Legislator Case Law & Legislation
618/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to inadmissible vague grounds and failure to cite specific appeal articles.

Case Number 618/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Patras Court of Appeal's final decision regarding property rights. The appellants argued the lower court misapplied urban planning laws and omitted relevant documents, but the court found their second ground of appeal vague and lacking specific article citations. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the court could not identify the precise legal errors alleged.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 560 of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the exact grounds of complaint and cite the relevant articles of the Code of Civil Procedure, otherwise it is inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds of appeal Code of Civil Procedure failure to cite articles property rights dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 51 of Law 2934/1954
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Articles 118 to 120 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 618 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 618/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, και Γεώργιο Παπανδρέου-Εισηγητή Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 7η Νοεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. Κ. του Γ., 2. Α. συζ. Ι. Κ., το γένος Γ. Κ., 3. Κ. Κ. του Γ., 4. Γ. Κ. του Γ., 5. Μ. Κ. του Γ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν ο 1ος δια και οι λοιποί μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Δρακούλη Δρακουλόγκωνα.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ά. Τ. του Π., κατοίκου ..., 2. Α. Τ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεράσιμο Θεοδωράτο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 621/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 63/2010 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 10-9-2010 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 93/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παρέπεμψε σε νέα συζήτηση την υπόθεση ενώπιον του Εφετείου Πατρών με άλλη σύνθεση.

Εκδόθηκε, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, η 222/2015 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-3-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων να απορριφθεί, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 6-3-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, μετά από αναίρεση της 63/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών εκδοθείσα 222/2015 τελεσίδικη απόφαση του ίδιου Εφετείου Πατρών (τακτικής διαδικασίας), με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσία η από 11-7-2006 έφεση των αναιρεσειόντων-εκκαλούντων-εναγομένων, κατά της 621/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας η οποία εξαφανίσθηκε και έγινε δεκτή η αναγνωριστική κυριότητας ακινήτων αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 569 ΚΠολΔ και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την 9/16-3-2016 έκθεση κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Εφετείου Πατρών. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ.).

Στο άρθρο 51 του Ν.Δ/τος της 17-7/16.8.1923 "περί σχεδίων πόλεων κλπ, όπως αντικαταστάθηκε εξ ολοκλήρου με το άρθρο 1 του Ν.Δ/τος 2934/1954, ορίζονται τα εξής: "1. Εις εξαιρετικάς περιπτώσεις, καθ' ας επιβάλλεται η επείγουσα εφαρμογή του σχεδίου, δύναται να ακολουθείται η επομένη διαδικασία: 2. Ολόκληρος η υπό της κατά το προηγούμενον άρθρον Κτηματικής Ομάδος (τον αυτόν εχούσης σκοπόν) καταλαμβανόμενη έκτασις θεωρείται δια της περί συστάσεως της τοιαύτης Ομάδος αποφάσεως του αρμοδίου Υπουργού, απαλλοτριουμένη ως ενιαίον σύνολον υπέρ των ιδιοκτητών ακινήτων περιληφθέντων εις την ομάδα ταύτην προς διανομήν μεταξύ αυτών των δια της εφαρμογής του σχεδίου εν τη εκτάσει ταύτη ορισθησομένων οικοδομήσιμων χώρων, εκάστου ιδιοκτήτου βαρυνομένου, ένεκα της απαλλοτριώσεως, δι' αποζημιώσεως των λοιπών ιδιοκτητών ίσης τη αξία των εις την Κτηματικήν Ομάδα περιληφθέντων ακινήτων του. 3.

Οι κατά το σχέδιον ρυμοτομίας οικοδομήσιμοι χώροι της κατά την προηγουμένην παράγραφαν εκτάσεως διαιρούνται εις οικόπεδα, άτινα παραχωρούνται εις τους παλαιούς της εν λόγω εκτάσεως ιδιοκτήτας. 4. Περί της διαιρέσεως και παραχωρήσεως των ως άνω οικοπέδων συντάσσεται πράξις αναδασμού αποτελούμενη εκ διαγράμματος μετά τυχόν απαιτουμένου υπομνήματος, εμφαίνουσα τα παραχωρητέα οικόπεδα και εν περιπτώσει απ' ευθείας παραχωρήσεως, τους προς ους η παραχώρησις.

Της πράξεως ταύτης καλούνται όπως λάβουν γνώσιν οι ενδιαφερόμενοι και υποβάλουν τυχόν κατ' αυτής ενστάσεις ή σχετικός παρατηρήσεις. Επί της πράξεως, των ενστάσεων και των παρατηρήσεων αποφαίνεται ητιολογημένως ο αρμόδιος Υπουργός κυρών ή άκυρων ή τροποποιών εν όλω ή εν μέρει δια της αποφάσεως του την πράξιν, μη απαιτουμένης νέας προσκλήσεως εν περιπτώσει τροποποιήσεως, mamm όπως λάβουν γνώσιν αυτής οι ενδιαφερόμενοι.

Η απόφασις αύτη του Υπουργού είναι οριστική και αμετάκλητος. Οι προς ους η διανομή των οικοπέδων από της εκδόσεως της αποφάσεως του Υπουργού, έστω και προ της μεταγραφής των κατά την §8 του άρθρου τούτου τίτλων, επιτρέπεται να χρησιμοποιήσουν τα παραχωρούμενα, οικόπεδα προς ανέγερσιν οικοδομής. 5. ... 6. Επί τη αιτήσει της Κτηματικής Ομάδος ή του Δημοσίου, ο Πρόεδρος Πρωτοδικών καθορίζει προσωρινώς κατά την διαδικασίαν του άρθρου 634 επόμενα Πολ.Δικ.

την δια του ως άνω αναδασμού προσγενομένην μεταβολήν εις την αξίαν των ακινήτων, καθορίζων προς τούτο την συνολικήν αξίαν εκάστου ακινήτου περιληφθέντος (ή καθ ό μέρος περιελήφθη) εις την έκτασιν της Κτηματικής Ομάδος, ως και την συνολικήν αξίαν εκάστου εκ της κατά την §3 διαιρέσεως προκύψαντος νέου ακινήτου ....

Αποκλείεται κατά την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου ο καθορισμός τιμής μονάδος επιφανείας αντί της συνολικής αξίας των οικοπέδων. Η ως άνω αξία καθορίζεται βάσει των τιμών των ακινήτων (παλαιών και νέων) κατά τον χρόνον της αιτήσεως προς καθορισμόν αυτής .... 7. Εντός τριών μηνών από της ανωτέρω αποφάσεως του Προέδρου εκδόσεως της κατά δικαιούνται οι ενδιαφερόμενοι να αιτήσωνται τον οριστικόν καθορισμόν της λόγω αναδασμού μεταβολής εις την αξίαν των ακινήτων των δια προσφυγής ενώπιον του αρμοδίου Πρωτοδικείου κατά τη τακτικήν διαδικασίαν.

Παρελθούσης της προθεσμίας ταύτης απράκτου η δια της αποφάσεως του Προέδρου Πρωτοδικών καθορισθείσα μεταβολή των αξιών καθίσταται οριστική. 8. Μετά την έκδοσιν της κατά την §6 αποφάσεως του Προέδρου παρακατίθενται αι καθορισθείσαι αποζημιώσεις και εκδίδονται υπό της Κτηματικής Ομάδος υπέρ των προς ους παραχωρούνται τα νέα ακίνητα τίτλοι ιδιοκτησίας (παραχωρητήρια) δια το παραχωρούμενον εις έκαστον ακίνητον.

Οι τίτλοι ούτοι μεταγράφονται επιμέλεια των ενδιαφερομένων...". Από τις παρατεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 49, 50 και 51 του ίδιου Ν.Δ/τος και 1192, 1198 Α.Κ. συνάγονται τα εξής: 1) Με τις διατάξεις του άνω Ν.Δ/τος καθιδρύεται ιδιότυπη μορφή απαλλοτριώσεως, έχουσα τον χαρακτήρα αστικού αναδασμού, υπέρ των ιδιοκτητών των οικοπεδικών εκτάσεων, οι οποίες περιελήφθησαν στην συνιστώμενη με Υπουργική Απόφαση "Κτηματική Ομάδα", αποτελούσα Ν.Π.Δ.Δ., νομίμως εκπροσωπούμενο, και βαρυνόμενο με την υποχρέωση παραχωρήσεως των οικοπέδων και καταβολής στους δικαιούχους τυχόν συμπληρωματικής αποζημιώσεως στην περίπτωση κατά την οποία το εισφερθέν ακίνητο υπολείπεται κατ' αξίαν του παραχωρηθέντος.

Σε εξαιρετικές δε περιπτώσεις κατά τις οποίες επιβάλλεται η επείγουσα εφαρμογή του σχεδίου, ολόκληρη η καταλαμβανόμενη από την Κτηματική Ομάδα έκταση, θεωρείται απαλλοτριούμενη ως ενιαίο σύνολο υπέρ των ιδιοκτητών ακινήτων που έχουν περιληφθεί στην Ομάδα για διανομή μεταξύ αυτών των οικοδομήσιμων χώρων που ορίσθηκαν στην έκταση αυτή για την εφαρμογή του σχεδίου. 2) Μετά την έκδοση και δημοσίευση της Υπουργικής Αποφάσεως περί συστάσεως "Κτηματικής Ομάδος" δημιουργείται νομική κατάσταση που επηρεάζει τα υφιστάμενα περιουσιακά δικαιώματα των ιδιοκτητών και κατ' ακολουθίαν και την νομή αυτών στις περιλαμβανόμενες στην Ομάδα αυτή ιδιοκτησίες, αφού το περιεχόμενο της νομής είναι όσο και εκείνο της ιδιοκτησίας.

Στη νέα αυτή νομική κατάσταση, ανεξάρτητα από την βούληση του ιδιοκτήτου, όλα τα τακτοποιητέα και προσκυρωτέα κτήματα που αποτελούν την Κτηματική Ομάδα που συστήθηκε με την Υπουργική Απόφαση, θεωρούνται απαλλοτριούμενα ως ενιαίο σύνολο υπέρ άνω ιδιοκτητών και κάθε έννομη σχέση που προϋπάρχει σ' αυτά αποσβέννυται αυτοδικαίως σύμφωνα με το νόμο, η δε προσποριζόμενη κυριότητα στο νομικό πρόσωπο της Κτηματικής Ομάδος και μέσω αυτής σε καθένα από τους δικαιούχους (κυρίους των εισφερθέντων παλαιών οικοπέδων), μετά την μεταγραφή του παραχωρητηρίου, φέρει τον χαρακτήρα της πρωτότυπης και είναι ανεξάρτητη κάθε κυριότητος δικαιοπαρόχου και αν ακόμη δόθηκε στο δικαιούχο το δικό του κτήμα, καταργούμενης της προ της απαλλοτριώσεως σχέσεως νομής του προς το πράγμα και τούτο για να μην ματαιώνεται ο σκοπός που επιδιώκεται με την παραπάνω απαλλοτρίωση.

Από της συστάσεως του άνω Ν.Π.Δ.Δ. και μέχρι την έκδοση και μεταγραφή του οριστικού τίτλου κυριότητος (παραχωρητηρίου) υπέρ του αναγραφέντος στην κυρωθείσα πράξη αναδασμού ως δικαιούχου, το υπό διανομή οικόπεδο είναι ανεπίδεκτο νομής χρησικτησίας από οποιονδήποτε ακόμη και τον ίδιο το δικαιούχο. Το εν λόγω οικόπεδο μέχρι την οριστική παραχώρηση στο δικαιούχο παραμένει στη κυριότητα και νομή του νομικού προσώπου της Κτηματικής Ομάδος, αφού η κυριότητα από αυτό στο τρίτο μετατίθεται αποκαθαιρομένη από οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος και απ' αυτό της νομής. 4) Χρονικό σημείο μεταθέσεως της κυριότητος δεν είναι αυτό της κυρώσεως της πράξεως αναδασμού και των σχετικών κτηματολογικών πινάκων και διαγραμμάτων, στα οποία μνημονεύεται ο δικαιούχος, αλλ' εκείνο μεταγραφής του παραχωρητηρίου.

Τούτο συνάγεται και από παρατεθείσα διάταξη του άρθρου 51 §4 του άνω Ν.Δ/τος σύμφωνα με την οποία "Οι προς ους η διανομή των οικοπέδων από της εκδόσεως της αποφάσεως του Υπουργού, έστω και προ της μεταγραφής των κατά την παράγραφο 8 τίτλων, επιτρέπεται να χρησιμοποιήσουν τα παραχωρούμενα οικόπεδα..". Με την διάταξη αυτή επετράπη, κατ' εξαίρεση, η απλή χρήση του παραχωρουμένου οικοπέδου και μόνο από τον προς ον η παραχώρηση κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την δημοσίευση της άνω Υπουργικής Εγκριτικής Αποφάσεως μέχρι την μεταγραφή του οριστικού (παραχωρητηρίου), αποκλειόμενης της νομής ή και κατοχής του εν λόγω οικοπέδου κατά το ίδιο χρονικό διάστημα από οποιονδήποτε τρίτο, μη δικαιούχο.

Αν όμως χρονικό σημείο μεταθέσεως της κυριότητος δεν ήταν αυτό της μεταγραφής του τίτλου αλλ' εκείνο της οριστικής κυρώσεως της πράξεως αναδασμού, τότε η παρατεθείσα διάταξη, επιτρέπουσα την απλή κατοχή και χρήση του παραχωρηθέντος οικοπέδου από τον δικαιούχο και μόνο, μέχρι την μεταγραφή του παραχωρητηρίου, θα ήταν άνευ αντικειμένου.

Εκτός όμως την αμέσως ανωτέρω, ερμηνευτική άποψη, ενδεχομένη την μετάθεση της κυριότητος σε προγενέστερο από το προαναφερθέν χρονικό σημείο (χρόνος εκδόσεως Υπουργικής Αποφάσεως περί εγκρίσεως της πράξεως αναδασμού) μπορεί να οδηγήσει στο άτοπο αποτέλεσμα της ματαιώσεως της επιτεύξεως των ευρύτερων δικαιοπολιτικών σκοπών, στους οποίους αποβλέπει η προαναφερθείσα νομική ρύθμιση ως ενιαίο σύνολο, που είναι η ταχεία και δίκαιη αστική αποκατάσταση πολιτών σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως εκείνες των σεισμών και άλλων φυσικών φαινομένων.

Γιατί, κατά το διαμεσολαβούν πιο πάνω χρονικό διάστημα, που κατά την ακολουθούμενη διοικητική πρακτική είναι συχνά μεγάλο, μέχρι δηλαδή την έκδοση του παραχωρητηρίου, θα μπορεί τρίτος και μάλιστα κακής πίστεως να επιληφθεί της νομής του παραχωρηθέντος οικοπέδου από τον χρόνο της εγκριτικής άνω Αποφάσεως, αντιτάσσοντας κατόπιν κατά της Κτηματικής Ομάδος και του ίδιου του δικαιούχου ίδιο δικαίωμα κυριότητος επ' αυτού κτηθέν με χρησικτησία, ο χρόνος της οποίας μάλιστα συμπληρώθηκε πολύ πριν τα αρμόδια όργανα προβούν στην έκδοση του παραχωρητηρίου υπέρ του δικαιούχου, ο οποίος έτσι θα χάσει το δικαίωμα του επί του οικοπέδου που του παραχωρήθηκε από την Κτηματική Ομάδα, προς όφελος του κακόπιστου τρίτου νομέως, μη δικαιούχου.

Ένα τέτοιο όμως νομικό αποτέλεσμα, στο οποίο μπορεί να οδηγήσει η αντικρουόμενη άνω ερμηνευτική εκδοχή, κάθε άλλο παρά εναρμονίζεται προς το γράμμα και το σκοπό των άνω διατάξεων. Άλλωστε, στο ότι χρονικό σημείο μεταθέσεως της κυριότητος στο παραχωρηθέν οικόπεδο είναι αυτό της μεταγραφής του τίτλου συνηγορεί και η διάταξη του άρθρου 1198 Α.Κ.

κατά την οποία χωρίς μεταγραφή, στις περιπτώσεις που αυτή απαιτείται κατά τα άρθρα 1192 και 1193 δεν επέρχεται η μεταβίβαση της κυριότητος του ακινήτου ή η σύσταση, μετάθεση, κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος πάνω στο ακίνητο. Η διάταξη αυτή είναι γενική, εφαρμοζόμενη σε κάθε περίπτωση που με δικαιοπραξία η διοικητική πράξη συνιστάται ή μετατίθεται κ.λ.π.

εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου, εκτός και αν υπάρχει άλλη ειδική ρύθμιση, όπως π.χ. επί αγροτικού αναδασμού, οι διατάξεις του οποίου ούτε αναλογικώς δεν μπορούν να εφαρμοσθούν στην κρινομένη υπόθεση, της όλης νομικής ρυθμίσεως, αφορώσης στη σύσταση της Κτηματικής Ομάδος, την προσκύρωση, τακτοποίηση οικοπέδων τη διανομή αυτών κ.λ.π., υπαχθείσης υπό τις ειδικές διατάξεις του Ν.Δ/τος της 17-7/16.8.1923 όπως αντικαταστάθηκαν με το Ν.Δ. 2934/1954, μη υπάρχοντος στην ειδική αυτή ρύθμιση γνησίου κενού του νόμου για να ευρίσκει έδαφος ή ανάλογη εφαρμογή.

Τέλος, δεν πρέπει να παροράται και το γεγονός ότι η προαναφερομένη νομική ρύθμιση του άρθρου 51 του Ν.Δ/τος της 17-7/16.8.1923, όπως αντικαταστάθηκε κατά τα ανωτέρω, είναι ενταγμένη στο ευρύτερο νομικό πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 42 επ. του Νομοθετικού αυτού Διατάγματος το οποίο (πλαίσιο) αφορά στην σύσταση Κτηματικής Ομάδος προς υλοποίηση πολεοδομικών σχεδίων με προσκυρώσεις και τακτοποιήσεις οικοπέδων.

Σύμφωνα δε με την ρητή διάταξη του άρθρου 47 παρ. 4 του εν λόγω Ν.Δ/τος επιβάλλεται η μεταγραφή στα βιβλία μεταγραφών του οικείου Υποθηκοφυλακείου της σχετικής διοικητικής πράξεως, δια της οποίας επέρχεται οποιαδήποτε εμπράγματη μεταβολή σε ακίνητα εκτός σχεδίου πόλεως δια προσκυρώσεως ή τακτοποιήσεως, διαφορετικά η προσκύρωση ή τακτοποίηση είναι ανίσχυρη.

Το αυτό όμως πρέπει να ισχύει, για την ταυτότητα του νομικού λόγου και στην περίπτωση εκδόσεως παραχωρητηρίου από την Κτηματική Ομάδα κατ' άρθρο 51 του άνω Ν.Δ/τος υπέρ εκείνου του ιδιοκτήτου που εισέφερε το οικόπεδο του σ' αυτή και αντ' αυτού λαμβάνει άλλο ισάξιο. Η προαναφερομένη δε διάταξη, περί του ανίσχυρου δηλαδή της εμπραγμάτου μεταβολής αν δεν έγινε μεταγραφή, δεν επαναλήφθηκε στο άρθρο 51 ως αυτονόητη, αφού η σ' αυτό περιεχόμενη ρύθμιση εντάσσεται στο ενιαίο νομικό σύνολο του Κεφαλαίου Δ' του άνω Ν.Δ/τος, συνιστώσα ειδικότερη μορφή εφαρμογής του πολεοδομικού σχεδίου με την σύσταση Κτηματικής Ομάδος.

Τέλος, με το άρθρο 4 παρ.1 και 2 του Ν. 3127/2003 ορίζονται τα εξής: "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-2-1945, εκτός εάν κατά τη κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται μέχρι τη έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις στις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ.

Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ. οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31.12.2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή". Από την ως άνω σαφή διατύπωση των προπαρατεθεισών διατάξει προκύπτει ότι οι απαιτούμενες προϋποθέσεις εφαρμογής του είναι αθροιστικώς, οι ακόλουθες:

Α) Να πρόκειται για ακίνητο που βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως ή εντός προϋφισταμένου του έτους 1923 οικισμού ή εντός οριοθετηθέντος οικισμού, ο πληθυσμός του οποίου συμφώνως με την τελευταία (προ της ενάρξεως εφαρμογής του ως άνω νόμου) απογραφή δεν υπερβαίνει τους 2.000 κατοίκους Β) Να πρόκειται για ακίνητο εμβαδού α) μέχρι 2.000 τετρ.

μέτρων ή β) μείζονος των 2.000 τετρ. μέτρων, εφόσον στο ακίνητο αυτό υπήρχε στις 31.12.2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον 30% του ισχύοντος στην περιοχή συντελεστή δόμησης, Γ) Να έχει καταστεί το ακίνητο αντικείμενο αδιατάρακτης νομής μέχρις ενάρξεως ισχύος του ως άνω νόμου α) επί δέκα έτη με νόμιμο τίτλο αυτέ επαχθή αιτία υπέρ του ιδίου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος αυτός τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28.02.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επικαλούμενος κυριότητα ή οιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστεως, ή β) επί τριάντα έτη, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστεως, δηλαδή εφόσον δεν συνέτρεχαν κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ.

Εξάλλου στο χρόνο νομής των ως άνω περιπτώσεων α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις (ΑΠ 1120/2008, ΑΠ 4/2013). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα περιστατικά: "Το έτος 1955 εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 26302/02.07.1955 απόφαση του Υφυπουργού Οικισμού περί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης έκτασης για τη μετάθεση του οικισμού ... στη νέα θέση ... κατά τις διατάξεις του νδ 2934/1954 "περί τροποποιήσεως των περί σχεδίων πόλεων κλπ διατάξεων και ειδικών τινών διατάξεων σχετικών με την ανοικοδόμηση των Σεισμοπλήκτων Ιονίων Νήσων", η οποία συντελέστηκε δια της παρακαταθέσεως της επιδικασθείσας αποζημίωσης και της δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ. 86/1956 και 131/1956) της σχετικής περί της καταβολής αυτής ειδοποιήσεως.

Ακολούθως με το από 29.09.1955 πρακτικό κληρώσεως της κατά το άρθρο 1 του από 9 Απριλίου 1955 Β.Δ. Επιτροπής που εγκρίθηκε με την Ε 54.163/15.452 απόφαση του Υπουργού Οικισμού και Σεισμοπλήκτων Νήσων, παραχωρήθηκαν στους Γ. Τ. του Κ., δικαιοπάροχο των εναγομένων, Π. Τ. του Σ. και Γ. Τ. του Σ. δικαιοπαρόχους του πρώτου και δεύτερου των εναγόντων αντίστοιχα, τα με αριθμούς 3, 1 και 2 οικόπεδα του υπ' αριθμ 6 οικοδομικού τετραγώνου του ρυμοτομικού σχεδίου του χωρίου ..., με σκοπό να ανεγείρουν σε αυτά οικίες με κρατική αρωγή, όπως τα ανωτέρω οικόπεδα εμφαίνονται στο από 13.12.1971 θεωρημένο τοπογραφικό διάγραμμα του Διευθυντή Τεχνικών Υπηρεσιών Δ.

Κ., αφού έκαναν χρήση της διάταξης του άρθρου 3 παρ 1 του από 09.04.1955 β/δ/τος και επέλεξαν τα ανωτέρω οικόπεδα τα οποία βρίσκονταν σε έκταση που ανήκε σε αυτούς και πριν την απαλλοτρίωση. Οι ανωτέρω Γ. Τ. του Κ., Γ. Τ. του Σ. και Π. Τ. του Σ., συμφώνησαν να παραμείνουν στα παλαιά σύνορα που είχαν τα ακίνητά τους. Ο Γ.

Τ. του Κ., στη με αριθμό πρωτοκόλλου 5.593/190301957 αίτησή του προς το Γραφείο Νομομηχανικού του Νομού Κεφαλληνίας αναφέρεται στο περιεχόμενο της συμφωνίας αυτής, η οποία, κατά την αίτηση, έγινε ενώπιον του Προϊσταμένου της Τοπογραφικής Υπηρεσίας, του Διευθυντή της Νομαρχίας …. και του Προέδρου της Κοινότητας ..., Χ.

Κ.. Ειδικότερα, εκεί αναφέρεται ότι συμφώνησε με τους γείτονες που συνορεύει, Γ. Σ. Τ. ιδιοκτήτη του οικοπέδου αρ 2 ΟΤ 6 και με τον Π., Σ. Τ., έκαστος από αυτούς να παραμείνει στα παλαιά σύνορά του. Την 01.02.1960 απεβίωσε ο Γ. Τ., του Κ., ο οποίος κατέλειπε την υπ' αριθμ ….73/1951 δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου, Ι.

Μ., με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους τους τα τέκνα του θετού τέκνου του Γ. Κ., ήτοι τους εναγόμενους, Ν. Κ., Α., συζ. Ι. Κ., το γένος Γ. Κ., Κ. Κ., Γ. Κ. και Μ. Κ. του Γ.. Μετά το θάνατο του δικαιοπάροχου τους, οι εναγόμενοι απέστειλαν προς τους Π. και Γ. Τ., του Σ. την από 24.06.1964 εξώδικη πρόσκλησή τους, με την οποία τους καλούσαν να τους παραδώσουν τμήματα των ακινήτων τους και μετά την άρνηση των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, οι τέσσερις πρώτοι εναγόμενοι άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σαμαίων την από 27.07.1966 αίτηση, κατά του Π.

Σ. Τ., με την οποία ζητούσαν να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα, να αναγνωριστούν προσωρινά συννομείς των τμημάτων των ακινήτων που περιέγραφαν στην αίτησή τους και να υποχρεωθεί ο καθού να τους τα αποδώσει. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 23/1966 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση, δεχόμενο το Ειρηνοδικείο Σαμαίων ότι ο καθού δεν είχε αποβάλει τους αιτούντες από τη νομή των ακινήτων τους, καθόσον ο δικαιοπάροχος τους Γ.

Τ., του Κ. είχε ήδη από το έτος 1955 παραδώσει στον καθού τη νομή του επίδικου χώρου με τα εντός αυτού κτίσματα, διά συμβάσεως, κατά την οποία, τα όρια των ακινήτων είχαν καθοριστεί όπως εμφαίνονται στο από Ιουλίου 2003 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Ε. Ά. και ο δικαιοπάροχος του πρώτου ενάγοντος Π.ς Τ.

του Σ. νεμόταν με διάνοια κυρίου το ακίνητο με τα στοιχεία Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, Θ, I επιφανείας 699,24 τ.μ. το οποίο συνορεύει ολόγυρα με ακίνητο του Γ. Τ. του Σ. και ήδη δεύτερου ενάγοντος, με επαρχιακή οδό, με δημοτική οδό και τέλος με ιδιοκτησία των εναγομένων, ο δε Γ. Τ. του Σ. δικαιοπάροχος του δευτέρου ενάγοντος το ακίνητο με τα στοιχεία Β, Γ, Ξ, Ν, Μ, Β επιφανείας 212 τ.μ.

το οποίο συνορεύει ολόγυρα με δημοτική, με επαρχιακή οδό καθώς και με το ανωτέρω ακίνητο του πρώτου ενάγοντος. Ο Π. Τ. από την ανωτέρω συμφωνία (1955) έως το έτος 1976 νεμόταν το ακίνητο αυτό με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαταράκτως, επιμελείτο των ορίων του, προέβαινε σε επιδιορθώσεις, επισκευές και βελτιώσεις της υπάρχουσας στο ακίνητο αυτό οικίας, κατασκεύασε προσθήκη κατ' επέκταση οριζόντια του ήδη υπάρχοντος κτίσματος, επιφανείας 40 τμ., την οποία χρησιμοποιούσε ως βοηθητικό χώρο της οικίας, συνέδεσε αυτή με παροχές ύδρευσης, ηλεκτρικού, τηλεφώνου, καθιστώντας αυτό σύγχρονη κατοικία με όλες τις ανέσεις, και φύτεψε στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου και οπωροφόρα δένδρα.

Στη συνέχεια, το έτος 1976 μεταβίβασε άτυπα το ανωτέρω αναφερόμενο ακίνητο στον πρώτο ενάγοντα και ο τελευταίος εξακολούθησε να νέμεται αυτό με διάνοια κυρίου, ασκώντας επ' αυτού τις παραπάνω πράξεις νομής, προσμετρώντας στο χρόνο νομής του τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, επιπλέον τοποθέτησε στην οικία κλιματισμό και κατασκεύασε γκαράζ αυτοκινήτου.

Ο Γ. Τ. του Σ., νεμόταν το ανωτέρω ακίνητο επιφανείας 212 τμ από το έτος 1955 συνεχώς έως το 1994, με διάνοια κυρίου ασκούσε τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου, επιμελείτο των ορίων του, επισκεύασε την οικία η οποία ήταν κτισμένη στο οικόπεδο αυτό, κατασκεύασε προσθήκη κατ' επέκταση οριζόντια του ήδη υπάρχοντος κτίσματος, επιφανείας 60 τμ περιέφραξε το ακίνητο, το οποίο χρησιμοποιούσε ως κατοικία και φύτεψε στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου οπωροφόρα δέντρα.

Ακολούθως με το με αρ ….92/1994 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Β. Δ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του (Υποθηκοφυλακείου … τόμος ….93 και αρ. …0) μεταβίβασε το ακίνητο αυτό στον δεύτερο ενάγοντα, ο οποίος έκτοτε νέμεται συνεχώς το ακίνητο αυτό με διάνοια κυρίου, προσμετρώντας στον χρόνο νομής του το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, επιβλέπει των ορίων του ακινήτου του, επισκευάζει και συντηρεί την ανωτέρω οικία.

Στον Γ. Τ. του Κ., δικαιοπάροχο των εναγομένων παρέμεινε το με στοιχεία Ε, Ζ, Η, Θ, I, Α, Λ, Κ, Ε ακίνητο, επιφανείας 288 τμ, το οποίο συνορεύει ολόγυρα με δημοτική οδό, με επαρχιακή οδό και με το ακίνητο του πρώτου ενάγοντος που αναφέρθηκε ήδη. Από το έτος 1955 που οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων είχαν συνάψει με τον Γ.

Τ. του Κ. την ανωτέρω συμφωνία τόσον αυτοί όσο και οι ενάγοντες κατά την κτήση της νομής των ακινήτων αυτών βρίσκονταν σε καλή πίστη, καθόσον χωρίς βαριά αμέλεια είχαν την πεποίθηση ότι απέκτησαν την κυριότητα των ακινήτων αυτών, αφού οι αρχικοί δικαιοπάροχοι τους το νεμόταν συνεχώς από το έτος 1955. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι ενάγοντες απέκτησαν την κυριότητα των ακινήτων που προαναφέρθηκαν, ο πρώτος ενάγων του ακινήτου επιφανείας 699,24 τμ, ο δε δεύτερος ενάγων του ακινήτου επιφάνειας 212 τμ, καθόσον σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 που αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, τόσο αυτοί όσο και οι δικαιοπάροχοι τους νέμονταν τα ακίνητα αυτά με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας για περισσότερα από τριάντα χρόνια μέχρι την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου, προσμετρώντας στον χρόνο νομής τους αυτόν του δικαιοπαρόχου τους, τα δε ακίνητα αυτό βρίσκονται σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων που έχει οριοθετηθεί.

Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται περαιτέρω, ότι επήλθε κατάτμηση με τον ανωτέρω τρόπο του κλήρου, που δεν είναι δυνατή. Κι εάν ακόμη ήθελε κριθεί ότι τα προελθόντα κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα εδαφικό τμήματα δεν πληρούν τα κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις ελάχιστα όρια εμβαδού και διαστάσεων, η κτήση κυριότητας των επιδίκων εδαφικών τμημάτων με τα προσόντα της χρησικτησίας κατέστη δυνατή, παρά την επελθούσα κατάτμηση, η οποία είναι εν προκειμένω κατά νόμο δυνατή, ενόψει της προεκτεθείσης φύσεως των ακινήτων αυτών ως oικοπεδικών κλήρων, κατ' άρθρο 1 παρ. 2 περ.

Α υποπερ. δ α.ν. 431/1968, καθόσον η προϋπόθεση αυτή, δηλαδή ο περιορισμός της μη κατάτμησης θεσπισθείσα με το άρθρο 1 του Ν. 666/1977, αφορά, όπως από το κείμενο του άρθρου αυτού προκύπτει, στην περίπτωση Αδ του άρθρου 1 παρ. 2 του α.ν. 431/1968 και όχι και στην περίπτωση Αδ της ιδίας παραγράφου του ανωτέρω άρθρου, η οποία αναφέρεται στους οικοπεδικούς κλήρους, ως εν προκειμένω".

Mε βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση των αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκδοθεί ερήμην των αναιρεσειόντων - εναγομένων και δικάζοντας την αναγνωριστική κυριότητας ακινήτων αγωγή των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων δέχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι είναι κύριοι των επακριβώς περιγραφόμενων επιδίκων ακινήτων, τα οποία βρίσκονται εντός του οικισμού ...

του Δήμου ... και, συγκεκριμένα, ο πρώτος ενάγων αναγνωρίσθηκε κύριος ακινήτου επιφάνειας 699,24 τ.μ. και ο δεύτερος κύριος ακινήτου επιφάνειας 212 τ.μ., καθόσον οι ίδιοι και οι δικαιοπάροχοι τους νεμήθηκαν αυτά αδιαταράκτως έναντι του Ελληνικού Δημοσίου με καλή πίστη για περισσότερο από τριάντα χρόνια πριν την ισχύ του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 (17-3-2003) και τους αναγνώρισε κυρίους, κατά παραδοχή του ισχυρισμού των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων περί κτήσης κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, με βάση την ειδική χρησικτησία του άρθρου 4 του ν.3127/2003.

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 4 ν.3127/2003 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι έχουν καταστεί κύριοι των επιδίκων ακινήτων με χρησικτησία και σε τμήμα του δικού τους ακινήτου κατά παράβαση των άρθρων 72 παρ.2, 193, 208 του Αγροτικού Κώδικα (ΒΔ 29-10/6-12-1949), 1 παρ.4 εδάφ.

τελευταίο του ν.δ. 2934/1954 "περί τροποποιήσεως των περί σχεδίων πόλεων κλπ διατάξεων και ειδικών τινών διατάξεων σχετικών προς την αποκατάστασιν των σεισμοπλήκτων Ιονίων νήσων", 1 παρ. 1 ν.δ. 1189/1972 "Περί εκδόσεως οριστικών τίτλων κυριότητας των κατά τας διατάξεις της Αγροτικής Εποικιστικής νομοθεσίας αποκατασταθέντων κληρούχων απάντων των αγροκτημάτων και συνοικισμών" και 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 431/1968 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της εν γένει εποικιστικής νομοθεσίας και άλλων διατάξεων".

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσο στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι τμήματα των επιδίκων ακινήτων περιλαμβάνονται στο ακίνητο που παραχωρήθηκε σ' αυτούς (αναιρεσείοντες) με το υπ' αριθμ. 65/1996 παραχωρητήριο και ότι, επομένως, η νομή των αναιρεσιβλήτων αφορούσε σε ακίνητο, από το οποίο το Δημόσιο είχε αποξενωθεί από της εκδόσεως του παραχωρητηρίου και, ως εκ τούτου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εν λόγω νόμου, ενώ από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καμμία αναφορά δεν γίνεται στο εν λόγω παραχωρητήριο και στην απόκτηση (με τη μεταγραφή του) κυριότητας επί του παραχωρηθέντος στους αναιρεσείοντες ακινήτου.

Επιπλέον το Εφετείο ούτε εφάρμοσε τις λοιπές επικαλούμενες διατάξεις (πλην των διατάξεων του ν.δ. 2934/1954 και ν. 3127/2003, όπως αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Κατά το άρθρο 566 παρ.1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που προβλέπονται από τα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή τα στοιχεία κάθε δικογράφου και να αναφέρει τους λόγους αναίρεσης, ήτοι τα παράπονα κατά της προσβαλλόμενης απόφασης.

Η διατύπωση του αναιρετικού λόγου συνίσταται στην περιγραφή των σφαλμάτων της προσβαλλόμενης απόφασης που αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για τη συνδρομή ενός από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 ή του άρθρου 560 ΚΠολΔ, την αναφορά του αριθμού ή των αριθμών των λόγων αναίρεσης των παραπάνω άρθρων διατάξεων, για τους οποίους ψέγει με όσα αποδίδει την προσβαλλόμενη απόφαση.

ΑΠ 100/2019), ενώ εξάλλου για το ορισμένο του λόγου δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς προσδιορισμό κατά τα ως άνω των αναγκαίων στοιχείων (ΑΠ 275/2017, 1008/2018). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά σε νομική διάταξη άλλη από αυτήν που έπρεπε να εφαρμόσει και, παράλληλα, παρέλειψε να εφαρμόσει την ορθή νομική διάταξη, κατά τους αναφερόμενους στη αναίρεση ισχυρισμούς χωρίς να αναφέρουν τον αριθμό ή τους αριθμούς των λόγων αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για τους οποίους ψέγουν, με τα όσα της αποδίδουν την προσβαλλόμενη απόφαση αλλά ούτε και το άρθρο 559 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να διαγνωσθεί ποιο είναι το σφάλμα που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Επομένως ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατόπιν τούτων και, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 3) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αριθμ.9/6-3-2016 αίτηση των Ν. Κ. του Γ. κ.λ.π. προς αναίρεση της 222/2015 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ