaloniki's decision ordering the installation of a drainage system. The appellant argued this violated property rights, but the court found the lower court correctly interpreted the law to resolve a servitude dispute regarding water runoff. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant's costs were transferred to the state treasury.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; Article 1108 of the Civil Code: The court may order specific performance measures, such as installing drainage, to remedy violations of servitude rights, thereby validating the lower court's decision to compel the property owner to act.

Keywords

AI generated
property rights servitude dispute drainage installation appeal dismissal civil procedure lower court review costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 1108 of the Civil Code
Article 945 of the Code of Civil Procedure
Article 947 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 618 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 618/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νικόλαου Πιτσιόρλα του Αθανασίου, κατοίκου Δουμπιών Χαλκιδικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Πιτσιόρλα και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Τ. του Α. και Δ., κατοίκου ..., 2) Μ. Μ. Τ. του Α. και Δ., κατοίκου ... 3) Α. Τ. του Α. και Δ., 4) Δ. συζύγου Α. Τ., κατοίκων ..., ο οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-7-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 29-10-2014 αγωγή της 1ης και 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12796/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2148/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-8-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευτεί. Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά της συζητήσεως της υποθέσεως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 08.08.2019 αίτηση αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2148/31.08.2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, είχε προσδιοριστεί προς συζήτηση αρχικά κατά τη δικάσιμο της 06.05.2020 με αριθμό πινακίου 8, σύμφωνα με την από 30.09.2019 Πράξη της Προέδρου του Γ' Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου.

Περαιτέρω, από τις υπ' αριθμ. 4132/13.03.2020, 4134/13.03.2020, 4133/13.03.2020 και 4135/13.03.2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Γ. Κ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτού (αναιρεσείοντος), που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξεις καταθέσεως, ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 06.05.2020, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σε καθένα από τους αναιρεσίβλητους.

Κατά τη δικάσιμο όμως εκείνη η συζήτηση ματαιώθηκε, λόγω αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 4§1 της με στοιχεία Δ1α/ΓΠ.οικ.26804 Κ.Υ.Α. της 25.04.2020 (Φ.Ε.Κ. Β'1588 της 25.04.2020). Ακολούθως, με την από 03.07.2020 Πράξη της Προέδρου του Γ' Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου η υπόθεση επαναπροσδιορίστηκε προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 17.02.2021, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 74§2 του ν. 4690/2020, της εγγραφής της υποθέσεως στο οικείο πινάκιο αυτεπαγγέλτως από τον γραμματέα ισχυούσης ως κλήτευσης όλων των διαδίκων.

Περαιτέρω, και κατά τη δικάσιμο της 17.02.2021, η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε για τον αυτό ως άνω λόγο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 1§1 υποπαρ. 1Β α.α. 4.2.α της με στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ. 9147 Κ.Υ.Α. της 10.02.2021 (Φ.Ε.Κ. Β' 534 της 10.02.2021). Ακολούθως, με την από 19.04.2021 Πράξη της Προέδρου του Γ' Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου η υπόθεση επαναπροσδιορίστηκε προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 08.09.2021, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρο 83§§2, 3 του ν. 4790/2021 και 26 του ν. 4792/2021, της εγγραφής της υποθέσεως στο οικείο πινάκιο αυτεπαγγέλτως από τον γραμματέα ισχυούσης ως κλήτευσης όλων των διαδίκων.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από τέτοιο. Επομένως, αφού οι τελευταίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αρχική δικάσιμο και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο κάθε μεταγενέστερης δικασίμου, κατά τα ανωτέρω, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576§2 περίπτ.

α' και γ' του Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία τους.

ΙΙ. Με την κρινόμενη από 08.08.2019 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 2148/31.08.2017, τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε τις από 21.07.2016 και 22.07.2016 εφέσεις του αναιρεσείοντος και των πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. 12796/2015 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο είχε κάνει δεκτές εν μέρει τις από 16.07.2014 και 15.09.2014 αγωγές του αναιρεσείοντος και των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§2, 566§1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (Α.Π. 1641/2021, Α.Π. 24/2015).

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι αυτός ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (Α.Π. 1099/2020, Α.Π. 645/2020, Α.Π. 326/2018), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Α.Π. 965/2020, Α.Π. 108/2020, Α.Π. 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 20/2005).

Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος προτάσεως στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτήν ως προς την έννοια διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της αποφάσεως δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Ωσαύτως, με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ.(Α.Π. 1641/2021, Α.Π. 849/2007). Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν, από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 109/2020, Α.Π. 118/2019, Α.Π. 1266/2011).

Επίσης, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς και τις (έστω και συνοπτικά) πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, και α) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση, και η σύνδεσή του με το διατακτικό και β) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Συγκεκριμένα, από τη διάταξη του άρθρου 561§1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, συνεπώς, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 799/2020, ΑΠ 549/2020, ΑΠ 237/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πέντε πρώτους λόγους της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο αναιρετήριο σκέλη αυτών, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες, εκτός άλλων, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.. Οι προβαλλόμενοι με τις αιτιάσεις αυτές λόγοι αναιρέσεως και ειδικότερα ο πρώτος κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος του, ο δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος του, ο τρίτος κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος του και ο τέταρτος κατά το πρώτο σκέλος είναι απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει τον παραβιασθέντα νομικό κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, αλλά και το νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, όπου αυτός αναφέρεται, επιπλέον δε δεν προσδιορίζει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως.

Συγκεκριμένα, αναφορικά με την επικαλούμενη παραβίαση του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., ναι μεν γίνεται αναφορά στις διατάξεις των άρθρων 6§1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, 1§1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της αυτής Συμβάσεως, 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (2007/C303/01), 974, 1033, 1045, 1192, 1198 του Α.Κ., πλην όμως, πέραν της αναφοράς του άνευ ουσιαστικού περιεχομένου ιστορικού της μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενης διενέξεως, ουδόλως αναφέρεται το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος νομικό σφάλμα και οι φερόμενες παραβιάσεις κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή των ως άνω κανόνων δικαίου, επιπλέον δε δεν προσδιορίζονται σε τι ακριβώς συνίστανται οι πλημμέλειες που στερούν την απόφαση νόμιμης βάσεως, είναι δε σαφές ότι όλα τα παράπονα του αναιρεσείοντος αναφέρονται στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών ή σε επιχειρήματα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, που εκφεύγουν όμως του αναιρετικού ελέγχου.

Περαιτέρω, αναφορικά με τις αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 8 και, κατ'εκτίμηση, 14 (και όχι 1) του Κ.Πολ.Δ., ο σχετικός λόγος αναιρέσεως (πρώτο και δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου) είναι επίσης απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται οι ελλείψεις της κατά του αναιρεσείοντος αγωγής των πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής και ως προς ποιο σημείο συγκεκριμένα δεν ήταν πλήρης αυτή, δηλαδή ως προς ποιο σημείο δεν υπάρχει σαφής επίκληση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της ή σε ποιο σημείο δεν υπάρχει ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, ώστε να κριθεί η ποιοτική ή η ποσοτική της αοριστία (ΑΠ 1685/2009).

IV. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1080/2020, ΑΠ 249/2019).

Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 911/2019, ΑΠ 881/2011, ΑΠ 58/2008).

Ήδη ο αναιρεσείων με τους πρώτο κατά το δεύτερο σκέλος του, δεύτερο κατά το πρώτο σκέλος του, τρίτο κατά το δεύτερο σκέλος του και πέμπτο κατά το τρίτο σκέλος του λόγους αναιρέσεως αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενος ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του τα πιο κάτω έγγραφα που είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα οι διάδικοι, ήτοι: 1) το από 02.12.2003 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου Π.

Π., 2) το από 14.03.2011 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου Γ. Κ., 3) το από 20.06.2012 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου Γ. Κ., 4) το από 22.04.2008 τοπογραφικό του Κ. Π., 5) την από 24.02.2011 έκθεση αυτοψίας της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, 6) τις καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, 7) την υπ' αριθμ. 4125/24.10.2005 δήλωση αποδοχής κληρονομίας, το υπ' αριθμ. ...

συμβόλαιο γονικής παροχής ποσοστού 1/4 εξ αδιαιρέτου και το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο δωρεάς ποσοστού 1/4 εξ αδιαιρέτου, 8) τις αναφερόμενες φωτογραφίες της επίδικης οικίας και 9) την τεχνική έκθεση του Κ. Π.. Από την παραδεκτή όμως επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ειδικότερα τις παραδοχές αυτής ότι έλαβε υπόψη, εκτός του άλλου, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά, καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής (αποφάσεως), δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο πιο πάνω από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πέμπτος λόγος της αίτησης αναιρέσεως. Κατά τα λοιπά και όσον αφορά την επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα μη λήψη υπόψη των αναφερομένων στους ως άνω λόγους κατάθεση του μάρτυρα των αντιδίκων στο Ειρηνοδικείο Βασιλικών και τεσσάρων τοπογραφικών, αυτοί (λόγοι) είναι απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, καθόσον, εκτός των άλλων, δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα ως άνω αποδεικτικά μέσα ούτε προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους.

V. Εξάλλου, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επόμ. του Κ.Πολ.Δ. εγγράφου, δέχτηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Παραμόρφωση εγγράφου, κατά την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου, συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υποθέσεως, δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά, ή κατά κύριο λόγο, στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενό του.

Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξάλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 1/1999, A.Π. 692/2020, Α.Π. 59/2019, Α.Π. 1627/2010 ).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά το τέταρτο σκέλος του ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του αναφερόμενου εγγράφου και συγκεκριμένα του Α'από 02.12.2003 τοπογραφικού των αντιδίκων του από τον τοπογράφο Π. Π., δεχόμενο προδήλως διαφορετικό περιεχόμενο αυτού από το πραγματικό, ενώ, αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν προέβαινε στο ως άνω διαγνωστικό λάθος, θα κατέληγε στο αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος είναι αβάσιμος, διότι με την πιο πάνω κρίση του το Εφετείο δεν υπέπεσε, ως προς το έγγραφο αυτό, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση αυτού, (σφάλμα αναγνώσεως), με την παραδοχή περιστατικών προδήλως διαφορετικών από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιλαμβάνει.

Είναι δε σαφές ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση το έλαβε υπόψη και το αξιολόγησε στο πλαίσιο της αποδεικτικής διαδικασίας, πλην όμως συνήγαγε από τη συσχέτιση αυτού με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό το οποίο θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Έτσι όμως δεν καταφάσκεται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη πράξη πλημμέλεια, αλλά διατυπώνεται παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο VI.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1108 του Α.Κ., αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλον τρόπο, εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει, από εκείνον, που την προσέβαλε, να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η αρνητική αγωγή ασκείται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή του, που ασκεί επί του πράγματος και όχι όταν προσβάλλεται με άλλο τρόπο, όπως με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, οπότε προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή, κατ' αυτού που κατέχει το πράγμα.

Διατάραξη της κυριότητας (ή συγκυριότητας) αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις, τις οποίες μόνο ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα, η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια τη μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών, εκ της κυριότητας, επί του πράγματος (Α.Π. 1202/2019, Α.Π. 1062/2006).

Η άρση της προσβολής, εφόσον αυτή καταφαθεί, εκτελείται αναγκαστικά κατά το άρθρο 945 του Κ.Πολ.Δ., ενώ η παράλειψή της στο μέλλον, εκτελείται αναγκαστικά κατά το άρθρο 947 του Κ.Πολ.Δ.. Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., της πλημμέλειας συνισταμένης στο ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση αυτή υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να τοποθετήσει υδρορροή κατά μήκος της στέγης του ακινήτου του προς την πλευρά του ακινήτου των πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, ώστε να παροχετεύονται τα βρόχινα ύδατα, ενώ τέτοια υποχρέωση δεν προβλέπεται από τον νόμο.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, καθόσον με αυτά που δέχθηκε ως άνω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 1108 ΑΚ, αφού οι ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό της και δικαιολογούσαν την εφαρμογή της, ενώ αυτή έχει νόμιμη βάση και ειδικότερα πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες.

Επίσης, η πράξη στην οποία υποχρέωσε το ως άνω Δικαστήριο (τοποθέτηση υδρορροής) τον αναιρεσείοντα συνιστά προβλεπόμενο από την εν λόγω διάταξη μέσο δια του οποίου σκοπείται η άρση της προσβολής του δικαιώματος συγκυριότητας των πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων στο ακίνητό τους και, ως εκ τούτου, συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περιπτώσεως στο λόγο της μείζονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή αυτής (διατάξεως).

Συνεπώς, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για εξέταση, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρο 495§3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.) ενώ διάταξη για τον επιβολή και τον προσδιορισμό δικαστικών εξόδων να μην περιληφθεί στην απόφαση αυτή, λόγω της μη υποβολής σχετικού αιτήματος (άρθρο 191§2 του Κ.Πολ.Δ.), εξαιτίας της ερημοδικίας των αναιρεσιβλήτων.

Γ Ι Α Τ Ο Υ Σ Λ Ο Γ Ο Υ Σ Α Υ Τ Ο Υ Σ

Απορρίπτει την από 08.08.2019 αίτηση του Ν. Π. του Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2148/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ