Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on company liability and employee compensation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the labor court's decision regarding an employment dispute. The appellant argued that the employer was not liable for unpaid wages and that the company structure was a sham, but the court found the employer had acted as a legitimate business entity. Consequently, the court rejected all grounds for the appeal and ordered the appellant to bear the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19), 559(8), 559(11γ'), 559(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on the lack of a legal basis for the lower court's finding of illegality is inadmissible, and that the failure to consider a specific claim of abuse of corporate personality does not constitute a ground for appeal if the claim was not substantiated in the original suit.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 618 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 618/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Απριλίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της καθ'ου η κλήση - αναιρεσείουσας: Μ. θυγ. Β. Κ., ως καθολικής διαδόχου εκ διαθήκης του αποβιώσαντος πατρός της και αρχικώς αναιρεσείοντος Β. Κ. του Χ., νομίμως εκπροσωπούμενης από την οριστική δικαστική συμπαραστάτιδα αυτής, Σ. Κ. του Β. διορισθείσας νομίμως με την 692/2012 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Δενέζη και κατέθεσε προτάσεις.
Του καλούντος - αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ατομικά και υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου, Διευθυντή, Προέδρου, Γραμματέα και Ταμία της νομίμως εγκατεστημένης στην Ελλάδα και δη στον Πειραιά Αττικής εταιρείας με την επωνυμία "M... S... SERVICES SA", που εδρεύει στις ..., καθώς και νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "V. SHIIPPING LTD", ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεώργιο Κοντογιάννη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2009 αγωγή του ήδη (αποβιώσαντος) αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2559/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 661/2011 και 110/2013 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-4-2013 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1251/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση της υπόθεσης απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση ο αναιρεσίβλητος με την από 7-1-2015 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αναστασάκος ανέγνωσε την από 17-12-2013 έκθεσή της Αρεοπαγίτου Στυλιανής Γιαννούκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 10-4-2013 αίτησης, για αναίρεση της 110/2013 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικού Τμήματος). Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 περ. α', 287, 290, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1710 επ. ΑΚ, η δίκη διακόπτεται και όταν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης, από πρόσωπο που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και αυτόν που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, σε περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης, που έχει διακοπεί, μπορεί να είναι είτε εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε και αναγκαστική με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου του, που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου.
Οι διάδικοι αυτοί μπορούν να προκαλέσουν την επανάληψη και χωρίς να έχει προηγηθεί γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής, μη επικαλούμενοι την έλλειψη της γνωστοποίησης και θεωρώντας ότι η δίκη έχει διακοπεί, να επισπεύσουν την επανάληψή της, τηρώντας όμως τη διαδικασία που διαγράφεται από το άρθρο 291 ΚΠολΔ, δηλαδή κοινοποιώντας δικόγραφο περί επαναλήψεως στον υπερού η διακοπή διάδικο, δηλαδή σε περίπτωση διακοπής συνεπεία θανάτου διαδίκου, στον καθολικό διάδοχό του (κληρονόμο του).
Και τούτο ανεξαρτήτως αν, κατά την κρίση του επισπεύδοντος, οι κληρονόμοι του αρχικού διαδίκου έχουν ή όχι έννομο συμφέρον να συνεχίσουν τη δίκη. Στην προκείμενη περίπτωση νόμιμα επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη, λόγω θανάτου του αναιρεσείοντος Β. Χ. Κ. (ο οποίος πέθανε μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και πριν την προφορική συζήτηση της υπόθεσης), από μέρους του αντιδίκου του Α.
Γ. Μ. (αναιρεσιβλήτου), με κλήση - πρόσκληση προς την μοναδική από διαθήκη κληρονόμο του αποβιώσαντος Μ. Κ. (θυγατέρα του), νόμιμα εκπροσωπούμενη από την οριστική δικαστική συμπαραστάτιδα αυτής Σ. Κ. (αδελφή της), που διορίστηκε νόμιμα με την τελεσίδικη απόφαση 692/2012 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία την έθεσε σε κατάσταση πλήρους δικαστικής συμπαράστασης.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση και ήταν αντίδικοι του αναιρεσείοντος. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη καθ' ο μέρος στρέφεται κατά του αναιρεσιβλήτου Α. Γ. Μ. ως νομίμου εκπροσώπου, διευθυντού, προέδρου, γραμματέα και ταμία του Δ.Σ. της πρώτης εναγομένης και ως νομίμου εκπροσώπου της τρίτης εναγομένης (ναυτιλιακών εταιρειών), οι οποίες, όμως, δεν ήταν διάδικες στην ενώπιον του εφετείου δίκη.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Εξ άλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της, περί νομικής επάρκειας της αγωγής, κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη γέννηση και θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος (και όχι της μείζονος) πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Συνακόλουθα, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (Ολ.ΑΠ 44/1990).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των αρ. 84, 105 και 106 του Κ.Ι.Ν.Δ. γίνεται διάκριση, μεταξύ των εννοιών της πλοιοκτησίας, της κυριότητας πλοίου και του εφοπλισμού. Η πλοιοκτησία υποδηλώνει κυριότητα και εφοπλισμό, έτσι ώστε όταν τα τελευταία αυτά στοιχεία αποχωρίζονται να υπάρχει αφενός κυριότητα του πλοίου και αφετέρου εφοπλισμός.
Επομένως, δεν είναι κατά νόμο δυνατή η σύγχρονη επί του ίδιου πλοίου ύπαρξη πλοιοκτήτη και εφοπλιστή. Ειδικότερα, κατά την έννοια των άρθρων 105-106 Κ.Ι.Ν.Δ., ο εφοπλιστής είναι αυτός που εκμεταλλεύεται για τον εαυτό του το πλοίο, το οποίο ανήκει κατά κυριότητα σε άλλο πρόσωπο. Η εκμετάλλευση αυτή μπορεί να στηρίζεται σε έννομη σχέση εμπράγματη ή ενοχική (επικαρπία, μίσθωση κ.λπ.), είτε σε απλή πραγματική κατάσταση.
Βασική πάντως προϋπόθεση του εφοπλισμού, είναι ότι ο εφοπλιστής έχει τη βούληση να ασκεί και ασκεί για λογαριασμό του τη ναυτιλιακή επιχείρηση που συγκροτεί το πλοίο και εκτός από την απόλαυση των κερδών επωμίζεται απεριόριστα και τον οικονομικό κίνδυνο από την εκμετάλλευση του. Εξ άλλου, συνήθης μορφή ναυτιλιακής επιχειρηματικής δραστηριότητας είναι εκείνη που ο επιχειρηματίας μη θέλοντας να διακινδυνεύσει απεριόριστα κεφάλαια, συνιστά σπουδαίως και όχι εικονικώς μία ή περισσότερες εταιρίες στην ημεδαπή ή αλλοδαπή, οι οποίες αγοράζουν ένα (μονοβάπορες) ή περισσότερα πλοία και τα εκμεταλλεύονται για δικό τους λογαριασμό, είτε άμεσα, είτε με την ανάθεση της διαχειρίσεως των πλοίων τους σε άλλη εταιρία που προϋπάρχει ή ιδρύεται για το λόγο αυτό και ενεργεί για λογαριασμό της.
Τον έλεγχο της πλοιοκτήτριας, αλλά κατά κανόνα και της διαχειρίστριας εταιρίας, διατηρεί το ίδιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που συμμετέχει συνήθως στη διοίκηση τους και το οποίο έτσι κερδοσκοπεί έμμεσα, ως αποκλειστικός μέτοχος, με την απόληψη κερδών και την οικονομική ανάπτυξη της πλοιοκτήτριας εταιρίας.
Η επιχειρηματική αυτή δραστηριότητα δεν προσδίδει μόνη της την ιδιότητα και τις έννομες συνέπειες του εφοπλιστή, με την προεκτεθείσα έννοια, στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο επιχειρηματία, που όντας συνάμα και αποκλειστικός μέτοχος, ελέγχει ή διοικεί την πλοιοκτήτρια ή και τη διαχειρίστρια. Στην περίπτωση αυτή ότι ακριβώς δεν θέλει να έχει και δεν έχει ο εν λόγω επιχειρηματίας είναι η βούληση της εκμετάλλευσης του πλοίου (άμεσα) για λογαριασμό του.
Συνεπώς το γεγονός ότι ένας επιχειρηματίας διοχετεύει την επιχειρηματική του δραστηριότητα σε μια κεφαλαιουχική εταιρία ΑΕ (άρθρ. 47α παρ. 2 του Ν.2190/1920) ή ΕΠΕ (άρθρ. 43 α του Ν.3190/1955) ή ναυτική εταιρεία (άρθρ. 41 παρ. 2 του Ν.959/1979), οι οποίες προσφέρουν σ' αυτόν το πλεονέκτημα του περιορισμού του επιχειρηματικού κινδύνου μόνο στα κεφάλαια της εταιρίας, τα πλεονεκτήματα δε αυτά δόθηκαν στην περίπτωση τη ναυτικής εταιρίας σκόπιμα, ώστε τα ελληνόκτητα πλοία να προσέλθουν στην ελληνική σημαία και ότι χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρίας ως "μηχανισμό απορρόφησης" των δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, δεν δικαιολογεί την ταύτιση του επιχειρηματία αυτού με την εταιρία και τη μεταφορά στον ίδιο της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρίας.
Ειδικότερα, το δίκαιο προσέφερε στον επιχειρηματία αυτόν τους σχετικούς εταιρικούς τύπους για να μπορεί ακριβώς αυτός να απολαμβάνει τα πλεονεκτήματά τους. Και όταν ο επιχειρηματίας αξιοποιεί τους εταιρικούς αυτούς τύπους δεν ενεργεί αθέμιτα για να υποστεί ως κύρωση τη μεταφορά στον ίδιο της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρίας (Ολ.Α.Π. 5/1996).
Διαφορετικά βέβαια έχει το ζήτημα αν αποδειχθεί ότι οι εταιρίες αυτές: 1) είναι εικονικές, 2) ή χρησιμοποιήθηκαν ως παρένθετο πρόσωπο, με την έννοια της κάλυψης υποκρυπτόμενου προσώπου και 3) ότι δεν έχουν αναπτύξει καθόλου συναλλακτική οργάνωση και δράση ή επιχειρηματική δραστηριότητα και ότι στην πραγματικότητα τη νομή του πλοίου και τη ναυτιλιακή επιχείρηση ασκεί ο ως άνω επιχειρηματίας για λογαριασμό του, πράγμα το οποίο συμβαίνει ιδίως, όταν συμβάλλεται στο δικό του όνομα και αναλαμβάνει προσωπικά και απεριόριστα τον επιχειρηματικό κίνδυνο.
Ειδικότερα, η εταιρεία ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, υπηρετεί κοινωνικό σκοπό. Στην ένωση προσώπων το δίκαιο εξασφαλίζει αυθύπαρκτη στο χώρο και συνεχή στο χρόνο οντότητα, ενώ διακρίνει απολύτως αυτήν από τα πρόσωπα που την αποτελούν.
Μεταξύ των βασικών συνεπειών της νομικής προσωπικότητας είναι η ικανότητα δικαίου την οποία αποκτά το νομικό πρόσωπο, η ικανότητα δηλαδή να είναι αυτό, φορέας περιουσίας χωρισμένης από τις περιουσίες των μελών του, από την οποία απορρέει περαιτέρω και η ικανότητα ευθύνης, και δη αποκλειστικής, που σημαίνει διακριτής από την ευθύνη των μελών του νομικού προσώπου, με πρακτική συνέπεια να είναι υπέγγυα στους εταιρικούς δανειστές μόνο η περιουσία του νομικού προσώπου και όχι η περιουσία των μελών του.
Το γεγονός όμως ότι ένας επιχειρηματίας διοχετεύει την επιχειρηματική του δραστηριότητα σε μία κεφαλαιουχική εταιρεία, ανώνυμη ή ναυτική εταιρεία ή περιορισμένης ευθύνης δεν δικαιολογεί αυτό καθ' εαυτό, όπως προαναφέρθηκε, την ταύτιση του επιχειρηματία αυτού με την εταιρεία και τη μεταφορά στον ίδιο της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας.
Για να υποστεί τις συνέπειες αυτές πρέπει να συντρέχουν, να προτείνονται και ν' αποδεικνύονται συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία να μαρτυρούν ότι έγινε κακή χρήση των εταιρικών τύπων, ακριβέστερα ότι έγινε κατάχρηση της νομικής προσωπικότητάς τους, ειδικότερα στην περίπτωση κατά την οποία η επίκληση αυτής και του χωρισμού που αυτή συνεπάγεται, παρίσταται είτε ως κατάχρηση της εταιρικής σχέσης ως θεσμού άσκησης επαγγελματικής - επιχειρηματικής δράσης στο πεδίο της εφαρμογής του Συνταγματικού Δικαίου (άρθρα 5 παρ. 1, 12 παρ. 1, 3 και 25 παρ. 1γ του Συντάγματος), είτε ως κατάχρηση δικαιώματος κατ' άρθρο 281 Α.Κ., με την έννοιαν ότι οι φερόμενες ως πράξεις της εταιρείας αποτελούν στην πραγματικότητα πράξεις του κυριάρχου μετόχου ή εταίρου της, οι οποίες σκοπίμως παραλλάσσονται και αντιστρόφως οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται προς την εταιρεία από την οποία αθεμίτως επιχειρούν ν' αποκοπούν.
Ο κανόνας αυτός απορρέει από την θεωρία της παραμέρισης της νομικής προσωπικότητος ή άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου ή ακόμη της ταυτίσεως του νομικού προσώπου με τον υποκείμενο οργανισμό του. Η θέση κατά μέρος της νομικής προσωπικότητας νομίμως συσταθέντος και λειτουργούντος νομικού προσώπου δεν δικαιολογείται μόνο από τη συγκέντρωση του συνόλου ή των περισσοτέρων μετοχών στο πρόσωπο ενός μετόχου ή από τη συμμετοχή μόνο τούτου στα όργανα της εταιρείας και την εντεύθεν καθοριστική συμβολή του στη λήψη των εταιρικών αποφάσεων.
Επίσης, δεν δικαιολογείται μόνο από την ταύτιση των συμφερόντων της εταιρίας προς αυτά του κυρίου μετόχου ή από τη συστηματική παροχή εγγυήσεων του προσώπου αυτού για λογαριασμό της εταιρείας ή τέλος από την εμφάνιση τούτου ως του ουσιαστικού φορέα της επιχείρησης. Η κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας υπάρχει όταν ο κυρίαρχος εταίρος χρησιμοποιεί την νομική προσωπικότητα για να καταστρατηγήσει το νόμο ή για να προκαλέσει δολίως ζημία σε τρίτο δανειστή ή για να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του.
Ενδεικτικά κριτήρια τέτοιας κατάχρησης αποτελούν η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρείας σε αντίθεση με προηγούμενη συμπεριφορά του, η σύγχυση της ατομικής και εταιρικής περιουσίας, ή αποφυγή παροχής εγγυήσεων του κυρίου ή μοναδικού μετόχου υπέρ του νομικού προσώπου παρά την προηγούμενη αντίθετη πρακτική του.
Αλλά και η ταύτιση των συμφερόντων νομικού και φυσικού προσώπου, η κυρίαρχη θέση του φυσικού προσώπου στην εταιρεία, την οποία επιβεβαιώνει ο ίδιος με αντίστοιχη δηλωτική συμπεριφορά του, όταν συντρέχουν και με τα προαναφερθέντα ειδικά αντικειμενικά και υποκειμενικά κριτήρια, θεμελιώνουν κατάχρηση του θεσμού της νομικής προσωπικότητας, εάν ο κυρίαρχος εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα για να καταστρατηγήσει το νόμο και να προκαλέσει δολίως ζημία σε τρίτους δανειστές του, με την αποφυγή εκπλήρωσης έναντι εκείνων των κατ' ουσίαν ατομικών υποχρεώσεών του, ιδιαίτερα όταν οι αντισυμβαλλόμενοι δανειστές οδηγήθηκαν στη συγκεκριμένη συναλλαγή εξαιτίας της εμφανιζόμενης σ' αυτούς κατάστασης, στην οποία δεν θα προέβαιναν αν γνώριζαν την πραγματικότητα και την πρόθεση καταστρατήγησης του κυρίαρχου μετόχου (ΑΠ 5,11/2009, 149/2013, 905/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 20.7.2009 αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτώς επισκοπούμενο (αρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), ο αναιρεσείων εξέθεσε ότι η πρώτη εναγομένη εταιρεία (σημ. M... S... SERVICES SA, ήδη μη διάδικος) δραστηριοποιείται στον ναυτιλιακό χώρο, έχει ως αντικείμενο εργασιών τη διαχείριση, εκμετάλλευση, ναύλωση, ασφάλιση, διακανονισμό αβαριών, μεσιτεία αγοραπωλησιών ή ναυπηγήσεων ή ναυλώσεων πλοίων με ελληνική ή ξένη σημαία ..καθώς και την αντιπροσώπευση πλοιοκτητριών εταιρειών που έχουν αντικείμενο τις ίδιες δραστηριότητες...
είναι νομίμως εγκατεστημένη στον Πειραιά (όπου) έχει ουσιαστικά την έδρα της και ασκείται πραγματικά η διοίκηση της και όπου βρίσκεται ο δεύτερος εναγόμενος, νόμιμος εκπρόσωπος, Πρόεδρος, Γραμματέας, Ταμίας του ΔΣ και Διευθυντής αυτής (σημ: εδώ αναιρεσίβλητος). Επί πλέον ότι ο δεύτερος εναγόμενος είναι νόμιμος εκπρόσωπος της τρίτης εναγομένης πλοιοκτήτριας εταιρείας (σημ:
εδώ μη διαδίκου), ουσιαστικά δε είναι ο πλοιοκτήτης και εφοπλιστής των πλοίων που διαχειρίζεται η πρώτη εναγομένη και δη των πλοίων "..." και "...". Η τρίτη εναγομένη είναι ναυτική εταιρεία... φέρεται να είναι πλοιοκτήτρια του πλοίου "M/V ..." ...Στη συνέχεια εκθέτει ότι ο δεύτερος εναγόμενος τον προσέλαβε με προφορική συμφωνία που έλαβε χώρα στο γραφείο της πρώτης εναγομένης στον Πειραιά με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργαστεί ως ηλεκτροσυγκολλητής Α' τάξης προκειμένου να διενεργεί κάθε είδους εργασία συντήρησης και επισκευής πλοίου που ανέθετε σύμφωνα με τις ανάγκες της πρώτης εναγομένης.
Ότι η πρώτη εναγομένη δια του νομίμου εκπροσώπου της είχε συμφωνήσει να του καταβάλει ως καθαρή αμοιβή 20 ευρώ για κάθε ώρα εργασίας και επί πλέον να καλύπτει με έξοδα της τόσο τις ασφαλιστικές εισφορές του στο ΙΚΑ και στο ΤΑΠΕΜ όσο και τις όποιες άλλες εισφορές και παρακρατήσεις φόρων επιβάλλονται εκ του νόμου επί των αποδοχών του.
Ότι από την πρόσληψη του εργάστηκε κατόπιν σχετικών εντολών που ελάμβανε από το β' εναγόμενο νόμιμο εκπρόσωπο της α' εναγομένης διαδοχικά και στα δύο πλοία διαχειρίσεως της α' εναγομένης και δη στο "M/V ..." του οποίου πλοιοκτήτρια είναι η τρίτη εναγομένη και στο "M/V ..." του οποίου πλοιοκτήτρια είναι ...ανάλογα με τις ανάγκες της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης.
Ότι, κατά τη συμφωνία τους με την πρώτη εναγομένη, ήταν υπεύθυνος για τη λεπτομερή καταγραφή των ωρών και ημερών που εργαζόταν και των εργασιών που εκτελούσε για τα οποία απέστελλε σχετικές αναφορές μέσω των συστημάτων επικοινωνίας του πλοίου, οι δε ημέρες και ώρες απασχόλησης του αναφέρονταν αναλυτικώς στον Αρχικαπετάνιο.
Ότι, παρά το γεγονός ότι προσέφερε την εργασία του στο μέγιστο των δυνατοτήτων του, "η πρώτη εναγομένη εταιρεία επέδειξε απροθυμία στην καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών. Εξ αρχής εφάρμοσε την τακτική να μην του εξοφλεί τις δεδουλευμένες αποδοχές του κάθε μήνα, όπως είχαν συμφωνήσει, αλλά να προβαίνει σε καταβολές έναντι, με αποτέλεσμα με την πάροδο του χρόνου να έχει μεθοδευμένα συσσωρεύσει ένα πολύ μεγάλο ανεξόφλητο ποσό, το οποίο με διάφορες προφάσεις και δικαιολογίες αν και παραδεχόταν πλήρως και διαρκώς ότι του οφείλει, απέφευγε να του αποδώσει παρά τις συνεχείς οχλήσεις του".
Ότι σε κάθε επικοινωνία του με την πρώτη εναγομένη ζητούσε τις νόμιμες απολαβές του. Ότι, περί την άνοιξη του 2008 η πρώτη εναγομένη εταιρεία δεν του είχε καταβάλλει δεδουλευμένες αποδοχές του παρελθόντων μηνών που ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 15.587 ευρώ. Ότι διαμαρτυρήθηκε στο β' εναγόμενο νόμιμο εκπρόσωπο, Διευθύνοντα Σύμβουλο, Πρόεδρο, Γραμματέα και Ταμία της α' εναγομένης, ο οποίος του δήλωσε ότι "η εταιρεία αναγνώριζε όλες τις υποχρεώσεις της απέναντι του και τον διαβεβαίωσε ότι θα τακτοποιούνταν σταδιακά όλες οι εκκρεμότητες καθόσον βρισκόταν πρόσκαιρα σε οικονομική αδυναμία από την οποία ανέκαμπτε ήδη.
Ότι η πρώτη εναγομένη με τμηματικές καταβολές του εξόφλησε το μεγαλύτερο μέρος από τις μέχρι τότε οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές του. Ότι ακολούθως από 28-8-2008 μέχρι 18-9-2008 εργαζόταν αποκλειστικά στο πλοίο "M/V ...", του οποίου η α' εναγομένη είναι διαχειρίστρια, η δε γ' εναγομένη πλοιοκτήτρια. Ότι, στις 8-2-2009 επιβιβάστηκε στο πλοίο "M/V ..." με εντολή της α' εναγομένης να εκτελεί εν πλω μια σειρά εργασιών της ειδικότητας του ...Ότι στις 29-3-2009 επαναπατρίστηκε με έξοδα της εναγομένης και ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 8-2-2009 μέχρι και 29-3-2009 "που απασχολήθηκε κατ'εντολή και για λογαριασμό της εναγομένης επί του πλοίου" εργάστηκε τις αναφερόμενες ημέρες και ώρες και συνολικώς 2.022 ώρες, η δε πρώτη εναγομένη παρά τις συνεχείς οχλήσεις του αρνούνταν συστηματικά να του καταβάλλει τις δεδουλευμένες αποδοχές του και τα οφειλόμενα επιδόματα εορτών και αδείας, έναντι των οποίων η πρώτη εναγομένη εφαρμόζοντας παρελκυστική τακτική περί τις αρχές Φεβρουαρίου 2009 "προκειμένου να τον πείσει να επιβιβαστεί και να εργαστεί του κατέβαλε έναντι των οφειλομένων μέχρι την ημέρα αυτή το ποσό των 2.000 ευρώ" και ότι ο β' εναγόμενος, Διευθυντής και νόμιμος εκπρόσωπος της α' εναγομένης τον διαβεβαίωνε ότι θα του καταβληθεί το σύνολο των αποδοχών του και ότι μέχρι τον επαναπατρισμό του οι εναγόμενοι αποδέχονταν στο σύνολο τους και ουδέποτε είχαν αμφισβητήσει τα δεδουλευμένα του.
Ότι, μετά τον επαναπατρισμό του "στις 29-3-2009 μετέβη στα γραφεία της εταιρείας για να συνομιλήσει από κοντά με το δεύτερο εναγόμενο, νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας". Ότι, περί την 21-5-2009 ο β' εναγόμενος, νόμιμος εκπρόσωπος της α' τον κάλεσε στα γραφεία της εταιρείας (όπου) του κατέβαλε μόνο το ποσό των 1.000 ευρώ ως δήθεν μόνο οφειλόμενο, κατόπιν δε αυτού ο αναιρεσείων προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, η οποία "προσδιόρισε τη συζήτηση της εργατικής διαφοράς μεταξύ αυτού και της α' εναγομένης εταιρείας.
Ακολούθως ότι απέστειλε προς την α' εναγομένη εργοδότρια του την από 9-6-2009 εξώδικη διαμαρτυρία του, την οποία παρέλαβε ο β' εναγόμενος με την οποία καλούσε την εναγομένη να του καταβάλει τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές του. Ότι σε συμπληρωματική από 6-7-2009 αίτηση του προς την Επιθεώρηση Εργασίας "ανέλυε λεπτομερώς τις επί μέρους αξιώσεις του από την εργασιακή σχέση του με την α'εναγομένη".
Ότι, κατά την προσδιορισθείσα ημέρα συζητήσεως της "η πρώτη εναγομένη εργοδότρια του δεν προσήλθε και δεν εκπροσωπήθηκε επιδεικνύοντας απαξιωτική στάση προς αυτόν τον εργαζόμενο". Ότι η κατ' επανάλειψη καθυστέρηση εκ μέρους της α'εναγομένης να καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές του είναι παντελώς αδικαιολόγητη και κακόπιστη, είχε δε ως μοναδικό σκοπό να τον εξαναγκάσει σε οικειοθελή αποχώρηση προκειμένου να αποφύγει την εκ του νόμου υποχρέωση της να του καταβάλει την αποζημίωση απόλυσης του.
Ότι στην α'εναγομένη εργαζόταν από τα τέλη Ιουνίου του 2007. Ότι, ο αναιρεσείων "και η α'εναγομένη εργοδότρια του εταιρεία, δια του Διευθυντή, νομίμου εκπροσώπου ..β' εναγομένου είχαν συμφωνήσει καθαρό ωρομίσθιο 20 ευρώ. Ότι η α' εναγομένη εταιρεία ουδέποτε έλαβε σχετική άδεια της αρμοδίας αρχής προκειμένου να εργάζεται υπερωριακά ο αναιρεσείων.
Ότι ο πλουτισμός συνίσταται στην ωφέλεια της α' εναγομένης εργοδότριας εταιρείας διαχειρίστριας και του β'εναγομένου ως de facto εφοπλιστή, Διευθυντή, νομίμου εκπροσώπου ... της α' εναγομένης, άλλως της τρίτης εναγομένης πλοιοκτητρίας από την παροχή τέτοιας εργασίας και δη στις "αποδοχές τις οποίες αυτή θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό" που θα απασχολείτο με τις ίδιες συνθήκες με τον εργασθέντα μισθωτό αναιρεσείοντα.
Στη συνέχεια εκθέτει ότι για δεδουλευμένες αποδοχές του από 28-8-2008 έως 29-3-2009 "η εργοδότρια του α'εναγομένη εταιρία, δια του νομίμου εκπροσώπου της β' εναγομένου θα έπρεπε να του είχε καταβάλει το ποσό των 64.471,33 ευρώ. Ακολούθως εκθέτει ότι από την ημέρα της πρόσληψης του "στην πρώτη εναγομένη" μέχρι και την ημέρα καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του "η πρώτη εναγομένη με αποκλειστική υπαιτιότητα της δεν του χορήγησε καμία απολύτως ημέρα κανονικής άδειας, αν και επανειλημμένως την είχε ζητήσει, ούτε του κατέβαλε τις αποδοχές της, τα επιδόματα, ούτε τον αποζημίωσε για τη μη χορήγηση της και καταλήγει "Δηλαδή η εργοδότρια του α'εναγομένη δια του νομίμου εκπροσώπου της θα έπρεπε να του έχει καταβάλει το ποσό των 29.187, 54 ευρώ".
Το ίδιο επαναλαμβάνει και για τα αιτούμενα δώρα εορτών ποσού 15.159,42 και για όλες τις αναφερόμενες αιτίες το συνολικό ποσό των 110.666,08 ευρώ, "αντί του οποίου η εργοδότρια του α'εναγομένη, δια του νομίμου εκπροσώπου της β'εναγομένου του έχει καταβάλλει το ποσό των 4.250 ευρώ". Με βάση τα ανωτέρω ζήτησε, κατά τη θεμελιούμενη σε έγκυρη σύμβαση εργασίας κύρια βάση της αγωγής, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, έκαστος εις ολόκληρο, να του καταβάλουν το ως άνω ποσό, άλλως επικουρικώς να του καταβάλουν το ποσό αυτό κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, ερήμην των εναγομένων, η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία αυτή απορρίφθηκε ως παθητικώς ανομιμοποίητη ως προς την τρίτη εναγομένη και έγινε μερικώς δεκτή, ως προς τους λοιπούς εναγομένους. Κατ' αυτής άσκησε έφεση μόνον ο δεύτερος εναγόμενος- ήδη αναιρεσίβλητος.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Υπό το ως άνω περιεχόμενο, η υπό κρίση αγωγή, καθό μέρος απευθύνεται κατά του δευτέρου εναγομένου, στερείται νομίμου ερείσματος και πρέπει ν' απορριφθεί, αφού, συμφώνως προς τα ανωτέρω, βάσει των διατάξεων του ελληνικού δικαίου, το οποίο ...
έχουν επιλέξει επί της προκειμένης διαφοράς περιεχούσης στοιχείο αλλοδαπότητας ...οι διάδικοι, εφόσον η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος έχει συναφθεί μετά της πρώτης εναγομένης ως εργοδότιδος και δεν συντρέχει περίπτωση καταχρήσεως της νομικής προσωπικότητος, δεν υπέχει ευθύνη ο δεύτερος εναγόμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, έστω και εάν είναι, ως ισχυρίζεται εν προκειμένω ο ενάγων "ουσιαστικά πλοιοκτήτης και εφοπλιστής" των υπό διαχείριση πλοίων ..".
Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, που απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, κατά το μέρος που στρεφόταν σε βάρος του δευτέρου εναγομένου, δεν παραβίασε ευθέως τις αναφερθείσες στη μείζονα σκέψη αυτής και στην αρχή της παρούσας διατάξεις που εφάρμοσε, ούτε για το σχηματισμό της, περί νομικής ανεπάρκειας της αγωγής, κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη γέννηση και θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα.
Και τούτο διότι, η επικαλούμενη με την αγωγή ιδιότητα του δεύτερου εναγομένου ως νομίμου εκπροσώπου, Διευθυντού, Προέδρου, Γραμματέα, Ταμία του ΔΣ της πρώτης εναγομένης (σημειουμένου πάντως ότι δεν νοείται, κατά νόμο, η αποδιδόμενη σ' αυτόν σύγχρονη επί του αυτού πλοίου, ιδιότητα του "πλοιοκτήτη και εφοπλιστού"), ως και η επιχειρούμενη, κατά τρόπο γενικό οικονομική ταύτιση αυτού με την πρώτη εναγομένη, δεν υποδηλώνουν μόνον αυτά, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, κατάχρηση από το δεύτερο εναγόμενο της νομικής προσωπικότητας της πρώτης εναγομένης, αφού, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, όπως λεπτομερώς προεκτέθηκαν, δεν γίνεται ούτε άμεση αναφορά σε κατάχρηση της νομικής προσωπικότητάς της πρώτης εναγομένης από το δεύτερο εναγόμενο, με επίκληση ιδίως ότι ο τελευταίος καλυπτόμενος πίσω από τον εταιρικό μανδύα αυτής, τη χρησιμοποίησε, (κατά κατάχρηση της νομικής προσωπικότητάς της), ως παρένθετο πρόσωπο για την άσκηση των προσωπικών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του και με τη συμπεριφορά του προκάλεσε την εντύπωση της προσωπικής ευθύνης του για τα χρέη αυτής, ούτε εμμέσως συνάγεται κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της, με αναφορά ιδίως οποιουδήποτε από τα αναφερθέντα στην αρχή κριτηρίων, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη ότι δεν αποδίδεται στον δεύτερο εναγόμενο πρόθεση γενικώς καταστρατηγήσεως του νόμου ή επαγωγής ζημίας στον ενάγοντα με μεθοδευμένη δόλια αποφυγή εκπληρώσεως των προς αυτόν, κατ' ουσία ατομικών υποχρεώσεών του και αντίθετα από την ίδια την αγωγή προκύπτει σαφώς ότι ο ενάγων, κατ' επανάληψη αποδίδει ευθέως στην πρώτη εναγομένη την ιδιότητα της εργοδότριας του, με την οποία συμφώνησε "δια του νομίμου εκπροσώπου της" το ωρομίσθιο του, την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών του, με έξοδα της οποίας επαναπατρίσθηκε, προς την οποία απέστελε τις αναφορές με τις ώρες και ημέρες εργασίας του, προς την οποία απέστειλε την από 9-6-2009 εξώδικη διαμαρτυρία του, σε βάρος της οποίας προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και την οποία κάλεσε η τελευταία προς διευθέτηση της δημιουργηθείσας μεταξύ αυτής και του ίδιου (ενάγοντος) διαφοράς, ως εργοδότριας αυτού, ότι αυτή ευθύνετο σε καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης του, ότι αυτή ωφελήθηκε από την παροχή της εργασίας του και κυρίως με σαφήνεια εκθέτει ότι ήταν αυτή που επέδειξε απροθυμία στην καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του και αυτή που του κατέβαλε μέρος αυτών, γεγονότα που μαρτυρούν ότι η πρώτη εναγομένη λειτουργούσε κανονικά ως εταιρεία, αναπτύσσοντας επιχειρηματική δραστηριότητα, διέθετε συναλλακτική οργάνωση και δεν ήταν εικονική, ο δε δεύτερος εναγόμενος δεν την χρησιμοποίησε ως προκάλυμμα για ν' αποφύγει την εκπλήρωση των, κατ' ουσία, ατομικών υποχρεώσεων του, ενώ τέλος, ακόμη και αν η αγωγή περιλάμβανε στοιχεία ικανά να θεμελιώσουν κατάχρηση από το δεύτερο εναγόμενο της νομικής προσωπικότητας της πρώτης εναγομένης εταιρείας, αυτό δεν θα δημιουργούσε την αποδιδόμενη με την αγωγή εις ολόκληρο συνευθύνη τους [ άρθρ. 480-481 Α.Κ.], αλλά θα μετέφερε μόνο την ευθύνη του νομικού προσώπου (το οποίο ήδη υποχρεώθηκε, κατά τα εκτεθέντα, σε καταβολή) στο φυσικό.
Συνακόλουθα, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμα.
Ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι στερείται νόμιμης βάσιμης, καθόσον αφορά την, περί μη νομίμου της αγωγής, κατά το ως άνω μέρος, παραδοχή της, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον για την ίδρυση του ρηθέντος αναιρετικού λόγου, προσαπαιτείται αιτίαση θεμελιούμενη σε έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την ουσιαστική έρευνα.
Ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από το προεκτεθέν περιεχόμενο της αγωγής, ουδόλως προκύπτει επίκληση από τον ενάγοντα άλλου περαιτέρω ισχυρισμού ικανού να θεμελιώσει κατάχρηση της νομικής προσωπικότητάς της πρώτης εναγομένης από το δεύτερο εναγόμενο, τον οποίο να μην έλαβε υπόψη του το Εφετείο.
Τέλος, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, δοθέντος ότι απέρριψε την αγωγή, κατά το ως άνω μέρος της, ως μη νόμιμη.
Κατόπιν αυτών η αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αρχικώς αναιρεσείων, στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθε η εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού Μ. Κ., λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης (αριθμ. καταθ. 48/29-4-2013) κατά της απόφασης 110/2013 του Εφετείου Πειραιά και
Καταδικάζει τον αρχικώς αναιρεσείοντα στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθε η εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού Μ. Κ. στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οχτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ